Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι ένα προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Bezirksgericht fόr Handelssachen Wien και το οποίο αφορά την ερμηνεία του άρθρου 7 της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1990, για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις (1) (στο εξής: οδηγία).
Ειδικότερα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί αν ο αγοραστής ενός οργανωμένου ταξιδιού - ο οποίος έχει επομένως πληρώσει στον διοργανωτή του ταξιδιού και τις παροχές που αφορούν τη διαμονή στον τόπο των διακοπών - μπορεί να απαιτήσει, βάσει του άρθρου 7 της οδηγίας, να του επιστραφούν τα έξοδα διανυκτερεύσεως στο ξενοδοχείο που κατέβαλε (για δεύτερη φορά) απ' ευθείας στον ξενοδόχο. Το ερώτημα τίθεται πιο συγκεκριμένα για την περίπτωση κατά την οποία ο εξαναγκασμός του αγοραστή του ταξιδιού σε δεύτερη καταβολή των εξόδων αυτών από τον ξενοδόχο, ο οποίος ειδάλλως θα τον εμπόδιζε να αναχωρήσει από το ξενοδοχείο, οφείλεται στην επελθούσα αφερεγγυότητα του διοργανωτή του ταξιδιού.
Κανονιστικό πλαίσιο και πραγματικά περιστατικά
2 Σκοπός της εκδόσεως της οδηγίας ήταν, όπως διευκρινίζεται με το άρθρο 1, «η προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις που πωλούνται ή προσφέρονται προς πώληση στο έδαφος της Κοινότητας». Το άρθρο 7 της οδηγίας, του οποίου ζητείται η ερμηνεία, προβλέπει ότι «ο διοργανωτής ή/και ο πωλητής, που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση, αποδεικνύουν ότι διαθέτουν επαρκείς εγγυήσεις κατάλληλες να εξασφαλίσουν, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτώχευσης, την επιστροφή των καταβληθέντων και τον επαναπατρισμό του καταναλωτή». Το επόμενο άρθρο, δηλαδή το άρθρο 8, ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ αυστηρότερες διατάξεις στον τομέα που αφορά η οδηγία, για να προστατεύουν τον καταναλωτή.
3 Η οδηγία μεταφέρθηκε στο αυστριακό δίκαιο κυρίως με τα άρθρα 31b επ. του νόμου περί προστασίας του καταναλωτή. Η μεταφορά του άρθρου 7 της οδηγίας στην αυστριακή νομοθεσία διασφαλίζεται με μια ειδική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (2), της οποίας το άρθρο 3, δηλαδή η διάταξη που έχει σημασία εν προκειμένω, ορίζει ότι ο διοργανωτής οφείλει να εξασφαλίζει, συνάπτοντας σύμβαση ασφαλίσεως με ασφαλιστική εταιρία έχουσα άδεια λειτουργίας στην Αυστρία, ότι θα επιστραφούν στους ταξιδεύοντες: α) τα ποσά που έχουν ήδη καταβάλει, εφόσον δεν παρασχεθούν, εν όλω ή εν μέρει, οι σχετικές με το ταξίδι υπηρεσίες λόγω αφερεγγυότητας του διοργανωτή και β) οι αναγκαίες για τον επαναπατρισμό δαπάνες, οι οποίες οφείλονται και αυτές στην αφερεγγυότητα του διοργανωτή.
4 Ας έλθουμε τώρα στο ιστορικό της παρούσας διαφοράς. Οι Kurt και Hedwig Hofbauer διήλθαν τις διακοπές τους στην Ελλάδα από τις 9 μέχρι τις 16 Σεπτεμβρίου 1995, διανυκτέρευσαν δε στο Club Fodele Beach. Οι Hofbauer, όπως και άλλοι 25 ταξιδιώτες, είχαν κλείσει το οργανωμένο αυτό ταξίδι, για τους ίδιους και την κόρη τους, με την εταιρία Karthago-Reisen GmbH (στο εξής: Karthago), της οποίας η αδυναμία πληρωμών γνωστοποιήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 1995, δηλαδή μία ημέρα πριν από την επιστροφή τους στην Αυστρία. Λόγω ακριβώς της επελθούσας αυτής αφερεγγυότητας της Karthago ο ιδιοκτήτης του Club Fodele Beach εμπόδισε τους άτυχους ταξιδιώτες να αναχωρήσουν από το ξενοδοχείο πριν καταβάλουν τα έξοδα διανυκτερεύσεως. Οι Hofbauer, όπως και οι άλλοι ταξιδιώτες, για να μπορέσουν να πραγματοποιήσουν την πτήση επιστροφής, η οποία περιλαμβανόταν στο ποσό που είχαν καταβάλει για το οργανωμένο ταξίδι, κατέβαλαν τελικά τα εν λόγω έξοδα, τα οποία ανέρχονταν σε 157 542 δρχ.
Κατόπιν αυτού, η Verein fόr Konsumenteninformation (στο εξής: ενάγουσα), η ένωση καταναλωτών στην οποία απευθύνθηκαν οι Hofbauer για να εξασφαλίσουν την προστασία των δικαιωμάτων τους, ζήτησε από την Φsterreichische Kreditversicherungs AG (στο εξής: εναγόμενη), τον ασφαλιστή της Karthago, την επιστροφή των εξόδων διανυκτερεύσεως στο ξενοδοχείο. Κατόπιν της αρνήσεως της εναγομένης να καταβάλει τα εν λόγω ποσά, η ενάγουσα άσκησε αγωγή ενώπιον του Bezirksgericht fόr Handelssachen.
Το προδικαστικό ερώτημα
5 Το εθνικό δικαστήριο, κρίνοντας ότι το άρθρο 3 της εθνικής κανονιστικής αποφάσεως περί εγγυήσεων πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με την οδηγία, αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα, προκειμένου να διακριβωθεί ποιες παροχές καλύπτονται από την «εξασφάλιση του επαναπατρισμού του καταναλωτή». Συγκεκριμένα, το προδικαστικό ερώτημα έχει διατυπωθεί ως εξής:
«Έχει το άρθρο 7 της οδηγίας 90/314/EOK, της 13 Ιουνίου 1990, για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις, την έννοια ότι στην προστασία της εν λόγω διατάξεως περιλαμβάνεται επίσης, ως "εξασφάλιση του επαναπατρισμού του καταναλωτή", η περίπτωση κατά την οποία ο καταναλωτής καταβάλλει ορισμένα ποσά προς τον προσφέροντα υπηρεσίες (π.χ. την ξενοδοχειακή επιχείρηση) στον τόπο προορισμού, επειδή ο προσφέρων τις υπηρεσίες παρεμποδίζει, αν δεν καταβληθούν αυτά τα ποσά, τον επαναπατρισμό του καταναλωτή;»
6 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά συνεπώς το Δικαστήριο αν οι δαπάνες διαμονής σε ξενοδοχείο, τις οποίες κατέβαλε για δεύτερη φορά ο αγοραστής οργανωμένου ταξιδιού, αυτή τη φορά απ' ευθείας στον ξενοδόχο, περιλαμβάνονται, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του διοργανωτή του ταξιδιού, στις αναγκαίες για τον επαναπατρισμό δαπάνες, τις οποίες αφορά το άρθρο 7 της οδηγίας. Ενδείκνυται να υπογραμμιστεί ότι το ερώτημα αυτό αφορά μόνο την περίπτωση που - και υπό τον όρο ότι - ο εν λόγω ταξιδιώτης παρεμποδίζεται να αναχωρήσει από το ξενοδοχείο, αν δεν καταβάλει τα έξοδα διαμονής.
Επιπλέον, αν ληφθεί υπόψη ότι το άρθρο 7 της οδηγίας ορίζει ότι, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως του διοργανωτή του ταξιδιού, πρέπει να εξασφαλίζονται «η επιστροφή των καταβληθέντων και ο επαναπατρισμός του καταναλωτή», επιβάλλεται να τονιστεί ότι είναι προφανές ότι το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ως δεδομένο ότι τα ποσά που κατέβαλε ο καταναλωτής απ' ευθείας στον ξενοδόχο δεν περιλαμβάνονται «στα καταβληθέντα», δηλαδή στα ποσά που είχε ήδη καταβάλει για την ίδια παροχή στον διοργανωτή του ταξιδιού. Επί του ζητήματος αυτού θα ήθελα να αρκεστώ επί του παρόντος στην παρατήρηση ότι, προκειμένου να προσδιοριστεί με ακρίβεια η έκταση της προστασίας που θέλησε να εξασφαλίσει η οδηγία στον καταναλωτή σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως του διοργανωτή του ταξιδιού, είναι πάντως αναγκαία η ερμηνεία ολόκληρου του άρθρου 7.
7 Θα ήθελα κατ' αρχάς να υπενθυμίσω ότι το ίδιο το Δικαστήριο έχει ήδη τονίσει ότι «το επιδιωκόμενο από το άρθρο 7 της οδηγίας αποτέλεσμα περιλαμβάνει τη χορήγηση στον αγοραστή οργανωμένου ταξιδίου δικαιωμάτων που εξασφαλίζουν την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών και τον επαναπατρισμό του σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως του διοργανωτή» (3). Θα ήθελα να προσθέσω ότι στις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας τονίζεται επανειλημμένα ότι σκοπός της είναι η προστασία του καταναλωτή (4) και ότι, σε τελική ανάλυση, δεν νομίζω ότι μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά το γεγονός ότι ο σκοπός του άρθρου 7 συνίσταται ακριβώς στην προστασία των περιουσιακών συμφερόντων των καταναλωτών από τους κινδύνους αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως του επιχειρηματία από τον οποίο αγόρασαν το οικείο οργανωμένο ταξίδι.
Με άλλα λόγια, σκοπός του άρθρου 7 της οδηγίας είναι να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να βαρύνεται ο καταναλωτής με τον κίνδυνο αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως του διοργανωτή και/ή του πωλητή του ταξιδιού. Είναι εξίσου προφανές ότι η διάταξη αυτή - κατά την οποία η εγγύηση πρέπει να καλύπτει τόσο την επιστροφή των καταβληθέντων, καθόσον βέβαια δεν παρασχέθηκαν οι σχετικές υπηρεσίες στον αγοραστή οργανωμένου ταξιδιού, όσο και τα αναγκαία για τον επαναπατρισμό έξοδα - αποσκοπεί να εξασφαλίσει πλήρη προστασία στον καταναλωτή (5).
8 Αυτή (και καμία άλλη) είναι η αφετηρία από την οποία πρέπει να εκκινήσει η εξέταση του ζητήματος αν η παρεχόμενη από την οδηγία προστασία περιλαμβάνει και την επιστροφή των εξόδων διαμονής που κατέβαλε απ' ευθείας ο καταναλωτής στον ξενοδόχο προς τον συγκεκριμένο σκοπό της αναχωρήσεώς του από τον τόπο διακοπών του, δηλαδή ως προϋπόθεση για τη δυνατότητα επαναπατρισμού του.
Κατόπιν της ανωτέρω οριοθετήσεως του προβλήματος, νομίζω ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα έξοδα στα οποία έχει υποβληθεί ο καταναλωτής σε μια περίπτωση σαν την προκειμένη και τα οποία είναι συμφυή προς τις ξενοδοχειακές παροχές πρέπει να θεωρηθούν ότι περιλαμβάνονται μεταξύ των αναγκαίων για τον επαναπατρισμό εξόδων και, γενικότερα, ότι καλύπτονται οπωσδήποτε από την υποχρέωση διασφαλίσεως που επιβάλλει η οδηγία. Η προστασία που αποσκοπεί να εξασφαλίσει στον καταναλωτή η οδηγία θα διακυβευόταν, αν εξαιρούνταν από το πεδίο εφαρμογής της η περίπτωση στην οποία ο καταναλωτής αναγκάζεται από τον ξενοδόχο να καταβάλει το κόστος μιας παροχής που έπρεπε να έχει καταβληθεί από τον διοργανωτή του ταξιδιού, αλλά δεν έχει καταβληθεί για τον λόγο ακριβώς ότι ο διοργανωτής αυτός κατέστη στη συνέχεια αφερέγγυος.
9 Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας υποστηρίχθηκε όμως, ιδίως από την εναγομένη, ότι η έκφραση «επαναπατρισμός του καταναλωτή», η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 7 της οδηγίας, καλύπτει μόνο τις δαπάνες μεταφοράς που είναι αναγκαίες για τον επαναπατρισμό και όχι τις δαπάνες για άλλες παροχές. Εν πάση δε περιπτώσει, η έλλειψη οποιουδήποτε συμβατικού δεσμού μεταξύ ξενοδόχου και ταξιδιώτη καθιστά προφανέστατο, κατά την εναγομένη, ότι ο ταξιδιώτης δεν έχει καμία υποχρέωση να καταβάλει τα έξοδα διαμονής απ' ευθείας στον ξενοδόχο, ούτε καν σε περίπτωση αφερεγγυότητας του διοργανωτή του ταξιδιού. Κατά συνέπεια, οσάκις καταβάλλει τα έξοδα αυτά, δεν έχει καμία δυνατότητα να αξιώσει οτιδήποτε από την ασφαλιστική εταιρία, αφού η εταιρία αυτή έχει την υποχρέωση, βάσει της οδηγίας, να επιστρέψει μόνο τα καταβληθέντα στον διοργανωτή ποσά - στο μέτρο βέβαια που οι σχετικές υπηρεσίες δεν παρασχέθηκαν στον καταναλωτή - και τις αναγκαίες για τον επαναπατρισμό του καταναλωτή δαπάνες μεταφοράς (με αεροπλάνο, σιδηρόδρομο ή πλοίο, καθώς και το ταξί). Ουσιαστικά δηλαδή η πληρωμή για τις παροχές του ξενοδόχου θα μπορούσε εν προκειμένω να καταλογιστεί σε συγκεκριμένη αμέλεια του καταναλωτή, αφού θα επρόκειτο για καταβολή αχρεωστήτου, και η μόνη δυνατότητα που θα είχε ο καταναλωτής, προκειμένου να του επιστραφούν τα ποσά που κατέβαλε στον ξενοδόχο, θα ήταν να ασκήσει στον τόπο κατοικίας του ξενοδόχου αγωγή κατ' αυτού.
10 Συναφώς, θα ήθελα κατ' αρχάς να παρατηρήσω ότι η έννοια «επαναπατρισμός του καταναλωτή» δεν μπορεί να ερμηνευθεί τόσο στενά, ώστε να καλύπτει πάντοτε μόνο τα έξοδα μεταφοράς, αλλ' αντίθετα πρέπει να καλύπτει γενικότερα όλες τις αναγκαίες για τον επαναπατρισμό του καταναλωτή δαπάνες· άρα, στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να καλύπτει επίσης τα έξοδα παραμονής στο ξενοδοχείο, τουλάχιστον στο μέτρο κατά το οποίο η καταβολή τους αποτελεί προϋπόθεση για να μπορέσει ο καταναλωτής να αναχωρήσει από το ξενοδοχείο και να επαναπατριστεί. Το γεγονός ότι ο ταξιδιώτης έχει προβεί σε καταβολή αχρεωστήτου δεν νομίζω ότι αλλάζει τους όρους του προβλήματος, αν ληφθούν υπόψη οι σκοποί της οδηγίας. Ειδικότερα, δεν νομίζω ότι μπορεί ευλόγως να υποστηριχθεί ότι ο αγοραστής ενός οργανωμένου ταξιδιού που, κατόπιν εξαναγκασμού του από τον ξενοδόχο, πληρώνει για τις ξενοδοχειακές παροχές ενεργεί αμελώς, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να τύχει της πλήρους προστασίας που του παρέχει η οδηγία.
Όπως έχει βέβαια διευκρινίσει το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Dillenkofer κ.λπ., «ούτε ο σκοπός της οδηγίας ούτε οι ειδικές διατάξεις της υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ειδικά μέτρα στο πλαίσιο του άρθρου 7 προς προστασία των αγοραστών οργανωμένων ταξιδίων από δική τους αμέλεια» (6), ενώ το άρθρο 8 της οδηγίας επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ αυστηρότερες διατάξεις υπέρ των καταναλωτών. Εν τούτοις, δεν πρέπει να λησμονείται ότι στην ίδια αυτή απόφαση το Δικαστήριο τόνισε επίσης ότι, «προς καθορισμό του ύψους της αποζημιώσεως, ο εθνικός δικαστής μπορεί να ερευνήσει αν ο ζημιωθείς κατέβαλε την εύλογη επιμέλεια, ώστε να αποφύγει τη ζημία ή να περιορίσει την έκτασή της» (7).
11 Νομίζω ότι δεν υφίσταται καμία αμφιβολία ότι η μη αναχώρηση του καταναλωτή με την προβλεπόμενη πτήση, η οποία περιλαμβανόταν στην τιμή του οργανωμένου ταξιδιού, θα είχε αυξήσει αισθητά τις αναγκαίες για τον επαναπατρισμό δαπάνες - τουλάχιστον κατά την τιμή ενός άλλου (νέου και ακριβότερου) αεροπορικού εισιτηρίου με τακτική πτήση, καθώς και κατά το κόστος περαιτέρω ενδεχομένως διανυκτερεύσεων στον τόπο διακοπών - και θα είχε συνεπώς ως συνέπεια την επιπλέον επιβάρυνση της ασφαλιστικής εταιρίας.
Σε τελική ανάλυση φρονώ ότι τα ποσά που καταβάλλοναι απ' ευθείας στον ξενοδόχο από τους ίδιους τους αγοραστές ενός οργανωμένου ταξιδιού ως πληρωμή για τις υπηρεσίες που έχει παράσχει ο ξενοδόχος δεν μπορούν να μη θεωρηθούν ως αναγκαίες για τον επαναπατρισμό δαπάνες. Τούτο ισχύει τουλάχιστον στην περίπτωση που περιγράφεται στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, δηλαδή στην περίπτωση κατά την οποία ο ξενοδόχος εμποδίζει τους καταναλωτές, λόγω της επελθούσας αφερεγγυότητας του διοργανωτή του ταξιδιού, να αναχωρήσουν από το ξενοδοχείο, αν δεν πληρώσουν για τις εν λόγω παροχές (8). Τα ποσά που καταβάλλουν οι καταναλωτές υπό τέτοιες συνθήκες πρέπει συνεπώς να τους επιστρέφονται με την εφαρμογή ενός ασφαλιστικού μηχανισμού, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 της οδηγίας.
12 Η ορθότητα της ανωτέρω λύσεως δεν νομίζω ότι αναιρείται από το αναφερθέν κατά τη διαδικασία ενδεχόμενο να ενθαρρυνθούν ορισμένοι τρίτοι, που δεν μετέχουν στη σύμβαση, ειδικότερα οι ξενοδόχοι, να επιδεικνύουν όχι ιδιαίτερα «ευγενική» συμπεριφορά έναντι των πελατών τους, προκειμένου να επιτυγχάνουν, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του διοργανωτή του ταξιδιού, την καταβολή των ποσών που δεν τους έχει καταβάλει ο διοργανωτής αυτός. Ομοίως, δεν νομίζω ότι έχει ιδιαίτερη σημασία η άποψη της εναγομένης και της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι η λύση αυτή αποβαίνει σε βάρος ακριβώς του καταναλωτή, αφού οδηγεί σε αύξηση των κινδύνων που πρέπει να καλύψει η ασφάλιση, άρα και του κόστους του οργανωμένου ταξιδιού.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, αρκεί η παρατήρηση ότι το ενδεχόμενο ή μάλλον ο κίνδυνος να πολλαπλασιαστούν οι περιπτώσεις στις οποίες οι ταξιδιώτες θα γίνονται όμηροι των ξενοδόχων που επιδιώκουν να μη στερηθούν την αμοιβή για τις υπηρεσίες που έχουν παράσχει δεν μπορεί να αλλάξει τους όρους του προβλήματος, και ειδικότερα να αλλοιώσει την προστασία που η οδηγία σκόπευε να εξασφαλίσει στους καταναλωτές. Εξάλλου, είμαι πεπεισμένος ότι η μεγάλη πλειονότητα των ξενοδόχων δεν έχει καμία σχέση με αυτού του είδους τη συμπεριφορά.
Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, θα ήθελα κατ' αρχάς να τονίσω ότι, αφού οι ξενοδοχειακές παροχές και οι παροχές μεταφοράς είναι αυτές ακριβώς που περιλαμβάνονται πάντοτε στα οργανωμένα ταξίδια, δυσκολεύομαι πράγματι να καταλάβω πώς και γιατί θα αύξαναν οι δαπάνες ασφαλίσεως, αν η ασφαλιστική εταιρία ήταν υποχρεωμένη να επιστρέψει τα έξοδα ξενοδοχείου σε περιπτώσεις σαν την προκειμένη. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να ανακύψει περίπτωση στην οποία ο ξενοδόχος, έχοντας ήδη μάθει, πριν από την άφιξη των άτυχων ταξιδιωτών, ότι ο διοργανωτής του ταξιδιού έχει κηρυχθεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας, δεν τους επιτρέπει ούτε καν να εισέλθουν στο ξενοδοχείο. Και βέβαια δεν αμφισβητείται ούτε μπορεί να αμφισβητηθεί ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η ασφαλιστική εταιρία θα ήταν υποχρεωμένη να καλύψει τόσο τον επαναπατρισμό του καταναλωτή όσο και την επιστροφή των ποσών που έχει καταβάλει ο καταναλωτής στον διοργανωτή. Τούτο αποδεικνύει, ως εκ περισσού, ότι η επιστροφή των εξόδων ξενοδοχείου στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει καθόλου ως συνέπεια την κάλυψη ενός πρόσθετου ασφαλιστικού κινδύνου, πράγμα που άλλωστε επιβεβαιώθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση από την ίδια την εναγομένη, όταν απάντησε σε συγκεκριμένες ερωτήσεις επί του σημείου αυτού.
13 Τέλος, νομίζω ότι δεν χρειάζεται να τονιστεί ότι η λύση που πρότεινα δεν μπορεί να έχει βέβαια ως αποτέλεσμα να επιστραφούν στον καταναλωτή οι δαπάνες του δύο φορές. Η διευκρίνιση αυτή, η οποία φαίνεται εκ πρώτης όψεως περιττή, επιβάλλεται λόγω της απόψεως που εξέφρασε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Γαλλική Κυβέρνηση - κατά την οποία τα ποσά που έχουν καταβληθεί από τον καταναλωτή απ' ευθείας στον ξενοδόχο δεν καταλέγονται μεταξύ των αναγκαίων για τον επαναπατρισμό δαπανών - ότι η προστασία που παρέχει στον καταναλωτή η οδηγία δεν θα διακυβευόταν ούτε στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον στον καταναλωτή θα επιστρέφονταν οπωσδήποτε τα ποσά που έχει προκαταβάλει στον διοργανωτή του ταξιδιού για την κάλυψη των εξόδων ξενοδοχείου.
Όπως όμως εξέθεσα ανωτέρω (9), είναι βέβαιο ότι εν προκειμένω ο καταναλωτής εξαναγκάστηκε να καταβάλει στον ξενοδόχο τις δαπάνες σχετικά με μια παροχή που όφειλε να του έχει εξασφαλίσει ο διοργανωτής του ταξιδού και που όμως δεν του εξασφαλίστηκε λόγω ακριβώς της επελθούσας αφερεγγυότητας του διοργανωτή, πράγμα που σημαίνει ότι ο καταναλωτής που έχει προβεί στην εν λόγω καταβολή δικαιούται τουλάχιστον επιστροφής των ποσών που είχε καταβάλει στον διοργανωτή του ταξιδιού σχετικά με την εν λόγω παροχή. Εν τούτοις, τα ποσά αυτά δεν του επιστράφηκαν, ενώ ούτε στη δικογραφία απαντούν στοιχεία από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι πραγματοποιήθηκε όντως η επιστροφή αυτή· κατά συνέπεια, η άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, η οποία διατυπώθηκε σαφέστατα κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, στηρίζεται σε μια αφηρημένη προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω (10). Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται εξάλλου από τις παρατηρήσεις που διατύπωσε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας η ενάγουσα, η οποία επιδίωξε να αποδείξει, για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο αποφάσιζε ότι η (δεύτερη) καταβολή των ξενοδοχειακών εξόδων από τους Hofbauer δεν πρέπει να θεωρηθεί ως αναγκαία για τον επαναπατρισμό, ότι τα σχετικά ποσά μπορούν κάλλιστα να επιστραφούν ως καταβληθέντα στον διοργανωτή ποσά.
14 Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιστροφή των προκαταβληθέντων ποσών είναι επίσης μια από τις δυνατές λύσεις. Πράγματι, αυτό που έχει σημασία, σύμφωνα με τους σκοπούς που επιδιώκονται με το άρθρο 7 της οδηγίας, είναι η πλήρης προστασία των περιουσιακών συμφερόντων του καταναλωτή από τους κινδύνους αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως του διοργανωτή και/ή πωλητή του ταξιδιού. Συνεπώς, αυτό που έχει σημασία είναι να μην υποχρεωθεί ο καταναλωτής να πληρώσει δύο φορές την ίδια παροχή - εκτός αν έχει ενεργήσει με προφανή αμέλεια, πράγμα που όμως δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
Με την ίδια οπτική θα ήθελα τέλος να τονίσω ότι δεν υπάρχει εν προκειμένω κανείς λόγος να αποστούμε από τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος. Φρονώ δηλαδή ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί ότι η πληρωμή στην οποία προβαίνει επιτόπου ο καταναλωτής προς τον ξενοδόχο, λόγω της αφερεγγυότητας του διοργανωτή του ταξιδιού και προκειμένου ο καταναλωτής αυτός να μπορέσει να αναχωρήσει από το ξενοδοχείο, περιλαμβάνεται στις αναγκαίες για τον επαναπατρισμό του εν λόγω καταναλωτή δαπάνες, εν πάση δε περιπτώσει στις δαπάνες των οποίων την επιστροφή επιβάλλει η οδηγία.
Πρόταση
15 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στο ερώτημα του Bezirksgericht fόr Handelssachen Wien:
«Το άρθρο 7 της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1990, για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις, έχει την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του, ιδίως σε σχέση με τον επαναπατρισμό, και η καταβολή στην οποία προβαίνει επιτόπου ο καταναλωτής προς τον ξενοδόχο, εφόσον ο ξενοδόχος τον εμποδίζει να αναχωρήσει από το ξενοδοχείο, αν δεν προβεί στην εν λόγω καταβολή.»
(1) - ΕΕ L 158, σ. 59.
(2) - Reisebόro-Sicherungsverordnung (απόφαση περί των παρεχομένων από τα πρακτορεία ταξιδίων εγγυήσεων), BGBl. (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Αυστρίας), αριθ. 881, της 15ης Νοεμβρίου 1994, σ. 6501.
(3) - Απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1996 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-178/94, C-179/94, C-188/94, C-189/94 και C-190/94, Dillenkofer κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-4845, σκέψη 42).
(4) - Βλ. ειδικότερα τις αιτιολογικές σκέψεις 8 έως 11, στις οποίες υπογραμμίζεται ότι «οι κανόνες για την προστασία του καταναλωτή παρουσιάζουν ανομοιότητες από το ένα κράτος στο άλλο κράτος μέλος και αυτός ο αποτρεπτικός παράγων δεν ενθαρρύνει κατά κανένα τρόπο τους καταναλωτές να αγοράζουν οργανωμένα ταξίδια εκτός του κράτους μέλους τους» και ότι «ο καταναλωτής πρέπει να απολαύει της προστασίας που προβλέπεται από την παρούσα οδηγία»· βλ. επίσης τις τελευταίες δύο αιτιολογικές σκέψεις, οι οποίες αφορούν ειδικά την προστασία του καταναλωτή σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως του διοργανωτή του ταξιδιού.
(5) - Συναφώς, ιδιαίτερη σημασία έχει, ακόμη μια φορά, η απόφαση Dillenkofer κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3), όπου γίνεται δεκτό ότι «η προστασία που το άρθρο 7 εξασφαλίζει στους καταναλωτές θα μπορούσε να διακυβευθεί, αν οι καταναλωτές ήσαν αναγκασμένοι να επικαλεστούν πιστωτικούς τίτλους έναντι τρίτων οι οποίοι δεν έχουν, εν πάση περιπτώσει, την υποχρέωση να τους λάβουν υπόψη και είναι, άλλωστε, οι ίδιοι εκτεθειμένοι στον κίνδυνο της πτωχεύσεως» (σκέψη 64).
(6) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση, σκέψη 71.
(7) - Όπ.π., σκέψη 72.
(8) - Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ανέφερε η ενάγουσα, οι Hofbauer εμποδίστηκαν να αναχωρήσουν από το ξενοδοχείο υπό την απειλή ασκήσεως σωματικής μάλιστα βίας. Μολονότι πρόκειται για πραγματικό στοιχείο που οφείλει να εξακριβώσει το εθνικό δικαστήριο, φρονώ ότι η «παρεμπόδιση» δεν χρειάζεται κατ' ανάγκη να ενέχει σωματική βία, αλλ' αρκεί, κατά τη γνώμη μου, η επίδειξη λιγότερο έντονης εχθρότητας, αλλά ικανής πάντως να δημιουργήσει στο συγκεκριμένο εκείνο χρονικό σημείο πίεση για τον καταναλωτή, στην οποία να μη μπορεί να αντισταθεί, όπως είναι π.χ. η ενέργεια του ξενοδόχου να ακυρώσει την παραγγελία των ταξί για τη μετάβαση στο αεροδρόμιο ή να διώξει τα ταξί αυτά ή να κρατήσει τις αποσκευές. Σε σχέση με την προκειμένη υπόθεση αρκεί πάντως να υπομνησθεί, ακόμη μια φορά, ότι το ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο στο Δικαστήριο στηρίζεται ρητά στην προϋπόθεση ότι ο ξενοδόχος θα εμπόδιζε τους άτυχους τουρίστες (δεν έχει σημασία με ποια μέσα) να αναχωρήσουν από το ξενοδοχείο, αν δεν πλήρωναν.
(9) - Βλ. σημείο 8.
(10) - Στο σημείο αυτό νομίζω ότι δεν χρειάζεται καν να προστεθεί ότι, αν ο ταξιδιώτης ήταν βέβαιος ότι θα του επιστραφούν τα ποσά που κατέβαλε στον διοργανωτή του ταξιδιού για τις εν λόγω ξενοδοχειακές παροχές, δεν θα υπήρχε λόγος να κινηθεί η διαδικασία επί της οποίας έχουν εγκύψει το εθνικό δικαστήριο και το παρόν Δικαστήριο.
Full & Egal Universal Law Academy