Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Α - Εισαγωγή
1 Στην παρούσα διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως το tribunal du travail de Charleroi υπέβαλε στο Δικαστήριο ερώτημα που αφορά το κατά πόσο συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο εθνικές διατάξεις περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως.
2 Η διαφορά που οδήγησε στην εν λόγω διαδικασία είναι, σύμφωνα με τα στοιχεία του αιτούντος δικαστηρίου και των διαδίκων, εξής: η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η L. Cordelle, είναι υπήκοος της Ενώσεως. Λαμβάνει σύνταξη επιζώντος από τον βελγικό ασφαλιστικό φορέα και τρεις συντάξεις γήρατος, δύο από τις οποίες βαρύνουν τη βελγική και μία τη γαλλική κοινωνική ασφάλιση.
3 Η Cordelle λαμβάνει τη σύνταξη επιζώντος βάσει πλήρους ασφαλιστικής σταδιοδρομίας που συμπλήρωσε ο αποβιώσας σύζυγός της ως εργάτης αποκλειστικώς στο Βέλγιο. Η σύνταξη υπολογίστηκε αποκλειστικώς σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο, χωρίς εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Εκτός από δύο βελγικές συντάξεις γήρατος, η προσφεύγουσα λαμβάνει και μία γαλλική σύνταξη γήρατος, που υπολογίστηκε λαμβανομένων υπόψη 27 τριμήνων, κατά τα οποία εργάστηκε ως εργάτρια, και 48 τριμήνων, που της αναγνωρίστηκαν λόγω του γεγονότος ότι ανέθρεψε έξι τέκνα. Εκτός αυτού, η εν λόγω σύνταξη αυξήθηκε κατά 10 % λόγω των τέκνων της προσφεύγουσας. Ο βελγικός φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως, το Office national des pensions (στο εξής: ONP), προέβη το 1989 σε υπολογισμό της συντάξεως και καθόρισε, κατ' εφαρμογήν του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967 (στο εξής: βασιλικό διάταγμα), ένα ανώτατο ποσό για τη βελγική σύνταξη επιζώντος και τη γαλλική σύνταξη γήρατος. ςΟταν το ΟΝΡ πληροφορήθηκε το ύψος της γαλλικής συντάξεως γήρατος, μείωσε, το 1994, τη βελγική σύνταξη επιζώντος σύμφωνα με το βασιλικό διάταγμα και απαίτησε την επιστροφή ήδη καταβληθέντων ποσών ύψους 42 460 βελγικών φράγκων (BFR).
4 Η προσφεύγουσα στρέφεται κατά της αποφάσεως αυτής. Υποστηρίζει ότι η εθνική ρύθμιση περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως του άρθρου 52 του βασιλικού διατάγματος δεν μπορεί να εφαρμοστεί στη γαλλική σύνταξή της, διότι το γεγονός ότι η σύνταξη αυτή αυξήθηκε λόγω της ανατροφής τέκνων αποτελεί ένα πλεονέκτημα που δεν προβλέπεται από τη βελγική νομοθεσία και για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από τη βελγική ρύθμιση περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως.
5 Το άρθρο 52 αποσκοπεί στον συντονισμό της ασφαλίσεως δύο διαφορετικών ασφαλιστικών κινδύνων, που αφορούν διαφορετικές περιόδους, δηλαδή στον καθορισμό ενός ανώτατου ορίου για τη σώρευση συντάξεων γήρατος, που χροηγούνται βάσει των ασφαλιστικών περιόδων του δικαιούχου, και συντάξεως επιζώντος, που χορηγείται βάσει των ασφαλιστικών περιόδων ενός τρίτου. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι η σύνταξη επιζώντος ενός εργάτη μπορεί να σωρευθεί με μία ή περισσότερες συντάξεις γήρατος, που χορηγούνται βάσει της βελγικής ή αλλοδαπής νομοθεσίας, μόνο μέχρι ένα ορισμένο ανώτατο ποσό (1).
6 Κατά την άποψη του tribunal ανακύπτει το ερώτημα κατά πόσον η γαλλική σύνταξη πρέπει να θεωρηθεί εξ ολοκλήρου ως σύνταξη γήρατος και κατά πόσον στην παρούσα περίπτωση πρέπει, ενόψει των κοινοτικών κανονισμών, να εφαρμοστεί το άρθρο 52 του βασιλικού διατάγματος.
7 Για τον λόγο αυτό το tribunal υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα, ζητώντας την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«Λαμβανομένων υπόψη, αφενός, των κατά τη γαλλική νομοθεσία παροχών που καταβάλλει το Caisse rιgionale d'assurance maladie Nord Picardie και, αφετέρου, της κατά το βελγικό δίκαιο συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου, έχει εφαρμογή, ως προς τους κοινοτικούς κανονισμούς, ο κανόνας απαγορεύσεως της σωρεύσεως (2) του άρθρου 52 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967;»
B - H γνώμη μου επί της υποθέσεως
8 Κατά την άποψη του ΟΝΡ το προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο. οΕτσι όπως είναι διατυπωμένο, δεν ζητείται η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, και επομένως το προδικαστικό ερώτημα δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, που ρυθμίζει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφαίνεται στο πλαίσιο προδικαστικών ερωτημάτων.
9 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία επικαλείται σχετικά και η Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας που έχει κινηθεί δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εφαρμόζει τους κοινοτικούς κανόνες δικαίου σε συγκεκριμένη περίπτωση και, επομένως, να χαρακτηρίζει διατάξεις εθνικού δικαίου σε σχέση με τέτοιο κανόνα. Μπορεί, ωστόσο, να παρέχει στο εθνικό δικαστήριο, κάθε ερμηνευτικό στοιχείο που αφορά το κοινοτικό δίκαιο και θα μπορούσε να είναι χρήσιμο για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων αυτών των διατάξεων (3). Το Δικαστήριο μπορεί επομένως να προβεί σε ερμηνεία των κοινοτικών κανόνων εξετάζοντας αν αυτοί εμποδίζουν την εφαρμογή εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως.
10 Στην παρούσα υπόθεση πρέπει κυρίως να ληφθεί υπόψη ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (4), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (5), και με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992 (6) (7).
11 Η Επιτροπή είναι ο μόνος διάδικος που λαμβάνει θέση επί του ζήτηματος ποια μορφή του κανονισμού πρέπει να ληφθεί υπόψη στην προκειμένη περίπτωση. Το ζήτημα αυτό έχει σημασία διότι η απόφαση περί του καθορισμού των συντάξεων γήρατος και επιζώντος ελήφθη πριν τεθεί σε ισχύ, την 1η Ιουνίου 1992, ο κανονισμός 1248/92 η δε απαίτηση του ΟΝΡ για επιστροφή των ποσών αφορά τον χρόνο μετά την έναρξη ισχύος αυτού του κανονισμού. Συνεπεία αυτού, η Επιτροπή, κατά την προφορική διαδικασία, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο υπολογισμός των συντάξεων υπόκειται στο σύστημα που ίσχυε πριν το 1992, δηλαδή στην «παλαιά» μορφή του κανονισμού, δεδομένου ότι οι συντάξεις της προσφεύγουσας καθορίστηκαν το 1989.
12 Η εφαρμογή της «νέας» μορφής του κανονισμού ρυθμίζεται στο άρθρο 95α, το οποίο προστέθηκε με τον κανονισμό 1248/92. Η παράγραφος 1 προβλέπει ότι ο κανονισμός 1248/92 δεν δημιουργεί κανένα δικαίωμα για τις περιόδους πριν από την 1η Ιουνίου 1992. Σύμφωνα όμως με την παράγραφο 4, τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων, οι οποίοι επέτυχαν πριν από την 1η Ιουνίου 1992 την εκκαθάριση συντάξεως, δύνανται να αναθεωρούνται, κατόπιν αιτήσεώς τους, αφού ληφθούν υπόψη οι διατάξεις του κανονισμού 1248/92. Ο χρόνος από τον οποίο ισχύει ο νέος υπολογισμός των δικαιωμάτων αυτών εξαρτάται από τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως και ρυθμίζεται στις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 95α. Κατά συνέπεια δεν χωρεί αυτόματα από το 1992 νέος υπολογισμός όλων των συντάξεων.
13 Το Δικαστήριο δεν γνωρίζει αν η προσφεύγουσα υπέβαλε αντίστοιχη αίτηση για νέα εκκαθάριση συντάξεων. Βέβαιο είναι μόνο ότι η σώρευση των συντάξεων έγινε με εφαρμογή του άρθρου 52 του βασιλικού διατάγματος κατά το έτος 1989, και επομένως σύμφωνα με την παλαιά μορφή του κανονισμού. Το αν η διόρθωση της παλαιάς εκκαθαρίσεως των συντάξεων ή η νέα εκκαθάριση κατά το έτος 1994 έλαβε χώρα σύμφωνα με τη νέα μορφή του κανονισμού εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από το αν η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση για νέο υπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 95α του κανονισμού 1408/71. Εφόσον επομένως δεν είναι σαφές σε ποια μορφή του κανονισμού στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενδείκνυται, κατά την άποψή μου, η υπόθεση να εξεταστεί τόσο σύμφωνα με την παλαιά όσο και σύμφωνα με τη νέα μορφή.
Ι - Η παλαιά μορφή του κανονισμού 1408/71
14 ύΟπως προαναφέρθηκε, ούτε ο ΟΝΡ ούτε η Βελγική Κυβέρνηση εξετάζουν το πρόβλημα των διαφορετικών μορφών του κανονισμού 1408/71. Και οι δύο τονίζουν ότι η σύνταξη επιζώντος στηρίζεται στις περιόδους ασφαλίσεως του συζύγου, που συμπληρώθηκαν πλήρως και αποκλειστικώς στο Βέλγιο, και επομένως η σύνταξη αυτή χορηγήθηκε αποκλειστικώς σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο. Πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ της αποφάσεως χορηγήσεως συντάξεως και του υπολογισμού του ποσού που καταβάλλεται τελικώς - λόγω του περιορισμού της σωρεύσεως σύμφωνα με το άρθρο 52 - στον δικαιούχο. Η διάκριση αυτή όμως δεν έχει σημασία στην παρούσα περίπτωση. Εδώ πρόκειται για το ζήτημα κατά πόσον μπορούσε να μειωθεί η σύνταξη επιζώντος λόγω της γαλλικής συντάξεως γήρατος.
15 Η σημαντικότερη ρύθμιση για το ζήτημα της εφαρμογής εθνικών ρυθμίσεων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως είναι το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι οι εθνικές διατάξεις που προβλέπουν, σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, τη μείωση ή κατάργηση των παροχών, εφαρμόζονται ακόμη κι αν πρόκειται περί παροχών που κτήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους. Σύμφωνα με αυτό η επίδικη εν προκειμένω ρύθμιση περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως θα εφαρμοζόταν και στη σύνταξη γήρατος που κτήθηκε δυνάμει της γαλλικής νομοθεσίας. ςΟμως, το άρθρο 12, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, προβλέπει μία εξαίρεση για την περίπτωση στην οποία ο δικαιούχος λαμβάνει παροχές της ίδιας φύσεως, π.χ. λόγω γήρατος. Η εξαίρεση δηλαδή αυτή μπορεί να ισχύσει για συνταξιοδοτικά δικαιώματα μόνον όταν πρόκειται για σώρευση παροχών της ίδιας φύσεως. Κατά συνέπεια, για το ζήτημα της εφαρμογής εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, είναι κρίσιμο αν πρόκειται για παροχές της ίδιας φύσεως.
16 Επί του προβλήματος των εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως στον τομέα των συντάξεων το Δικαστήριο έχει, κατά πάγια νομολογία, αποφανθεί ότι «όταν ο διακινούμενος εργαζόμενος λαμβάνει σύνταξη δυνάμει της νομοθεσίας ενός μόνον κράτους μέλους, οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 δεν απαγορεύουν την εφαρμογή στην περίπτωσή του της εθνικής αυτής νομοθεσίας στο σύνολό της, περιλαμβανομένων και των απαγορευουσών τη σώρευση διατάξεων» (8). Από τη νομολογία όμως αυτή προκύπτει ακόμη ότι «αν η εφαρμογή αποκλειστικώς της νομοθεσίας του συγκεκριμένου κράτους μέλους αποδεικνύεται λιγότερο ευνοϋκή για τον εργαζόμενο από εκείνη του κοινοτικού συστήματος, όπως προβλέπει το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου αυτού στο σύνολό τους» (9).
17 Ως προς την εφαρμογή του άρθρου 46 πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι εθνικές διατάξεις περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως δεν εφαρμόζονται όταν ο δικαιούχος λαμβάνει παροχές της ιδίας φύσεως, π.χ. λόγω γήρατος, όπως ορίζεται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο (10). Αυτό όμως δεν ισχύει όταν ο δικαιούχος λαμβάνει παροχές διαφορετικής φύσεως. Στην περίπτωση αυτή ο κανονισμός 1408/71 δεν εμποδίζει την εφαρμογή εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως (11).
18 Αυτό σημαίνει ότι η διάκριση μεταξύ παροχών της ιδίας φύσεως και παροχών διαφορετικής φύσεως είναι καθοριστική και σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου. Κατά πάγια νομολογία οι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως πρέπει να θεωρούνται ως παροχές της ιδίας φύσεως, όταν το αντικείμενο και ο σκοπός τους καθώς και η βάση υπολογισμού και οι προϋποθέσεις χορηγήσεώς τους είναι ίδιες (12). Το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό δεν συνέβαινε στην περίπτωση προσωπικής συντάξεως αναπηρίας που στηριζόταν στην επαγγελματική σταδιοδρομία του ίδιου του δικαιούχου σε κράτος μέλος και συντάξεως επιζώντος που στηριζόταν στην επαγγελματική σταδιοδρομία του αποθανόντος συζύγου δικαιούχου σε άλλο κράτος μέλος (13).
19 Και στην παρούσα περίπτωση πρόκειται για παροχές, που συνδέονται με διαφορετικές επαγγελματικές σταδιοδρομίες και ασφαλιστικές περιόδους: πρόκειται, αφενός, για προσωπική σύνταξη γήρατος, που στηρίζεται στην επαγγελματική σταδιοδρομία της προσφεύγουσας, και, αφετέρου, για σύνταξη επιζώντος, που στηρίζεται στην επαγγελματική σταδιοδρομία του αποθανόντος συζύγου. Για τον λόγο αυτόν οι παροχές στην παρούσα περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως παροχές της ιδίας φύσεως.
20 Μια περαιτέρω σχετική ένδειξη προκύπτει από το άρθρο 46α που προστέθηκε το πρώτον στον κανονισμό 1408/71 με τον κανονισμό 1248/92 (14). ΒΟπως προκύπτει από την εικοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1248/92, η ρύθμιση αυτή ανταποκρίνεται στη νομολογία του Δικαστηρίου. Συνεπώς η προσθήκη του άρθρου 46α αποτελεί απλώς προσαρμογή προς τη μέχρι τότε νομολογία του Δικαστηρίου. Για τον λόγο αυτό μπορεί και στην προκειμένη περίπτωση να εφαρμοστεί η ρύθμιση του άρθρου 46α. Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή ως παροχές της ιδίας φύσεως νοούνται οι παροχές αναπηρίας, γήρατος και επιζώντος που υπολογίζονται βάσει των περιόδων ασφαλίσεως που έχουν πραγματοποιηθεί από ένα και το αυτό πρόσωπο. Δεδομένου όμως ότι στην παρούσα περίπτωση σωρεύονται παροχές, που υπολογίζονται βάσει περιόδων ασφαλίσεως, που έχουν πραγματοποιηθεί από διαφορετικά πρόσωπα, δεν πρόκειται για παροχές της ιδίας φύσεως. Κατά συνέπεια, στην παρούσα περίπτωση, ο κανονισμός 1408/71 δεν εμποδίζει την εφαρμογή μιας εθνικής διατάξεως περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, όπως η διάταξη του άρθρου 52 του βασιλικού διατάγματος.
ΙΙ - Η νέα μορφή του κανονισμού 1408/71
21 Η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία υποστήριξε ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε ο κανονισμός 1248/92 δεν θίγουν την αρχή του κανονισμού 1408/71, αλλά καθορίζουν με σαφήνεια τα όρια της εφαρμογής εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως στο πλαίσιο του υπολογισμού των συντάξεων. Ο ισχυρισμός αυτός θα εξεταστεί στη συνέχεια.
22 Το άρθρο 12 του κανονισμού τροποποιήθηκε, στο μέτρο που καταργήθηκε το άρθρο 12, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και η ρύθμιση της παραγράφου 2, πρώτο εδάφιο, ισχύει με τον περιορισμό «εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό». Κατά συνέπεια, η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον ισχύει, σύμφωνα με τον κανονισμό 1408/71, εξαίρεση για την εφαρμογή εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως για τις συντάξεις επιζώντος και γήρατος πρέπει να αναζητηθεί στο κεφάλαιο 3 του κανονισμού, που φέρει τον τίτλο «Γήρας και θάνατος (συντάξεις)». Στο κεφάλαιο αυτό προστέθηκαν τα άρθρα 46α, 46β και 46γ.
23 Η εφαρμογή του άρθρου 46β στην προκειμένη περίπτωση αποκλείεται εκ των προτέρων, διότι το άρθρο αυτό περιέχει «ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση σωρεύσεως παροχών της ιδίας φύσεως (15) οι οποίες οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας δύο ή περισσότερων κρατών μελών». Δεδομένου ότι στην παρούσα περίπτωση πρόκειται για σώρευση παροχών διαφορετικής φύσεως, δεν είναι κρίσιμο το άρθρο 46β.
24 Το ίδιο ισχύει για το άρθρο 46γ, που περιέχει διατάξεις για τη σώρευση μιας ή περισσότερων παροχών οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 46α, παράγραφος 1 - και επομένως είναι παροχές της ιδίας φύσεως - με μία ή περισσότερες παροχές διαφορετικής φύσεως.
25 Εντούτοις, στο άρθρο 46α, υπό τον τίτλο «Γενικές διατάξεις σχετικές με τις ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που εφαρμόζονται στις παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, δυνάμει των νομοθεσιών των κρατών μελών», περιέχονται ρυθμίσεις που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν εν προκειμένω. Κατ' αρχάς πρέπει να αναφερθεί η παράγραφος 3, στοιχείο αα, που επιτρέπει την εφαρμογή εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως μόνον όταν οι διατάξεις αυτές προβλέπουν τη λήψη υπόψη των παροχών ή των εισοδημάτων που αποκτήθηκαν στο εξωτερικό. Δεδομένου ότι το άρθρο 52 του βασιλικού διατάγματος, εκτός από τη λήψη υπόψη των συντάξεων εσωτερικού επιτρέπει και τη λήψη υπόψη των συντάξεων εξωτερικού, το στοιχείο αα της παραγράφου 3 του άρθρου 46α δεν εμποδίζει την εφαρμογή του άρθρου αυτού.
26 Εντούτοις, στην παράγραφο 3, στοιχείο δδ, προβλέπεται ότι στην περίπτωση στην οποία εφαρμόζονται εθνικές διατάξεις περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως ενός μόνον κράτους μέλους, λόγω του ότι ο ασφαλισμένος λαμβάνει παροχές διαφορετικής φύσεως οι οποίες απορρέουν από τη νομοθεσία άλλων κρατών μελών, η μείωση της παροχής που απορρέει από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους μπορεί να φθάσει μόνο μέχρι του ύψους της παροχής που απορρέει από τη νομοθεσία των άλλων κρατών μελών. Αυτό, για την παρούσα περίπτωση, σημαίνει ότι η σύνταξη επιζώντος που χορηγείται σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο μπορεί να μειωθεί το πολύ μέχρι του ύψους της συντάξεως γήρατος που χορηγείται σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο. Επομένως, η εν λόγω ρύθμιση δεν αποκλείει την εφαρμογή των εθνικών ρυθμίσεων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, αλλά απλώς την περιορίζει.
27 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι και σύμφωνα με το νέο κείμενο του κανονισμού 1408/71 οι εθνικές διατάξεις περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, όπως το άρθρο 52, εξακολουθούν να εφαρμόζονται στη σώρευση παροχών διαφορετικής φύσεως. Οι μειώσεις όμως που αυτές προβλέπουν υπόκεινται σε περιορισμό.
28 Τελειώνοντας θα ήθελα να εξετάσω συνοπτικώς και το επιχείρημα που προέβαλε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, σύμφωνα με το οποίο η αύξηση της γαλλικής συντάξεως λόγω της ανατροφής τέκνων αποτελεί πλεονέκτημα που δεν υφίσταται στο Βέλγιο και επομένως δεν μπορεί να υπαχθεί στο άρθρο 52. οΟπως ορθά υποστηρίζουν ο ΟΝΡ και η Βελγική Κυβέρνηση, το εθνικό δικαστήριο κατά την εφαρμογή αυτών των διατάξεων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως πρέπει να χαρακτηρίσει τις προαναφερθείσες παροχές σύμφωνα με το εφαρμοστέο εσωτερικό δίκαιο, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, δεδομένου ότι δεν είναι κρίσιμες οι διατάξεις κοινοτικού δικαίου (16). Εξάλλου, δεν νομίζω ότι το ζήτημα αυτό έχει σημασία για την απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
Γ - Πρόταση
29 Για τους λόγους αυτούς, βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
«Οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 έχουν την έννοια ότι δεν εμποδίζουν την εφαρμογή εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, όπως της διατάξεως του άρθρου 52 του βελγικού βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967, που προβλέπουν τη λήψη υπόψη και παροχών που κτήθηκαν στο εξωτερικό σε περίπτωση σωρεύσεως συντάξεως επιζώντος που χορηγείται σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο με σύνταξη γήρατος που χορηγείται σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο. Ο περιορισμός όμως των αποτελεσμάτων της διατάξεως αυτής είναι δυνατός σύμφωνα με τον κοινοτικό κανονισμό, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1248/92.»
Παράρτημα
Α - Οι κρίσιμες διατάξεις του κανονισμού 2001/83 (ΕΕ L 230, σ. 6) (σ' αυτές γίνεται παραπομπή όπου στις προτάσεις γίνεται λόγος για «παλαιά μορφή» του κανονισμού).
Το άρθρο 12, παράγραφος 2, έχει ως εξής:
«Οι διατάξεις περί μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως, που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως ή με άλλα εισοδήματα, εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου, ακόμη κι αν πρόκειται περί παροχών που εκτήθησαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή περί εισοδημάτων που εκτήθησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει όταν ο δικαιούχος λαμβάνει παροχές της ίδιας φύσεως για αναπηρία, γήρας, θάνατο (συντάξεις) ή επαγγελματική ασθένεια που καταβάλλονται από τους φορείς δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46, 50 και 51 ή του άρθρου 60, παράγραφος 1, περίπτωση ββ.»
Β - Οι κρίσιμες διατάξεις του κανονισμού 1248/92 (ΕΕ L 136, σ. 7) (17) (σ' αυτές γίνεται παραπομπή όπου στις προτάσεις γίνεται λόγος για «νέα μορφή» του κανονισμού).
Το άρθρο 12, παράγραφος 2, έχει ως εξής:
«Οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως ή με άλλα εισοδήματα πάσης φύσεως εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου, εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, ακόμα κι αν πρόκειται περί παροχών που αποκτήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή περί εισοδημάτων που αποκτήθηκαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.»
Το προστεθέν στον κανονισμό άρθρο 46α περιέχει γενικές διατάξεις σχετικές με τις ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που εφαρμόζονται στις παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων δυνάμει των νομοθεσιών των κρατών μελών. Οι παράγραφοι 1 και 2 της διατάξεως έχουν ως εξής:
«1. Ως σωρεύσεις παροχών της ιδίας φύσεως νοούνται, κατά την έννοια του παρόντος κεφαλαίου: όλες οι σωρεύσεις παροχών γήρατος και επιζώντων που υπολογίζονται ή χορηγούνται βάσει των περιόδων ασφαλίσεως ή/και κατοικίας που έχουν πραγματοποιηθεί από ένα και το αυτό πρόσωπο.
2. Ως σωρεύσεις παροχών διαφορετικής φύσεως, νοούται, κατά την έννοια του παρόντος κεφαλαίου: όλες οι σωρεύσεις παροχών που δεν μπορούν να θεωρηθούν ως σωρεύσεις της ιδίας φύσεως κατά την έννοια της παραγράφου 1.»
Το επίσης προστεθέν στον κανονισμό άρθρο 46β περιέχει ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση σωρεύσεως παροχών της ιδίας φύσεως οι οποίες οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας δύο ή περισσότερων κρατών μελών.
(1) - Το πλήρες απόσπασμα έχει, σύμφωνα με τα στοιχεία της Βελγικής Κυβερνήσεως, ως εξής: «(...)une pension de survie (de travailleur salariι) ne peut κtre cumulιe avec une ou plusieurs pensions de retraite ou tout autre avantage en tenant lieu, octroyιs en vertu d'une lιgislation belge ou ιtrangθre ou en vertu d'un rιgime de pension du personnel d'une institution de droit international public, qu'ΰ concurrence d'une somme ιgale ΰ 110 % du montant de la pension de survie accordιe au conjoint survivant, multipliιe par la fraction inverse de celle, limitιe le cas ιchιant ΰ l'unitι, qui a ιtι utilisιe pour le calcul de la pension de retraite servant de base au calcul de la pension de survie.»
(2) - Στο γαλλικό πρωτότυπο: «la norme prohibitive de cumul».
(3) - Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1987, 37/86, Coenen (Συλλογή 1987, σ. 3589, σκέψη 8).
(4) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73.
(5) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, περί τροποποιήσεως και ενημερώσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (ΕΕ L 230, σ. 6).
(6) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (ΕΕ L 136, σ. 7).
(7) - Οι κρίσιμες εν προκειμένω ρυθμίσεις των δύο τροποποιήσεων του κανονισμού περιλαμβάνονται στο παράρτημα των προτάσεων αυτών.
(8) - Απόφαση της 2ας Αυγούστου 1993, C-31/92, Larsy (Συλλογή 1993, σ. Ι-4543, σκέψη 11)· βλ. επίσης απόφαση της 11ης Ιουνίου 1992, C-90/91 και C-91/91, Di Crescenzo και Casagrande (Συλλογή 1992, σ. I-3851, σκέψη 15), απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1992, C-5/91, Di Prinzio (Συλλογή 1992, σ. I-897, σκέψη 16), απόφαση της 5ης Μαου 1983, 238/81, Van der Bunt-Craig (Συλλογή 1983, σ. 1385, σκέψη 15), απόφαση της 2ας Ιουλίου 1981, 116/80, 117/80, 119/80, 120/80 και 121/80, Celestre κ.λπ. (Συλλογή 1981, σ. 1737, σκέψη 9), και απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1978, 26/78, Viola (Συλλογή τόμος 1978, σ. 561, σκέψεις 16 έως 19).
(9) - Απόφαση Larsy (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8), σκέψη 12· βλ. επίσης τις προαναφερθείσες (στην υποσημείωση 8) αποφάσεις Di Crescenzo και Casagrande, σκέψη 16· Di Prinzio, σκέψη 17· Van der Bunt-Craig, σκέψη 15· Celestre κ.λπ., σκέψη 9, και Viola, σκέψεις 20 και 21.
(10) - Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1987, 197/85, Stefanutti (Συλλογή 1987, σ. 3855, σκέψη 12).
(11) - Βλ. σχετικά και τις προτάσεις μου της 4ης Μαου 1995 επί της υποθέσεως C-98/94, Schmidt (Συλλογή 1995, σ. Ι-2559, Ι-2561, σημεία 22 και 25).
(12) - Απόφαση Stefanutti (που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 10), σκέψη 12, και απόφαση Schmidt (που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 11), σκέψη 24.
(13) - Απόφαση Stefanutti (που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 10), σκέψη 13.
(14) - Βλ. παράρτημα των προτάσεων αυτών, υπό Β.
(15) - Η υπογράμμιση είναι δική μου.
(16) - Απόφαση Viola (που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 8), σκέψεις 16 έως 19.
(17) - Ο κανονισμός ετέθη σε ισχύ, κατά το άρθρο 4, την 1η Ιουνίου 1992.
Full & Egal Universal Law Academy