Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με διάταξη της 10ης Οκτωβρίου 1996, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Νοεμβρίου 1996, το High Court of Justice, Queen's Bench Division (στο εξής: High Court), υπέβαλε διάφορα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ (1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 87/21/ΕΟΚ (2).
2 Τα ερωτήματα αυτά αφορούν τη χρησιμοποίηση της συντομευμένης διαδικασίας για να ληφθεί άδεια κυκλοφορίας φαρμάκου κοινόχρηστης ονομασίας μέσω παραπομπής στην τεκμηρίωση που προσκόμισε η καινοτόμος φαρμακευτική επιχείρηση προκειμένου να λάβει άδεια κυκλοφορίας για το αρχικό φάρμακο. Συγκεκριμένα, τίθεται το ζήτημα αν η άδεια κυκλοφορίας φαρμάκου κοινόχρηστης ονομασίας πρέπει να εκτείνεται σε όλες τις ενδείξεις και ποσολογίες που επιτρέπονταν μέχρι τότε για το αρχικό φάρμακο ή αν, αντιθέτως, είναι αναγκαίο η δεκαετής περίοδος προστασίας του αρχικού φαρμάκου να καλύπτει ωσαύτως τις ενδείξεις και ποσολογίες του φαρμάκου αυτού που εγκρίθηκαν αργότερα.
Η κοινοτική ρύθμιση
3 Τα φάρμακα (3) για ανθρώπινη χρήση έχουν μεγάλο αντίκτυπο στη δημόσια υγεία και γι' αυτό είναι αναγκαίο οι αρχές να ελέγχουν αυστηρώς την εμπορία τους. Για να μειωθούν σταδιακώς τα εμπόδια για την ελεύθερη κυκλοφορία των φαρμάκων στην Κοινότητα, τα οποία προκύπτουν από τις διαφορές μεταξύ των εθνικών συστημάτων ελέγχου, τα κοινοτικά όργανα έχουν θεσπίσει πολλούς κανόνες για την εναρμόνιση των ελέγχων της εμπορίας των φαρμάκων.
4 Ο κύριος μηχανισμός για τον έλεγχο του κατά πόσον ένα φάρμακο ανταποκρίνεται στις επιταγές προστασίας της δημόσιας υγείας είναι η άδεια κυκλοφορίας, της οποίας υπάρχουν δύο είδη: η κοινοτική και η εθνική άδεια κυκλοφορίας.
Την 1η Ιανουαρίου 1995 τέθηκαν σε ισχύ οι κανόνες που επιτρέπουν να ληφθούν κοινοτικές άδειες κυκλοφορίας, ισχύουσες στο έδαφος όλων των κρατών μελών. Οι άδειες αυτού του είδους μπορούν να ληφθούν μέσω συγκεντρωτικής διαδικασίας, διεπομένης από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2309/93 (4), ο οποίος καθιέρωσε κοινοτική άδεια κυκλοφορίας χορηγουμένη από την Επιτροπή βάσει των δραστηριοτήτων του ευρωπαϋκού οργανισμού για την αξιολόγηση των φαρμακευτικών προϋόντων, ο οποίος συστάθηκε από τον ίδιο κανονισμό.
Το πεδίο των κοινοτικών αδειών κυκλοφορίας είναι περιορισμένο, καθόσον οι άδειες αυτές είναι υποχρεωτικές για τα φάρμακα προηγμένης τεχνολογίας και προαιρετικές για τα φάρμακα που περιέχουν νέα δραστικά συστατικά.
5 Τα περισσότερα φάρμακα διατίθενται στο εμπόριο μετά τη λήψη εθνικής άδειας κυκλοφορίας, χορηγηθείσας από την αρμόδια αρχή κράτους μέλους και ισχύουσας στο κράτος αυτό (5). Η εναρμόνιση των εθνικών κανόνων περί χορηγήσεως αδειών κυκλοφορίας φαρμάκων άρχισε με την οδηγία 65/65, η οποία, με τις διάφορες τροποποιήσεις της, εξακολουθεί να αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της κοινοτικής ρυθμίσεως περί φαρμάκων.
Το άρθρο 3 της οδηγίας 65/65 ορίζει ότι κανένα φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα δεν μπορεί να τεθεί στο εμπόριο εντός κράτους μέλους αν προηγουμένως δεν έχει χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας από την αρμόδια αρχή του πιο πάνω κράτους σύμφωνα με τους κανόνες της οδηγίας αυτής.
Το άρθρο 4 καθορίζει τις πληροφορίες και τα έγγραφα που απαιτούνται για να ληφθεί άδεια κυκλοφορίας, το περιεχόμενο της οποίας εναρμόνισαν η οδηγία 75/318/ΕΟΚ (6) και η οδηγία 75/319/ΕΟΚ (7). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο αιτών άδεια κυκλοφορίας φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος για ανθρώπινη χρήση έχει στη διάθεσή του δύο διαδικασίες: τη συνήθη και τη συντομευμένη διαδικασία. Στο πλαίσιο της συνήθους διαδικασίας, για να λάβει άδεια κυκλοφορίας, ο αιτών θα πρέπει να υποβάλει τα αποτελέσματα σειράς φαρμακολογικών, τοξικολογικών και κλινικών δοκιμών, ενώ, αν ακολουθήσει τη συντομευμένη διαδικασία, θα απαλλαγεί από την υποχρέωση αυτή εφόσον πληροί ορισμένες προϋποθέσεις. Η συντομευμένη διαδικασία επιτρέπει στον δεύτερο αιτούντα να εξοικονομήσει τον αναγκαίο χρόνο και τα αναγκαία έξοδα για τη συγκέντρωση λεπτομερών κλινικών και προκλινικών δεδομένων.
6 Η οδηγία 87/21 τροποποίησε το άρθρο 4 της οδηγίας 65/65 όσον αφορά τη χρησιμοποίηση της συντομευμένης διαδικασίας. Κατά τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 87/21, ο σκοπός της τροποποιήσεως αυτής συνίσταται στο να καθοριστούν σαφέστερα οι περιπτώσεις στις οποίες δεν είναι αναγκαίο να προσκομιστούν τα αποτελέσματα των φαρμακολογικών, τοξικολογικών ή κλινικών δοκιμών προκειμένου να ληφθεί άδεια κυκλοφορίας φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος ουσιαστικά παρεμφερούς με εγκεκριμένο προϋόν, χωρίς όμως να θιγούν τα συμφέροντα των καινοτόμων εταιριών. Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής επισημαίνει ότι, για λόγους δημοσίας τάξεως, αντενδείκνυται η επανάληψη των δοκιμών στον άνθρωπο ή στα ζώα χωρίς να υφίσταται επιτακτική ανάγκη. Σύμφωνα με τους στόχους αυτούς, το άρθρο 4 της οδηγίας 65/65 έχει ως εξής:
«Για να χορηγηθεί η άδεια κυκλοφορίας που προβλέπεται στο άρθρο 3, ο υπεύθυνος για τη θέση σε κυκλοφορία υποβάλλει αίτηση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους.
Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται με τις ακόλουθες πληροφορίες και έγγραφα:
(...)
8. Αποτελέσματα των:
- φυσικο-χημικών, βιολογικών ή μικροβιολογικών,
- φαρμακολογικών και τοξικολογικών
- και κλινικών δοκιμών.
Ωστόσο, και με την επιφύλαξη του δικαίου που διέπει την προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας:
α) ο αιτών δεν υποχρεούται να προσκομίζει τα αποτελέσματα των φαρμακολογικών και τοξικολογικών δοκιμών ή τα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών, εφόσον αποδεικνύει:
i) είτε ότι το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα είναι ουσιαστικά παρεμφερές με προϋόν που έχει εγκριθεί στη χώρα που αφορά η αίτηση και ότι ο υπεύθυνος για την κυκλοφορία του αρχικού ιδιοσκευάσματος συναινεί ώστε να γίνει προσφυγή, στο πλαίσιο της εξέτασης της παρούσας αιτήσεως, στη φαρμακολογική, τοξικολογική ή κλινική τεκμηρίωση που περιλαμβάνεται στον φάκελο του αρχικού ιδιοσκευάσματος,
ii) είτε, με βάση λεπτομερή και δημοσιευμένη επιστημονική βιβλιογραφία, η οποία υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/318/ΕΟΚ, ότι το ή τα συστατικά του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος είναι καθιερωμένης ιατρικής χρήσεως και παρουσιάζουν αναγνωρισμένη αποτελεσματικότητα και αποδεκτά επίπεδα ασφαλείας,
iii) είτε ότι το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα είναι ουσιαστικά παρεμφερές με προϋόν το οποίο έχει εγκριθεί, σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, από έξι τουλάχιστον χρόνια στην Κοινότητα και κυκλοφορεί στο κράτος μέλος που αφορά η αίτηση. Η περίοδος αυτή επεκτείνεται σε δέκα χρόνια όταν πρόκειται για φάρμακο υψηλής τεχνολογίας κατά την έννοια του καταλόγου του τμήματος Α του παραρτήματος της οδηγίας 87/22/ΕΟΚ (...) ή για φάρμακο κατά την έννοια του καταλόγου του τμήματος Β του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 2 της οδηγίας αυτής. Επιπλέον ένα κράτος μέλος μπορεί να επεκτείνει την περίοδο αυτή σε δέκα χρόνια με μία μόνη απόφαση που θα καλύπτει όλα τα προϋόντα που κυκλοφορούν στο έδαφός του, αν κρίνει ότι το απαιτούν οι ανάγκες της δημόσιας υγείας. Τα κράτη μέλη μπορούν να μην εφαρμόσουν την προαναφερόμενη εξαετή περίοδο πέρα από την ημερομηνία λήξης της ισχύος διπλώματος που προστατεύει το αρχικό προϋόν.
Ωστόσο, στις περιπτώσεις που το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα προορίζεται για διαφορετική θεραπευτική χρήση ή πρέπει να λαμβάνεται από τον ασθενή με διαφορετικό τρόπο ή με διαφορετική δοσολογία, σε σχέση με τα άλλα φάρμακα που κυκλοφορούν, πρέπει να προσκομίζονται τα αποτελέσματα των κατάλληλων φαρμακολογικών, τοξικολογικών ή/και κλινικών δοκιμών.»
7 Η διάταξη αυτή, την οποία εισήγαγε η οδηγία 87/21, τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1987. Έκτοτε, οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν τη συντομευμένη διαδικασία για να λάβουν άδεια κυκλοφορίας στις τρεις περιπτώσεις του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα. Η πρώτη περίπτωση απαιτεί τη συγκατάθεση της καινοτόμου επιχειρήσεως που έλαβε άδεια κυκλοφορίας για το αρχικό φάρμακο, την οποία συγκατάθεση η επιχείρηση που παρασκεύασε το ουσιαστικά παρεμφερές φάρμακο θα μπορέσει να λάβει με μεγάλη δυσκολία. Η δεύτερη περίπτωση καθιστά δυνατή τη λήψη άδειας κυκλοφορίας μέσω λεπτομερούς παραπομπής στη δημοσιευμένη επιστημονική βιβλιογραφία. Δεδομένου ότι οι εθνικές αρχές χρησιμοποιούσαν καταχρηστικά την πιο πάνω δυνατότητα (8), η οδηγία 87/21 σκοπεύει να αποκαταστήσει τον χαρακτήρα της δυνατότητας αυτής ως εξαιρέσεως.
Η τρίτη περίπτωση, η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο της διαφοράς στην παρούσα υπόθεση, καθιστά δυνατό, μετά τη λήξη περιόδου έξι ή δέκα ετών, να χρησιμοποιήσει μια επιχείρηση τη συντομευμένη διαδικασία για να λάβει άδεια κυκλοφορίας φαρμάκου κοινόχρηστης ονομασίας το οποίο είναι ουσιαστικά παρεμφερές με φάρμακο για το οποίο έχει χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας στην καινοτόμο επιχείρηση που το εφηύρε. Πρόκειται, χωρίς αμφιβολία, για διάταξη μεγάλης σημασίας καθότι αποτελεί τον βασικό τρόπο να ληφθεί άδεια κυκλοφορίας φαρμάκου κοινόχρηστης ονομασίας, μέσω της συντομευμένης διαδικασίας η οποία παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα.
8 Για να προστατεύσει τη βιομηχανική και εμπορική ιδιοκτησία των καινοτόμων επιχειρήσεων, το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65 δεν επιτρέπει την προσφυγή στη συντομευμένη διαδικασία και τη συνακόλουθη χρησιμοποίηση της τεκμηριώσεως της καινοτόμου επιχειρήσεως επί περίοδο έξι ή δέκα ετών, αναλόγως της επιλογής κάθε κράτους μέλους. Το Ηνωμένο Βασίλειο επέλεξε την περίοδο των δέκα ετών από την πρώτη άδεια κυκλοφορίας του σχετικού φαρμάκου σε κράτος μέλος της Κοινότητας.
Το ιστορικό της διαφοράς
9 Η παρούσα διαφορά ανάγεται σε τρεις συναφείς υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του High Court και αφορούν τρία διαφορετικά φαρμακευτικά προϋόντα, δηλαδή το captopril, το aciclovir και το ranitidine. Στο εξής, θα αναφέρομαι στις υποθέσεις αυτές αποκαλώντας τις «υπόθεση captopril», «υπόθεση aciclovir» και «υπόθεση ranitidine».
10 Ο καθού στις τρεις δίκες είναι η Licensing Authority, οργανισμός που συστάθηκε από τον Medicines Act 1968 (νόμο του 1968 περί φαρμάκων) και λαμβάνει τις αποφάσεις σχετικά με την εμπορία των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εκτός της περιπτώσεως των αδειών κυκλοφορίας που χορηγούνται για ολόκληρο το κοινοτικό έδαφος, οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο των πιο πάνω υποθέσεων, η Licensing Authority πρέπει να χορηγήσει άδεια κυκλοφορίας για να μπορέσει ένα φάρμακο να πωληθεί εντός του Ηνωμένου Βασιλείου. Το Medicine Control Agency (στο εξής: MCA) είναι το αρμόδιο εκτελεστικό όργανο να εξετάζει επ' ονόματι της Licensing Authority τις αιτήσεις αδείας κυκλοφορίας.
11 Οι αιτούντες στις τρεις δίκες είναι φαρμακευτικές επιχειρήσεις ειδικευμένες στην πώληση φαρμάκων κοινόχρηστης ονομασίας ή φαρμακευτικές εταιρίες προσανατολισμένες στην πώληση προστατευομένων με εμπορικό σήμα φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων μη κοινόχρηστης ονομασίας, τα οποία παρασκευάζονται μετά από δαπανηρές επενδύσεις και έρευνες.
12 Οι τρεις δίκες έχουν όμοιο αντικείμενο, καθότι η αντιδικία επικεντρώνεται στην επέκταση της άδειας κυκλοφορίας, την οποία επέκταση οι επιχειρήσεις που παρασκευάζουν προϋόντα κοινόχρηστης ονομασίας ζήτησαν μέσω της συντομευμένης διαδικασίας του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, της οδηγίας 65/65.
Θα περάσω στη λεπτομερή έκθεση του αντικειμένου κάθε μιας από τις τρεις υποθέσεις, όπως περιγράφεται από το High Court στο παράρτημα της διατάξεώς του περί παραπομπής.
Η υπόθεση captopril
13 To captopril είναι φάρμακο που εφηύρε τη δεκαετία του '70 η Bristol-Myers Squibb (στο εξής: BMS), η οποία είναι μεγάλος παρασκευαστής φαρμακευτικών προϋόντων ειδικευμένος στην έρευνα. Πρόκειται για μείγμα που ανήκει στην ομάδα των φαρμάκων που αποκαλούνται αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (αναστολείς ΜΕΑ). Ξάρη σε διάφορες ιδιότητες (κυρίως αγγειοδιαστολή), τα μείγματα αυτού του είδους έχουν ευεργετικά αποτελέσματα, μεταξύ άλλων, για το καρδιοαγγειακό σύστημα. Το captopril ήταν το πρώτο μείγμα της κατηγορίας αυτής που παρουσιάστηκε ως φάρμακο και που έλαβε άδεια κυκλοφορίας στην Κοινότητα.
14 Στις 27 Μαρτίου 1981, η Squibb & Sons Limited (στο εξής: Squibb), βρετανική θυγατρική της BMS, έλαβε άδεια κυκλοφορίας για φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα που διατίθεται στο εμπόριο εντός του Ηνωμένου Βασιλείου υπό το σήμα «Capoten», του οποίου το δραστικό συστατικό είναι το captopril. Αρχικά, το φάρμακο αυτό έφερε ένδειξη σχετική με τη θεραπεία της βαρείας υπερτάσεως όταν η συνήθης θεραπεία με διουρητικά αποδεικνύεται αναποτελεσματική. Το προϋόν διετίθετο στο εμπόριο υπό μορφή δισκίων των 25 mg, 50 mg και 100 mg. Μετά το 1981, η BMS συνέχισε τις έρευνές της σχετικά με άλλες εφαρμογές του Captopril, όσον αφορά παθήσεις διαφορετικές από τη βαρεία υπέρταση, καθώς και σχετικά με νέες δοσολογίες. Βάσει των επιτευχθέντων αποτελεσμάτων, το MCA ενέκρινε διάφορες τροποποιήσεις της άδειας κυκλοφορίας του Capoten στο Ηνωμένο Βασίλειο (9).
15 Η Γαλλία υπήρξε το πρώτο κράτος μέλος που ενέκρινε, την 1η Ιουνίου 1993, την ένδειξη σχετικά με την αντιμετώπιση των μετεμφραγματικών καταστάσεων. Το Ηνωμένο Βασίλειο υπήρξε το πρώτο κράτος μέλος που ενέκρινε, στις 5 Μαου 1994, την ένδειξη για τη διαβητική νεφροπάθεια. Η BMS πραγματοποίησε ή χρηματοδότησε σημαντικές κλινικές έρευνες επί χιλιάδων ασθενών, για να θεμελιώσει κάθε μία από τις ενδείξεις για τις μετεμφραγματικές καταστάσεις και τη διαβητική νεφροπάθεια. Και στις δύο περιπτώσεις, το κόστος για τις έρευνες και τη λήψη αδειών κυκλοφορίας υπερέβη πολλές δεκάδες εκατομμυρίων δολαρίων Ηνωμένων Πολιτειών. Σχετικά με όλες τις άλλες πιο πάνω τροποποιήσεις χορηγήθηκαν άδειες εντός άλλων κρατών μελών τουλάχιστον πριν από δέκα χρόνια. Μόνον οι δύο τελευταίες τροποποιήσεις των ενδείξεων και τα δεδομένα που τις στηρίζουν αποτελούν το αντικείμενο της υποθέσεως captopril.
16 Στις 20 Ιανουαρίου 1993, η Generics (UK) Limited (10) (στο εξής: Generics) ζήτησε άδεια κυκλοφορίας για δισκία captopril των 12,5 mg, 25 mg και 50 mg. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65.
Το MCA απάντησε στην Generics ότι δεν μπορεί να λάβει απόφαση επί της αιτήσεώς της πριν εξετάσει τον κανόνα που επικαλέστηκε η Generics και πριν αποφασίσει ως προς την ορθή ερμηνεία του. Κατόπιν αυτού, η Generics προσέφυγε στη δικαιοσύνη, η δε σχετική δίκη περατώθηκε με συμβιβασμό στον οποίο προέβησαν οι διάδικοι στις 18 Ιουλίου 1995, μη θιγομένου του δικαιώματος της Generics να κινήσει νέα δίκη. Το MCA δέχθηκε να χορηγήσει στην Generics άδειες κυκλοφορίας για δισκία captopril των 12,5 mg, 25 mg και 50 mg σχετικά με τις ενδείξεις που είχαν εγκριθεί στην Κοινότητα τουλάχιστον πριν από δέκα χρόνια. Όμως, αρνήθηκε να χορηγήσει άδειες κυκλοφορίας σχετικά με όλες τις άλλες ενδείξεις του captopril που δεν είχαν εγκριθεί στην Κοινότητα τουλάχιστον πριν από δέκα χρόνια, δηλαδή σχετικά με την αντιμετώπιση των μετεμφραγματικών καταστάσεων και τη θεραπεία της διαβητικής νεφροπάθειας.
17 Στις 29 Σεπτεμβρίου 1995, η Generics προσέφυγε για δεύτερη φορά στη δικαιοσύνη κατά της αποφάσεως του MCA κατά το μέρος που δεν χορήγησε άδειες κυκλοφορίας σχετικά με τις ενδείξεις που εγκρίθηκαν στην Κοινότητα εντός των δέκα τελευταίων ετών.
18 Στις 23 Οκτωβρίου 1995, η Generics έλαβε από το MCA επιστολή, της 20ής Οκτωβρίου 1995, με την οποία το MCA εξέθεσε την εκ μέρους του ερμηνεία του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65 (11).
19 Αργότερα, το MCA πληροφόρησε την Generics ότι για ορισμένες από τις ενδείξεις του captopril που προστέθηκαν εντός των δέκα τελευταίων ετών απαιτείται η χορήγηση νέας αδείας, βάσει του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) 541/95 (12), και ότι, κατά συνέπεια, οι ενδείξεις αυτές τυγχάνουν προστασίας. Τούτο ισχύει για την πρόσθετη ένδειξη «διαβητική νεφροπάθεια». Όμως το MCA δέχθηκε ότι η Generics μπορεί να επικαλεστεί τις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65 όσον αφορά την ένδειξη «μετεμφραγματικές καταστάσεις» (ένδειξη που και αυτή προστέθηκε εντός των δέκα τελευταίων ετών), καθότι γι' αυτήν δεν απαιτείται νέα αίτηση αδείας βάσει του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 541/95.
Η υπόθεση aciclovir
20 H εταιρία Wellcome Foundation Limited (στο εξής: Wellcome) (13) κατέχει τις κύριες άδειες κυκλοφορίας στο Ηνωμένο Βασίλειο του καταπολεμούντος τις ιώσεις φαρμάκου aciclovir, το οποίο πωλείται και υπό το σήμα «Zovirax». Οι άδειες αυτές τής χορηγήθηκαν μεταξύ του 1981 και του 1994.
>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>
21 Κατά την περίοδο αυτή, η Wellcome συγκέντρωνε και υπέβαλλε νέα δεδομένα προκειμένου να επεκτείνει τις εγκεκριμένες θεραπευτικές ενδείξεις σε νέες μορφές και νέους τρόπους χορηγήσεως του προϋόντος. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για την έρευνα και ανάπτυξη ανέρχονταν σε πολλά εκατομμύρια λιρών στερλινών (UK£) τον χρόνο· από 4 εκατομμύρια UK£ το 1982/83, έφθασαν τα 8 εκατομμύρια UK£ το 1991/92. Κατά το διάστημα αυτό, η Wellcome επέκτεινε σημαντικά τις ενδείξεις και δοσολογίες του aciclovir (14).
22 O αριθμός των δοκιμών που απαιτούνται για νέα ένδειξη, νέο τρόπο χορηγήσεως ή νέα περιεκτικότητα δεν είναι κατ' ανάγκην ανάλογος με τη φανερή σημασία της τροποποιήσεως. Παραδείγματος χάριν, για να επεκταθούν οι ενδείξεις των δισκίων aciclovir των 200 mg και 400 mg (και στη συνέχεια και των δισκίων των 800 mg) έτσι ώστε να μπορέσουν αυτά να χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία της ανεμοβλογιάς, η Wellcome υπέβαλε στοιχεία που περιλαμβάνουν τα αποτελέσματα πέντε κλινικών δοκιμών επί 1 241 ασθενών με άμεσο κόστος 240 000 UK£. Το συνολικό ποσό των δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη στις οποίες υποβλήθηκε με σκοπό να λάβει άδεια κυκλοφορίας για τη νέα αυτή ένδειξη υπολογίζεται από τη Wellcome σε πάνω από 6 εκατομμύρια UK£.
23 Η Wellcome έμαθε ότι το MCA χορήγησε στην A/S Gea Farmaceutisk Fabrik (στο εξής: Gea) πέντε άδειες κυκλοφορίας σχετικά με διάφορες ενδείξεις και περιεκτικότητες δισκίων και ενδοφλεβίων ενέσεων aciclovir. Οι άδειες αυτές δημοσιεύθηκαν στο «The London Gazette» στις 31 Μαου 1996 και φέρουν τη χρονολογία 29 Φεβρουαρίου 1996. Ξορηγήθηκαν για δισκία aciclovir των 200 mg, 400 mg και 800 mg και ενδοφλέβιες ενέσεις aciclovir των 250 mg και 500 mg και κάθε μία από τις άδειες αυτές περιελάμβανε όλες τις κύριες θεραπευτικές ενδείξεις για τις οποίες η Wellcome είχε λάβει μέχρι τότε άδεια στο Ηνωμένο Βασίλειο.
24 Στις 26 Ιουλίου 1996, η Wellcome προσέφυγε στη δικαιοσύνη κατά της αποφάσεως του MCA να χορηγήσει, βάσει του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, της οδηγίας 65/65, σε δεύτερο αιτούντα, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της Wellcome, άδειες κυκλοφορίας σχετικά με θεραπευτικές ενδείξεις, τρόπους χορηγήσεως και περιεκτικότητες δισκίων και ενδοφλεβίων ενέσεων aciclovir που εγκρίθηκαν στην Κοινότητα μέσω παλαιοτέρων αδειών κυκλοφορίας οι οποίες χορηγήθηκαν πριν λιγότερο από δέκα χρόνια με βάση δεδομένα που υπέβαλε η Wellcome.
Η υπόθεση ranitidine
25 Μεταξύ του 1981 και του 1995, το MCA χορήγησε στην Glaxo Operations UK Limited, στην Glaxo Wellcome UK Limited (πρώην Glaxo Pharmaceuticals UK Limited), στην Glaxo Research and Development Limited (πρώην Glaxo Group Research Limited) και στην Glaxo Group Limited (στο εξής: Glaxo), οι οποίες είναι όλες θυγατρικές της Glaxo Wellcome plc, διάφορες άδειες κυκλοφορίας για το ranitidine, ουσία κατά του έλκους που διατίθεται στο εμπόριο και υπό το σήμα «Zantac».
>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>
26 Κατά την περίοδο αυτή, η Glaxo υπέβαλλε νέα δεδομένα για την επέκταση των συνιστωμένων κλινικών ενδείξεων και της συνιστωμένης ποσολογίας (15). Oι δαπάνες στις οποίες η Glaxo υποβλήθηκε σχετικά με την έρευνα και ανάπτυξη για το ranitidine ανέρχονταν σε πολλά εκατομμύρια UK£ τον χρόνο. Πραδείγματος χάριν, για να προσθέσει στις ενδείξεις των δισκίων ranitidine τη θεραπεία του έλκους του δωδεκαδακτύλου, συγκέντρωσε τα αποτελέσματα κλινικών δοκιμών που έγιναν σε πάνω από 2 200 ασθενείς με υπολογιζόμενο άμεσο κόστος 1 326 000 UK£.
27 Στις 31 Ιουλίου 1992, η Generics ζήτησε, βάσει του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65, άδεια κυκλοφορίας για δισκία ranitidine των 150 mg και 300 mg. Το MCA απάντησε στην Generics ότι δεν μπορεί να λάβει απόφαση επί της αιτήσεώς της πριν εξετάσει ποια είναι η ορθή ερμηνεία της διατάξεως της οποίας έγινε επίκληση.
28 Η Generics προσέφυγε στη δικαιοσύνη (με το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο που κατέθεσε στην υπόθεση captopril), η δε σχετική δίκη περατώθηκε με συμβιβασμό ανάλογο με εκείνον που καταρτίστηκε για το captopril.
Με επιστολή της 7ης Απριλίου 1995, το καθού παρέθεσε τις ενδείξεις του ranitidine για τις οποίες επρόκειτο να χορηγήσει στην Generics άδειες κυκλοφορίας:
«Η θεραπεία του έλκους του δωδεκαδακτύλου, του ήπιου γαστρικού έλκους, του μετεγχειρητικού έλκους, της οισοφαγικής παλινδρομήσεως, του συνδρόμου Zollinger-Ellison και οι ακόλουθες περιπτώσεις όπου είναι επιθυμητή η μείωση των γαστρικών εκκρίσεων και της παραγωγής οξέων: η προφύλαξη βαριά αρρώστων από τον κίνδυνο γαστρεντερικής αιμορραγίας λόγω έντονης εξελκώσεως, η προφύλαξη από υποτροπιάζουσες αιμορραγίες ασθενών που πάσχουν από πεπτικό έλκος με αιμορραγικά επεισόδια, καθώς και ασθενών που πριν υποβληθούν σε γενική αναισθησία θεωρείται ότι κινδυνεύουν από την εισπνοή οξέων (σύνδρομο του Mendelson), ιδίως δε χειρωνακτικώς εργαζομένων εγκύων.»
Οι ενδείξεις αυτές αντιστοιχούσαν σε εκείνες που καταχωρίστηκαν για το ranitidine στο Ηνωμένο Βασίλειο από το 1984/85 μέχρι το 1988/89.
29 Στις 29 Σεπτεμβρίου 1995, η Generics προσέφυγε για δεύτερη φορά στη δικαιοσύνη (με το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο που κατέθεσε στην υπόθεση captopril) κατά της αποφάσεως του MCA κατά το μέρος που δεν της χορήγησε άδειες κυκλοφορίας σχετικά με τις ενδείξεις που εγκρίθηκαν από την Κοινότητα εντός των δέκα τελευταίων ετών.
Το MCA επιβεβαίωσε στην Generics ότι η άποψη που εξέφρασε με την από 20 Οκτωβρίου 1995 επιστολή του έχει την έννοια ότι, του λοιπού, όλες οι αιτήσεις που η Generics θα υποβάλλει σχετικά με νέες ενδείξεις του ranitidine θα μπορούν να εξεταστούν με βάση το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65. Κατόπιν αυτού, η Generics τροποποίησε το αίτημα του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου της, εξαλείφοντας κάθε αναφορά σχετικά με το ranitidine.
30 Στις 16 Αυγούστου 1996, η Glaxo προσέφυγε στη δικαιοσύνη κατά της αποφάσεως με την οποία το MCA, βάσει του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, της οδηγίας, χορήγησε, χωρίς τη συγκατάθεση της Glaxo, σε δεύτερο αιτούντα άδειες κυκλοφορίας σχετικά με τις συνιστώμενες κλινικές ενδείξεις και ποσολογίες των δισκίων ranitidine που εγκρίθηκαν στην Κοινότητα με παλαιότερες άδειες κυκλοφορίας οι οποίες χορηγήθηκαν πριν λιγότερο από δέκα χρόνια με βάση δεδομένα που είχε υποβάλει η Glaxo.
31 To High Court έκρινε ότι, για την επίλυση των τριών διαφορών που ήχθησαν ενώπιόν του σχετικά με το captopril, το aciclovir και το ranitidine, είναι αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα πέντε προδικαστικά ερωτήματα:
«1) α) Τι νοείται ως "ουσιαστικά παρεμφερές" για τον σκοπό εφαρμογής του άρθρου 4, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου (όπως έχει τροποποιηθεί); Ειδικότερα, όταν επιδιώκεται να αποδειχθεί προς τούτο ότι ένα φάρμακο (προϋόν Β) είναι ουσιαστικά παρεμφερές με φάρμακο που εγκρίθηκε, σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, πριν από 6 ή 10 χρόνια στην Κοινότητα (προϋόν Α), ποιο φυσικό ή άλλο χαρακτηριστικό ή ποια φυσική ή άλλη ιδιότητα του σχετικού φαρμάκου έχει καθοριστική σημασία για το ζήτημα αυτό;
β) Έχει η αρμόδια αρχή κράτους μέλους διακριτική ευχέρεια για τον καθορισμό των κριτηρίων βάσει των οποίων πρέπει να επιλυθεί το ζήτημα αν το προϋόν Β είναι ουσιαστικά παρεμφερές με το προϋόν Α και, αν ναι, σε ποια έκταση;
2) Μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 4, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ (όπως έχει τροποποιηθεί), να εγκριθεί το προϋόν Β όσον αφορά:
α) όλες τις ενδείξεις για τις οποίες το προϋόν Α είχε εγκριθεί στο οικείο κράτος μέλος όταν υποβλήθηκε η αίτηση για το προϋόν Β· ή
β) μόνον τις ενδείξεις για τις οποίες το προϋόν Α εγκρίθηκε, σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, πριν από 6 ή 10 χρόνια στην Ευρωπαϋκή Ένωση· ή
γ) μόνον:
1. τις ενδείξεις για τις οποίες το προϋόν Α εγκρίθηκε, σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, πριν από 6 ή 10 χρόνια στην Ευρωπαϋκή Ένωση· και
2. τις ενδείξεις για τις οποίες το προϋόν Α εγκρίθηκε πριν από λιγότερο χρόνο και οι οποίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) 541/95 της Επιτροπής, δεν απαιτούσαν νέα αίτηση αδείας κυκλοφορίας ή (αναλόγως της περιπτώσεως) δεν θα απαιτούσαν τέτοια αίτηση αν ο πιο πάνω κανονισμός ίσχυε όταν προστέθηκε η επίμαχη ένδειξη που συνιστούσε μεταβολή έναντι της υφισταμένης αδείας κυκλοφορίας· ή
δ) άλλη κατηγορία ενδείξεων και, αν ναι, ποια;
3) Μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 4, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ (όπως έχει τροποποιηθεί), να εγκριθεί το προϋόν Β όσον αφορά:
α) όλες τις περιεκτικότητες και/ή τις δόσεις και/ή τις ποσολογίες για τις οποίες το προϋόν Α είχε εγκριθεί στο οικείο κράτος μέλος όταν υποβλήθηκε η αίτηση για το προϋόν Β· ή
β) μόνον τις περιεκτικότητες και/ή τις δόσεις και/ή τις ποσολογίες για τις οποίες το προϋόν Α εγκρίθηκε, σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, πριν από 6 ή 10 χρόνια στην Ευρωπαϋκή Ένωση· ή
γ) μόνον:
1. τις περιεκτικότητες και/ή τις δόσεις και/ή τις ποσολογίες για τις οποίες το προϋόν Α εγκρίθηκε, σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, πριν από 6 ή 10 χρόνια στην Ευρωπαϋκή Ένωση· και
2. τις περιεκτικότητες και/ή τις δόσεις και/ή τις ποσολογίες για τις οποίες το προϋόν Α εγκρίθηκε πριν από λιγότερο χρόνο και οι οποίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) 541/95 της Επιτροπής, δεν απαιτούσαν νέα αίτηση αδείας κυκλοφορίας ή (αναλόγως της περιπτώσεως) δεν θα απαιτούσαν τέτοια αίτηση, αν ο πιο πάνω κανονισμός ίσχυε όταν προστέθηκαν η σχετική περιεκτικότητα και/ή η σχετική δόση και/ή η σχετική ποσολογία που συνιστούσαν μεταβολή έναντι της υφισταμένης αδείας κυκλοφορίας· ή
δ) άλλη περιεκτικότητα και/ή δόση και/ή ποσολογία και, αν ναι, ποιες;
4) Έχει σημασία για την απάντηση στο δεύτερο και/ή στο τρίτο ερώτημα το αν η αρχική ή η περιληπτική αίτηση αδείας κυκλοφορίας υποβλήθηκε πριν από τις 16 Μαρτίου 1995, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ ο κανονισμός 541/95;
5) Υπό το πρίσμα των απαντήσεων στα ερωτήματα 1 έως 4, είναι το άρθρο 4, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, ανίσχυρο ως αντίθετο προς τις αρχές της προστασίας της καινοτομίας και/ή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και/ή της αναλογικότητας και/ή της προστασίας της ιδιοκτησίας;»
Το πρώτο ερώτημα
32 Με το πρώτο προδικαστικό του ερώτημα, το High Court ζητεί από το Δικαστήριο να ορίσει τα κριτήρια που καθιστούν δυνατό να καθοριστεί πότε δύο φάρμακα είναι ουσιαστικώς παρεμφερή για την εφαρμογή του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65 και να διευκρινίσει αν οι αρμόδιες εθνικές αρχές για τη χορήγηση αδειών κυκλοφορίας έχουν διακριτική ευχέρεια όταν προβαίνουν στην εκτίμηση αυτή.
33 Η Glaxo και η Wellcome ισχυρίζονται ότι ένα φάρμακο είναι ουσιαστικά παρεμφερές με άλλο που εγκρίθηκε στην Κοινότητα τουλάχιστον πριν από δέκα χρόνια μόνον όταν όλα τα χαρακτηριστικά των δύο προϋόντων, περιλαμβανομένων των θεραπευτικών τους ενδείξεων και της ποσολογίας τους, είναι πανομοιότυπα ή τόσο παρεμφερή ώστε τα αποτελέσματα των προηγούμενων φαρμακολογικών, τοξικολογικών και κλινικών δοκιμών να ισχύουν αδιακρίτως και για το ένα και για το άλλο. Η Squibb φρονεί ότι δύο φάρμακα είναι ουσιαστικώς παρεμφερή όταν έχουν καθοριστικά χαρακτηριστικά, όπως αυτά που απαριθμούνται στο άρθρο 4α της οδηγίας 65/65, τα οποία παρέχουν στην αρμόδια εθνική αρχή τη δυνατότητα να χορηγήσει άδεια κυκλοφορίας για το φάρμακο κοινόχρηστης ονομασίας λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα που υποβλήθηκαν για να ληφθεί η άδεια κυκλοφορίας του αρχικού φαρμάκου.
34 Η Generics, η Επιτροπή, η Γαλλική και η Δανική Κυβέρνηση, καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρούν ότι δύο φάρμακα είναι ουσιαστικώς παρεμφερή όταν έχουν την ίδια ποιοτική και ποσοτική σύνθεση όσον αφορά τα δραστικά συστατικά, όταν η φαρμακευτική μορφή τους είναι πανομοιότυπη και, εν ανάγκη, όταν η βιοϋσοδυναμία τους έχει αποδειχθεί μέσω καταλλήλων μελετών βιοδιαθεσιμότητας.
35 Η τελευταία ερμηνεία του όρου «ουσιαστικώς παρεμφερή» είναι εκείνη που θεωρώ ορθή, για τους λόγους που θα εκθέσω στη συνέχεια.
36 Η οδηγία 65/65 δεν ορίζει την έννοια των ουσιαστικά παρεμφερών φαρμάκων. Ωστόσο, για την ερμηνεία της εννοίας αυτής είναι χρήσιμα τα πρακτικά της συνεδριάσεως του Συμβουλίου του Δεκεμβρίου του 1986 κατά την οποία εγκρίθηκε το κείμενο της οδηγίας 87/21. Στα πρακτικά αυτά περιέχεται ο ακόλουθος ορισμός του όρου «ουσιαστικώς παρεμφερή»:
«η ίδια ποιοτική και ποσοτική σύνθεση όσον αφορά τα δραστικά συστατικά, η ίδια φαρμακευτική μορφή και, εν ανάγκη, η βιοϋσοδυναμία σε σχέση με το πρώτο προϋόν, αποδεικνυόμενη μέσω καταλλήλων μελετών βιοδιαθεσιμότητας».
37 Θεωρώ ότι στα πιο πάνω πρακτικά της συνεδριάσεως του Συμβουλίου γίνεται επαρκής απαρίθμηση των κριτηρίων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να καθοριστεί αν δύο φάρμακα είναι ουσιαστικώς παρεμφερή. Τα κριτήρια αυτά είναι τα ακόλουθα:
- Η ποιοτική και ποσοτική σύνθεση όσον αφορά τα δραστικά συστατικά. Η σύνθεση αυτή περιγράφεται σαφώς στο παράρτημα της οδηγίας 75/318, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/507/ΕΟΚ (16). Το ουσιαστικώς παρεμφερές δύο φαρμάκων εξαρτάται μόνον από τα δραστικά συστατικά τους, ενώ τα συστατικά του εκδόχου και του εξωτερικού περιβλήματος των φαρμάκων δεν λαμβάνονται υπόψη.
- Η φαρμακευτική μορφή, η οποία στο στερεότυπο γλωσσάρι που κατάρτισε το Συμβούλιο της Ευρώπης υπό την αιγίδα της ευρωπαϋκής φαρμακοποιίας ορίζεται ως εξής: «Η φαρμακευτική μορφή είναι ο συνδυασμός της μορφής υπό την οποία ένα φαρμακευτικό προϋόν παρουσιάζεται από τον παρασκευαστή (μορφή παρουσιάσεως) και του τρόπου με τον οποίο χορηγείται, περιλαμβανομένου του φυσικού τρόπου (τρόπος χορηγήσεως)» (17). Δύο φάρμακα είναι ουσιαστικώς παρεμφερή όταν έχουν την ίδια μορφή παρουσιάσεως (κάψουλα, σταγόνες διαλύματος, διάλυμα προς έγχυση κ.λπ.) και τον ίδιο τρόπο χορηγήσεως (από το στόμα, το ορθόν, τη μύτη, το δέρμα κ.λπ.).
- Η βιοϋσοδυναμία δύο φαρμάκων, αποδεικνυόμενη, εν ανάγκη, μέσω καταλλήλων μελετών βιοδιαθεσιμότητας (18). Στο τμήμα Ε του μέρους 4 του παραρτήματος της οδηγίας 75/318, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/507, ορίζεται ότι η βιοδιαθεσιμότητα πρέπει να αξιολογείται όταν τούτο είναι αναγκαίο για να αποδειχθεί η βιοϋσοδυναμία των φαρμάκων τα οποία αφορά το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65. Η απόδειξη της βιοϋσοδυναμίας είναι γενικά ο καλύτερος τρόπος να αποδειχθεί η θεραπευτική ισοδυναμία δύο φαρμάκων που έχουν τα ίδια δραστικά συστατικά και την ίδια φαρμακευτική μορφή, καθόσον τα έκδοχα και η μέθοδος επεξεργασίας ενδέχεται να έχουν συνέπειες στα θεραπευτικά αποτελέσματα των φαρμάκων αυτών.
38 Τα τρία αυτά κριτήρια είναι εκείνα που πρέπει να χρησιμοποιούνται για να εξακριβωθεί αν ένα φάρμακο είναι ουσιαστικά παρεμφερές με άλλο φάρμακο που έχει εγκριθεί στην Κοινότητα και αν, κατά συνέπεια, μπορεί να ληφθεί με τη συντομευμένη διαδικασία άδεια κυκλοφορίας για το πρώτο φάρμακο. Η ταύτιση των ενδείξεων, των τρόπων χορηγήσεως και της ποσολογίας δύο φαρμάκων δεν αποτελεί στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για να καθοριστεί αν αυτά είναι ουσιαστικώς παρεμφερή, καθότι η ταύτιση αυτή θα καθιστά τα εν λόγω φάρμακα πανομοιότυπα και θα εμποδίζει τη χρησιμοποίηση της συντομευμένης διαδικασίας για να ληφθεί άδεια κυκλοφορίας φαρμάκων κοινόχρηστης ονομασίας κάθε φορά που οι ενδείξεις, οι τρόποι χορηγήσεως και η ποσολογία του καινοτόμου φαρμάκου έχουν τροποποιηθεί, έστω και ελάχιστα.
39 Η χρησιμοποίηση των ενδείξεων και της ποσολογίας ως κριτηρίου για τον καθορισμό του ουσιαστικώς παρεμφερούς δύο φαρμάκων δεν βρίσκει στήριγμα ούτε στο άρθρο 1 ούτε στο άρθρο 4α της οδηγίας 65/65.
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας ορίζει τα φάρμακα ως εξής:
«Κάθε ουσία ή σύνθεση ουσιών που παρουσιάζεται ως έχουσα θεραπευτικές ή προληπτικές ιδιότητες έναντι ασθενειών ανθρώπων ή ζώων.
Θεωρείται ομοίως ως φάρμακο κάθε ουσία ή σύνθεση ουσιών που δύναται να χορηγηθεί σε άνθρωπο ή ζώο, προς τον σκοπό να γίνει ιατρική διάγνωση ή να αποκατασταθούν, να βελτιωθούν ή να τροποποιηθούν οργανικές λειτουργίες στον άνθρωπο ή στο ζώο.»
Η νομολογία του Δικαστηρίου έχει καταστήσει σαφές ότι το κριτήριο της «παρουσιάσεως», το οποίο χρησιμοποιείται από το πρώτο εδάφιο της πιο πάνω διατάξεως, καλύπτει όχι μόνο τα φάρμακα που έχουν θεραπευτικό και ιατρικό αποτέλεσμα, αλλά και τα προϋόντα που δεν είναι αρκούντως αποτελεσματικά ή δεν έχουν το αποτέλεσμα που θα αναμενόταν με βάση την παρουσίασή τους (19). Εξ αυτού συνάγεται ότι το ρήμα «παρουσιάζεται» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 1 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι κατατάσσει τις ενδείξεις μεταξύ των συστατικών στοιχείων της εννοίας του φαρμάκου.
Το άρθρο 4α της οδηγίας 65/65, το οποίο προσέθεσε η οδηγία 83/570/ΕΟΚ (20), παραθέτει περίληψη των χαρακτηριστικών των φαρμάκων, η οποία περιέχει, μεταξύ άλλων πληροφοριών, τις θεραπευτικές ενδείξεις, τους τρόπους χορηγήσεως και την ποσολογία. Το γεγονός ότι τα δεδομένα αυτά περιλαμβάνονται στην περίληψη των χαρακτηριστικών των φαρμάκων δεν σημαίνει ότι τα πιο πάνω δεδομένα αποτελούν στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί αν δύο φάρμακα είναι ουσιαστικώς παρεμφερή, καθόσον η περίληψη αυτή σκοπό έχει να παράσχει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με το φάρμακο άπαξ αυτό έχει οριστεί. Ουδαμώς η περίληψη αυτή αποτελεί μέρος του ορισμού του φαρμάκου.
40 Με βάση τις πιο πάνω σκέψεις, εκτιμώ ότι δύο φάρμακα είναι ουσιαστικώς παρεμφερή όταν έχουν την ίδια ποιοτική και ποσοτική σύνθεση όσον αφορά τα δραστικά συστατικά, όταν η φαρμακευτική τους μορφή είναι πανομοιότυπη και, εν ανάγκη, όταν η βιοϋσοδυναμία τους έχει αποδειχθεί μέσω καταλλήλων μελετών βιοδιαθεσιμότητας.
Η χρησιμοποίηση των τριών αυτών αντικειμενικών κριτηρίων για να καθοριστεί αν δύο φάρμακα είναι ουσιαστικώς παρεμφερή για την εφαρμογή του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65 καθιστά δυνατό να ακολουθείται ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Κοινότητα η συντομευμένη διαδικασία για τη λήψη αδειών κυκλοφορίας φαρμάκων κοινόχρηστης ονομασίας.
Επί πλέον, τα κριτήρια αυτά περιορίζουν τη διακριτική ευχέρεια που έχουν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών όταν πρόκειται να καθορίσουν αν δύο φάρμακα είναι ουσιαστικώς παρεμφερή, για να χορηγήσουν άδεια κυκλοφορίας φαρμάκου κοινόχρηστης ονομασίας, στηριζόμενες στην τεκμηρίωση που η καινοτόμος εταιρία προσκόμισε για να λάβει άδεια κυκλοφορίας για το αρχικό φάρμακο. Εξάλλου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου (21) προκύπτει σαφώς ότι οι εθνικές αρχές δεν έχουν διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την εφαρμογή των εξαιρέσεων του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, της οδηγίας 65/65, οι οποίες επιτρέπουν τη λήψη αδειών μέσω της συντομευμένης διαδικασίας.
Επίσης, το να αναγνωριστεί στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών διακριτική ευχέρεια κατά τον καθορισμό του ουσιαστικώς παρεμφερούς δύο φαρμάκων θα δυσχεράνει και την εφαρμογή της καθιερωθείσας από την οδηγία 93/39 διαδικασίας αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών κυκλοφορίας που χορηγούνται από τα κράτη μέλη.
Το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο ερώτημα
41 Με το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το High Court ζητεί από το Δικαστήριο να καθορίσει μέχρι ποιο σημείο μπορούν να επεκταθούν οι όροι της άδειας κυκλοφορίας φαρμάκου κοινόχρηστης ονομασίας το οποίο είναι ουσιαστικά παρεμφερές με το αρχικό φάρμακο που εγκρίθηκε στην Κοινότητα ή σε κράτος μέλος τουλάχιστον πριν από δέκα χρόνια.
Με τα ερωτήματα που υπέβαλε, το High Court παραθέτει εν μέρει τις απόψεις των καινοτόμων φαρμακευτικών επιχειρήσεων, των παραγωγών φαρμάκων κοινόχρηστης ονομασίας και του MCA.
Οι επιχειρήσεις που ειδικεύονται στην παραγωγή καινοτόμων φαρμάκων θεωρούν ότι η άδεια κυκλοφορίας για φάρμακο κοινόχρηστης ονομασίας ουσιαστικά παρεμφερές με το αρχικό φάρμακο που έχει εγκριθεί στην Κοινότητα ή σε κράτος μέλος πρέπει να εκτείνεται μόνο στις θεραπευτικές ενδείξεις, στους τρόπους χορηγήσεως και στην ποσολογία που έχουν εγκριθεί τουλάχιστον πριν από δέκα χρόνια. Κατά τις επιχειρήσεις αυτές, η δεκαετής περίοδος προστασίας πρέπει να ισχύει και για όλες τις νέες ενδείξεις του αρχικού φαρμάκου που προστέθηκαν μετά τη λήψη της αρχικής άδειας κυκλοφορίας και για τις οποίες δεν έχει συμπληρωθεί η πιο πάνω περίοδος προστασίας.
Οι επιχειρήσεις που παράγουν φάρμακα κοινόχρηστης ονομασίας φρονούν ότι η άδεια κυκλοφορίας των φαρμάκων αυτών περιλαμβάνει όλες τις ενδείξεις, όλους τους τρόπους χορηγήσεως και όλες τις ποσολογίες που έχουν εγκριθεί για το ουσιαστικά παρεμφερές αρχικό φάρμακο ακόμη και μέχρι την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως αδείας για το φάρμακο κοινόχρηστης ονομασίας. Κατ' αυτές, η δεκαετής περίοδος δεν προστατεύει κάθε μία από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις που εγκρίθηκαν για το αρχικό φάρμακο.
Το MCA προβάλλει μια ενδιάμεση άποψη, θεωρώντας ότι η άδεια κυκλοφορίας του φαρμάκου κοινόχρηστης ονομασίας εκτείνεται σε όλες τις θεραπευτικές ενδείξεις που έχουν εγκριθεί για το ουσιαστικά παρεμφερές αρχικό φάρμακο, δηλαδή τόσο στις αρχικές ενδείξεις όσο και σε αυτές που προστέθηκαν αργότερα και για τις οποίες δεν έχει συμπληρωθεί η δεκαετής προθεσμία, αρκεί οι τελευταίες αυτές τροποποιήσεις να συνιστούν καινοτομία μεγάλης θεραπευτικής σημασίας. Κατά τον οργανισμό αυτόν, μια καινοτομία έχει τέτοια σημασία όταν, βάσει του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 541/95, απαιτεί την υποβολή νέας αιτήσεως αδείας κυκλοφορίας.
42 Οι διιστάμενες αυτές ερμηνείες ανέκυψαν για τον λόγο ότι στην οδηγία 65/65, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 87/21, δεν περιέχεται ευθεία και σαφής απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το High Court. Η ερμηνεία που θα δοθεί στο άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65 θα έχει, χωρίς αμφιβολία, σημαντικότατες οικονομικές συνέπειες για την εμπορία φαρμάκων στην Κοινότητα και για την ανάπτυξη της φαρμακοβιομηχανίας στο σύνολό της.
43 Οι δύο αυτοί παράγοντες καθιστούν, κατά την άποψή μου, αναγκαία τη λεπτομερή ανάλυση των διαφόρων στόχων της οδηγίας 65/65, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 87/21 (22), για να επιλεγεί τελικά η ερμηνεία του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, η οποία εξισορροπεί καλύτερα τους στόχους αυτούς.
Οι στόχοι του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, της οδηγίας 65/65
44 Το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, το οποίο παρενέβαλε στην οδηγία 65/65 η οδηγία 87/21, καθιέρωσε τρίτο τρόπο λήψεως αδείας κυκλοφορίας φαρμάκου κοινόχρηστης ονομασίας μέσω της συντομευμένης διαδικασίας η οποία επιτρέπει στον δεύτερο αιτούντα να εξοικονομήσει το κόστος της έρευνας για την υποβολή των αποτελεσμάτων των φαρμακολογικών, τοξικολογικών και κλινικών δοκιμών, καθότι τα αποτελέσματα αυτά έχουν ήδη προσκομιστεί από την καινοτόμο επιχείρηση όταν ζήτησε άδεια κυκλοφορίας για το ουσιαστικά παρεμφερές αρχικό φάρμακο. Η διαδικασία αυτή έχει καταστεί η πιο συνηθισμένη για να ληφθεί άδεια κυκλοφορίας φαρμάκου κοινόχρηστης ονομασίας, καθότι οι δύο άλλες δυνατότητες (συγκατάθεση της επιχειρήσεως που έχει άδεια κυκλοφορίας για το αρχικό φάρμακο ή παραπομπή στην επιστημονική βιβλιογραφία) παρουσιάζουν μεγαλύτερες δυσκολίες.
45 Κατά την εφαρμογή του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65, πρέπει βασικά να λαμβάνονται υπόψη τα εξής ουσιώδη συμφέροντα:
α) Η προστασία της δημόσιας υγείας
46 Ο ουσιαστικός σκοπός στον οποίο αποβλέπουν η οδηγία 65/65 και όλες οι μεταγενέστερες διατάξεις που την τροποποίησαν και τη συμπλήρωσαν είναι η προστασία της δημόσιας υγείας (23). Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται κυρίως με τον μηχανισμό ελέγχου των αδειών κυκλοφορίας που οι αρμόδιες εθνικές αρχές πρέπει να χορηγήσουν πριν οποιοδήποτε φάρμακο τεθεί στο εμπόριο. Έτσι, στην πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 87/21 εκτίθεται ότι:
«(...) το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ (...), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 83/570/ΕΟΚ (...), προβλέπει ότι, ανάλογα με την αντικειμενική κατάσταση η οποία χαρακτηρίζει ένα φάρμακο, η αίτηση για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας μπορεί να συνοδεύεται από διάφορα μέσα αποδείξεως του αβλαβούς χαρακτήρα και της αποτελεσματικότητας του εν λόγω φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος».
47 Η νομολογία του Δικαστηρίου (24) έχει διευκρινίσει ότι η συντομευμένη διαδικασία των αιτήσεων αδείας κυκλοφορίας, την οποία καθιέρωσε το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, της οδηγίας 65/65, δεν είναι ασυμβίβαστη με τον στόχο προστασίας της δημόσιας υγείας, καθότι περιορίζεται να συντάμει την περίοδο προετοιμασίας της άδειας χωρίς καθόλου να χαλαρώσουν οι προδιαγραφές ασφάλειας και αποτελεσματικότητας τις οποίες πρέπει να πληρούν τα φάρμακα.
48 Η μέριμνα προστασίας της δημόσιας υγείας εξηγεί και το τελευταίο εδάφιο της περιπτώσεως iii, του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, της οδηγίας 65/65, το οποίο υποχρεώνει την επιχείρηση που παρασκευάζει φάρμακο κοινόχρηστης ονομασίας να προσκομίσει τα αποτελέσματα των φαρμακολογικών, τοξικολογικών και κλινικών δοκιμών όταν ζητεί άδεια κυκλοφορίας σχετικά με διαφορετικές ενδείξεις, διαφορετικούς τρόπους χορηγήσεως ή διαφορετικές ποσολογίες από τις ενδείξεις, τους τρόπους χορηγήσεως ή τις ποσολογίες που έχουν εγκριθεί στην Κοινότητα για το ουσιαστικά παρεμφερές αρχικό φάρμακο τουλάχιστον πριν από έξι ή δέκα χρόνια.
49 Τέλος, θα σημειώσω ότι η προστασία της δημόσιας υγείας συμβιβάζεται με την επέκταση της άδειας κυκλοφορίας φαρμάκου κοινόχρηστης ονομασίας ώστε να περιληφθούν όλες οι ενδείξεις, όλοι οι τρόποι χορηγήσεως και όλες οι ποσολογίες που εγκρίθηκαν για το αρχικό φάρμακο μέχρι την ημερομηνία χορηγήσεως της άδειας αυτής.
β) Η προστασία της έρευνας και της καινοτομίας στον φαρμακευτικό τομέα
50 Η σημασία της εμπειρίας ως καθοριστικού κριτηρίου για την εισαγωγή καινοτομιών στην ιατρική τονίστηκε κατά την Αναγέννηση από πολλούς ερευνητές (25), οι οποίοι έδειξαν τον ρόλο που διαδραματίζει ο χρόνος όχι μόνο για την εφεύρεση νέων φαρμάκων αλλά και για την ανακάλυψη άλλων θεραπευτικών ιδιοτήτων των ήδη γνωστών φαρμάκων. Η ιδέα της προόδου είναι αδιαχώριστη από την προαγωγή της επιστήμης στον τομέα της υγείας.
Οι καινοτόμοι φαρμακευτικές εταιρίες προβαίνουν σε μεγάλες επενδύσεις για την έρευνα και την ανάπτυξη νέων φαρμάκων. Η καινοτομία στον τομέα αυτόν είναι απαραίτητη για τη σταθερότητα της κοινοτικής φαρμακοβιομηχανίας. Γι' αυτό, η δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 65/65 επισημαίνει ότι η κοινοτική εναρμόνιση δεν πρέπει να εμποδίσει την ανάπτυξη της φαρμακοβιομηχανίας. Ομοίως, η οδηγία 87/21, στη δεύτερη αιτιολογική της σκέψη, εκθέτει ότι πρέπει να καθοριστούν σαφέστερα οι περιπτώσεις που μπορεί να χρησιμοποιηθεί η συντομευμένη διαδικασία «(...), χωρίς ωστόσο να θίγονται τα συμφέροντα των καινοτόμων εταιριών».
51 Κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας 87/21 (26), η Επιτροπή ανέφερε σαφώς ότι ένας από τους επιδιωκόμενους στόχους είναι η προστασία της έρευνας και της καινοτομίας στον φαρμακευτικό τομέα. Υπογράμμισε το κόστος που συνεπάγεται για τις καινοτόμους επιχειρήσεις η λήψη αρχικής άδειας κυκλοφορίας για φάρμακο και τόνισε ότι ορισμένες εθνικές αρχές καθιστούν υπερβολικά εύκολη την πρόσβαση στη συντομευμένη διαδικασία, επιτρέποντας στις επιχειρήσεις που παράγουν φάρμακα κοινόχρηστης ονομασίας να παραπέμπουν στην επιστημονική βιβλιογραφία. Κατά την Επιτροπή, η πρακτική αυτή έβλαπτε τις καινοτόμους επιχειρήσεις που έχουν άδεια κυκλοφορίας για το αρχικό φάρμακο.
52 Με την εξαετή ή δεκαετή περίοδο προστασίας των αδειών κυκλοφορίας αρχικών φαρμάκων επιδιώχθηκε ακριβώς να διαφυλαχθούν τα συμφέροντα των καινοτόμων επιχειρήσεων και να ενισχυθεί η έρευνα στον φαρμακευτικό τομέα. Εξάλλου, η οδηγία 87/21 προσέθεσε ρητώς στο σημείο 8 του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 65/65 την αρχή ότι η συντομευμένη διαδικασία δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν μπορούν να θιγούν τα δικαιώματα σχετικά με την προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας.
53 Η καινοτομία στον φαρμακευτικό τομέα εξασφαλίζεται και με άλλες διατάξεις κοινοτικού δικαίου, εθνικών δικαίων και διεθνούς δικαίου, σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων επί των προϋόντων της διανοίας, και ειδικότερα με τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας (27).
Κατά το άρθρο 52, παράγραφος 4, της Συμβάσεως του Μονάχου του 1973 για το ευρωπαϋκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, οι μέθοδοι χειρουργικής ή θεραπευτικής αγωγής του ανθρωπίνου σώματος ή του σώματος των ζώων και οι διαγνωστικές μέθοδοι που εφαρμόζονται επί του ανθρωπίνου σώματος ή του σώματος των ζώων δεν μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο ευρεσιτεχνίας. Όμως, το άρθρο 54, παράγραφος 5, επιτρέπει τη χορήγηση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας σχετικά με ουσίες που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή φαρμάκων, οπότε αυτές μπορούν να τύχουν της εικοσαετούς περιόδου προστασίας που προβλέπει η Σύμβαση. Στα εσωτερικά δίκαια των κρατών μελών επικρατεί η ίδια τάση και οι έννομες τάξεις τους αναγνωρίζουν τη δυνατότητα χορηγήσεως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για φάρμακα (28).
Όσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1768/92 (29) καθιέρωσε συμπληρωματικό πιστοποιητικό προστασίας, με σκοπό να αντισταθμιστεί ο χρόνος που διαρρέει μεταξύ της καταθέσεως της αιτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φάρμακο και της χορηγήσεως αδείας κυκλοφορίας (30).
54 Κατ' εμέ, για την προστασία της καινοτομίας και της έρευνας στον φαρμακευτικό τομέα ενδείκνυται η εξαετής ή δεκαετής περίοδος προστασίας να ισχύει για όλες τις μεγάλης θεραπευτικής σημασίας νέες ενδείξεις που έχουν εγκριθεί για αρχικό φάρμακο ουσιαστικά παρεμφερές με φάρμακο κοινόχρηστης ονομασίας.
γ) Η μη επανάληψη δοκιμών στον άνθρωπο ή στα ζώα
55 Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 87/21 επισημαίνει ότι, «(...) για λόγους δημόσιας τάξης, αντενδείκνυται η επανάληψη δοκιμών στον άνθρωπο ή σε ζώα, χωρίς να υπάρχει επιτακτική ανάγκη». Ο περιορισμός της επαναλήψεως των δοκιμών στον άνθρωπο ή στα ζώα, όταν δεν είναι απολύτως αναγκαία, αποτελεί σαφέστατο κανόνα του κοινοτικού δικαίου (31), που ήταν λογικό να καθρεφτιστεί μέσα από τη συντομευμένη διαδικασία των αιτήσεων αδείας κυκλοφορίας φαρμάκων κοινόχρηστης ονομασίας. Αν η καινοτόμος επιχείρηση προέβη στις κατάλληλες δοκιμές για να λάβει άδεια κυκλοφορίας για το αρχικό φάρμακο, δεν είναι αναγκαίο να επαναληφθούν οι ίδιες δοκιμές για να μπορέσει να χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας για ουσιαστικά παρεμφερές φάρμακο κοινόχρηστης ονομασίας.
56 Όσον αφορά τις νέες θεραπευτικές ενδείξεις, τους νέους τρόπους χορηγήσεως και τις νέες ποσολογίες που εγκρίθηκαν για το αρχικό φάρμακο πριν λιγότερο από έξι ή δέκα χρόνια, ο κανόνας της μη επαναλήψεως των δοκιμών στον άνθρωπο ή στα ζώα συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι η άδεια κυκλοφορίας του φαρμάκου κοινόχρηστης ονομασίας πρέπει να επεκταθεί όσο το δυνατόν περισσότερο, έτσι ώστε να περιλάβει όλες τις ενδείξεις, όλους τους τρόπους χορηγήσεως και όλες τις ποσολογίες του αρχικού φαρμάκου, ακόμη και αν εγκρίθηκαν πριν λιγότερο από έξι ή δέκα χρόνια.
Η έκταση της άδειας κυκλοφορίας φαρμάκου κοινόχρηστης ονομασίας
57 Οι διαφορετικοί στόχοι που συρρέουν κατά την εφαρμογή του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65 είναι δύσκολο να εναρμονιστούν, καθότι κάθε ένας από αυτούς δικαιολογεί διαφορετική ερμηνεία της διατάξεως αυτής. Ωστόσο, νομίζω ότι ο καλύτερος τρόπος να ικανοποιηθούν τα εμπλεκόμενα συμφέροντα όταν χρησιμοποιείται η συντομευμένη διαδικασία για να ληφθεί άδεια κυκλοφορίας φαρμάκου κοινόχρηστης ονομασίας είναι να ερμηνευθεί η προαναφερθείσα διάταξη κατά τον τρόπο που προτείνω στη συνέχεια.
Οι άδειες κυκλοφορίας φαρμάκων κοινόχρηστης ονομασίας οι οποίες ζητούνται βάσει της διατάξεως αυτής εκτείνονται σε όλες τις ενδείξεις, όλους τους τρόπους χορηγήσεως και όλες τις ποσολογίες που έχουν εγκριθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή για το ουσιαστικά παρεμφερές αρχικό φάρμακο, το οποίο έχει τεθεί στο εμπόριο εντός της Κοινότητας τουλάχιστον πριν από έξι ή δέκα χρόνια. Ωστόσο, οι νέες ενδείξεις του αρχικού φαρμάκου που εγκρίθηκαν πριν λιγότερο από έξι ή δέκα χρόνια τυγχάνουν ωσαύτως της εξαετούς ή δεκαετούς προστασίας όταν αποτελούν θεραπευτικές καινοτομίες μεγάλης σημασίας. Οι νέοι τρόποι χορηγήσεως και η νέα ποσολογία του αρχικού φαρμάκου δεν αποτελούν θεραπευτικές καινοτομίες που πληρούν το κριτήριο αυτό και, κατά συνέπεια, δεν μπορούν να καλυφθούν από την πιο πάνω περίοδο προστασίας.
58 Η ερμηνεία αυτή του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65, η οποία στην ουσία είναι η άποψη και της Επιτροπής, ανταποκρίνεται στην επιταγή προστασίας της δημόσιας υγείας, καθότι η επέκταση της άδειας κυκλοφορίας του φαρμάκου κοινόχρηστης ονομασίας στη μικρής θεραπευτικής σημασίας νέες ενδείξεις του αρχικού φαρμάκου, στους νέους τρόπους χορηγήσεως και στη νέα ποσολογία στηρίζεται στην ύπαρξη των σχετικών αποτελεσμάτων των φαρμακολογικών, τοξικολογικών και κλινικών δοκιμών που υπέβαλε η καινοτόμος επιχείρηση. Επί πλέον, τα έγγραφα και τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι αναγκαία για να ζητηθεί άδεια κυκλοφορίας για φάρμακο κοινόχρηστης ονομασίας καταρτίζονται από εμπειρογνώμονες οι οποίοι διαθέτουν τα τεχνικά ή επαγγελματικά προσόντα που απαιτούν οι οδηγίες 75/318 και 75/319.
Εξάλλου, η προστασία της δημόσιας υγείας δεν μπορεί παρά να ενισχυθεί από το γεγονός ότι ένα φάρμακο κοινόχρηστης ονομασίας τίθεται στο εμπόριο με όλες τις θεραπευτικές ενδείξεις, όλους τους τρόπους χορηγήσεως και όλες τις ποσολογίες που έχουν εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές για ουσιαστικά παρεμφερές αρχικό φάρμακο. Έτσι, θα μπορεί να επιτευχθεί η μέγιστη θεραπευτική απόδοση του φαρμάκου κοινόχρηστης ονομασίας.
Τέλος, η ερμηνεία που προτείνω εμποδίζει τις καινοτόμους επιχειρήσεις που έχουν άδεια κυκλοφορίας για αρχικό φάρμακο να καταφύγουν σε στρατηγική κωλυσιεργίας εις βάρος των ουσιαστικώς παρεμφερών φαρμάκων κοινόχρηστης ονομασίας. Η στρατηγική αυτή θα μπορούσε να συνίσταται στο να ζητείται σταδιακά άδεια για νέες θεραπευτικές ενδείξεις, νέους τρόπους χορηγήσεως ή/και νέα ποσολογία προκειμένου να επεκταθεί η εξαετής ή δεκαετής περίοδος προστασίας τους και να καταστεί δυσχερέστερη η διοχέτευση φαρμάκων κοινόχρηστης ονομασίας στην αγορά. Πρακτικές αυτού του είδους θα ήσαν ασυμβίβαστες με την ελεύθερη κυκλοφορία των φαρμάκων στην Κοινότητα και θα περιόριζαν τον ελεύθερο ανταγωνισμό στον φαρμακευτικό τομέα χωρίς καθόλου να αυξήσουν την προστασία της δημόσιας υγείας.
59 Επίσης, η ερμηνεία που προτείνω συμβιβάζεται τέλεια με τον κανόνα που αντιτίθεται στην επανάληψη των δοκιμών στον άνθρωπο και στα ζώα όταν δεν είναι απολύτως αναγκαία. Συγκεκριμένα, οι νέες θεραπευτικές ενδείξεις, οι νέοι τρόποι χορηγήσεως και/ή η νέα ποσολογία που έχουν εγκριθεί για το αρχικό φάρμακο στηρίζονται στις δοκιμές που πραγματοποίησε η καινοτόμος επιχείρηση και δεν είναι σκόπιμο να επαναληφθούν οι δοκιμές αυτές απλώς και μόνο για τον λόγο ότι δεν παρήλθαν πάνω από έξι ή δέκα χρόνια από την ημερομηνία κατά την οποία εγκρίθηκαν οι σχετικές τροποποιήσεις.
60 Η ενθάρρυνση της καινοτομίας και έρευνας στον φαρμακευτικό τομέα και η προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας των καινοτόμων επιχειρήσεων εξασφαλίζονται στον σωστό βαθμό με την ερμηνεία, που προτείνω, του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65.
Όταν η επιχείρηση που έχει άδεια κυκλοφορίας για αρχικό φάρμακο λαμβάνει άδειες για νέους τρόπους χορηγήσεως ή νέα ποσολογία δεν χρειάζεται να προβεί σε έρευνες που χρήζουν ειδικής προστασίας, καθόσον η καινοτομία που συνεπάγονται οι τροποποιήσεις αυτές είναι ελάχιστα σημαντική. Η ίδια συλλογιστική ισχύει και για τις νέες θεραπευτικές ενδείξεις του αρχικού φαρμάκου που ανήκουν στην ίδια κατηγορία με εκείνες που έχουν εγκριθεί προηγουμένως.
Κατά την άποψή μου, μια καινοτομία είναι σημαντική μόνον όταν η επιχείρηση που έχει άδεια κυκλοφορίας για το αρχικό φάρμακο λαμβάνει αργότερα άδεια για νέα ένδειξη που έχει μεγάλη θεραπευτική σημασία. Τότε, για τη νέα αυτή ένδειξη θα πρέπει να ισχύσει η εξαετής ή δεκαετής περίοδος προστασίας, για να προστατευθεί η καινοτομία της φαρμακευτικής επιχειρήσεως, έτσι ώστε η επιχείρηση αυτή να μπορέσει να αποσβέσει τις μεγάλες επενδύσεις που είναι συνήθως αναγκαίες για να επιτευχθεί σημαντική καινοτομία. Μια νέα ένδειξη μεγάλης θεραπευτικής σημασίας απαιτεί συνήθως τη διενέργεια νέων φαρμακολογικών, τοξικολογικών και κλινικών δοκιμών αναλόγου περιεχομένου με τις αναγκαίες για να ληφθεί άδεια κυκλοφορίας οποιουδήποτε νέου φαρμάκου.
61 Για να μπορέσει να εφαρμοστεί η εν λόγω ερμηνεία του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65, πρέπει να περιγραφούν τα κριτήρια που θα καταστήσουν δυνατό να προσδιοριστούν οι νέες ενδείξεις του αρχικού φαρμάκου που αποτελούν μεγάλης σημασίας θεραπευτική ένδειξη χρήζουσα πρόσθετης προστασίας.
62 Για να καθοριστεί πότε μια νέα θεραπευτική ένδειξη είναι μεγάλης σημασίας, το MCA έλαβε υπόψη τον κανονισμό 541/95. Η Επιτροπή, η Glaxo, η Wellcome, η Squibb, η Generics, η Σουηδική και η Δανική Κυβέρνηση φρονούν ότι είναι απρόσφορο να χρησιμοποιηθεί ο κανονισμός αυτός.
Κατά την άποψή μου, από τον κανονισμό 541/95 δεν είναι δυνατό να συναχθούν τα κριτήρια που θα καταστήσουν δυνατό να καθοριστεί αν μια νέα ένδειξη του αρχικού φαρμάκου έχει μεγάλη θεραπευτική σημασία. Συγκεκριμένα, ο κανονισμός αυτός είναι κανόνας διαδικαστικού χαρακτήρα και συμπληρώνει τις διατάξεις των άρθρων 7 και 7α της οδηγίας 65/65, όπως τροποποιήθηκαν με την οδηγία 93/39, οι οποίες αφορούν τις διαδικασίες αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών κυκλοφορίας φαρμάκων που έχουν χορηγηθεί από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Ο κανονισμός 541/95 επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των τροποποιήσεων των όρων των αδειών κυκλοφορίας φαρμάκων. Ο κανονισμός αυτός διακρίνει μεταξύ τροποποιήσεων ήσσονος σημασίας και τροποποιήσεων μείζονος σημασίας. Οι δεύτερες, οι οποίες παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού, επιφέρουν ριζική μεταβολή των όρων της αδείας κυκλοφορίας, η οποία καθιστά αναγκαία την υποβολή νέας αιτήσεως.
Δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί, όπως ισχυρίζεται το MCA, ότι αυτές οι μείζονος σημασίας τροποποιήσεις αποτελούν νέες ενδείξεις μεγάλης θεραπευτικής σημασίας που χρήζουν πρόσθετης προστασίας βάσει του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65. Πρώτον, το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 541/95 ορίζει ότι «το παρόν παράρτημα διατυπώνεται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4 της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ (...)». Δεύτερον, η θεραπευτική καινοτομία δεν αποτελεί κατάλληλο παράγοντα για να καθοριστεί αν οι τροποποιήσεις είναι μείζοντος ή ήσσονος σημασίας. Τέλος, ο κανονισμός έχει σαφώς διαδικαστικό χαρακτήρα, ο οποίος περιορίζεται στην εναρμόνιση των διοικητικών πρακτικών που ισχύουν για τις τροποποιήσεις των όρων των αδειών κυκλοφορίας, πράγμα που καθιστά τον κανονισμό ανεφάρμοστο για τον καθορισμό των ουσιαστικών προϋποθέσεων που πρέπει να τηρούνται κατά τη χορήγηση μέσω της συντομευμένης διαδικασίας αδειών κυκλοφορίας.
63 Κατά την άποψή μου, στις αρμόδιες εθνικές αρχές απόκειται να καθορίσουν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αν η νέα ένδειξη του αρχικού φαρμάκου, η οποία έχει εγκριθεί πριν λιγότερο από έξι ή δέκα χρόνια, αποτελεί θεραπευτική καινοτομία μεγάλης σημασίας χρήζουσα πρόσθετης προστασίας έναντι ουσιαστικά παρεμφερούς φαρμάκου κοινόχρηστης ονομασίας. Για να εκτιμηθεί αν πρόκειται περί αυτού, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει, όπως υποδεικνύει η Επιτροπή, να λάβουν, μεταξύ άλλων, υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:
- Η καταλληλότητα της νέας ενδείξεως για να ληφθεί κοινοτική άδεια κυκλοφορίας, σύμφωνα με την τρίτη περίπτωση του μέρους Β του παραρτήματος του κανονισμού 2309/93, η οποία απαιτεί ότι η θεραπευτική σημασία της ενδείξεως πρέπει να αποδειχθεί ενώπιον του ευρωπαϋκού οργανισμού για την αξιολόγηση των φαρμακευτικών προϋόντων.
- Η δυνατότητα να χορηγηθεί για τη νέα θεραπευτική ένδειξη δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (32) σύμφωνα με τη Σύμβαση του Μονάχου ή την εθνική νομοθεσία κράτους μέλους. Οι αρχικές θεραπευτικές ενδείξεις του αρχικού φαρμάκου είναι δυνατό να κατοχυρωθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, όπως και οι μεταγενέστερες θεραπευτικές ενδείξεις, υπό την προϋπόθεση ότι αποτελούν νέα εφεύρεση και ότι στην πράξη είναι δεκτικές θεραπευτικής χρήσεως. Η δυνατότητα να κατοχυρωθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας η νέα θεραπευτική ένδειξη του αρχικού φαρμάκου δείχνει ότι η ένδειξη αυτή συνεπάγεται θεραπευτική καινοτομία και, ως εκ τούτου, αποτελεί παράγοντα που πρέπει να ληφθεί υπόψη για να καθοριστεί αν χρήζει πρόσθετης προστασίας έναντι της εμπορίας ουσιαστικά παρεμφερούς φαρμάκου κοινόχρηστης ονομασίας.
- Η σημασία των φαρμακευτικών, τοξικολογικών και κλινικών δοκιμών στις οποίες προέβη η καινοτόμος επιχείρηση σχετικά με τη νέα θεραπευτική ένδειξη του αρχικού φαρμάκου.
64 Τα κριτήρια αυτά θα παράσχουν στις αρμόδιες εθνικές αρχές τη δυνατότητα να προβαίνουν στις εκτιμήσεις τους με επαρκή βαθμό αντικειμενικότητας.
Το πέμπτο ερώτημα
65 Το ερώτημα αυτό αφορά το ζήτημα αν το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65 είναι ανίσχυρο για τον λόγο ότι παραβιάζει την αρχή της προστασίας της καινοτομίας, την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, την αρχή της αναλογικότητας και την αρχή της προστασίας της ιδιοκτησίας.
66 Στη διάταξη περί παραπομπής, το High Court δεν διευκρινίζει τους λόγους που το κάνουν να θέσει το ζήτημα αν το πιο πάνω άρθρο είναι ανίσχυρο ως ασυμβίβαστο με τις γενικές αυτές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Προσωπικά, δεν βλέπω κανένα στοιχείο στο άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65 που να είναι αντίθετο με οποιαδήποτε από τις γενικές αυτές αρχές.
67 Η προστασία της καινοτομίας δεν έχει αναγνωριστεί ρητώς από τη νομολογία του Δικαστηρίου ως γενική αρχή του δικαίου. Πρόκειται για σκοπό της κοινοτικής ρυθμίσεως περί εμπορίας των φαρμάκων, ο οποίος, ως τέτοιος, μνημονεύεται σε διάφορους κοινοτικούς κανόνες (33). Οι αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων (34) και της αναλογικότητας (35) έχουν διατυπωθεί κατ' επανάληψη στη νομολογία του Δικαστηρίου.
Το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65 καθιερώνει συντομευμένη διαδικασία για τη λήψη άδειας κυκλοφορίας φαρμάκου κοινόχρηστης ονομασίας ουσιαστικά παρεμφερούς με αρχικό φάρμακο που τέθηκε στο εμπόριο τουλάχιστον πριν από έξι ή δέκα χρόνια, στο πλαίσιο της οποίας ο δεύτερος αιτών μπορεί να χρησιμοποιήσει τα αποτελέσματα των φαρμακολογικών, τοξικολογικών και κλινικών δοκιμών που υπέβαλε η καινοτόμος επιχείρηση. Η διαδικασία αυτή στοιχεί με τις επιταγές της αρχής της αναλογικότητας, καθότι είναι κατάλληλη να εγγυηθεί την προστασία της δημόσιας υγείας, τη μη επανάληψη των δοκιμών στον άνθρωπο και στα ζώα και την προστασία της καινοτομίας και της έρευνας στον φαρμακευτικό τομέα (36). Από την άλλη πλευρά, δεν δημιουργεί διακρίσεις μεταξύ των καινοτόμων επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων που παράγουν φάρμακα κοινόχρηστης ονομασίας, καθότι οι πρώτες τυγχάνουν για τις εφευρέσεις τους εξαετούς ή δεκαετούς προστασίας, η οποία τους παρέχει τη δυνατότητα να αποσβέσουν τις επενδύσεις τους για την έρευνα και ανάπτυξη φαρμάκων, και οι δεύτερες μπορούν να θέσουν στο εμπόριο φάρμακα κοινόχρηστης ονομασίας ουσιαστικώς παρεμφερή με αρχικά φάρμακα μέσω μιας συντομευμένης και λιγότερο δαπανηρής διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας μπορούν να επωφεληθούν των αποτελεσμάτων των ερευνητικών εργασιών των καινοτόμων επιχειρήσεων.
68 Όσον αφορά το δικαίωμα ιδιοκτησίας, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το δικαίωμα αυτό διασφαλίζεται μεν από την κοινοτική έννομη τάξη, αλλά δύναται να αποτελέσει το αντικείμενο περιορισμών που αντιστοιχούν σε στόχους γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Κοινότητα και δεν συνιστούν, σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, δυσανάλογη και αφόρητη επέμβαση που θίγει αυτή ταύτη την ουσία του δικαιώματος (37). Η εκ μέρους των επιχειρήσεων που παράγουν φάρμακα κοινόχρηστης ονομασίας χρησιμοποίηση, μετά τη λήξη της εξαετούς ή δεκαετούς περιόδου προστασίας, των αποτελεσμάτων των φαρμακολογικών, τοξικολογικών και κλινικών δοκιμών που οι καινοτόμοι επιχειρήσεις υπέβαλαν για να λάβουν άδεια κυκλοφορίας για το αρχικό φάρμακο δεν αποτελεί δυσανάλογο περιορισμό που θίγει το δικαίωμα ιδιοκτησίας που οι καινοτόμοι επιχειρήσεις έχουν επί των αποτελεσμάτων αυτών.
69 Κατά συνέπεια, δεν βλέπω κανένα στοιχείο που να επηρεάζει το κύρος του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65.
Συμπέρασμα
70 Σύμφωνα με τα ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
«1) Δύο φάρμακα είναι ουσιαστικώς παρεμφερή όταν έχουν την ίδια ποιοτική και ποσοτική σύνθεση όσον αφορά τα δραστικά συστατικά, όταν η φαρμακευτική τους μορφή είναι πανομοιότυπη και, εν ανάγκη, όταν η βιοϋσοδυναμία τους έχει αποδειχθεί μέσω καταλλήλων μελετών βιοδιαθεσιμότητας.
2) Οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν έχουν διακριτική ευχέρεια κατά τον καθορισμό του αν δύο φάρμακα είναι ουσιαστικώς παρεμφερή για την εφαρμογή του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1965, περί της προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα.
3) Οι άδειες κυκλοφορίας φαρμάκων κοινόχρηστης ονομασίας εκτείνονται σε όλες τις ενδείξεις, σε όλους τους τρόπους χορηγήσεως και σε όλες τις ποσολογίες που έχουν εγκριθεί μέχρι την ημερομηνία της αιτήσεως για το ουσιαστικά παρεμφερές αρχικό φάρμακο που διατέθηκε στο εμπόριο εντός της Κοινότητας τουλάχιστον πριν από έξι ή δέκα χρόνια. Ωστόσο, οι νέες θεραπευτικές ενδείξεις του αρχικού φαρμάκου που έχουν εγκριθεί πριν από λιγότερο από έξι ή δέκα χρόνια τυγχάνουν της εξαετούς ή δεκαετούς προστασίας όταν αποτελούν θεραπευτικές καινοτομίες μεγάλης σημασίας.
4) Ο κανονισμός (ΕΚ) 541/95 της Επιτροπής, της 10ης Μαρτίου 1995, σχετικά με την εξέταση των τροποποιήσεων των όρων χορηγήσεως αδείας κυκλοφορίας φαρμάκου εκ μέρους της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους, δεν ασκεί επιρροή κατά την εφαρμογή του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65.
5) Η παρούσα υπόθεση δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να μπορεί να επηρεάσει το κύρος του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65.»
(1) - Οδηγία του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1965, περί της προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 25).
(2) - Οδηγία του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την τροποποίηση της οδηγίας 65/65 (ΕΕ 1987, L 15, σ. 36).
(3) - Θα χρησιμοποιώ αδιακρίτως τους όρους «φάρμακο» και «φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα», παρ' όλον ότι η έννοια του φαρμάκου είναι ευρύτερη της εννοίας του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος. Η πρώτη περιλαμβάνει όχι μόνον τα φάρμακα που παρασκευάζονται βιομηχανικώς και, ειδικότερα, τα φάρμακα κοινόχρηστης ονομασίας (δηλαδή τα φάρμακα που είναι ανάλογα με υφιστάμενα προϋόντα τα οποία δεν προστατεύονται πλέον με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας), αλλά και τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα (δηλαδή τα φάρμακα που παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο υπό ειδική ονομασία και με συγκεκριμένη συσκευασία). Αφότου εκδόθηκε η οδηγία 89/341/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαου 1989, για την τροποποίηση των οδηγιών 65/65 και 75/318/ΕΟΚ (ΕΕ L 142, σ. 11), ο όρος φάρμακο αντικατέστησε τον όρο φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα σε ολόκληρη την κοινοτική ρύθμιση περί των φαρμάκων για ανθρώπινη χρήση.
(4) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 1993, για τη θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών εγκρίσεως και εποπτείας των φαρμακευτικών προϋόντων για ανθρώπινη και κτηνιατρική χρήση και για τη σύσταση του ευρωπαϋκού οργανισμού για την αξιολόγηση των φαρμακευτικών προϋόντων (ΕΕ L 214, σ. 1).
(5) - Η αμοιβαία αναγνώριση των εθνικών αδειών κυκλοφορίας καθιερώθηκε με την οδηγία 93/39/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, για την τροποποίηση των οδηγιών 65/65, 75/318 και 75/319/ΕΟΚ (ΕΕ L 214, σ. 22).
(6) - Οδηγία του Συμβουλίου, της 20ής Μαου 1975, περί της προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις αναλυτικές τοξικοφαρμακολογικές και κλινικές προδιαγραφές και πρωτόκολλα στον τομέα των δοκιμών των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/003, σ. 54).
(7) - Δεύτερη οδηγία του Συμβουλίου, της 20ής Μαου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/003, σ. 66).
(8) - Βλ. την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1995, C-440/93, Scotia Pharmaceuticals (Συλλογή 1995, σ. Ι-2851).
(9) - Οι τροποποιήσεις αυτές είναι οι εξής:
- Νέα ένδειξη για τη θεραπεία της επίμονης συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας (06.10.81).
- Εισαγωγή νέου δισκίου των 12,5 mg (12.01.83).
- Προσθήκη νέας ενδείξεως σχετικά με τη θεραπεία της ελαφράς έως μετρίας υπερτάσεως με τη χρησιμοποίηση του Capoten ως συμπληρώματος της θεραπείας με θειαζιδικά όταν η θεραπεία με αυτά αποδεικνύεται ανεπαρκής (23.10.85).
-Τροποποίηση της ενδείξεως ώστε να περιλαμβάνεται η θεραπεία κάθε συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας (13.06.89).
- Τροποποίηση της ενδείξεως ώστε να περιλαμβάνεται η σε πρώτο στάδιο θεραπεία της ελαφράς έως μετρίας υπερτάσεως (01.06.90).
- Προσθήκη νέας ενδείξεως σχετικά με την αντιμετώπιση μετεμφραγματικών καταστάσεων (23.12.93).
- Προσθήκη νέας ενδείξεως σχετικά με τη θεραπεία της διαβητικής νεφροπάθειας (05.05.94).
(10) - Πρόκειται για τη βρετανική θυγατρική του ομίλου φαρμακευτικών εταιριών Generics. Ο όμιλος αυτός έχει θυγατρικές στα περισσότερα κράτη μέλη της Ευρωπαϋκής Ενώσεως και ελέγχεται κατά 63,25 % από τη Merck Generics BV, ολλανδική εταιρία holding. Η Generics δρα στο Ηνωμένο Βασίλειο ως παρασκευαστής και διανομέας φαρμάκων «κοινόχρηστης ονομασίας», δηλαδή ουσιών που πωλούνται υπό τη χημική ονομασία τους και όχι με σήμα όπως τα προϋόντα μη κοινόχρηστης ονομασίας.
(11) - Η επιστολή αυτή έχει ως εξής:
«Όπως γνωρίζετε, έχει γίνει μεγάλη συζήτηση με αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 4, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ όσον αφορά την αποκλειστικότητα των δεδομένων που προσκομίζονται σχετικά με τα αποτελέσματα των φαρμακολογικών, τοξικολογικών και κλινικών δοκιμών του αρχικού φαρμάκου.
Μετά από προσεκτική εξέταση, το MCA κατέληξε στο ότι το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) 541/95 της Επιτροπής, σχετικά με την εξέταση των τροποποιήσεων των όρων χορηγήσεως άδειας κυκλοφορίας, δείχνει τον τρόπο κατά τον οποίο μπορούν να προσδιοριστούν με διαφάνεια οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες πρέπει να αναγνωρίζεται αποκλειστικότητα στα δεδομένα επί των οποίων στηρίζονται αιτήσεις για την τροποποίηση υφισταμένων αδειών κυκλοφορίας.
Αποφασίστηκε ότι, όταν ο παρασκευαστής αρχικού φαρμάκου έχει προσθέσει νέα ένδειξη (κατά τη διάρκεια των δέκα τελευταίων ετών), τέτοια ώστε τώρα να απαιτείται βάσει του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) 541/95 της Επιτροπής νέα αίτηση, και όταν η τροποποίηση αυτή είτε αποτέλεσε το αντικείμενο νέας άδειας κυκλοφορίας είτε "ανατρέχει" στην αρχική άδεια κυκλοφορίας, τότε πρέπει να παρέχεται δεκαετής προστασία των νέων δεδομένων που κατατέθηκαν προς στήριξη της τροποποιήσεως. Επομένως, ο δεύτερος αιτών μπορεί να χρησιμοποιήσει τα κατατεθέντα από τον παρασκευαστή αρχικού φαρμάκου δεδομένα, επικαλούμενος το άρθρο 4, σημείο 8, στοιχείο αα, περίπτωση iii, όσον αφορά τροποποιήσεις που δεν πληρούν τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) 541/95 (...).»
(12) - Κανονισμός της Επιτροπής, της 10ης Μαρτίου 1995, σχετικά με την εξέταση των τροποποιήσεων των όρων χορηγήσεως άδειας κυκλοφορίας φαρμάκου εκ μέρους της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους (ΕΕ L 55, σ. 7).
(13) - Η Wellcome είναι μεγάλη επιχείρηση φαρμακευτικής έρευνας, εγκατεστημένη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τώρα, είναι θυγατρική της Glaxo Wellcome plc, η οποία συστάθηκε το 1995 όταν η Glaxo plc (πρώην Glaxo Holdings plc) απέκτησε τη Wellcome plc. Η Glaxo Wellcome plc είναι η μεγαλύτερη φαρμακευτική εταιρία στον κόσμο. Κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο στην παγκόσμια αγορά φαρμάκων που χορηγούνται κατόπιν ιατρικής συνταγής και έχει ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα έρευνας και αναπτύξεως φαρμάκων.
(14) - Η επέκταση των θεραπευτικών ενδείξεων και των δοσολογιών που εγκρίθηκαν κατά τα έτη αυτά μπορεί να συνοψιστεί σε δύο πίνακες, ο πρώτος από τους οποίους αφορά τα δισκία aciclovir και ο δεύτερος τις ενδοφλέβιες ενέσεις:
Άδειες κυκλοφορίας για τα δισκία Aciclovir
Άδειες για ενδοφλέβιες ενέσεις Aciclovir
(15) - Οι σχετικές άδειες που χορηγήθηκαν προηγουμένως στην Glaxo για την κυκλοφορία του ranitidine στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι οι εξής:
(16) - Οδηγία της Επιτροπής, της 19ης Ιουλίου 1991, για την τροποποίηση του παραρτήματος της οδηγίας 75/318 (ΕΕ L 270, σ. 32).
(17) - Standard Terms, PharmaEuropa, ειδ. έκδ., Οκτώβριος 1996.
(18) - Η επεξηγηματική σημείωση προς χρήση όσων ζητούν άδεια κυκλοφορίας φαρμάκου για ανθρώπινη χρήση εντός των κρατών μελών της Ευρωπαϋκής Κοινότητας, σημείωση η οποία περιέχεται στον τόμο ΙΙ των Οδηγιών στους υποβάλλοντες αίτηση για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας για φαρμακευτικά προϋόντα για ανθρώπινη χρήση στα κράτη μέλη της Ευρωπαϋκής Κοινότητας, έκδ. 1996, σ. 505 και 506, περιέχει τους ορισμούς της βιοδιαθεσιμότητας και της βιοϋσοδυναμίας. Βιοδιαθεσιμότητα είναι «η ταχύτητα και η έκταση που το δραστικό συστατικό ή η θεραπευτική ποσότητα μιας φαρμακευτικής μορφής απορροφάται και καθίσταται διαθέσιμη στο σημείο δράσεως. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι ουσίες προορίζονται να έχουν γενικό θεραπευτικό αποτέλεσμα, οπότε είναι δυνατόν να δοθεί πιο συγκεκριμένος ορισμός λαμβανομένου υπόψη ότι γίνονται ανταλλαγές μεταξύ της ουσίας που υφίσταται στη γενική κυκλοφορία και της ουσίας που υφίσταται στο σημείο δράσεως: ως βιοδιαθεσιμότητα νοείται η ταχύτητα και ο βαθμός διαδόσεως στη γενική κυκλοφορία μιας ουσίας ή της θεραπευτικής ποσότητας φαρμακευτικής μορφής». Το ίδιο έγγραφο ορίζει τη βιοϋσοδυναμία ως εξής: «Δύο φάρμακα είναι βιοϋσοδύναμα όταν πρόκειται περί φαρμακευτικών προϋόντων ισοδυνάμων ή υποκαταστάτων και όταν, στην ίδια μοριακή δόση, η ταχύτητα και ο βαθμός βιοδιαθεσιμότητας, μετά τη χορήγηση, είναι όμοια/όμοιος μέχρι του σημείου να έχουν ουσιαστικώς τα ίδια αποτελέσματα, όσον αφορά και την αποτελεσματικότητα και το αβλαβές».
(19) - Βλ. τις αποφάσεις της 16ης Απριλίου 1991, C-112/89, Upjohn (Συλλογή 1991, σ. Ι-1703, σκέψη 16), και της 30ής Νοεμβρίου 1983, 227/82, Van Bennekom (Συλλογή 1983, σ. 3883, σκέψη 17).
(20) - Οδηγία του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 1983, για την τροποποίηση των οδηγιών 65/65, 75/318 και 75/319 (ΕΕ L 332, σ. 1).
(21) - Αποφάσεις Scotia Pharmaceuticals, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 24, και της 12ης Νοεμβρίου 1996, C-201/94, Smith & Nephew και Primecrown, (Συλλογή 1996, σ. Ι-5819, σκέψη 30).
(22) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Lιger στην προαναφερθείσα υπόθεση Scotia Pharmaceuticals, σημεία 9 επ.
(23) - Πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 65/65.
(24) - Προαναφερθείσα απόφαση Scotia Pharmaceuticals, σκέψη 17.
(25) - Monardes, N.: La Historia medicinal de las cosas que se traen de nuestras Indias Occidentales (1565/1574), Ministerio de Sanidad y Consumo, Μαδρίτη, 1989. Στην εισαγωγή του έργου αυτού, ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι «σε διάφορα μέρη του κόσμου υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν ήταν γνωστά μέχρι την εποχή μας, που οι αρχαίοι δεν τα γνώριζαν και που ο χρόνος, ο οποίος αποκαλύπτει τα πάντα, μας τα έδειξε» (σ. 92 και 93). Στο κεφάλαιο που αφιερώνει στο «sangre de drago», το οποίο χρησιμοποιείτο για τους στομαχόπονους και το δυνάμωμα των ούλων, ο συγγραφέας αναφέρεται στις «χίλιες ανοησίες που είπαν οι αρχαίοι, τόσο Έλληνες όσο Λατίνοι και Άραβες», οι οποίες ξεπεράστηκαν διότι «ο χρόνος, ο οποίος αποκαλύπτει τα πάντα, μας τις αποκάλυψε και μας δίδαξε» (σ. 218 και 219).
(26) - COM(84) 437 τελικό, της 25ης Σεπτεμβρίου 1984, σημεία 14 και 15.
(27) - Βλ Leardini, P.: «Brevets», Joly communautaire, Παρίσι, Δεκέμβριος 1997.
(28) - Η τωρινή κατάσταση περιγράφεται από τον γενικό εισαγγελέα N. Fennelly στις προτάσεις του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Merck και Beecham (απόφαση της 6ης Ιουνίου 1996, C-267/95 και C-268/95, Συλλογή 1996, σ. Ι-6285, σημεία 75 έως 87 των προτάσεων).
(29) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με την καθιέρωση συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας για τα φάρμακα (ΕΕ L 182, σ. 1).
(30) - Το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει τον κανονισμό αυτόν, μεταξύ άλλων, με τις αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1995, C-350/92, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. Ι-1985)· της 23ης Ιανουαρίου 1997, C-181/95, Biogen (Συλλογή 1997, σ. Ι-357), και της 12ης Ιουνίου 1997, C-110/95, Yamanouchi Pharmaceutical (Συλλογή 1997, σ. Ι-3251).
(31) - Βλ. την οδηγία 86/609/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 1986, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς και άλλους επιστημονικούς σκοπούς (ΕΕ L 358, σ. 1).
(32) - Στην απόφασή του της 9ης Ιουλίου 1997, C-316/95, Generics (Συλλογή 1997, σ. Ι-3929), το Δικαστήριο εξέτασε υπό άλλο πρίσμα τη σχέση μεταξύ των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και των αδειών κυκλοφορίας φαρμάκων.
(33) - Βλ., ανωτέρω, τα σημεία 51 έως 55 των προτάσεών μου.
(34) - Αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 203/86, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 4563, σκέψη 14), και της 15ης Απριλίου 1997, C-22/94, The Irish Farmers Association κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. Ι-1809, σκέψη 34).
(35) - Αποφάσεις της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C-296/93 και C-307/93, Γαλλία και Ιρλανδία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-795, σκέψη 30)· της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-4973, σκέψη 90), και της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-331/88, Fedesa κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. Ι-4023, σκέψη 14).
(36) - Βλ., ανωτέρω, τα σημεία 45 έως 56 των προτάσεών μου.
(37) - Αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1989, 5/88, Wachauf (Συλλογή 1989, σ. 2609, σκέψη 15)· της 10ης Ιανουαρίου 1992, C-177/90, Kόhn (Συλλογή 1992, σ. Ι-35, σκέψη 16), και Γερμανία κατά Συμβουλίου, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 78.
Full & Egal Universal Law Academy