Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγή
1 Ένα από τα χαρακτηριστικά της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών είναι η περιοδική επιβολή εξισωτικής εισφοράς που έχει ως σκοπό την αποφυγή των διαταραχών που προκαλούν οι εισαγωγές από τρίτες χώρες σε τιμές θεωρούμενες αφύσικα χαμηλές. Η εισφορά επιβάλλεται οσάκις οι τιμές των εισαγομένων προϋόντων υπολείπονται κατά συγκεκριμένο ποσό της τιμής αναγωγής, η οποία καθορίζεται ετησίως. Ο εισαγωγέας στην υπό κρίση υπόθεση αρνείται την καταβολή της εισφοράς αυτής, που κλήθηκε να καταβάλει μετά την τελωνειακή διασάφηση από τις ελληνικές τελωνειακές αρχές, οι οποίες, παρά τις επίμονες οχλήσεις του, παρέλειψαν να τον πληροφορήσουν, κατά τον χρόνο της εισαγωγής, ότι η Επιτροπή είχε επιβάλει την εν λόγω εισφορά.
2 Κατά την απόφαση περί παραπομπής, η Covita, ελληνική βιομηχανική εταιρία, άρχισε να εισάγει νωπά κεράσια για βιομηχανική επεξεργασία, από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα, στις 28 Μαου 1992. Οι εν προκειμένω επίδικες εισαγωγές πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 24ης Ιουνίου και 1ης Ιουλίου. Τα κεράσια εισήχθησαν με διασαφήσεις του τελωνείου Σκύδρας υπό τον κωδικό κλάσεως ΣΟ 0809 20 10 09900. Όπως προκύπτει, η Covita γνώριζε ότι υπήρχε κίνδυνος επιβολής εξισωτικής εισφοράς, πράγμα που θα καθιστούσε ασύμφορες τις εισαγωγές της. Για τον λόγο αυτό επικοινωνούσε καθημερινά με το τελωνείο Σκύδρας, και μια φορά επικοινώνησε με το Υπουργείο Γεωργίας, με τηλετύπημα. Στις 3 Ιουλίου η Covita πληροφορήθηκε την επιβολή εισφοράς, από 24 Ιουνίου, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1591/92 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1992, περί καθιερώσεως εξισωτικής εισφοράς για την εισαγωγή κερασιών καταγωγής Βουλγαρίας (1), και έπαυσε αμέσως τις εισαγωγές. Ο κανονισμός 1591/92 κοινοποιήθηκε από την Επιτροπή προς το Υπουργείο Γεωργίας με τηλετύπημα της 29ης Ιουνίου 1992, το οποίο περιήλθε στην αρμόδια υπηρεσία στις 30 Ιουνίου (2). Το Υπουργείο κοινοποίησε τον κανονισμό στο τελωνείο Σκύδρας με τηλετύπημα της 2ας Ιουλίου το οποίο ελήφθη στις 3 Ιουλίου.
ΙΙ - Νομικό πλαίσιο
3 Ο μηχανισμός που διέπει την επιβολή της εξισωτικής εισφοράς προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών (3), όπως έχει τροποποιηθεί (4). Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει την καθιέρωση ποιοτικών κανόνων για ορισμένα προϋόντα, μεταξύ των οποίων και τα κεράσια «που προορίζονται να διατεθούν νωπά στον καταναλωτή». Το άρθρο 3 ορίζει ότι τα προϋόντα που πωλούνται ή παραδίδονται σε σταθμούς προετοιμασίας δεν υπόκεινται στην υποχρέωση τηρήσεως των κανόνων ποιότητας. Το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 899/87 της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 1987, που καθορίζει τους κανόνες ποιότητας για τα κεράσια και για τις φράουλες (5), θεσπίζει κανόνα ποιότητας για τα κεράσια «των ποικιλιών που προέρχονται από τα είδη Prunus avium L., Prunus cerasus L., ή τα υβρίδιά τους, τα οποία προορίζονται να παραδοθούν νωπά στους καταναλωτές, εξαιρουμένων των κερασιών που προορίζονται για βιομηχανική μεταποίηση». Τέσσερις είναι οι κατηγορίες που θεσπίζονται: «Extra» και κατηγορίες Ι, ΙΙ και ΙΙΙ.
4 Το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 1035/72 προβλέπει τον κατ' έτος καθορισμό τιμών αναγωγής που ισχύουν για το σύνολο της Κοινότητας. Το άρθρο 24, παράγραφος 2, προβλέπει τον υπολογισμό, για κάθε ημέρα αγοράς και για τα προϋόντα για τα οποία προβλέπεται τιμή αναγωγής, μια τιμή εισόδου «για ένα προϋόν της ποιοτικής κατηγορίας που ελήφθη υπόψη για τον καθορισμό της τιμής αναγωγής». «Αν η τιμή εισόδου ενός εισαγoμένου προϋόντος προελεύσεως τρίτης χώρας διατηρείται επί δύο συνεχείς ημέρες αγοράς σε επίπεδο κατώτερο τουλάχιστον κατά 0,6 ECU του επιπέδου της τιμής αναγωγής», το άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει ότι επιβάλλεται εξισωτική εισφορά.
5 Κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2587/91 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1991, για την τροποποίηση του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (6), πρόβλεπε την ακόλουθη δασμολογική κατάταξη για τα κεράσια:
«0809 Βερύκοκα, κεράσια, ροδάκινα (στα οποία περιλαμβάνονται και τα brugnons και nectarines), δαμάσκηνα και αγριοδαμάσκηνα, νωπά:
(...)
0809 20 - Κεράσια:
0809 20 10 - Από 1ης Μαου μέχρι 15 Ιουλίου
0809 20 90 - Από 16 Ιουλίου μέχρι 30 Απριλίου.»
6 Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 956/92 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1992, περί καθορισμού των τιμών αναγωγής των κερασιών για την περίοδο εμπορίας 1992 (7), καθόρισε τις τιμές αναγωγής για διάφορες περιόδους του έτους αυτού, για τα κεράσια με κωδικό κλάσεως ΣΟ 0809. Οι τιμές αυτές εκφράζονται σε «ECU ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους προϋόντων της ποιοτικής κατηγορίας Ι, όλων των μεγεθών που προσφέρονται συσκευασμένα».
7 Ο κανονισμός 1591/92 καθιέρωσε εξισωτική εισφορά ύψους 37,86 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα για τα κεράσια καταγωγής Βουλγαρίας (κωδικός ΣΟ ex 0809 20) και τέθηκε σε ισχύ στις 24 Ιουνίου 1992.
8 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (στο εξής: κανονισμός περί εισπράξεως) (8), ορίζει:
«Όταν οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν ότι το σύνολο ή μέρος του ποσού των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που οφείλεται νομίμως για εμπόρευμα που διασαφήθηκε σε τελωνειακό καθεστώς που συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογουμένου, προβαίνουν στην είσπραξη των δασμών που δεν καταβλήθησαν.
Εν τούτοις, η διαδικασία αυτή δεν δύναται να αναληφθεί μετά την εκπνοή προθεσμίας τριών ετών, που υπολογίζεται από την ημερομηνία βεβαιώσεως του αρχικού ποσού που δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογουμένου, ή, εφόσον δεν έλαβε χώρα βεβαίωση χρέους, από την ημερομηνία γενέσεως της σχετικής με το εμπόρευμα τελωνειακής οφειλής.»
9 Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού περί εισπράξεως ορίζει, καθόσον μας ενδιαφέρει:
«Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μην προβαίνουν σε ενέργειες εισπράξεως "εκ των υστέρων" ποσού εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν καταβλήθηκε συνεπεία λάθους αυτών των ιδίων των αρμοδίων αρχών που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο, ο οποίος, από μέρους του, ενήργησε καλοπίστως και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, όσον αφορά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως.»
10 Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (9), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3069/86 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1986 (10), ορίζει τα ακόλουθα:
«Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε ειδικές περιπτώσεις, εκτός από εκείνες που αναφέρονται στα μέρη Α έως Δ, οι οποίες προκύπτουν από περιστάσεις κατά τις οποίες δεν υπήρξε ούτε προφανής αμέλεια ούτε δόλος εκ μέρους του ενδιαφερομένου.
Οι περιστάσεις κατά τις οποίες είναι δυνατή η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου καθώς και οι λεπτομέρειες της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται για τον σκοπό αυτό, καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 25 [(11)]. Η επιστροφή ή η διαγραφή χρέους είναι δυνατό να προϋποθέτουν την πλήρωση ειδικών όρων.»
11 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1854/89 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1989, για τη βεβαίωση και τους όρους καταβολής των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή (12), προβλέπει ότι, κατ' αρχήν, η τελωνειακή οφειλή που γεννάται από την αποδοχή διασαφήσεως για τη θέση εμπορεύματος υπό τελωνειακό καθεστώς βεβαιώνεται μόλις υπολογισθεί, το αργότερο εντός δύο ημερών μετά την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή έδωσε την άδεια παράδοσης ή εξαγωγής του εμπορεύματος. Το άρθρο 3, παράγραφος 3, ορίζει:
«Σε περίπτωση γένεσης τελωνειακής οφειλής υπό συνθήκες διαφορετικές από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1, η βεβαίωση του αντίστοιχου ποσού πρέπει να πραγματοποιηθεί σε προθεσμία δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή:
α) υπολόγισε το ποσό των δασμών και
β) όρισε το πρόσωπο που είναι υποχρεωμένο να καταβάλει το ποσό αυτό.»
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1854/89 ορίζει:
«Οι προθεσμίες βεβαίωσης που προβλέπονται στο άρθρο 3 μπορούν να παραταθούν:
α) είτε για λόγους που έχουν σχέση με τη διοικητική οργάνωση των κρατών μελών, και ιδίως σε περίπτωση που λειτουργεί σύστημα κεντρικής λογιστικής υπηρεσίας·
β) είτε όταν, λόγω ειδικών περιστάσεων, η τελωνειακή αρχή δεν είναι σε θέση να τηρήσει τις εν λόγω προθεσμίες.
Οι προθεσμίες που έχουν παραταθεί σύμφωνα με τα παραπάνω δεν επιτρέπεται να υπερβούν τις 14 ημέρες.»
Το άρθρο 5 του κανονισμού 1854/89 ορίζει:
«Όταν το ποσό των δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή δεν βεβαιούται σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4 ή υπολογίζεται σε χαμηλότερο επίπεδο από το νομίμως οφειλόμενο ποσό, η βεβαίωση του ποσού των δασμών που πρέπει να εισπραχθεί ή υπολείπεται να εισπραχθεί πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσα σε προθεσμία δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή λαμβάνει γνώση της κατάστασης και είναι σε θέση να υπολογίσει το νομίμως οφειλόμενο ποσό και να ορίσει το πρόσωπο που οφείλει να καταβάλει το ποσό αυτό. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί σύμφωνα με το άρθρο 4.»
ΙΙΙ - Η διαδικασία ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων
12 Η Covita ζητεί την ακύρωση της από 21 Δεκεμβρίου 1992 αποφάσεως του τελωνείου Σκύδρας περί εκ των υστέρων επιβολής εξισωτικής εισφοράς για τα κεράσια καταγωγής Βουλγαρίας που εισήγαγε η εταιρία μεταξύ 24ης Ιουνίου και 1ης Ιουλίου 1992. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης (στο εξής: εθνικό δικαστήριο). Η Covita υποστήριξε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου:
- ότι η εξισωτική εισφορά που καθιερώθηκε με τον κανονισμό 1591/92 ισχύει μόνο για τα νωπά επιτραπέζια κεράσια τα οποία και μόνο υπόκεινται σε κανόνες ποιότητας,
- ότι η τελωνειακή αρχή δεν μπορεί να επιβάλει πρόσθετους δασμούς μετά τον εκτελωνισμό των εμπορευμάτων, και
- ότι η εκ των υστέρων επιβολή της εισφοράς συνιστά προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της.
13 Το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Κοινότητας επί των ακολούθων ερωτημάτων:
«1) Οι όροι "ιδιαίτερες περιστάσεις" και "λάθος των αρμόδιων αρχών" που χρησιμοποιούνται, αντίστοιχα, στα άρθρα 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/1979 του Συμβουλίου και 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/1979 του Συμβουλίου μπορούν να ερμηνευτούν ότι περιλαμβάνουν, ο καθένας χωριστά ή σε συνδυασμό τόσο μεταξύ τους όσο και με τυχόν άλλες διατάξεις ή αρχές που προσιδιάζουν προς το υπό έρευνα θέμα, και την περίπτωση κατά την οποία ο καλόπιστος εισαγωγέας παρέλαβε με άδεια της τελωνειακής αρχής και διέθεσε στην κατανάλωση τα εισαχθέντα από τρίτη χώρα προϋόντα, χωρίς να καταβάλει την επιβληθείσα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1591/1992 της Επιτροπής εξισωτική εισφορά, όταν τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι η αρμόδια τελωνειακή αρχή δεν εγνώριζε την ύπαρξη του τελευταίου αυτού κανονισμού είτε λόγω ανυπαρξίας μηχανισμού έγκαιρης ενημέρωσής της για τη θέσπιση κοινοτικού κανόνα δικαίου άμεσης εφαρμογής είτε στον πλημμελή συντονισμό μεταξύ των εμπλεκομένων κοινοτικών και εθνικών οργάνων είτε σε οποιοδήποτε άλλο λόγο που δεν σχετίζεται πάντως με ενέργεια του εισαγωγέα ή για την εκ των υστέρων επιβολή της εξισωτικής εισφοράς αρκεί μόνη η έκδοση του κανονισμού;
2) Οι προθεσμίες που τάσσονται από τα άρθρα 3 και 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1854/1985 του Συμβουλίου, για τη βεβαίωση τελωνειακής οφειλής είναι αποκλειστικές, με την έννοια ότι η άπρακτη παρέλευσή τους αποδυναμώνει το δικαίωμα της τελωνειακής αρχής να προβεί στη βεβαίωση και είσπραξη εξισωτικής εισφοράς; Περαιτέρω, εάν δεν συντρέχει έκτακτη περίσταση ή περιστατικό ανώτερης βίας, η πάροδος χρονικού διαστήματος πέντε και πλέον μηνών από τότε που η τελωνειακή αρχή έλαβε γνώση της κατάστασης και ήταν σε θέση να υπολογίσει το οφειλόμενο ποσό μπορεί να θεωρηθεί ότι υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο εντός του οποίου όφειλε να ενεργήσει;
3) Η επιβολή της επίδικης εξισωτικής εισφοράς αφορά μόνο τα νωπά κεράσια επιτραπέζιας χρήσης ή και τα προοριζόμενα για βιομηχανική επεξεργασία;»
IV - Παρατηρήσεις και ανάλυση
14 Γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Covita, η Ελληνική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων.
15 Δεδομένου ότι η απάντηση στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα παρέλκει αν διαπιστωθεί ότι η εξισωτική εισφορά του κανονισμού 1591/92 δεν ισχύει για τα εισαγόμενα κεράσια που προορίζονται για βιομηχανική επεξεργασία, εύλογο είναι να εξεταστεί πρώτα το τρίτο ερώτημα.
i) Το τρίτο ερώτημα
16 Η Covita υποστηρίζει ότι η εξισωτική εισφορά του άρθρου 1 του κανονισμού 1591/92 για τα κεράσια (κωδικός ΣΟ ex 0809 20) καταγωγής Βουλγαρίας δεν ισχύει για τα κεράσια που εισήγαγε. Η εισφορά επιβάλλεται στα κεράσια που υπόκεινται σε κανόνες ποιότητας κατά τον κανονισμό 1035/72, ιδίως της κατηγορίας Ι, για τα οποία εξάλλου υπολογίζεται η τιμή αναγωγής. Αποκλείονται δηλαδή, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 1035/72, τα κεράσια που προορίζονται για βιομηχανική μεταποίηση. Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη χρήση του προθέματος «ex», στο άρθρο 1 του κανονισμού 1591/92. Αυτό σημαίνει μια υποκατηγορία, μέρος (extrait) της γενικότερης δασμολογικής κατηγορίας. Η Covita υποστηρίζει ότι η κατηγορία αυτή χωρίζεται στα βύσινα (0809 20 20) και τα κεράσια (0809 20 40), τα οποία διακρίνονται περαιτέρω σε επιτραπέζια κεράσια (0809 20 40 01000), που προορίζονται να διατεθούν νωπά στον καταναλωτή, και σε άλλα (0809 20 40 09000), δηλαδή τα προοριζόμενα για βιομηχανική μεταποίηση (13). Το πρόθεμα «ex» χρησιμοποιήθηκε γι' αυτό τον λόγο και όχι για να περιορίσει την κατηγορία εμπορευμάτων που υπόκεινται στην εισφορά στα (εισαγόμενα για όλους τους σκοπούς) κεράσια καταγωγής Βουλγαρίας. Η Covita επικαλείται ορισμένες κοινοτικές πράξεις στις οποίες το πρόθεμα «ex» φέρεται ρητά ότι σημαίνει ότι τα οικεία προϋόντα είναι αυτά που αντιστοιχούν σε στενότερη, ειδικότερη περιγραφή από αυτή που αντιπροσωπεύει η χρήση μόνο του κωδικού κλάσεως (14).
17 Η Ελληνική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι όλα τα κεράσια καταγωγής Βουλγαρίας υπόκεινται στην εισφορά δεδομένου ότι δεν υπάρχει ρητή εξαίρεση. Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το πρόθεμα «ex» σημαίνει ότι η εισφορά επιβάλλεται αποκλειστικά στα κεράσια του κωδικού κλάσεως ΣΟ 0809, αποκλειομένων των άλλων φρούτων που μνημονεύονται στην κλάση αυτή. Η Επιτροπή δεν εξετάζει ρητά το ζήτημα της χρήσεως του προθέματος «ex», αλλά υποστηρίζει ότι ο λόγος για τον οποίο η τιμή εισόδου, η οποία λαμβάνεται υπόψη για να κριθεί αν πρέπει να επιβληθεί εξισωτική εισφορά, υπολογίζεται για συγκεκριμένη κατηγορία κερασιών είναι απλώς να εξασφαλίζεται η δυνατότητα συγκρίσεως με την τιμή αναγωγής που καθορίζεται για την ίδια κατηγορία (εν προκειμένω την κατηγορία Ι). Η εισφορά εφαρμόζεται σε όλα τα κεράσια που εισάγονται από την οικεία τρίτη χώρα. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η έκδοση της Συνδυασμένης Ονοματολογίας την οποία επικαλείται η Covita δεν είναι η ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο (15).
18 Κατά τη γνώμη μου η εξισωτική εισφορά που επέβαλε ο κανονισμός 1591/92 ίσχυε, κατά την περίοδο εφαρμογής της, για όλα τα κεράσια καταγωγής Βουλγαρίας. Η τιμή αναγωγής και η τιμή εισόδου καθορίζονται για προϋόντα μιας μόνο κατηγορίας σύμφωνα με τα άρθρα 24, παράγραφος 2, και 25, παράγραφος 1, αντιστοίχως, του κανονισμού 1035/72 προκειμένου να επιτυγχάνεται η σύγκριση ομοίου με όμοιο. Ούτε από τον κανονισμό 1035/72 ούτε από τους κανονισμούς 956/92 και 1591/92 προκύπτει η πρόθεση, είτε γενικώς είτε στη συγκεκριμένη περίπτωση, να περιοριστεί η επιβολή εξισωτικής εισφοράς στα προϋόντα της κατηγορίας που επιλέγεται ενόψει αυτής της συγκρίσεως. Το επιχείρημα της Covita θα απέκλειε από το πεδίο εφαρμογής της εξισωτικής εισφοράς όχι μόνο τα προϋόντα που εισάγονται με προορισμό τη βιομηχανική μεταποίηση αλλά και τα προοριζόμενα να καταναλωθούν νωπά που ανταποκρίνονται σε κανόνα ποιότητας διαφορετικό από αυτόν σε σχέση με τον οποίο υπολογίστηκε η τιμή αναγωγής. Αυτό θα αντέβαινε στο κείμενο και στην οικονομία των άρθρων 23 έως 25 του κανονισμού 1035/72, που αναφέρονται σε αντιπροσωπευτικές τιμές αναγωγής και εισόδου. Εξάλλου, η άποψη της Covita θα απέκλειε οριστικά την επιβολή εξισωτικής εισφοράς στα κεράσια που εισάγονται με σκοπό τη βιομηχανική μεταποίηση, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 1035/72, αυτά δεν απαιτείται να ανταποκρίνονται σε κανόνες ποιότητας.
19 Κανένας διάδικος δεν επικαλέστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κάποιον ορισμό του προθέματος «ex» υπό γενική έννοια, από την κοινοτική δασμολογική νομοθεσία (16). Ούτε ζητείται η ερμηνεία του από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει, σε πολλές υποθέσεις, διατάξεις στις οποίες χρησιμοποιείται το πρόθεμα αυτό, χωρίς πάντως να διατυπώσει κρίση ως προς τη σημασία του (17). Ωστόσο το πρόθεμα «ex» χρησιμοποιείται ευρέως και, σε μερικές περιπτώσεις, δίνεται ο ορισμός του στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κοινοτικού μέτρου του τελωνειακού ή συναφούς τομέα. Το ακόλουθο χωρίο είναι σύνηθες και απαντά, μεταξύ άλλων, σε κανονισμούς που εκδόθηκαν λίγο πριν ή μετά τον κανονισμό 1591/92 (18):
«Με την επιφύλαξη των κανόνων για την ερμηνεία του κοινού δασμολογίου, η διατύπωση της περιγραφής των εμπορευμάτων θεωρείται πως έχει μόνον ενδεικτική αξία, ενώ το προτιμησιακό καθεστώς καθορίζεται, στο πλαίσιο του παραρτήματος αυτού, από την έκταση εφαρμογής των κωδικών ΣΟ. Εκεί που το "ex" υπάρχει μπροστά στον κωδικό ΣΟ, το προτιμησιακό καθεστώς καθορίζεται από την έκταση εφαρμογής του κωδικού ΣΟ και της αντίστοιχης περιγραφής.»
20 Η έννοια αυτής της διατύπωσης, όπου χρησιμοποιείται, πρέπει να είναι λογικά ότι η εφαρμογή ενός κοινοτικού μέτρου περιορίζεται σε μια ειδικά περιγραφόμενη κατηγορία των προϋόντων που περιλαμβάνει ο κωδικός ΣΟ, μπροστά από τον οποίο υπάρχει το πρόθεμα «ex». Το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται και από την εξέταση των κωδικών και των περιγραφών που χρησιμοποιούν οι κοινοτικοί κανονισμοί στους οποίους το πρόθεμα «ex» χρησιμοποιείται χωρίς να ορίζεται το περιεχόμενό του. Στο τυχαίο παράδειγμα που εξέτασα, η περιγραφή των προϋόντων υπό κωδικό «ex» είναι, εν πάση περιπτώσει, στενότερη από αυτήν που χρησιμοποιεί το Κοινό Δασμολόγιο ή η Συνδυασμένη Ονοματολογία που ισχύουν κατά τον χρόνο εκδόσεως του κανονισμού (19).
21 Επιπλέον μια πράξη είναι δυνατόν να παραθέτει ένα συγκεκριμένο κωδικό ΚΔ ή ΣΟ πολλές φορές, κάθε φορά με την ένδειξη «ex» ακολουθούμενη από την περιγραφή μιας διαφορετικής υποκατηγορίας προϋόντων που εμπίπτουν σε αυτόν τον κωδικό. Συγκεκριμένα ο κωδικός «ex» 8542 11 99 απαντά πολλές φορές στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΟΚ) 3393/89 του Συμβουλίου, της 16ης Οκτωβρίου 1989, περί προσωρινής αναστολής των αυτόνομων δασμών του κοινού δασμολογίου για ορισμένα βιομηχανικά προϋόντα (μικροηλεκτρονικής και συναφών τομέων) (20), που ερμήνευσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Analog Devices, με ποικιλία περιγραφών προϋόντων που εμπίπτουν στον κωδικό αυτό, όπως οριοθετείται με τον κανονισμό 2658/87 (21).
22 Δεν υπάρχει βεβαίως διαφορά, πλην της εννοιολογικής, μεταξύ της ερμηνείας που προτείνει η Covita και αυτής που προτείνει η Ελληνική Κυβέρνηση: ο «κωδικός ex» αναφέρεται σε μια κατηγορία προϋόντων η οποία αποτελεί μέρος της ευρύτερης κατηγορίας την οποία καλύπτει ο κωδικός· αναφέρεται δηλαδή αποκλειστικά σ' αυτήν τη στενότερη κατηγορία. Είναι πάντως σαφές ότι η εξήγηση που προτείνει η Ελληνική Δημοκρατία στη συγκεκριμένη περίπτωση του κανονισμού 1591/92 δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Δεν ήταν ανάγκη να αναγραφεί το πρόθεμα «ex» πριν από τον κωδικό 0809 20 προκειμένου να περιοριστεί η εφαρμογή της εξισωτικής εισφοράς στα κεράσια, σε αντιδιαστολή με τα λοιπά φρούτα που εμπίπτουν στον κωδικό 0809, δεδομένου ότι αυτό επιτυγχάνεται ήδη με τη χρήση των ψηφίων 20. Εξάλλου, είναι επίσης σαφές, αντίθετα με την άποψη της Covita, ότι από τη χρήση των κερασιών της κατηγορίας Ι ως κοινής βάσεως για τον προσδιορισμό των τιμών αναγωγής και εισόδου και επομένως της εξισωτικής εισφοράς δεν προκύπτει σιωπηρά περιορισμός ως προς την κατηγορία κερασιών που εμπίπτουν στον κωδικό 0809 20 αποκλειομένων είτε των κερασιών που προορίζονται για βιομηχανική μεταποίηση είτε όλων των κερασιών πλην αυτών της κατηγορίας Ι. Όπως παρατήρησα ήδη, η χρησιμοποίηση μιας μόνο κατηγορίας κερασιών γίνεται για λόγους συγκρίσεως ομοίου με όμοιο, ενόψει της εκτιμήσεως της ανάγκης επιβολής και του επιπέδου εξισωτικής εισφοράς γενικής εφαρμογής.
23 Εν πάση περιπτώσει, το συμπέρασμα που συνάγεται βάσει της νομοθετικής πρακτικής είναι ότι ο όρος «κωδικός ex» πρέπει να συνοδεύεται από λεπτομερή περιγραφή της στενότερης κατηγορίας προϋόντων στην οποία εφαρμόζεται και όχι από απλώς σιωπηρό ή θεωρητικό περιορισμό. Στην προκειμένη υπόθεση, ο μόνος ρητός περιορισμός στον κανονισμό 1591/92 ως προς την επιβολή της εξισωτικής εισφοράς στα κεράσια είναι η καταγωγή τους από τη Βουλγαρία (22). Πάντως, ο προσδιορισμός της τρίτης χώρας καταγωγής προκύπτει από τον κανονισμό 1035/72 και δεν επηρεάζει την κατάταξη του προϋόντος.
24 Κανένας ρητός περιορισμός του πεδίου εφαρμογής της εξισωτικής εισφοράς δεν συνάγεται από το γεγονός ότι ο κωδικός CN 0809 20 χωριζόταν περαιτέρω κατά τον κρίσιμο χρόνο με αναφορά σε δύο χρονικές περιόδους: από 1ης Μαου μέχρι 15 Ιουλίου (0809 20 10) και από 16 Ιουλίου μέχρι 30 Απριλίου (0809 20 90). Πάντως, αν υποτεθεί ότι συνάγεται σιωπηρός μόνο περιορισμός της συνήθως καλυπτομένης κατηγορίας προϋόντων από τη χρήση του όρου «κωδικός ex», νομίζω ότι ο πιο εύλογος περιορισμός είναι ο περιορισμός κατά τη χρονική περίοδο. Αν ληφθεί υπόψη η ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 1591/92 κατά το άρθρο 2 (24 Ιουνίου 1992), είναι πιθανό να θέλησε ο νομοθέτης να υποδείξει, αφού η εξισωτική εισφορά δεν εφαρμόζεται αναδρομικά, ότι επιβάλλεται μόνο στα κεράσια του κωδικού 0809 20 που εισήχθησαν μετά την εν λόγω ημερομηνία.
25 Καμία από αυτές τις πιθανές ερμηνείες δεν βοηθεί την Covita· νομίζω ότι η ερμηνεία που προτείνει η επιχείρηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να δώσει την απάντηση στο τρίτο ερώτημα ότι η εξισωτική εισφορά που επιβλήθηκε με τον κανονισμό 1591/92 ισχύει για τα κεράσια που προορίζονται για μεταποίηση.
ii) Το πρώτο ερώτημα
26 Η Covita αναφέρεται στις τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού περί εισπράξεως ώστε οι αρμόδιες εθνικές αρχές να μην προβούν στην εκ των υστέρων είσπραξη, δηλαδή: i) ότι η εισφορά δεν επιβλήθηκε συνεπεία λάθους αυτών των ιδίων των αρμοδίων αρχών, ii) ότι το λάθος δεν μπορούσε λογικά να ανακαλυφθεί από τον καλόπιστο εισαγωγέα και iii) ότι ο εισαγωγέας τήρησε όλες τις περί τελωνειακής διασαφήσεως διατάξεις. Το εθνικό δικαστήριο δέχεται ότι συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση και ότι η Covita ενήργησε καλόπιστα. Η Covita υποστηρίζει ότι η εκ μέρους του τελωνείου Σκύδρας διαβεβαίωση περί μη επιβολής εισφοράς συνιστά σφάλμα που καταλογίζεται στην αρμόδια τελωνειακή αρχή κατά την έννοια της πρώτης προϋποθέσεως.
27 Σχετικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, η Covita παρατηρεί ότι έχει περιορισμένη επαγγελματική πείρα δεδομένου ότι ιδρύθηκε μόλις το 1991. Προσθέτει δε ότι από το τηλετύπημα της Επιτροπής προς το ελληνικό Υπουργείο Γεωργίας της 29ης Ιουνίου 1992, με το οποίο η Επιτροπή ενημέρωσε το Υπουργείο για την επιβολή της εξισωτικής εισφοράς, προκύπτει ότι το τεύχος της Επίσημης Εφημερίδας της 23ης Ιουνίου 1992 στο οποίο δημοσιεύθηκε ο κανονισμός 1591/92 δεν είχε κυκλοφορήσει πριν από την ημερομηνία εκείνη. Η Covita υποστηρίζει επίσης ότι δεν μπορεί να θεωρείται ότι η ίδια γνωρίζει περισσότερα από την αρμόδια τελωνειακή αρχή σχετικά με τους επιβαλλομένους δασμούς. Αυτός ο συνδυασμός περιστάσεων συνιστά επίσης «ειδική περίπτωση» (ιδιαίτερες περιστάσεις) κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79, δεδομένου ότι δεν υπήρξε δόλος ή προφανής αμέλεια εκ μέρους της.
28 Η Γαλλική Δημοκρατία και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η απλή αποδοχή των τελωνειακών διασαφήσεων της Covita από το τελωνείο Σκύδρας επί πολύ μικρό χρονικό διάστημα δεν συνιστά σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού περί εισπράξεως, αντίθετα με την περίπτωση στην υπόθεση Hewlett Packard (23). Η Ελληνική, η Γαλλική Δημοκρατία και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η Covita μπορούσε λογικά να διαπιστώσει την επιβολή της εξισωτικής εισφοράς συμβουλευόμενη τη νομοθετική πηγή, την Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (24). Για τον ίδιο λόγο η Covita πρέπει να θεωρηθεί ότι επέδειξε προφανή αμέλεια κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο στην προκειμένη περίπτωση διότι, λαμβανομένων υπόψη των τιμών στην αγορά, η Covita μπορούσε να αναμένει, και πράγματι ανέμενε, την επιβολή εξισωτικής εισφοράς. Μόνον η απόδειξη ότι το οικείο τεύχος της Επίσημης Εφημερίδας δεν κυκλοφόρησε εγκαίρως θα ενίσχυε τη θέση της Covita. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι επικοινώνησε απευθείας με το ελληνικό Υπουργείο Γεωργίας σχετικά με την έκδοση του κανονισμού 1591/92 δεν μπορεί να ληφθεί ως τέτοια απόδειξη. Η Ελληνική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι η εκ των υστέρων είσπραξη θα ήταν πάντα αδύνατη αν δεν εθεωρείτο ότι οι έμποροι γνωρίζουν περισσότερα από τις τελωνειακές αρχές και ότι κατά συνέπεια έχουν την υποχρέωση να επιδιώκουν οι ίδιοι να εξακριβώνουν ποιοι δασμοί επιβάλλονται στα εμπορεύματά τους.
29 Όσον αφορά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού περί εισπράξεως, από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εφαρμόσει τις διατάξεις αυτές υπό το φως των πραγματικών περιστάσεων της υποθέσεως (25). Οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούν να προβούν σε ενέργειες εκ των υστέρων εισπράξεως δασμών που δεν καταβλήθηκαν αν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2 (26). Λάθος των ιδίων των τελωνειακών αρχών θεωρείται ότι προκύπτει μόνον από πράξεις των αρχών αυτών (27), και κατά κανόνα δεν προκύπτει από την αρχική αποδοχή της τελωνειακής διασαφήσεως κατά την εισαγωγή, που γίνεται υπό την επιφύλαξη διενεργείας περαιτέρω ελέγχων (28). Προκειμένου να εξεταστεί το ερώτημα αν ο καλόπιστος φορολογούμενος μπορούσε λογικά να διαπιστώσει το σφάλμα των τελωνειακών αρχών, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη «τη φύση του σφάλματος, την επαγγελματική πείρα των συγκεκριμένων εμπόρων και τον βαθμό επιμέλειας που επέδειξαν» (29).
30 Σχετικά με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού περί εισπράξεως και ειδικότερα ως προς το ζήτημα αν ο καλόπιστος εισαγωγέας μπορεί λογικά να ανακαλύψει ενδεχόμενο λάθος, παγίως νομολογείται ότι ο επιμελής έμπορος που έχει αποκτήσει πείρα στις εισαγωγές και στις εξαγωγές θεωρείται ότι θα συμβουλευθεί την Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων προκειμένου να ενημερωθεί σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο που διέπει τις συναλλαγές τις οποίες επιχειρεί. Συγκεκριμένα, σε αμφότερες τις υποθέσεις Binder (30) και Behn Verpackungsbedarf (31), το Δικαστήριο έκρινε ότι ο έμπορος αυτός δεν μπορεί να βασίζεται στους συντελεστές που αναγράφονται σε ένα εθνικό δασμολόγιο χρήσεως για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δασμολογικού συντελεστή. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι είναι δυνατόν να απαιτηθεί από τον έμπορο να είναι καλύτερα πληροφορημένος από την αρμόδια εθνική αρχή (32). Κατά τη γνώμη μου ο ίδιος συλλογισμός πρέπει να ισχύσει και για τις διαβεβαιώσεις του τελωνείου Σκύδρας προς την Covita. Το εθνικό δικαστήριο, έργο του οποίου είναι να εκτιμήσει τα στοιχεία της καλής πίστεως και της απαιτουμένης επιμέλειας στην περίπτωση ενός εμπόρου όπως η Covita, οφείλει να λάβει υπόψη το γεγονός ότι οι τακτικές του ερωτήσεις τείνουν μεν να αποδείξουν την καλή του πίστη, πλην όμως ίσως αποδεικνύουν και την επίγνωσή του ότι κινείται σε τομέα με υψηλό βαθμό κινδύνου. Τα υψηλά κέρδη συμβαδίζουν με υψηλό κίνδυνο. Η αποτελεσματικότητα της επιβολής μιας εξισωτικής εισφοράς θα υπονομευόταν αν οι έμποροι μπορούσαν να την αποφύγουν, επικαλούμενοι, έστω και ειλικρινώς, άγνοια της ύπαρξής της.
31 Στο σημείο αυτό η θέση της Covita θα ενισχυόταν μόνον αν το τεύχος της Επίσημης Εφημερίδας της 23ης Ιουνίου 1992 δεν είχε κυκλοφορήσει στην ελληνική γλώσσα κατά την ημερομηνία που αναγράφεται στο εξώφυλλό του. Στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Covita είχε πληροφορηθεί την έκδοση του κανονισμού 1591/92 (33). Επιπλέον, η εξισωτική εισφορά δεν θα επιβαλλόταν πριν από την ημερομηνία της δημοσιεύσεως, δεδομένου ότι δεν υπήρχε ρητή πρόθεση να ισχύσει αναδρομικά ο κανονισμός 1591/92 (34). Αν δεν αποδεικνύεται το αντίθετο, ένας κανονισμός πρέπει να θεωρείται ότι δημοσιεύεται σε ολόκληρη την Κοινότητα κατά την ημερομηνία που αναγράφεται στο τεύχος της Επίσημης Εφημερίδας όπου παρατίθεται το κείμενο του (35). Σημασία έχει πάντως ότι το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην πραγματική ημερομηνία δημοσιεύσεως που είναι αυτή κατά την οποία το οικείο τεύχος είναι πράγματι διαθέσιμο στο Γραφείο Επισήμων Δημοσιεύσεων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, στο Λουξεμβούργο (36). Αν η ημερομηνία που φέρει το οικείο τεύχος διαφέρει από την πραγματική ημερομηνία δημοσιεύσεως πρέπει να ληφθεί υπόψη η τελευταία, προκειμένου να εκτιμηθούν οι πληροφορίες που είχε στη διάθεσή της η Covita. Εξάλλου, η ημερομηνία κατά την οποία ένας κανονισμός θεωρείται ότι δημοσιεύθηκε δεν πρέπει να ποικίλλει ανάλογα με το αν η Επίσημη Εφημερίδα είναι διαθέσιμη στο έδαφος κάθε κράτους μέλους, και δεν λαμβάνονται υπόψη ενδεχόμενες καθυστερήσεις που σημειώνονται παρά τις προσπάθειες να διασφαλιστεί η ταχεία διανομή της Επίσημης Εφημερίδας (37). Το ζήτημα της καθυστερήσεως κατά τη δημοσίευση, στο Λουξεμβούργο, της Επίσημης Εφημερίδας της 23ης Ιουνίου 1992 είναι ζήτημα που θα κριθεί από το εθνικό δικαστήριο (38). Θα παρατηρήσω πάντως ότι το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή ενημέρωσε απευθείας, με τηλετύπημα ή τηλεαντίγραφο, τις ελληνικές αρχές για την έκδοση του κανονισμού 1591/92 δεν συνιστά, κατά τη γνώμη μου, απόδειξη καθυστερημένης δημοσιεύσεως.
32 Δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται ενώπιον του Δικαστηρίου ότι καθυστέρησε η δημοσίευση της Επίσημης Εφημερίδας και δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού περί εισπράξεως πρέπει να πληρούνται όλες, είναι περιττό να εξετάσω το ζήτημα αν υπήρξε εν προκειμένω σφάλμα οφειλόμενο σε πράξη των αρμοδίων αρχών.
33 Στην υπόθεση Hewlett Packard το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 και το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού περί εισπράξεως επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό «που είναι να περιορίζεται η καταβολή εκ των υστέρων των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών στις περιπτώσεις όπου είναι δικαιολογημένη και συμβιβάζεται με τη θεμελιώδη αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης» (39). Το Δικαστήριο συνέχισε:
«Υπό το πρίσμα αυτό, η δυνατότητα διαγνώσεως του λάθους, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, ισοδυναμεί με προφανή αμέλεια ή δόλο κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, εις τρόπον ώστε οι προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής του κανονισμού 1430/79 πρέπει να εξετάζονται υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79» (40).
34 Οι δύο προϋποθέσεις του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79 είναι και αυτές σωρρευτικές: ότι υπάρχει ειδική περίπτωση και ότι ο έμπορος ενήργησε χωρίς δόλο ή αμέλεια (41). Όπως είδαμε, η δεύτερη προϋπόθεση συνδέεται με το ερώτημα αν το σφάλμα μπορεί να ανακαλυφθεί, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού περί εισπράξεως (42). Καίτοι οι συνθήκες υπό τις οποίες λειτουργεί η Covita είναι, από ορισμένες σκοπιές, οι συνθήκες των εγκατεστημένων μακριά από την Αθήνα, σχετικά μικρών εταιριών, προσφευγουσών στην υπόθεση Ορυζόμυλοι Καβάλας κατά Επιτροπής (43), νομίζω ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εταιρία δεν επέδειξε αμέλεια κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, εκτός αν αποδειχθεί ότι το ελληνικό κείμενο του κανονισμού 1591/92 δεν ήταν διαθέσιμο στο Γραφείο Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων κατά την κρίσιμη περίοδο ή μέρος αυτής. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι περιττό να εξετάσω το ζήτημα αν υπήρχε ειδική περίπτωση κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου.
iii) Το δεύτερο ερώτημα
35 Με το ερώτημα αυτό το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν, όπως υποστηρίζει η Covita, οι προθεσμίες των άρθρων 3 και 5 του κανονισμού 1854/89 είναι αποκλειστικές και η μη τήρησή τους έχει αυτομάτως ως συνέπεια ότι εμποδίζει τη μεταγενέστερη βεβαίωση και είσπραξη του δασμού.
36 Η Γαλλική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζουν ότι οι προθεσμίες που τάσσει ο κανονισμός 1854/89 σκοπούν απλώς στην εναρμόνιση όσον αφορά την πρακτική της βεβαιώσεως και επομένως την εναρμόνιση των συνθηκών του ανταγωνισμού στην Κοινότητα καθώς και τον προσδιορισμό του χρονικού σημείου της μεταφοράς πόρων στον κοινοτικό προϋπολογισμό και δεν αφορούν την εκ των υστέρων είσπραξη δασμών. Επιπλέον, η Γαλλική Δημοκρατία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η ημερομηνία ενάρξεως της περιόδου στην οποία αναφέρεται το άρθρο 5 του κανονισμού 1854/89, όταν δηλαδή οι τελωνειακές αρχές είναι σε θέση να υπολογίσουν την τελωνειακή οφειλή, δεν είναι κατά κανόνα γνωστή στους εμπόρους. Οι προαναφερθέντες, καθώς και η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζουν ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού περί εισπράξεως προβλέπει τη μοναδική προθεσμία στο κοινοτικό δίκαιο για ενέργειες εισπράξεως. Η Γαλλική Δημοκρατία παρατηρεί ότι η πρόβλεψη στη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 2, παράγραφος 1, περί υπολογισμού της τριετούς προθεσμίας για την είσπραξη στην περίπτωση που δεν έγινε βεβαίωση της τελωνειακής οφειλής αποδεικνύει ότι η παράλειψη αυτή δεν επηρεάζει το δικαίωμα των τελωνειακών αρχών να εισπράξουν το σχετικό ποσό.
37 Συμφωνώ με όλα τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν η Γαλλική Δημοκρατία, η Ελληνική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο καθώς και η Επιτροπή κατά της ερμηνείας των άρθρων 3 και 5 του κανονισμού 1854/89 ως προβλεπόντων αποκλειστικές προθεσμίες για την εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών. Είναι σαφές ότι οι προσθεσμίες στις διατάξεις αυτές αφορούν τη βεβαίωση και όχι την είσπραξη των οικείων ποσών και προβλέφθηκαν για λόγους λογιστικούς και όχι για να ιδρύσουν δικαιώματα υπέρ των εμπόρων. Νομίζω ότι αυτό αποδεικνύεται σαφώς από την ύπαρξη χωριστής τριετούς προθεσμίας για την εκ των υστέρων είσπραξη, στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού περί εισπράξεως και ειδικότερα από το γεγονός ότι προβλέπεται ως έναρξη της προθεσμίας αυτής είτε η ημερομηνία βεβαιώσεως της τελωνειακής οφειλής ή, αν δεν έγινε βεβαίωση, η ημερομηνία γενέσεως της τελωνειακής οφειλής. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, προβλέπει τη μοναδική προθεσμία για την εκ των υστέρων είσπραξη τελωνειακών οφειλών.
V - Πρόταση
38 Υπό το φως των προεκτεθέντων προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα:
1) Η εξισωτική εισφορά που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1591/92 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1992, περί καθιερώσεως εξισωτικής εισφοράς κατά την εισαγωγή κερασιών καταγωγής Βουλγαρίας, εφαρμόζεται στα κεράσια που προορίζονται για βιομηχανική επεξεργασία.
2) Ο έμπορος που έχει αποκτήσει ορισμένη πείρα στις εισαγωγές και εξαγωγές δεν μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών, ούτε του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, αν είχε τη δυνατότητα να ενημερωθεί ο ίδιος για τους κανόνες κοινοτικού δικαίου που διέπουν τις συναλλαγές του, συμβουλευόμενος την Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων και δεν το έπραξε.
3) Οι προθεσμίες που προβλέπουν τα άρθρα 3 και 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1854/89 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1989, για τη βεβαίωση και τους όρους καταβολής των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή, δεν αποκλείουν το δικαίωμα των αρμοδίων τελωνειακών αρχών να προβούν στην εκ των υστέρων είσπραξη δασμών, η οποία υπόκειται στην προθεσμία που τάσσει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1697/79.
(1) - ΕΕ 1992, L 168, σ. 18.
(2) - Η Επιτροπή αναφέρει ότι το ελληνικό Υπουργείο Γεωργίας ενημερώθηκε αρχικά στις 23 Ιουνίου 1992 με τηλεαντίγραφο για την έκδοση του κανονισμού 1591/92.
(3) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250.
(4) - Η πλέον πρόσφατη τροποποίηση, πριν από τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, επήλθε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1156/92 του Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού 1035/72 περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών (ΕΕ 1992, L 122, σ. 3).
(5) - ΕΕ 1987, L 88, σ. 17.
(6) - ΕΕ 1991, L 259, σ. 1.
(7) - ΕΕ 1992, L 102, σ. 27.
(8) - ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254.
(9) - ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015, σ. 162.
(10) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 3069/86 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1986, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ 1986, L 286, σ. 1).
(11) - Bλ. άρθρα 4 και 6 του κανονισμού (EOK) 3799/86 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1986, περί καθορισμού των διατάξεων εφαρμογής των άρθρων 4α, 6α, 11α και 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέωσης εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ L 352, σ. 19).
(12) - ΕΕ 1989, L 186, σ. 1.
(13) - Δεν δίδεται καμία παραπομπή γι' αυτή τη συγκεκριμένη έκδοση της συγκεκριμένης ονοματολογίας.
(14) - Βλ. σημείωση α) των παραρτημάτων Γ Ι, Γ ΙΙ και Γ IV του κανονισμού (ΕΟΚ) 3953/92 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1992 σχετικά με το καθεστώς που ισχύει στις εισαγωγές στην Κοινότητα προϋόντων καταγωγής των Δημοκρατιών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, της Κροατίας, της Σλοβενίας και του εδάφους της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΕΕ L 406, σ. 1)· σημείωση 1.1 του παραρτήματος 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253, σ. 1).
(15) - Βλ. τον προπαρατεθέντα κανονισμό 2587/91.
(16) - Το πρόθεμα αυτό χρησιμοποιείται, χωρίς να δίδεται ο ορισμός του, στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της Συνθήκης.
(17) - Βλ., ενδεικτικά, μεταξύ άλλων, απόφαση της 1ης Ιουνίου 1995, υπόθεση C-467/93, Analog Devices, Συλλογή 1995, σ. Ι-1403.
(18) - Σημείωση α) του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1509/92 του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 1992, για τη διαγραφή της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Τσεχοσλοβακίας από τους καταλόγους του συστήματος γενικευμένων προτιμήσεων της Κοινότητας από 1ης Μαρτίου 1992 (ΕΕ L 159, σ. 1)· σημείωση α) του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΟΚ) 2245/92 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1992, για την καθιέρωση κοινοτικής επιτήρησης ορισμένων γεωργικών προϋόντων καταγωγής Κύπρου, Αιγύπτου, Ιορδανίας, Ισραήλ, Τυνησίας, Συρίας, Μάλτας, Μαρόκου και Λιβάνου που υπόκεινται σε ποσότητες αναφοράς (1992) (ΕΕ L 218, σ. 125)· βλ., επίσης, σημείωση α) των παραρτημάτων Γ Ι, Γ ΙΙ και Γ IV του κανονισμού 3953/92, που επικαλέστηκε η Covita κατ' αντίθετη έννοια. Η διαφορετική διατύπωση της σημειώσεως 1.1 του παραρτήματος 9 του κανονισμού 2454/93 που επίσης επικαλέστηκε η Covita φαίνεται να έχει την ίδια έννοια.
(19) - Εξέτασα μόνο πράξεις που απαντούν στη νομολογία του Δικαστηρίου. Για λόγους συντομίας παραθέτω εδώ μόνο δύο από τα πλέον πρόσφατα παραδείγματα που δεν αναφέρονται στη συνέχεια: πρβλ. την περιγραφή του κωδικού ex 8536 5000 από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3696/88 του Συμβουλίου, της 18ης Νοεμβρίου 1988, για την προσωρινή αναστολή των αυτόνομων δασμών του κοινού δασμολογίου για ορισμένο αριθμό βιομηχανικών προϋόντων (ΕΕ L 329, σ. 1), με την περιγραφή του κωδικού 8536 5000 από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256, σ. 1) (απόφαση της 31ης Μαρτίου 1992, υπόθεση C-338/90, Hamlin Electronics, Συλλογή 1992, σ. Ι-2333)· και την περιγραφή στον κωδικό ex 51.01 Α από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1162/79 του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1979, περί προσωρινής αναστολής των αυτόνομων δασμών του κοινού δασμολογίου για ορισμένα βιομηχανικά προϋόντα (EE L 147, σ. 1), και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1481/80 του Συμβουλίου, της 9ης Ιουνίου 1980, περί προσωρινής αναστολής των αυτόνομων δασμών του κοινού δασμολογίου για ορισμένο αριθμό βιομηχανικών προϋόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 236), με την περιγραφή στον κωδικό 51.01 Α από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3000/79 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1979, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 950/68 περί του κοινού δασμολογίου (ΕΕ L 342, σ. 1) (απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986, υπόθεση 58/85, Ethicon, Συλλογή 1986, σ. 1131).
(20) - ΕΕ 1989, L 332, σ. 1.
(21) - Παρατίθεται ανωτέρω στην υποσημείωση 17. Βλ., επίσης, τις διπλές αναφορές στους κωδικούς ex 15.07, ex 15.17 και ex 23.04, που περιγράφουν αντιστοίχως ελαιόλαδο και φυτικά έλαια πλην του ελαιολάδου, σε διάφορες καταστάσεις, στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1136/66 του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33) (απόφαση της 11ης Μαρτίου 1982, υπόθεση 129/81, Fancon, Συλλογή 1982, σ. 967).
(22) - Ωστόσο ο σχετικός κωδικός δεν φέρει πάντα το πρόθεμα «ex». Βλ., π.χ., τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4082/87 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1987, για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως για τα επιτραπέζια κεράσια με εξαίρεση τα βύσσινα, των κωδικών 0809 20 10 και 0809 20 90 της συνδυασμένης ονοματολογίας, καταγωγής Ελβετίας (1988) (ΕΕ 1987, L 382, σ. 2), που περιορίζει την εφαρμογή της αναστολής των δασμών στα κεράσια του κωδικού όχι μόνο με αναφορά στην καταγωγή τους αλλά και αποκλείοντας μια συγκεκριμένη κατηγορία, τα βύσσινα.
(23) - Απόφαση της 1ης Απριλίου 1993, υπόθεση C-250/91, Συλλογή 1993, σ. Ι-1819.
(24) - Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1998, υπόθεση 161/88, Binder, Συλλογή 1989, σ. 2415, σκέψεις 19 και 20· απόφαση της 28ης Ιουνίου 1990, υπόθεση C-80/89, Behn Verpackungsbedarf, Συλλογή 1990, σ. Ι-2659, σκέψεις 13 και 14· απόφαση της 5ης Ιουνίου 1996, υπόθεση T-75/95, Gόnzler Aluminium κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-497, σκέψη 50.
(25) - Βλ., π.χ., απόφαση της 26ης Ιουνίου 1990, υπόθεση C-64/89, Deutsche Fernsprecher, Συλλογή 1990, σ. Ι-2535· απόφαση της 8ης Απριλίου 1992, υπόθεση C-371/90, Beirafrio, Συλλογή 1992, σ. Ι-2715· απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, υπόθεση C-187/91, Belovo, Συλλογή 1992, σ. Ι-4937.
(26) - Απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1987, υπόθεση 314/85, Foto-Frost, Συλλογή 1987, σ. 4199· απόφαση της 23ης Μαου 1989, υπόθεση 378/87, Top Hit Holzvertieb κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 1359.
(27) - Απόφαση της 27ης Ιουνίου 1991, υπόθεση C-348/89, Mecanarte, Συλλογή 1991, σ. Ι-3277, σκέψη 23· απόφαση της 14ης Μαου 1996, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-153/94 και C-204/94, Faroe Seafood κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. Ι-2465, σκέψη 91.
(28) - Απόφαση Faroe Seafood, προπαρατεθείσα, σκέψη 93. Το πράγμα αλλάζει αν επί μεγάλο χρονικό διάστημα γίνονται δεκτές χωρίς αντίρρηση πολλές παρόμοιες διασαφήσεις· βλ. απόφαση Hewlett Packard, σκέψεις 20 και 21.
(29) - Βλ., π.χ., προπαρατεθείσες αποφάσεις Faroe Seafood, σκέψη 99· Deutsche Fernsprecher, σκέψη 24· Hewlett Packard, σκέψη 22.
(30) - Σκέψη 22.
(31) - Σκέψη 14.
(32) - Όπ.π., σκέψη 17· βλ., επίσης, προπαρατεθείσες αποφάσεις Deutsche Fernsprecher, σκέψη 17· Gόnzler Αluminium, σκέψη 47.
(33) - Βλ. απόφαση της 15ης Μαου 1986, υπόθεση 160/84, Ορυζόμυλοι Καβάλας κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 1633, σκέψη 19, στον συναφή τομέα του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79.
(34) - Βλ. απόφαση της 31ης Μαρτίου 1977, υπόθεση 88/76, Exportation des Sucres κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1977, σ. 209, σκέψεις 16 και 17.
(35) - Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1979, υπόθεση 98/78, Racke, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 55, σκέψη 17.
(36) - Όπ.π., σκέψη 15.
(37) - Όπ.π., σκέψη 16.
(38) - Για μια επανάληψη των αρχών αυτών και ένα παράδειγμα διαπιστώσεως, από το Πρωτοδικείο, καθυστερήσεως στην πραγματική δημοσίευση, βλ. απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1997, υπόθεση Τ-115/94, Opel Austria κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-39, σκέψεις 127 έως 133.
(39) - Σκέψη 46.
(40) - Όπ.π.
(41) - Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Gόnzler Aluminium κατά Επιτροπής, σκέψη 54.
(42) - Βλ., επίσης, Gόnzler Aluminium κατά Επιτροπής, σκέψη 55.
(43) - Σκέψη 19.
Full & Egal Universal Law Academy