Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγή
1 Στην παρούσα υπόθεση, το Amtsgericht Aachen, με δύο προδικαστικά ερωτήματα που απευθύνει στο Δικαστήριο, ζητεί την ερμηνεία του άρθρου 14 της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και για τη διαφήμισή τους (1) (στο εξής: οδηγία).
2 Τα ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο προσφυγής που άσκησε έμπορος τροφίμων κατά διοικητικού προστίμου, το οποίο του επεβλήθη επειδή, κατά παράβαση της γερμανικής νομοθεσίας, διέθετε προς πώληση τρόφιμα τα οποία δεν έφεραν ενδείξεις στην γερμανική γλώσσα, αλλά μόνο στα γαλλικά, στα αγγλικά ή στα ιταλικά.
ΙΙ - Το εθνικό νομικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 3, της κανονιστικής αποφάσεως περί επισημάνσεως των τροφίμων (Verordnung όber die Kennzeichnung von Lebensmitteln, στο εξής: LMKV), το οποίο αναφέρεται στα στοιχεία της επισημάνσεως, ορίζει τα εξής :
«1. Τα τυποποιημένα τρόφιμα δεν μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο εάν οι ακόλουθες ενδείξεις δεν υπάρχουν στο περιτύλιγμα:
1) η εμπορική ονομασία (...),
2) το όνομα ή η επωνυμία και η διεύθυνση του κατασκευαστή (...),
3) ο κατάλογος των συστατικών (...),
4) η ημερομηνία λήξεως (...),
5) (...)
2. (...)
3. Οι ενδείξεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 πρέπει να αναγράφονται επί της τελικής συσκευασίας ή επί της ετικέττας που στερεώνεται σ' αυτή σε λίαν εμφανές σημείο, σε γερμανική γλώσσα, κατά τρόπον ώστε να είναι εύκολα καταληπτές, ευκρινείς, ευανάγνωστες και ανεξίτηλες. Οι ενδείξεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 μπορούν να αναγράφονται και σε άλλη, εύκολα καταληπτή γλώσσα, όταν κατά τον τρόπο αυτό δεν θίγεται η πληροφόρηση του καταναλωτή».
ΙΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
4 Ο Goerres, καθού στην κύρια δίκη, διατηρεί στο Eschweiler κατάστημα τροφίμων. Στις 13 Ιανουαρίου 1995 προσέφερε, εντός του καταστήματός του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα είδη:
i. Fanta Orange, Soda au Jus d'Orange,
ii. Corn Flakes,
iii. I Pelati di San Marzano - il Vero Gusto di Pomodoro και
iv. Pasta sauce with olives and carers.
Τα εμπορεύματα αυτά δεν έφεραν επισήμανση στην γερμανική γλώσσα, αλλά, αντιστοίχως, στη γαλλική, στην ιταλική και στη γαλλική, στην ιταλική και, τέλος, στην αγγλική γλώσσα.
5 Με πράξη της 6ης Ιουλίου 1995, ο Oberkreisdirector του Kreis επέβαλε στον καθού πρόστιμο ύψους 2 000 γερμανικών μάρκων λόγω παραβάσεως του προμνημονευθέντος άρθρου 3, παράγραφος 3, του LMKV.
6 Ο καθού άσκησε προσφυγή κατά της πράξεως επιβολής προστίμου, ισχυριζόμενος ότι, κατά το άρθρο 14 της οδηγίας, δεν μπορεί να επιβληθεί η χρήση συγκεκριμένης γλώσσας και ότι σημασία έχει κατά πόσον η επισήμανση είναι καταληπτή. Ειδικότερα, για προϋόντα που είναι ευρέως γνωστά, δεν θίγεται το συμφέρον του καταναλωτή για πληροφόρηση με τη χρήση ξενόγλωσσων επισημάνσεων. Εξάλλου, ο καθού υπεστήριξε ότι είχε αναρτήσει στην επιχείρησή του πρόσθετες πινακίδες, στις οποίες ανεγράφοντο τα συστατικά των εκάστοτε προϋόντων σε γερμανική γλώσσα.
7 Το παραπέμπον δικαστήριο φρονεί ότι η επισήμανση των τροφίμων πρέπει καταρχήν να γίνεται στην συνήθως ομιλούμενη στον εκάστοτε γλωσσικό χώρο γλώσσα. Για τον μέσο δε Γερμανό καταναλωτή, η γλώσσα αυτή είναι η γερμανική. Εξάλλου, η απαίτηση για αναγραφή των ενδείξεων επί του προϋόντος δεν αναπληρούται από την ανάρτηση πινακίδας εντός του καταστήματος. Δεδομένου, όμως, ότι, κατά το δικαστήριο της παραπομπής, η πρώτη από τις ανωτέρω απόψεις έρχεται σε αντίθεση με την ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο στο άρθρο 14 της οδηγίας με την απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1995, Piageme (στο εξής: Piageme ΙΙ) (2), το εθνικό δικαστήριο απευθύνει προς το Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
ΙV - Τα προδικαστικά ερωτήματα
«1) Ενεργεί ένας έμπορος σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση των τροφίμων καθώς και τη διαφήμισή τους, στην περίπτωση κατά την οποία διαθέτει στο εμπόριο εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας τρόφιμα, τα οποία φέρουν επισήμανση σε ιταλική, γαλλική ή αγγλική γλώσσα;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως:
Πληροί εν πάση περιπτώσει ο έμπορος τις προϋποθέσεις του άρθρου 14 της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου όταν, εντός του καταστήματός του, αναρτά στις προθήκες όπου εκτίθεται το εκάστοτε εμπόρευμα μία πρόσθετη πινακίδα, η οποία περιλαμβάνει τις προβλεπόμενες ενδείξεις σε γερμανική γλώσσα;»
V - Η οδηγία 79/112
8 Σύμφωνα με την πρώτη και τη δεύτερη αιτιολογική της σκέψη, η οδηγία έχει ως αντικείμενο την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση των τροφίμων, προκειμένου να ενισχυθεί η λειτουργία της κοινής αγοράς, δεδομένου ότι οι υπάρχουσες διαφορές εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και ενδέχεται να δημιουργήσουν άνισους όρους ανταγωνισμού.
9 Ωστόσο, στην έκτη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι «κάθε ρύθμιση σχετική με την επισήμανση των τροφίμων πρέπει να βασίζεται, πριν απ' όλα, στην αρχή της πληροφορήσεως και της προστασίας των κατανωλωτών».
10 Το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Κατά την έννοια της παρούσης οδηγίας, νοείται ως:
α) επισήμανση: οι μνείες, ενδείξεις, εμπορικά ή βιομηχανικά σήματα, εικόνες ή σύμβολα που αναφέρονται σε ένα τρόφιμο και φέρονται σε κάθε συσκευασία, έγγραφο, πινακίδα, ετικέττα, δακτύλιο ή περιλαίμιο που συνοδεύουν ή αναφέρονται στο τρόφιμο αυτό».
11 Το άρθρο 3 προβλέπει τις υποχρεωτικές ενδείξεις επί της επισημάνσεως, οι οποίες είναι ουσιαστικά οι εξής: 1) η ονομασία πωλήσεως, 2) ο κατάλογος των συστατικών, 3) η καθαρή ποσότητα (για τα προσυσκευασμένα τρόφιμα), 4) η χρονολογία της ελάχιστης διατηρησιμότητας, 5) οι ιδιαίτερες συνθήκες διατηρήσεως και χρήσεως, 6) το όνομα, η εμπορική επωνυμία και η διεύθυνση του κατασκευαστή ή του συσκευαστή ή ενός πωλητή εγκατεστημένου στο εσωτερικό της Κοινότητας, 7) ο τόπος καταγωγής ή προελεύσεως, στις περιπτώσεις που η παράλειψη της ενδείξεως αυτής θα ήταν δυνατόν να δημιουργήσει στον καταναλωτή εσφαλμένη εντύπωση σχετικά με τον πραγματικό τόπο καταγωγής ή προελεύσεως του τροφίμου και 8) οδηγίες χρήσεως στην περίπτωση που η παράλειψή τους δεν θα επέτρεπε τη σωστή χρήση του τροφίμου.
12 Το άρθρο 14 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη απέχουν από το να καθορίζουν, πέρα από ό,τι προβλέπεται στα άρθρα 3 έως 11, τους τρόπους σύμφωνα με τους οποίους πρέπει να αναγράφονται οι ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 και στο άρθρο 4, παράγραφος 2.
Εν τούτοις, τα κράτη μέλη πρέπει να απαγορεύουν το εμπόριο τροφίμων στην επικράτειά τους, αν οι ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 και στο άρθρο 4 παράγραφος 2 δεν γράφονται σε γλώσσα εύκολα καταληπτή από τους αγοραστές, εκτός αν η πληροφόρηση του αγοραστή εξασφαλίζεται με άλλον τρόπο. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει την αναγραφή των εν λόγω ενδείξεων σε πολλές γλώσσες».
13 ςΟπως προαναφέρθηκε (3), η οδηγία τροποποιήθηκε ουσιωδώς με την οδηγία 97/4. Παρά το ότι η τελευταία είναι μεταγενέστερη των περιστατικών της κύριας δίκης, πρέπει να μνημονευθεί η τροποποίηση που αφορά το άρθρο 14.
14 οΕτσι, με το άρθρο 1, παράγραφος 9, της οδηγίας 97/4 διεγράφη το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 14, ενώ με την παράγραφο 8 του ίδιου άρθρου 1, προσετέθη στην οδηγία νέο άρθρο 13α, το οποίο έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να απαγορεύεται στην επικράτειά τους η εμπορία τροφίμων για τα οποία οι ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 και στο άρθρο 4 παράγραφος 2 δεν αναγράφονται σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από τον καταναλωτή, εκτός εάν η αποτελεσματική ενημέρωση του καταναλωτή εξασφαλίζεται με άλλα μέτρα, που καθορίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 17, για μία ή περισσότερες ενδείξεις της επισήμανσης.
2. Το κράτος μέλος όπου το προϋόν διατίθεται στο εμπόριο μπορεί, τηρώντας τους κανόνες της Συνθήκης, να επιβάλλει, στην επικράτειά του, να αναγράφονται αυτές οι ενδείξεις της επισήμανσης σε μία ή περισσότερες γλώσσες που επιλέγει μεταξύ των επισήμων γλωσσών της Κοινότητας».
15 Τέλος, με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 της οδηγίας 97/4, προστέθηκε, μετά την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, που παρατίθεται ανωτέρω στην παράγραφο 9, η ακόλουθη αιτιολογική σκέψη:
«ότι η υποχρέωση αυτή συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν, τηρώντας τους κανόνες της Συνθήκης, γλωσσικές απαιτήσεις».
VI - Επί της ουσίας
16 ςΟπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προδικαστικής αποφάσεως, το παραπέμπον δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την νομιμότητα του διοικητικού προστίμου, θέλει πρώτα να κρίνει το συμβατό του άρθρου 3, παράγραφος 3, του LMKV με το άρθρο 14 της οδηγίας. Επομένως, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα ερωτάται κατ' ουσίαν αν συμβιβάζεται με το άρθρο 14 της οδηγίας εθνικό μέτρο, σύμφωνα με το οποίο οι υποχρεωτικές ενδείξεις επί των τυποποιημένων τροφίμων πρέπει να αναγράφονται τουλάχιστον στην γλώσσα του κράτους αυτού, ιδίως σε περίπτωση μονογλωσσικού κράτους μέλους, όπως η Γερμανία. Εξάλλου, με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, ερωτάται αν η ενημέρωση του καταναλωτή μπορεί να επιτευχθεί με την ανάρτηση πρόσθετης πινακίδας στο κατάστημα πωλήσεως.
17 Για να δοθεί απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, θα πρέπει να διευκρινισθεί το πλαίσιο και ο σκοπός της οδηγίας, καθώς και ορισμένες έννοιες που χρησιμοποιεί η τελευταία, όπως οι έννοιες του καταναλωτή ή αγοραστή και της ευχερώς καταληπτής γλώσσας.
O σκοπός της οδηγίας
18 ςΟσον αφορά τον σκοπό της οδηγίας, παρατηρείται μία διακύμανση στην νομολογία του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι άλλες αποφάσεις αναφέρουν ως στόχο την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, ενώ άλλες προκρίνουν την προστασία του καταναλωτή. Ο ακριβής καθορισμός του στόχου που επιδιώκει η οδηγία, όμως, έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι δίνει την κατευθυντήρια αρχή για την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας, ιδίως σε αμφίρροπες περιπτώσεις, που είναι και οι περισσότερες.
19 Υπενθυμίζω ότι με την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1990, SARPP (4), έγινε δεκτό ότι «όπως προκύπτει από το προοίμιό της η οδηγία (...) αποσκοπεί, με την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, να ευνοήσει την ελεύθερη κυκλοφορία των τροφίμων» (σκέψη 11). Ομοίως, σύμφωνα με την απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, Piageme (στο εξής: Piageme I) (5), «από τις τρεις πρώτες αιτιολογικές της σκέψεις, προκύπτει ότι η οδηγία 79/112 αποσκοπεί κυρίως στην εξάλειψη των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών και οι οποίες εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προϋόντων» (σκέψη 15) (6).
20 Ωστόσο, και πριν τις αποφάσεις αυτές (7), αλλά και μεταγενεστέρως, το Δικαστήριο, αξιοποιώντας ιδίως την έκτη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 2 της οδηγίας, έχει αποφανθεί ότι «ο σκοπός της οδηγίας αυτής συνίσταται στη μέριμνα για την πληροφόρηση και την προστασία του τελικού καταναλωτή των τροφίμων, ιδίως όσον αφορά τη φύση, το είδος, τις ιδιότητες, τη σύνθεση, την ποσότητα, τη διάρκεια καταλληλότητας, την καταγωγή ή την προέλευση και τον τρόπο παραγωγής ή παρασκευής των προϋόντων αυτών» (8).
21 Κατά την γνώμη μου, η προστασία του καταναλωτή είναι ο άμεσος, ο κύριος στόχος της οδηγίας. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται με τη δέσμη των μέτρων τα οποία επιβάλλει ή απαγορεύει η οδηγία, δηλαδή μέσω του συγκεκριμένου περιεχομένου των κανόνων που θεσπίζει. Αντιθέτως, η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι έμμεσος σκοπός και επιτυγχάνεται με τη θέσπιση κοινών κανόνων περί επισημάνσεως των τροφίμων.
22 Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να νοηθεί ότι η οδηγία αποβλέπει στην ενίσχυση της ελεύθερης κυκλοφορίας υπό την έννοια της απλής «αυξήσεως του όγκου των εισαγωγών» (9), δηλαδή λαμβανομένων υπόψη μόνο ποσοτικών κριτηρίων.
Πράγματι, η λεπτομερής ρύθμιση του καθεστώτος της επισημάνσεως και οι ποικίλοι περιορισμοί που θεσπίζει η οδηγία (περιορισμοί που γίνονται αυστηρότεροι συν τω χρόνω, με τις διαδοχικές τροποποιήσεις της), δεν συνεπάγονται αναγκαίως αύξηση της ροής των εμπορευμάτων - τουλάχιστον σε ένα πρώτο στάδιο, δηλαδή μέχρις ότου προσαρμοσθούν τα κράτη μέλη, καθώς και το εμπόριο, στους κοινούς κανόνες.
Η ελευθερία κυκλοφορίας ευνοείται από την άποψη ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να απαιτούν περισσότερες προϋποθέσεις από αυτές που θεωρεί απαραίτητες η οδηγία, εκτός αν ρητώς προβλέπεται το αντίθετο. Με άλλα λόγια, παραμερίζονται τα περιττά εμπόδια που έθεταν τα κράτη μέλη στην κυκλοφορία των τροφίμων. Εκ του ότι, όμως, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαιτούν και λιγότερες προϋποθέσεις από τις απαραίτητες, συνάγεται ότι ευνοείται η καλώς εννοούμενη, δηλαδή η ποιοτική, η υγιής, ελεύθερη κυκλοφορία των τροφίμων και όχι η απλή αύξηση των διακινουμένων ποσοτήτων. Τούτο εξάλλου, μαζί με την ομοιόμορφη παρουσίαση των τροφίμων που διευκολύνει την επιλογή εκ μέρους του καταναλωτή, ευνοεί τον υγιή ανταγωνισμό των προϋόντων και την επικράτηση των συγκριτικώς καλύτερων.
Το πλαίσιο της οδηγίας
23 Η οδηγία, λοιπόν, επιδιώκει παράλληλα και τους δύο ανωτέρω στόχους, οι οποίοι αποτελούν συγχρόνως και στόχους του κοινοτικού δικαίου.
Πράγματι, η μεν ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων κατοχυρώνεται στα άρθρα 30 και επόμενα της Συνθήκης.
Εξάλλου, η προστασία των καταναλωτών αποτελούσε, κατά παγία νομολογία, λόγο γενικού συμφέροντος που δικαιολογούσε την επιβολή περιορισμών στην ανωτέρω ελευθερία (10), ήδη δε αποτελεί έναν από τους τομείς δράσεως της Κοινότητας (άρθρο 3, στοιχείο σσ της Συνθήκης, όπως διαμορφώθηκε με την Συνθήκη για την Ευρωπαϋκή ήΕνωση). Επίσης, το άρθρο 129 Α, που προσέθεσε η Συνθήκη του Μάαστριχτ στο τρίτο μέρος της Συνθήκης σχετικά με τις πολιτικές της Κοινότητας, προβλέπει ότι η τελευταία «συμβάλλει στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών», με μέτρα θεσπιζόμενα κατά το άρθρο 100 Α (περίπτωση αα) και με ειδικές δράσεις που στηρίζουν και συμπληρώνουν την πολιτική των κρατών μελών για την προστασία της υγείας, της ασφάλειας και των οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών, καθώς και για την επαρκή ενημέρωσή τους (περίπτωση ββ).
Και ναι μεν η οδηγία είναι παλαιότερη του τελευταίου αυτού άρθρου, πλην θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, προκειμένου περί περιπτώσεων οι οποίες ανακύπτουν μετά την εισαγωγή του άρθρου 129 Α, η οδηγία θα πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένων ιδιαιτέρως υπόψη των επιταγών που απορρέουν από την ενλόγω διάταξη.
24 Ωστόσο, είναι προφανές ότι οι στόχοι που επιδιώκει η οδηγία δεν είναι πάντα συμβατοί μεταξύ τους. Από την άποψη αυτή, η οδηγία επιχειρεί να συμβιβάσει πράγματα συχνά ασυμβίβαστα.
25 Ασφαλώς, τα κοινοτικά όργανα και τα κράτη μέλη, ιδίως δε ο δικαστής, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη και να συνδυάζουν τους στόχους που επιδιώκει το δίκαιο αυτό, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερθέντες, κατά τρόπο που να επιτυγχάνεται η πρακτική τους εναρμόνιση. ηΟταν όμως οι στόχοι αυτοί δεν μπορούν να συνδυασθούν, θα πρέπει, αναπόφευκτα, αφού εκτιμηθεί η ένταση της προσβολής και η διακινδύνευση εκατέρου των αγαθών και σταθμισθεί η ωφέλεια από την θεραπεία του ενός αγαθού και η βλάβη από την προσβολή του άλλου, να προκριθεί ο ένας στόχος κατ' αποκλεισμόν του άλλου.
26 Η κρίση αυτή, βέβαια, θα γίνει ενόψει του συγκεκριμένου πραγματικού κάθε περιπτώσεως. Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η αντικειμενική αξιολόγηση και ιεράρχηση των προστατευομένων αγαθών η οποία προκύπτει τυχόν από το κοινοτικό δίκαιο.
Σε περίπτωση παρόμοιας συγκρούσεως της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της αρχής της προστασίας των καταναλωτών, η αρχή που έχει καταρχήν το προβάδισμα, ως αξιολογικώς ανώτερη ή υπέρτερη, είναι η δεύτερη. Τούτο προκύπτει από το ότι, στο σύστημα της Συνθήκης, η μεν προστασία των καταναλωτών (όπως και οι λοιποί λόγοι γενικού συμφέροντος που μνημονεύονται στο άρθρο 36) δικαιολογεί περιορισμούς της ελευθερίας κυκλοφορίας, δεν συμβαίνει όμως και το αντίστροφο. Με άλλα λόγια, ένα μέτρο που θίγει την ελεύθερη κυκλοφορία μπορεί να κριθεί θεμιτό εφόσον προάγει ουσιωδώς την ανθρώπινη υγεία ή την προστασία των καταναλωτών, ενώ ένα μέτρο που βλάπτει την ανθρώπινη υγεία ή την προστασία των καταναλωτών δεν μπορεί να γίνει ανεκτό για μόνο το λόγο ότι ενισχύει, έστω σημαντικά, την ελευθερία κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Ξαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-17/93, Van der Veldt (11). Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι, κράτος μέλος, επικαλούμενο την επιτακτική ανάγκη προστασίας των καταναλωτών, θεμιτώς απαιτούσε αναγραφή των συντηρητικών ενός τροφίμου προερχομένου από άλλο κράτος μέλος, όπου το τρόφιμο κυκλοφορούσε νομίμως, βάσει ευχερείας που παρείχε το άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της οδηγίας, με την αναγραφή απλώς της ονομασίας γένους «συντηρητικό», παρά το ότι τούτο συνιστούσε περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (12).
27 Από την άποψη αυτή, το άρθρο 14, εξυπηρετεί κατ' ουσίαν τον ίδιο σκοπό με το άρθρο 36 της Συνθήκης. Εξειδικεύει την αρχή της προστασίας των καταναλωτών ως λόγο γενικού συμφέροντος, ο οποίος δικαιολογεί την επιβολή περιορισμών στην ελευθερία κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και, ως εκ τούτου πρέπει να ερμηνεύεται κατά τον ίδιο τρόπο (13).
28 Η διαπίστωση αυτή έχει σημασία, ιδίως για τον έλεγχο του συμβατού με το κοινοτικό δίκαιο εθνικών μέτρων εφαρμογής της οδηγίας, και ειδικότερα για το αν το συμβατό θα κριθεί με βάση μόνο τις διατάξεις της οδηγίας, ή/και εν αναφορά προς τα άρθρα 30 έως 36 της Συνθήκης. Αν και θα επανέλθουμε στο θέμα, στο οικείο μέρος, μπορούν από τώρα να υπομνησθούν ορισμένοι κανόνες που συνάγονται από τη νομολογία.
Πρώτον, εθνικές διατάξεις θεσπιζόμενες σε τομείς που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, θα κριθούν βάσει των άρθρων 30 έως 36 της Συνθήκης (14).
Δεύτερον, εθνικές διατάξεις που μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο διατάξεις της οδηγίας με συγκεκριμένο και πλήρες περιεχόμενο, δηλ. διατάξεις που επιχειρούν «πλήρη εναρμόνιση» (π.χ. διατάξεις που επιβάλλουν περιοριστικώς συγκεκριμένες υποχρεώσεις) θα κριθούν με βάση την οδηγία. Εφόσον τα εθνικά μέτρα συνάδουν με την οδηγία, τεκμαίρεται ότι συνάδουν και με τις διατάξεις της Συνθήκης (15) και, επομένως, παρέλκει η έρευνα από απόψεως Συνθήκης (16).
Τέλος, εθνικά μέτρα λαμβανόμενα στο πλαίσιο διατάξεων της οδηγίας οι οποίες περιέχουν ατελή εναρμόνιση (όπως διατάξεις που επιτρέπουν παρεκκλίσεις, ή αφήνουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στα κράτη μέλη, ή περιέχουν αόριστες νομικές έννοιες), θα κριθούν ενόψει των σκοπών και της οικονομίας της οδηγίας, αλλά και εν αναφορά προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης (17).
Eπί του άρθρου 14 της οδηγίας
29 Το άρθρο 14 της οδηγίας έχει ερμηνευθεί, ως γνωστόν, με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 18ης Ιουνίου 1991, Piageme I (μνημονευθείσα στην υποσημείωση 5), και της 12ης Οκτωβρίου 1995, Piageme II (18).
30 Στις υποθέσεις αυτές ετέθη το ζήτημα του συμβατού βελγικής διατάξεως, η οποία απαιτούσε την αναγραφή των ενδείξεων στην γλώσσα της περιοχής όπου κυκλοφορούν τα τρόφιμα, με το κοινοτικό δίκαιο. Με την πρώτη απόφαση, Piageme I, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 14 δεν επιβάλλει την χρήση ορισμένης γλώσσας (σκέψη 13). Και ναι μεν από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου προκύπτει ότι πράγματι, η γλώσσα της περιοχής εμφανίζεται ως η πλέον «εύκολα καταληπτή» στους αγοραστές (σκέψη 14). Πλην, ενόψει του ότι η οδηγία αποσκοπεί «κυρίως στην εξάλειψη των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών και οι οποίες εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προϋόντων», το άρθρο 14 «περιορίζεται να επιβάλει την χρήση μιας γλώσσας εύκολα καταληπτής από τους αγοραστές, προβλέποντας, εξάλλου, ότι η είσοδος τροφίμων στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να επιτραπεί, σε περίπτωση που οι κατάλληλες ενδείξεις δεν είναι γραμμένες σε εύκολα καταληπτή γλώσσα, "αν η πληροφόρηση του αγοραστή εξασφαλίζεται με άλλο τρόπο"» (σκέψη 15).
Από αυτά, το Δικαστήριο συνεπέρανε ότι η επιβολή αυστηρότερης υποχρεώσεως από την υποχρέωση χρησιμοποιήσεως εύκολα καταληπτής γλώσσας, π.χ. η επιβολή της αποκλειστικής χρήσεως της γλώσσας της περιοχής, σε συνδυασμό προς την παραγνώριση της δυνατότητας πληροφορήσεως του καταναλωτή με άλλα μέσα, βαίνει πέραν των επιταγών της οδηγίας και έκρινε ότι «η υποχρέωση της αποκλειστικής χρησιμοποιήσεως της γλώσσας της περιοχής αποτελεί μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών, το οποίο απαγορεύεται από το άρθρο 30 της Συνθήκης» (σκέψη 16).
Με τις σκέψεις αυτές, το Δικαστήριο κατέληξε ότι «το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 14 της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ απαγορεύουν στις εθνικές νομοθεσίες να επιβάλλουν την αποκλειστική χρήση ορισμένης γλώσσας για την επισήμανση των τροφίμων χωρίς να προβλέπουν τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως μιας άλλης γλώσσας εύκολα καταληπτής από το αγοραστικό κοινό ή τη δυνατότητα εξασφαλίσεως της πληροφορήσεως του αγοραστή με άλλα μέσα».
31 Η απόφαση αυτή έδωσε μεν ορισμένες ενδείξεις για την έννοια της εκφράσεως «γλώσσα ευχερώς κατανοητή». Οι ενδείξεις όμως αυτές δεν ήσαν, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, επαρκείς, διότι τα βελγικά δικαστήρια επανήλθαν επί του θέματος, ζητώντας περισσότερες διευκρινίσεις. Τούτο θα έπρεπε να αναμένεται. Πράγματι, το ζήτημα που θέτει η σιβυλλική διάταξη της δεύτερης περιόδου του άρθρου 14, δεν είναι τόσο τι απαγορεύει η οδηγία, αλλά τί επιτρέπει ή ανέχεται. Και το κυριότερο, αν την έννοια της «ευχερώς καταληπτής γλώσσας» θα την εξειδικεύσει το κράτος μέλος με κανόνες γενικής εφαρμογής, ή ο δικαστής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, και με ποια κριτήρια.
32 Στην υπόθεση C-85/94, Piageme II, άλλο βελγικό δικαστήριο επανήλθε ερωτώντας αν το εθνικό μέτρο δικαιολογείται, ενόψει και των άρθρων 128 και 129 Α της Συνθήκης, όταν δεν αποκλείεται η χρήση και άλλων γλωσσών.
33 Με την απόφαση επί της υποθέσεως, το Δικαστήριο έκρινε, καταρχάς, ότι «η έκφραση "γλώσσα εύκολα καταληπτή", η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 14 της οδηγίας, δεν ισοδυναμεί ούτε με την έκφραση "επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους" ούτε με την έκφραση "γλώσσα της περιοχής". Η έκφραση αυτή σκοπεί στην εξασφάλιση της πληροφορήσεως του καταναλωτή χωρίς να επιβάλλει τη χρήση συγκεκριμένης γλώσσας» (σκέψη 15).
Ακολούθως το Δικαστήριο, αφού τονίζει ότι άλλες οδηγίες περί επισημάνσεως, όπως η οδηγία 92/28/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1992, σχετικά με την επισήμανση και το φύλλο οδηγιών των φαρμάκων που προορίζονται για ανθρώπους (19) προβλέπουν ρητώς υποχρέωση χρήσεως της ή των επισήμων γλωσσών του κράτους μέλους όπου διατίθενται τα προϋόντα (σκέψη 16), διεπίστωσε, παραπέμποντας στην απόφαση Piageme I, τα εξής:
«Η υποχρέωση χρησιμοποιήσεως ορισμένης γλώσσας για την επισήμανση των τροφίμων, έστω και αν δεν αποκλείεται η ταυτόχρονη χρήση και άλλων γλωσσών, είναι επίσης αυστηρότερη από την υποχρέωση χρησιμοποιήσεως εύκολα καταληπτής γλώσσας.
ςΟμως, ούτε το άρθρο 128 ούτε το άρθρο 129 Α της Συνθήκης επιτρέπουν στα κράτη μέλη να αντικαθιστούν έναν κανόνα προβλεπόμενο από την οδηγία με άλλον περισσότερο δεσμευτικό.
Ενόψει τούτων, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος από πλευράς του άρθρου 30». (20)
Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι στον εθνικό δικαστή εναπόκειται να εκτιμά, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αφενός μεν αν τα στοιχεία της επισημάνσεως είναι ικανά να πληροφορούν τον καταναλωτή σχετικά με τις υποχρεωτικές ενδείξεις που προβλέπει η οδηγία (σκέψη 28), αφετέρου δε αν οι ενδείξεις που αναγράφονται σε «γλώσσα άλλη από την κυρίως ομιλούμενη γλώσσα στο κράτος μέλος ή στην συγκεκριμένη περιοχή μπορούν εύκολα να κατανοηθούν από τους καταναλωτές του ενλόγω κράτους ή της περιοχής» (σκέψη 29).
Προς τούτο, το Δικαστήριο έδωσε ορισμένα «ενδεικτικά - όχι όμως καθεαυτά καθοριστικά στοιχεία - όπως η τυχόν ομοιότητα των λέξεων σε διάφορες γλώσσες, η γενική γλώση περισσοτέρων της μιας γλωσσών από τον συγκεκριμένο πληθυσμό ή η ύπαρξη ιδιαιτέρων περιστάσεων όπως η μεγάλη εκστρατεία ενημερώσεως ή η ευρεία διάδοση του προϋόντος, υπό την προϋπόθεση ότι μπορεί να διαπιστωθεί η επαρκής πληροφόρηση του καταναλωτή» (σκέψη 30).
Με τις σκέψεις αυτές, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι «το άρθρο 14 της οδηγίας απαγορεύει στα κράτη μέλη, ενόψει της υποχρεώσεως χρησιμοποιήσεως γλώσσας εύκολα καταληπτής από τους αγοραστές, να επιβάλλουν τη χρήση της γλώσσας που επικρατεί στην περιοχή εντός της οποίας διατίθεται προς πώληση το προϋόν, έστω και αν δεν αποκλείεται η ταυτόχρονη χρήση και άλλης γλώσσας» (διατακτικό).
34 Παρέθεσα εκτεταμένα αποσπάσματα από τις δύο αυτές αποφάσεις διότι, ενώ θεωρώ ότι το διατακτικό τους είναι ορθό, έχω τη γνώμη ότι ορισμένες σκέψεις τους αξίζει να συζητηθούν. Εν πάση περιπτώσει, συμφωνώ με την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, στις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι η δοθείσα λύση αρμόζει μεν στην περίπτωση ενός κράτους μέλους με ιδιαίτερο γλωσσικό καθεστώς, όπως το Βέλγιο, δεν μπορεί να επεκταθεί όμως σε περιπτώσεις μονογλωσσικών κρατών όπως, π.χ., η Γερμανία, η Πορτογαλία ή η Ελλάδα.
35 Θα αρχίσω με ορισμένες παρατηρήσεις επί των δύο τελευταίων αποφάσεων, οι οποίες θα διευκολύνουν την κατά τη γνώμη μου ορθή απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
36 Καταρχάς θα πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η σύνδεση της οδηγίας με το άρθρο 30 της Συνθήκης, που πραγματοποίησε η απόφαση Piageme I, δεν ήταν πολύ ευτυχής. Και τούτο από δύο κυρίως απόψεις.
37 Πρώτα πρώτα, η επιλογή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων ως κύριου σκοπού της οδηγίας δεν ήταν επιτυχής, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ήδη. Η θεώρηση αυτή επηρέασε αναμφίβολα τη συλλογιστική τόσο της πρώτης αποφάσεως, όσο και της δεύτερης η οποία οικοδομήθηκε επί της πρώτης. Από την άποψη αυτή, το γεγονός ότι η απόφαση Piageme II θεωρεί ότι παρέλκει η έρευνα του ζητήματος ως προς το άρθρο 30 δεν αλλάζει τα πράγματα, αφού το Δικαστήριο, αφενός μεν παραπέμπει στην πρώτη απόφαση, αφετέρου δεν αφίσταται ρητώς της ήδη δοθείσας ερμηνείας.
38 Δεύτερον, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δεν συμπίπτει απόλυτα με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης, και μάλιστα είναι ευρύτερο αυτού. Πράγματι, όπως έχει ήδη κριθεί, το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει ως σκοπό να εξαλείψει τα εμπόδια κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων σε ένα κράτος μέλος, ενώ η οδηγία εφαρμόζεται επί των τροφίμων που διατίθενται στο σύνολο της Κοινότητας, χωρίς διάκριση αναλόγως της καταγωγής των, δηλαδή και στα εγχώρια και στα εισαγόμενα. αΕτσι, ρύθμιση αντικείμενη στην οδηγία εφαρμόζεται επί εγχωρίων και εισαγομένων, ενώ ρύθμιση αντίθετη με τα άρθρα 30 και 36 εφαρμόζεται μόνο επί των εισαγομένων προϋόντων (21).
Ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα αν και με ποιες προϋποθέσεις το άρθρο 14 επιτρέπει την «είσοδο τροφίμων στο έδαφος κράτους μέλους» (22), π.χ. από ένα χονδρέμπορο, διότι αντικείμενο της οδηγίας είναι η επισήμανση των τυποποιημένων τροφίμων κατά την πώλησή τους στον τελικό καταναλωτή (βλ. πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας) (23).
Ενόψει τούτων, η γενικευμένη εφαρμογή των ανωτέρω αποφάσεων θα σήμαινε ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να απαιτήσει την αναγραφή των ενδείξεων στην εθνική γλώσσα ούτε για τα τρόφιμα που παράγονται και διατίθενται στο εσωτερικό του, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτό και εν πάση περιπτώσει δεν προκύπτει από την οδηγία.
39 αΕπειτα, τα ερωτήματα που έμειναν αναπάντητα με την απόφαση Piageme I (24), εξακολουθούν να αιωρούνται και μετά την απόφαση Piageme II, ενώ αναπόφευκτα προστίθενται και άλλα, όπως: αν η ευχερώς καταληπτή γλώσσα δεν είναι ούτε η επίσημη, ούτε της περιοχής, ποια είναι; Μήπως είναι η εθνική; Τα κράτη μέλη μπορούν ή δεν μπορούν πια να νομοθετήσουν στον τομέα της γλώσσας; Αν η κρίση γίνεται κατά περίπτωση από τον εθνικό δικαστή, ποιος «αγοραστής» λαμβάνεται υπόψη για να κριθεί το ευχερώς καταληπτό της γλώσσας; Ο συγκεκριμένος, ο αγοραστής της περιοχής ή ο μέσος αγοραστής του κράτους μέλους; Το αν ο αγοραστής θα ενημερωθεί σε τούτη ή εκείνη τη γλώσσα ή «με άλλα μέσα» επαφίεται, τελικά, στη διακριτική ευχέρεια των εμπόρων;
40 Κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 14 της οδηγίας περιέχει έναν κανόνα και μία εξαίρεση. Ο κανόνας είναι ότι οι επισημάνσεις των τροφίμων πρέπει να αναγράφονται σε γλώσσα ευχερώς κατανοητή από «τους αγοραστές» (στον πληθυντικό), δηλαδή από το αγοραστικό κοινό εν γένει. Αν αυτό δεν συμβαίνει, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να απαγορεύουν την κυκλοφορία του προϋόντος.
Κατ' εξαίρεσιν, δεν μπορεί να απαγορευθεί η κυκλοφορία προϋόντος, όταν η ενημέρωση «του αγοραστή» (στον ενικό), δηλαδή στην συγκεκριμένη περίπτωση, επιτυγχάνεται με άλλον τρόπο.
Ο ανωτέρω κανόνας συμπληρώνεται από τον ειδικότερο κανόνα ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύσουν την αναγραφή των ενδείξεων σε περισσότερες γλώσσες.
41 Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών, καθώς και από άλλες διατάξεις της οδηγίας που απαιτούν, π.χ., οι ενδείξεις να είναι «ευανάγνωστες» (25), ή ορίζουν το περιεχόμενο και την ακριβή γλωσσική διατύπωση της ενδείξεως (26), προκύπτει ότι κατά την οδηγία οι ενδείξεις επιτρέπεται να είναι συντεταγμένες, καταρχήν, μόνο σε γραπτή γλώσσα επί της ετικέττας. Πράγματι, μόνο η γλώσσα μπορεί να παράσχει πλήρη και αξιόπιστη ενημέρωση σχετικά με όλα τα συστατικά και τις λοιπές ενδείξεις που είναι υποχρεωτικές κατά την οδηγία. Επομένως, μόνο κατ' εξαίρεσιν μπορεί να τεθεί ζήτημα ενημερώσεως του καταναλωτή με άλλα μέσα, δηλαδή μόνον όταν η γλώσσα στην οποία είναι γραμμένη η ετικέττα δεν είναι ευχερώς κατανοητή.
42 Τούτου έπεται ότι η ενημέρωση μέσω γραπτού λόγου και η ενημέρωση με άλλα μέσα, εκτός του γραπτού λόγου, δεν είναι ισοδύναμες και εναλλάξιμες, ούτε επαφίενται στην διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών, των αρμοδίων αρχών ή, πολύ λιγότερο, των ίδιων των εμπόρων.
43 Ασφαλώς, η γλώσσα δεν είναι το μόνο σημειολογικό σύστημα μέσω του οποίου μπορούν να επικοινωνήσουν οι άνθρωποι. Υπάρχουν και άλλα, τα οποία μάλιστα, όπως φαίνεται, προηγήθηκαν της γλώσσας, όπως τα νεύματα, οι χειρονομίες, οι εικόνες κ.λπ. Οι τελευταίες, π.χ., εκτείνονται, από τις παραστάσεις του σπηλαίου Lascaux, τις αρχαίες τοιχογραφίες και τις μικρογραφίες των μεσαιωνικών χειρογράφων, μέχρι τα σύγχρονα τοιχογραφήματα (graffitis), τα comics και τις ποικίλες παραστάσεις και σύμβολα που μεταδίδουν ένα μήνυμα.
44 αΕτσι, δεν αποκλείεται, π.χ., ένας ταλαντούχος σχεδιαστής να αποδώσει μέσω σχεδίων πολλά από τα χαρακτηριστικά του κρέατος που περιέχεται σε ένα πακέτο (27). Ωστόσο, ποτέ δεν θα μπορέσει να αποδώσει όλα τα χαρακτηριστικά τα οποία η οδηγία επιβάλλει να τίθενται σε γνώση του καταναλωτή. Εξάλλου, η αποκρυπτογράφηση παρόμοιων σχεδίων θα απαιτούσε τόσο χρόνο, δεξιότητα και εξοικείωση, που θα καταντούσε προβληματική.
ήΟπως και αν έχει το πράγμα, δεν είναι αυτό το είδος επικοινωνίας που έχει καθιερωθεί στις σύγχρονες κοινωνίες και, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι το σύστημα στο οποίο απέβλεψε η οδηγία. Η οδηγία απέβλεψε στην ανθρώπινη γλώσσα και μάλιστα όχι σε οποιαδήποτε τυχούσα γλώσσα, αλλά σε γλώσσα «ευχερώς κατανοητή» από τον καταναλωτή.
45 ήΕχει σημασία επομένως να διευκρινισθεί σε ποιον καταναλωτή αποβλέπει η οδηγία. Θα πρέπει να γίνει δεκτό συναφώς ότι λαμβάνεται υπόψη ο καταναλωτής ο οποίος έχει τυπική και προβλέψιμη συμπεριφορά, χωρίς όλως εξειδικευμένες γνώσεις ή απαιτήσεις. Δηλαδή ο τυπικός μέσος καταναλωτής, ο οποίος αντιπροσωπεύει το αγοραστικό κοινό εν γένει. Δεδομένου δε ότι ο καταναλωτής θα πρέπει να είναι σε θέση να διαβάζει την γραμμένη ετικέττα με τις ενδείξεις του τροφίμου, η οδηγία αποβλέπει στον μέσο καταναλωτή, ο οποίος διαβάζει και γράφει επαρκώς την γλώσσα του. Επομένως, αποκλείονται καταναλωτές με ατομικά ή με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως ο πολύγλωσσος ή ο αγράμματος, καθώς επίσης και καταναλωτές που ανήκουν σε συγκεκριμένες ομάδες, κοινότητες ή περιοχές.
46 Το γεγονός ότι λαμβάνεται υπόψη ο μέσος καταναλωτής, δεν σημαίνει ότι πρόκειται για καταναλωτή ανενημέρωτο ή χωρίς απαιτήσεις. Είναι νομίζω κοινός τόπος ότι οι καταναλωτικές συνήθειες έχουν εξελιχθεί στην εποχή μας και οι απαιτήσεις έχουν αυξηθεί. Ο καταναλωτής δεν αγοράζει (ούτε πρέπει να ενθαρρύνεται να αγοράζει) ένα προϋόν ανεξαρτήτως των ειδικών χαρακτηριστικών του, ή επειδή αυτό έτυχε να διαφημίζεται περισσότερο, αλλά επιλέγει το προϋόν που ανταποκρίνεται στις πραγματικές του ανάγκες και απαιτεί να ενημερώνεται κατά το δυνατόν πληρέστερα γι' αυτό. Η σωστή ενημέρωση με στόχο την ποιοτική επιλογή αποτελεί επιδίωξη όχι μόνο του κοινοτικού δικαίου, αλλά και θεμιτή επιδίωξη των κρατών μελών. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει τονίσει κατ' επανάληψη ότι «είναι θεμιτό τα κράτη μέλη να μεριμνούν για τη σωστή ενημέρωση των καταναλωτών ως προς τα προϋόντα που τους προσφέρονται, παρέχοντάς τους έτσι τη δυνατότητα να κάνουν την επιλογή τους σύμφωνα με την ενημέρωση αυτή», και ότι η ενημέρωση αυτή επιτυγχάνεται με την επίθεση της κατάλληλης επισημάνσεως (28). Επομένως, η οδηγία αποβλέπει στον μέσο, ενημερωμένο καταναλωτή.
47 Τέλος, δεν πρόκειται για έναν εκτός τόπου και χρόνου καταναλωτή. Εκ του ότι η οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη και επιβάλλει σ' αυτά να λάβουν μέτρα εφαρμογής της χάριν των καταναλωτών, συνάγεται ότι οι καταναλωτές τους οποίους οφείλει να προστατεύσει κάθε κράτος είναι, κατά πρώτο λόγο, οι δικοί του πολίτες.
48 Κατά συνέπεια, ως γλώσσα «ευχερώς κατανοητή», κατά την έννοια του άρθρου 14, πρέπει να νοηθεί η γλώσσα που είναι ευχερώς κατανοητή στον μέσο ενημερωμένο καταναλωτή του κράτους περί του οποίου εκάστοτε πρόκειται.
49 Ερωτάται ήδη, ποια είναι η γλώσσα αυτή και ποιός θα την προσδιορίσει: το ενδιαφερόμενο κράτος με κανόνες γενικής εφαρμογής, ή ο δικαστής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση;
50 Κατά την γνώμη μου, η γλώσσα αυτή είναι, κατά τεκμήριο, η εθνική ή, εφόσον έχει καθιερωθεί νομοθετικώς, η επίσημη γλώσσα του κράτους, ή, σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότερες από μία επίσημες γλώσσες, τουλάχιστον μία από αυτές, κατ' επιλογήν του ενδιαφερομένου. Επομένως, ένα κράτος που απαιτεί οι ενδείξεις επί των τροφίμων να είναι τουλάχιστον στην επίσημη γλώσσα του (ή σε μία, κατ' επιλογήν του ενδιαφερομένου, από τις επίσημες γλώσσες), δεν παραβιάζει το άρθρο 14 της οδηγίας.
51 Δεν είναι άνευ σημασίας ότι ανάλογη παρατήρηση διετύπωσε το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο, τόσο κατά το στάδιο των προπαρασκευαστικών εργασιών της οδηγίας, επισημαίνοντας ότι «εμμένει στο πολλάκις διατυπωθέν αίτημά του να υποχρεωθούν οι παραγωγοί να συντάσσουν τις ενδείξεις που πρέπει να τίθενται επί των συσκευασιών και προορίζονται για την ενημέρωση του καταναλωτή τουλάχιστον στη γλώσσα ή τις γλώσσες του κράτους προορισμού, ώστε να αποφεύγονται σφάλματα ή παρανοήσεις που μπορεί να έχουν κακές συνέπειες» (29), όσο και μεταγενέστερα (30).
52 Εξάλλου, σε γραπτές παρατηρήσεις ευρωβουλευτών, που υπεβλήθησαν εξ αφορμής της αποφάσεως Piageme I, η Επιτροπή, διά του εκπροσώπου της κ. Bangemann, αφού επεσήμανε ότι πρέπει να αναζητείται η σωστή ισορροπία μεταξύ, αφενός της ανάγκης καταπολεμήσεως των συγκεκαλυμμένων περιορισμών στις ανταλλαγές και, αφετέρου, του δικαιώματος των καταναλωτών στην κατανοητή ενημέρωση και ότι «Η εθνική(- ές) γλώσσα(- ες) του κράτους στην αγορά του οποίου διατίθεται το προϋόν μπορεί, πράγματι, να θεωρηθεί ως ο πλέον αντικειμενικός κοινός παρονομαστής όσον αφορά το κατανοητό των πληροφοριών που παρέχονται στον καταναλωτή», δήλωσε ότι θα εξετάσει μήπως η απαίτηση για αναγραφή των ενδείξεων στην εθνική γλώσσα πρέπει να επεκταθεί σε όλες τις πληροφορίες που παρέχονται υποχρεωτικά στον καταναλωτή (31).
53 Η Επιτροπή επανήλθε διεξοδικά επί του θέματος με την «Ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη χρήση των διαφόρων γλωσσών κατά την εμπορία των τροφίμων μετά την απόφαση Peeters» (32). Στην ανακοίνωση αυτή επισημαίνεται, μεταξύ των άλλων, ότι «Είναι σίγουρο ότι η έννοια της "εύκολα καταληπτής γλώσσας" (στο άρθρο 14 της οδηγίας) πρέπει να αφεθεί στην εκτίμηση των κρατών μελών, ενώ η επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους εμπορίας είναι ουσιαστικά η γλώσσα που εξασφαλίζει την καλή κατανόηση της επισήμανσης από τον καταναλωτή» (παράγραφος 30).
54 Οι απόψεις αυτές έλαβαν σάρκα και οστά με την οδηγία 97/4, με την οποία τροποποιήθηκε η οδηγία 79/112 και επετράπη ρητώς στα κράτη μέλη να απαιτούν, ουσιαστικά, την επίσημη, ή μία από τις επίσημες γλώσσες τους, για την επισήμανση των τροφίμων (33). Και ναι μεν η οδηγία 97/4 δεν έχει αναδρομική ισχύ, πλην όμως νομίζω ότι αποδίδει την αληθή βούληση του κοινοτικού νομοθέτη, η οποία, πάντως, κατά τη γνώμη μου, συνάγεται από το γράμμα και το σκοπό της οδηγίας και στην αρχική της μορφή.
55 Καταρχάς, είναι μεν αληθές ότι η οδηγία δεν επιβάλλει τη χρήση συγκεκριμένης γλώσσας (απόφαση Piagene II, σκέψη 15), τούτο όμως δεν σημαίνει κατά λογική αναγκαιότητα ότι απαγορεύει την επιβολή οποιασδήποτε γλώσσας, διότι μπορεί κάλλιστα να επιτρέπει ή να ανέχεται την επιβολή μιας γλώσσας (34). Κατά την άποψή μου, μάλιστα, η ρύθμιση του θέματος αυτού από τα κράτη μέλη είναι όχι μόνο δικαίωμα αλλά και υποχρέωσή τους, χάριν της ομοιόμορφης εφαρμογής της οδηγίας και χάριν της ασφαλείας δικαίου.
56 Θα πρέπει να επισημανθεί καταρχάς ότι η πολιτική των κοινοτικών οργάνων στον τομέα αυτό χαρακτηρίζεται από την απουσία συστηματικής αντιμετωπίσεως και συνοχής. Έτσι, για τη σύνταξη όλων ή ορισμένων υποχρεωτικών ενδείξεων:
α) άλλες οδηγίες προκρίνουν την(τις) εθνική(ες) γλώσσα(ες) του κράτους όπου διατίθεται το προϋόν [άρθρο 8 της οδηγίας 71/307 σχετικά με τις ονομασίες των υφασμάτων (ΕΕ L 185, σ. 16), άρθρο 7.2 της οδηγίας 73/404 περί απορρυπαντικών (ΕΕ L 347, σ. 51), άρθρο 11.9 της οδηγίας 75/726 περί φρουτοχυμών (ΕΕ L 311, σ. 40), άρθρο 11 της οδηγίας 88/378 για την ασφάλεια των παιγνιδιών (ΕΕ L 187, σ. 61) κ.λπ.]·
β) άλλες προκρίνουν την(τις) επίσημη(ες) γλώσσα(ες) του κράτους καταναλώσεως [άρθρο 8.4 της οδηγίας 88/379 περί επικινδύνων ουσιών (ΕΕ L 187, σ. 14), άρθρο 4 της οδηγίας 89/622 περί σημάνσεως των προϋόντων καπνού (ΕΕ L 359, σ. 1), άρθρο 8 της οδηγίας 92/27 περί επισημάνσεως και φύλλου οδηγιών φαρμάκων για ανθρώπους (ΕΕ L 113, σ. 8) κ.α.]·
γ) άλλες, την(τις) επίσημη(ες) ή την εθνική(ες) γλώσσα(ες) του κράτους καταναλώσεως [άρθρο 7.2 της οδηγίας 76/768 περί καλλυντικών (ΕΕ L 262, σ. 169), άρθρο 7.4 της οδηγίας 78/631 περί επικινδύνων παρασκευασμάτων (ΕΕ L 206, σ. 13), ενώ η οδηγία 89/117 περί δημοσιότητος των λογιστικών εγγράφων των υποκαταστημάτων πιστωτικών κ.λπ. ιδρυμάτων (ΕΕ L 44, σ. 40) πρωτοτυπεί, προκρίνοντας την σύνταξη των απαιτουμένων εγγράφων στην ή τις επίσημες εθνικές γλώσσες των κρατών (άρθρο 4)]·
δ) άλλες οδηγίες επιλέγουν την χρήση γλώσσας ευχερώς καταληπτής από τους καταναλωτές [βλ., πλην της οδηγίας 79/112, και άρθρο 10 της οδηγίας 89/107 περί προσθέτων στα τρόφιμα για ανθρώπους (ΕΕ L 40, σ. 27), άρθρο 7.3 της οδηγίας 90/496 περί επισημάνσεως των τροφίμων σχετικά με τις τροφικές τους ιδιότητες (ΕΕ L 276, σ. 40), κ.ά.]·
ε) άλλες προκρίνουν τουλάχιστον μία ή περισσότερες από τις εθνικές ή επίσημες γλώσσες της Κοινότητας, που καθορίζει η χώρα προορισμού [άρθρο 11 της οδηγίας 79/373 περί συνθέτων ζωωτροφών (ΕΕ ειδ. έκδ. Ν 86, σ. 30), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/24 (ΕΕ L 125, σ. 33), ενώ αρχικά προεβλέπετο η επισήμανση σε μία από τις εθνικές ή επίσημες γλώσσες της χώρας για την οποία προορίζονται οι ζωωτροφές].
Από την επισκόπηση αυτή κανένα συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί κατά τη γνώμη μου για τους λόγους που ώθησαν τα κοινοτικά όργανα να επιλέξουν κάθε φορά τη χρήση αυτού ή εκείνου του γλωσσικού τύπου. Ιδίως, δεν μπορεί να συναχθεί κανόνας κατά τον οποίο στα επικίνδυνα για την υγεία προϋόντα εφαρμόζονται "αυστηρές" προϋποθέσεις (π.χ., απαίτηση για εθνική ή επίσημη γλώσσα), ενώ στα υπόλοιπα (π.χ., στα τρόφιμα) αρκούν «λιγότερο αυστηρές» προϋποθέσεις (π.χ., γλώσσα ευχερώς καταληπτή). Διότι, αν ήταν έτσι, δεν βλέπω γιατί οι φρουτοχυμοί, π.χ., είναι πιο επικίνδυνοι για την υγεία και πρέπει να επισημαίνονται στην εθνική γλώσσα του κράτους καταναλώσεως (βλ., ανωτέρω στοιχείο αα) ενώ τα τρόφιμα όχι. Επίσης, γιατί οι τροφές για ζώα έπρεπε να επισημαίνονται σε μία από τις εθνικές ή επίσημες γλώσσες της χώρας προορισμού (βλ., ανωτέρω στοιχείο εε), ενώ οι τροφές για ανθρώπους πρέπει να υπακούουν σε δήθεν ελαστικότερα κριτήρια.
Εν συμπεράσματι, κανένα επιχείρημα εξ αντιδιαστολής δεν μπορεί να συναχθεί εκ του ότι άλλες οδηγίες, πλην της οδηγίας 79/112, προβλέπουν επισήμανση σε διαφορετική γλώσσα, όπως φαίνεται να συνάγεται στη σκέψη 16 της αποφάσεως Piageme II.
Θα πρέπει να επισημανθεί, εξάλλου, ότι τα περισσότερα κράτη μέλη απαιτούν την χρησιμοποίηση της εθνικής ή της επίσημης γλώσσας τους, ή μιας από αυτές, για την αναγραφή των υποχρεωτικών ενδείξεων των τροφίμων, είτε στα πλαίσια μέτρων εφαρμογής της οδηγίας, είτε στα πλαίσια γενικής εφαρμογής μέτρων για την προστασία των καταναλωτών (35).
57 Τα μέτρα αυτά, εξάλλου, συνδέονται κατά κανόνα με την γενικότερη πολιτική προστασίας των εθνικών ή επίσημων γλωσσών, οι οποίες κατοχυρώνονται, στα περισσότερα κράτη μέλη, με νομοθετικές, ακόμη και συνταγματικές διατάξεις (36).
58 Ενόψει τούτου, η λήψη μέτρων όπως τα επίμαχα θα πρέπει να αντιμετωπισθεί με ευρύτερο πνεύμα, και μάλιστα στα πλαίσια του θεμιτού ενδιαφέροντος των κρατών μελών για την προστασία της εθνικής τους γλώσσας. Η μέριμνα αυτή ευρίσκει ήδη έρεισμα στο νέο άρθρο 128 της Συνθήκης, που προστέθηκε με το άρθρο Ζ, σημείο 37, της ΣΕΕ. Το άρθρο αυτό κατοχυρώνει την πολιτιστική πολυμορφία στην Κοινότητα (παράγραφος 1), την αρμοδιότητα των κρατών μελών σε θέματα πολιτισμού (παράγραφος 5) και επιτάσσει στα κοινοτικά όργανα, όταν αναλαμβάνουν δράση δυνάμει άλλων διατάξεων της Συνθήκης, να λαμβάνουν υπόψη τις πολιτιστικές πτυχές (παράγραφος 4).
59 Το άρθρο αυτό δεν μπορεί να μη λαμβάνεται υπόψη όταν τίθενται ευαίσθητα θέματα όπως της εθνικής γλώσσας, η οποία αποτελεί βασικό στοιχείο του πολιτισμού. ύΟπως είχε ορθώς επισημάνει ο γενικός εισαγγελέας κ. M. Darmon στις προτάσεις του επί της υποθέσεως C-379/87, Groener (37), «Η προάσπιση της γλώσσας αποτελεί μέρος των κεφαλαιώδους σημασίας ζητημάτων που αφορούν το κέντρο βάρους της πολιτιστικής ταυτότητας (...)». «Κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να προσπαθεί να εξασφαλίσει τις ειδοποιούς διαφορές της πολιτιστικής του παραδόσεως και, κατά συνέπεια, να εξασφαλίσει τα μέσα ασκήσεως της πολιτικής αυτής» (38).
60 Με την απόφασή του της 28ης Νοεμβρίου 1989 επί της υποθέσεως, το Δικαστήριο, αφού επεσήμανε την «ιδιάζουσα από γλωσσικής απόψεως κατάσταση της Ιρλανδίας» (σκέψη 17), έκρινε ότι
«Οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ δεν αντιτίθενται στην άσκηση πολιτικής που αποβλέπει στην προάσπιση και προώθηση της γλώσσας κράτους μέλους που είναι συγχρόνως εθνική γλώσσα και πρώτη επίσημη γλώσσα. Εντούτοις, η εφαρμογή της πολιτικής αυτής δεν πρέπει να θίγει θεμελιώδεις ελευθερίες, όπως η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Επομένως, οι απαιτήσεις που επιβάλλουν τα μέτρα εφαρμογής της πολιτικής αυτής δεν πρέπει, σε καμιά περίπτωση, να είναι δυσανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και ο τρόπος εφαρμογής τους δεν πρέπει να συνεπάγεται διακρίσεις σε βάρος των υπηκόων των λοιπών κρατών μελών» (σκέψη 19).
61 Η ορθή και ακριβοδίκαιη προσέγγιση του θέματος από το Δικαστήριο στην ανωτέρω υπόθεση δεν αφίσταται του τρόπου με τον οποίο θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να κριθεί το θέμα του συμβατού και του επίδικου μέτρου με το κοινοτικό δίκαιο, στο οποίο θα επανέλθω σε λίγο.
62 Υποστήριξα προηγουμένως (ανωτέρω, σημείο 55) ότι η ρύθμιση του θέματος της ευχερώς κατανοητής γλώσσας ενδείκνυται να γίνεται με γενικούς κανόνες από τα κράτη μέλη για λόγους ασφαλείας του δικαίου. Θα επιχειρήσω ήδη να τεκμηριώσω την άποψη αυτή.
63 Καταρχάς, η οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη και σ' αυτά επιβάλλει να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα εφαρμογής της (άρθρα 16 έως 22 και 26). Αρμοδιότητα για την λήψη των μέτρων αυτών δεν έχουν ούτε οι περιοχές, ούτε οι γλωσσικές κοινότητες, ούτε οι κατ' ιδίαν εθνικές αρχές. Βεβαίως, οι εθνικοί δικαστές οφείλουν να ερμηνεύουν τα εθνικά μέτρα υπό το φως της οδηγίας και, όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, να περαμερίζουν τα εθνικά μέτρα. Ωστόσο, τούτο δεν σημαίνει ότι μπορούν να υποκαταστήσουν το κράτος στην νομοθετική του αρμοδιότητα ή να θεσπίσουν τα κατά την άποψή τους ορθά μέτρα εφαρμογής της οδηγίας. Επομένως, και η απαγόρευση κυκλοφορίας εμπορεύματος στην οποία, σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας, υποχρεούνται και δεν δικαιούνται να προβούν τα κράτη μέλη διά των αρμοδίων αρχών τους, προϋποθέτει κρατικά μέτρα εφαρμογής.
64 Αυτό σημαίνει, κατά την γνώμη μου, ότι το κράτος θα ορίσει ποια είναι η ευχερώς καταληπτή γλώσσα για τις ανάγκες της οδηγίας, είτε με τα μέτρα εφαρμογής της οδηγίας, είτε διά παραπομπής σε ήδη υπάρχουσες σχετικές διατάξεις. Αντιθέτως, αν το ζήτημα αφεθεί να κρίνεται κατά περίπτωση από τις εθνικές αρχές, κινδυνεύει να προκύψει σύγχυση και ανασφάλεια δικαίου.
65 Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση αυτή δεν υπάρχουν σαφείς κανόνες του παιγνιδιού, δηλαδή η βασική προϋπόθεση για να λειτουργήσει σωστά ο ανταγωνισμός. Κάθε έμπορος θα ενεργεί αυθαιρέτως, είτε θεωρώντας, καλόπιστα ή κακόπιστα, ότι η γλώσσα στις ετικέττες των εμπορευμάτων του είναι «ευχερώς καταληπτή» στους καταναλωτές, είτε ευχόμενος ότι σχετική αμφισβήτηση δεν θα φθάσει ενώπιον της δικαιοσύνης, είτε ελπίζοντας ότι, εάν η αμφισβήτηση αχθεί ενώπιον των δικαστηρίων, θα επιτύχει ευνοϋκή απόφαση και, εν πάση περιπτώσει, θα έχει κερδίσει χρόνο.
66 Από την άλλη πλευρά, κάθε δικαστής, κάθε κράτους μέλους, σε περίπτωση ανυπαρξίας εθνικού κανόνα που να του δίδει κατευθυντήρια γραμμή για να κρίνει την ενώπιόν του αχθείσα υπόθεση, θα πελαγοδρομεί, προσπαθώντας, με βάση τις γενικές κατευθύνσεις της νομολογίας του Δικαστηρίου, να διαμορφώνει ατομικό κανόνα δικαίου για κάθε περίπτωση και για κάθε προϋόν. Επιπλέον, επειδή ποτέ δεν θα είναι βέβαιος ότι καλύπτεται και ότι ακολουθεί την νομολογία, θα παραπέμπει αφειδώς προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι μέσα σε σύντομο σχετικά διάστημα, το Δικαστήριο καλείται για τρίτη φορά ήδη (39) να δώσει ερμηνεία της ίδιας προβληματικής φράσεως του άρθρου 14 της οδηγίας, σε δικαστήρια τα οποία γνωρίζουν μεν την νομολογία του, αλλά δεν βλέπουν πώς μπορούν να την εφαρμόσουν.
67 Ειδικότερα, δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο εθνικός δικαστής έχει αρμοδιότητα να κρίνει αν η γλώσσα την οποία απαιτεί το κράτος μέλος είναι ή δεν είναι ευχερώς καταληπτή, και μάλιστα κατά περίπτωση. ηΑν είχε τέτοια αρμοδιότητα, θα υπήρχε ιδιαίτερος κανόνας ανάλογα με το προϋόν, τον δικαστή, τον τόπο και τον χρόνο της κρίσεως, με αποτέλεσμα την δημιουργία συγχύσεως και, το κυριότερο, την αδυναμία ομοιόμορφης εφαρμογής της οδηγίας εντός του αυτού κράτους μέλους. Περαιτέρω, μία τέτοια λύση θα οδηγούσε με ασφάλεια στην καθιέρωση, de facto, της λύσεως που ορθώς απέκρουσαν οι αποφάσεις Piageme I και II, δηλαδή στην επιβολή de jure των τοπικών γλωσσών ως «ευχερώς καταληπτών γλωσσών». Πράγματι, για να μείνουμε στο Βέλγιο, το πιθανότερο είναι ότι ο δικαστής της φλαμανδόφωνης περιοχής θα θεωρήσει τα ολλανδικά ως γλώσσα ευχερώς καταληπτή (40), ο δικαστής της γαλλόφωνης περιοχής τα γαλλικά, ενώ ο δικαστής της γερμανόφωνης περιοχής θα θεωρήσει τα γερμανικά. Αποτέλεσμα τούτου θα είναι ο Ιταλός ή ο Έλληνας παραγωγός, π.χ., που θέλει να εξαγάγει στο Βέλγιο, ή ο εισαγωγέας προϋόντων με προέλευση τις χώρες αυτές, προ του κινδύνου να αποκλεισθεί από μια ολόκληρη περιοχή της χώρας, να πρέπει να επισημάνει τα προϋόντα του σε τρεις διαφορετικές γλώσσες!
68 Κατά τη γνώμη μου, η αρμοδιότητα του δικαστή δεν έγκειται στην διατύπωση του κανόνα, αλλά στην διαπίστωση της εξαιρέσεως. Ειδικότερα, ανακύπτει σε περίπτωση επιβολής κυρώσεων λόγω παραβάσεως εθνικών κανόνων που επιβάλλουν την χρήση της γλώσσας του κράτους εμπορίας, και έγκειται στην έρευνα αν οι ενδείξεις επί του τροφίμου περί του οποίου πρόκειται, παρά το ότι δεν είναι συντεταγμένες στην ανωτέρω γλώσσα, είναι, λόγω ειδικών περιστάσεων, ευχερώς κατανοητές στον μέσο καταναλωτή. Και τούτο διότι, στην περίπτωση αυτή, η εφαρμογή του εθνικού μέτρου θα υπερακόντιζε το σκοπό της οδηγίας, δηλαδή την αποτελεσματική ενημέρωση του καταναλωτή. Ο εθνικός δικαστής οφείλει τότε να θεωρήσει το εθνικό μέτρο ως αντικείμενο στην οδηγία και, επομένως να το θέσει εκποδών. νΟχι όμως καθ' ολοκληρίαν, αλλά μόνο κατά το μέρος που επιβάλλει κύρωση και στην περίπτωση που επιτυγχάνεται εν τοις πράγμασι η ενημέρωση του καταναλωτή (41). Με άλλα λόγια, δεν θα κηρύξει ως ανίσχυρη in globo την απαίτηση χρησιμοποιήσεως της γλώσσας του κράτους, αλλά θα ματαιώσει την διοικητική κύρωση ή δεν θα επιβάλει ποινική κύρωση στην συγκεκριμένη περίπτωση.
69 Ποια στοιχεία θα πρέπει να λάβει υπόψη του ο δικαστής για να κρίνει αν επιτυγχάνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση η ενημέρωση του καταναλωτή δεν είναι εύκολο να καθορισθεί εκ των προτέρων, λόγω της ποικιλίας των περιπτώσεων.
Ορισμένες ενδείξεις έδωσε ήδη το Δικαστήριο στην απόφαση Piageme II (βλ., ανωτέρω σημείο 33). Ωστόσο, όπως τόνισε και το Δικαστήριο, καμία από τις ενδείξεις αυτές δεν είναι κρίσιμη αυτοτελώς. Διότι, τι σημασία έχει το γεγονός ότι το 50 % των κατοίκων μιας περιοχής ομιλεί ξένες γλώσσες, για το υπόλοιπο 50 % το οποίο αδυνατεί να κατανοήσει τις ενδείξεις των τροφίμων που είναι συντεταγμένες σε ξένη γλώσσα; αΗ, τι σημασία έχει η ευρεία εκστρατεία ενημερώσεως, για τους καταναλωτές που δεν την παρακολούθησαν; Όσο για την ομοιότητα των λέξεων σε διάφορες γλώσσες, αρκεί να παρατηρηθεί ότι ένα σούπερ μάρκετ δεν είναι ο καταλληλότερος τόπος για να επιδοθεί κανείς σε ασκήσεις ετυμολογίας ή συγκριτικής γλωσσολογίας.
Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η εξαίρεση από την υποχρέωση χρησιμοποιήσεως της εθνικής γλώσσας πρέπει να ερμηνεύεται στενά, ώστε να μην ανατραπεί ο κανόνας.
70 Επιπλέον, θα πρέπει να τονισθεί ότι το ζήτημα τίθεται για όλες τις ενδείξεις που είναι υποχρεωτικές κατά την οδηγία και όχι μόνο για μία ή ορισμένες από αυτές. Επομένως, το επιχείρημα του καθού ότι, όταν ένα προϋόν είναι ευρέως γνωστό λόγω του ονόματός του, μπορεί να εξαιρείται της υποχρεώσεως αναγραφής των ενδείξεών του στην γλώσσα που επιτρεπτώς, κατά το άρθρο 14 της οδηγίας, ορίζει το κράτος διαθέσεως, στερείται σημασίας, προεχόντως διότι η ένδειξη αυτή είναι μία μόνο από αυτές που απαιτεί υποχρεωτικώς η οδηγία.
71 Επιπλέον, άστοχη είναι και η διάκριση των προϋόντων σε «ευρέως γνωστά», και στα υπόλοιπα - δηλαδή «λιγότερο γνωστά» ή καινούργια. Μία ερμηνεία κατά την οποία τα πρώτα εξαιρούνται των υποχρεώσεων που βαρύνουν τα υπόλοιπα, διαταράσσει τους κανόνες του ανταγωνισμού και είναι αντίθετη προς την οδηγία, αφού καταλήγει να ευνοεί συστηματικά τα ήδη γνωστά και καθιερωμένα σε βάρος των λιγότερο γνωστών ή των πρωτοεμφανιζόμενων προϋόντων. Πράγματι, αν υποτεθεί ότι η αναγραφή των ενδείξεων στη γλώσσα του κράτους διαθέσεως (π.χ. με την επικόλληση πρόσθετης ετικέττας) αποτελεί οικονομικό βάρος το οποίο αυξάνει το κόστος του προϋόντος, είναι προφανές ότι η απαλλαγή των «γνωστών» (εισαγόμενων) προϋόντων από την σχετική υποχρέωση θα τα καταστήσει φθηνότερα και, επομένως, περισσότερο ελκυστικά στον καταναλωτή από όμοια (εισαγόμενα) προϋόντα της δεύτερης κατηγορίας. ςΕτσι όμως τα προϋόντα δεν ανταγωνίζονται με ίσους όρους επιτυχίας στην αγορά και, επομένως, νοθεύεται ο ανταγωνισμός.
72 Θα πρέπει ήδη να εξετασθούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η επιβολή, από τα κράτη μέλη, της χρήσεως της εθνικής ή της επίσημης (42) ή μιας των επίσημων γλωσσών τους, είναι έγκυρη από απόψεως κοινοτικού δικαίου.
73 υΕνα σημαντικό ζήτημα που τίθεται συναφώς, είναι αν ο έλεγχος θα γίνει στα πλαίσια του άρθρου 14, ή/και εν αναφορά σε άλλα άρθρα της Συνθήκης, ιδίως τα άρθρα 30 και 36.
74 ιΕχει κριθεί ότι η οδηγία επιδιώκει ατελή εναρμόνιση (43). Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω (βλ., σημείο 28), θα έπρεπε να γίνει αναφορά στα άρθρα της Συνθήκης που προαναφέρθηκαν. Ωστόσο έχω τη γνώμη ότι με τις διαδοχικές τροποποιήσεις της, η οδηγία επιδιώκει στη σημερινή μορφή της μία κατά το μάλλον ή ήττον προωθημένη προσέγγιση, η οποία πλησιάζει την εναρμόνιση. Αφετέρου, θεωρώ ότι κάθε διάταξη πρέπει να αντιμετωπίζεται και καθεαυτήν. Από την άποψη αυτή, το άρθρο 14 έχει αυτοτέλεια. Και απονέμει μεν κάποια ευχέρεια στα κράτη μέλη να ορίσουν την ευχερώς κατανοητή γλώσσα, πλην τόσο το άρθρο αυτό, όσο και η οδηγία περιέχουν και τα όρια εντός των οποίων θα πρέπει να ασκείται η ευχέρεια αυτή. Εν πάση περιπτώσει, ενόψει του ότι η οδηγία, και ιδίως το άρθρο 14, επιδιώκει να συμβιβάσει διάφορους στόχους (44), η μέθοδος ερμηνείας δεν είναι κατ' ουσίαν διαφορετική από αυτή που χρησιμοποιείται παγίως για τα άρθρα 30 έως 36 (45). Κατά συνέπειαν, θα πρέπει να διευκρινισθούν τα όρια αυτά, δηλαδή να διευκρινισθεί υπό ποιες προϋποθέσεις η ανωτέρω ευχέρεια των κρατών μελών δεν αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο.
75 Από όσα έχουν εκτεθεί, συνάγεται ότι η ευχέρεια που παρέχει το άρθρο 14 πρέπει να ασκείται κατά τρόπο που να προστατεύονται μεν οι καταναλωτές, αλλά να μη βλάπτεται, κατά το δυνατόν, η ελευθερία κυκλοφορίας. Επομένως, οι περιορισμοί που επιβάλλουν τα κράτη μέλη σχετικά με τη χρήση μιας γλώσσας πρέπει να είναι πρόσφοροι για το σκοπό που εξυπηρετούν και μόνο οι απολύτως απαραίτητοι, δηλαδή μεταξύ περισσοτέρων πρόσφορων μέτρων να επιλέγεται το ηπιότερο (βλ., και ανωτέρω, σημείο 60).
76 Το ότι η χρήση της εθνικής ή της επίσημης γλώσσας είναι ο προσφορότερος τρόπος για την ορθή ενημέρωση των καταναλωτών δεν νομίζω ότι μπορεί να αμφισβητηθεί. ίΑλλωστε κατ' ουσίαν το έχει αναγνωρίσει και το Δικαστήριο. Έτσι, με την απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, Meyhui (46), το Δικαστήριο έκρινε, σχετικά με το κύρος διατάξεως της οδηγίας 69/493 περί προϋόντων κρυστάλλου ((ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 42), η οποία επέβαλλε την αναγραφή ορισμένων ονομασιών μόνο στη γλώσσα ή στις γλώσσες του κράτους διαθέσεως του προϋόντος, ότι: «(...) η πληροφόρηση των καταναλωτών του κράτους μέλους όπου διατίθενται τα προϋόντα στην ή στις γλώσσες του κράτους αυτού αποτελεί το ενδεδειγμένο μέσο προστασίας [του καταναλωτή κατά της συγχύσεως διαφορετικών προϋόντων]. Συναφώς διαπιστώνεται ότι το μνημονευθέν από το εθνικό δικαστήριο ενδεχόμενο, ότι δηλαδή μία άλλη γλώσσα θα ήταν πιο εύληπτη στον αγοραστή, αποτελεί σπανιοτάτη περίπτωση». Η ευχέρεια όμως αυτή πρέπει να περιορισθεί στο απολύτως αναγκαίο μέτρο.
77 Συναφώς παρατηρείται ότι, το ίδιο το άρθρο 14, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, ορίζει ότι επιτρέπεται η χρήση και άλλων γλωσσών, πλην της υποχρεωτικής, στην επισήμανση. Ο επιτακτικός αυτός κανόνας είναι αυτοτελής και δεν περιέχει όρους και προϋποθέσεις. Κατά συνέπεια είναι αμέσως εφαρμοστέος, ανεξαρτήτως αν τα κράτη μέλη περιέλαβαν σχετική μνεία στα μέτρα εφαρμογής.
Τούτο σημαίνει ότι το κράτος μέλος δεν μπορεί να απαιτήσει αποκλειστικότητα στη χρήση της γλώσσας του, δηλαδή οι επισημάνσεις στις συσκευασίες να είναι συντεταγμένες μόνο στη γλώσσα του. Παρόμοιο μέτρο θα υποχρέωνε τους ξένους παραγωγούς ή τους εισαγωγείς να αντικαθιστούν τη συσκευασία των προϋόντων τους. Θα είχε προδήλως ως αποτέλεσμα να ευνοείται η εσωτερική παραγωγή και να μειώσει τη ροή των εισαγωγών και, επομένως, θα συνιστούσε αδικαιολόγητα αυστηρό μέτρο, ισοδύναμο με ποσοτικό περιορισμό.
78 Η προσφορότερη λύση είναι, κατά τη γνώμη μου, η επικόλληση πρόσθετης ετικέττας με τη μετάφραση των ενδείξεων στη γλώσσα του κράτους διαθέσεως. Η λύση αυτή συνεπάγεται μικρή σχετικά δαπάνη, και εξυπηρετεί κατά τρόπο δίκαιο τόσο το συμφέρον των καταναλωτών όσο και των ίδιων των εμπόρων.
Ακόμη είναι λύση η οποία, εφαρμοζόμενη από όλα τα κράτη μέλη δεν ενέχει κινδύνους να ευνοηθούν τα προϋόντα που εισάγονται από ένα κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος, διότι αντιστρόφως και τα προϋόντα του δεύτερου κράτους μέλους θα πρέπει να επισημανθούν στην γλώσσα του πρώτου κράτους προκειμένου να εξαχθούν σε αυτό, οπότε οι τυχόν αρνητικές συνέπειες της επισημάνσεως αλληλοεξουδετερώνονται. Έτσι, όλα τα προϋόντα εκκινούν για την ανταγωνιστική τους πορεία εντός της Κοινότητας από την ίδια αφετηρία.
Αντιθέτως, η αποκρουόμενη εδώ άποψη, μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι υπάρχουν γλώσσες εντός της Κοινότητας που είναι a priori πιο «ευχερώς καταληπτές» από άλλες. Τούτο δεν μπορεί να γίνει δεκτό αφενός μεν ενόψει της αρχής της ισοτιμίας των κοινοτικών γλωσσών, αφετέρου δε διότι θα σήμαινε ότι σε προϋόντα συγκεκριμένης προελεύσεως αναγνωρίζεται ένα a priori πλεονέκτημα σε σχέση με άλλα (δηλαδή το πλεονέκτημα να κυκλοφορούν χωρίς επισήμανση στην γλώσσα του κράτους διαθέσεως), πράγμα που θέτει σε άνιση μοίρα τους αντίστοιχους παραγωγούς και νοθεύει τον υγιή ανταγωνισμό εντός της Κοινότητας.
79 To μόνο αντεπιχείρημα στη λύση αυτή θα ήταν ότι η δαπάνη που συνεπάγεται για τον παραγωγό ή τον εισαγωγέα δυσχεραίνει τις εισαγωγές και έτσι αποβαίνει σε βάρος των εισαγομένων προϋόντων και σε όφελος των εγχωρίων, κατά παράβαση του άρθρου 30 της Συνθήκης.
80 Δεν βρίσκω πειστικό το επιχείρημα αυτό. Καταρχάς, νομίζω ότι είναι προς το συμφέρον των εισαγωγέων να καθιστούν γνωστό, και επομένως προσιτό στον μέσο καταναλωτή το προϋόν τους. Πράγματι, αν οι υποθέσεις που διατυπώθηκαν ανωτέρω (47) για τη συμπεριφορά, τις συνήθειες και τις απαιτήσεις των σύγχρονων καταναλωτών είναι ορθές, ο μέσος καταναλωτής (δηλαδή η μεγάλη μάζα των καταναλωτών), είναι πολύ πιθανόν να αποφύγει ένα προϋόν που δεν φέρει ενδείξεις στην γλώσσα που αντιλαμβάνεται και ομιλεί και να στραφεί στα προϋόντα που φέρουν ενδείξεις στην γλώσσα που του είναι οικεία. αΕτσι ο ξένος παραγωγός ή ο εισαγωγέας, προκειμένου να αποφύγουν το μικρό σχετικά κόστος που συνεπάγεται η επικόλληση ετικέττας με τα χαρακτηριστικά του προϋόντος στη γλώσσα του κράτους διαθέσεως, κινδυνεύουν να υποστούν σοβαρή ζημία, δηλαδή να μείνουν εκτός της αγοράς στην οποία επιδιώκουν να αποκτήσουν μερίδιο. Τούτο όμως ουδόλως ευνοεί την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, δηλαδή έναν από τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία.
Κατ' αυτό τον τρόπο, εξάλλου, ενημερώνεται ελλιπώς ο καταναλωτής και περιορίζονται και οι δυνατότητες επιλογής του, όπως ορθώς επισημαίνει η Σουηδική Κυβέρνηση, αφού αυτός θα έχει την τάση να επιλέγει τα προϋόντα που φέρουν ενδείξεις στη γλώσσα του.
Πιστεύω ότι για τον λόγο αυτό το Δικαστήριο, σε παρεμφερείς περιπτώσεις, έκρινε ότι η επικόλληση πρόσθετης (αυτοκόλλητης) ετικέττας ήταν ο προσφορότερος τρόπος για την επιδίωξη σκοπών που αποτελούσαν φραγμό στην ελευθερία κυκλοφορίας των προϋόντων (48).
81 Τέλος, θεωρώ αυτονόητο ότι παρόμοια υποχρέωση αφορά μόνο τις υποχρεωτικές ενδείξεις που απαιτεί η οδηγία και όχι τις επιπλέον ενδείξεις που, τυχόν, υπάρχουν επί του προϋόντος. Αυτές μπορούν θεμιτώς να αναγράφονται στην αρχική γλώσσα του προϋόντος.
82 Σε πολυγλωσσικά κράτη, όμως, δεν επιτρέπεται να επιβληθεί η υποχρέωση αναγραφής των ενδείξεων στη γλώσσα κάθε περιοχής. ςΟταν υπάρχουν περισσότερες επίσημες γλώσσες, τεκμαίρεται ότι αυτές είναι ισότιμες και, επομένως, κατά το μάλλον ή ήττον γνωστές στους πολίτες του κράτους μέλους. Ενόψει τούτου, θεωρώ ότι το κράτος μέλος μπορεί να απαιτήσει θεμιτώς, από της απόψεως του άρθρου 14, την αναγραφή των ενδείξεων σε μία από τις γλώσσες αυτές, κατ' επιλογήν του εμπόρου. Στην περίπτωση αυτή, ο πωλητής, με δική του ευθύνη, θα επιλέξει μία από τις γλώσσες αυτές, η δε αναγραφή των ενδείξεων στη γλώσσα αυτή είναι εν πάση περιπτώσει σύμφωνη με την οδηγία. Αντιθέτως, η επιβολή της υποχρεώσεως χρήσεως της γλώσσας της περιοχής, θα ανάγκαζε τους εισαγωγείς να επισημαίνουν τα προϋόντα τους σε διαφορετικές γλώσσες και θα δυσχέραινε αδικαιολόγητα τις εισαγωγές, ιδίως τις παράλληλες.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
83 Με το δεύτερο ερώτημα ερωτάται κατ' ουσίαν αν το άρθρο 14 της οδηγίας επιτρέπει η ενημέρωση του καταναλωτή να πραγματοποιείται, όχι με την επισήμανση επί των τροφίμων, αλλά με πινακίδες αναρτημένες στο κατάστημα πωλήσεως.
84 Δεν θα μακρηγορήσω επί του ερωτήματος αυτού, διότι το ζήτημα έχει απαντηθεί με την απόφαση Piageme II. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι η πληροφόρηση του τελικού καταναλωτή, ο οποίος δεν είναι αναγκαστικά ο αγοραστής, δεν εξασφαλίζεται με μέτρα που δεν αφορούν τις περιλαμβανόμενες στην επισήμανση ενδείξεις, όπως, π.χ., η παροχή πληροφοριών στο σημείο πωλήσεως του προϋόντος ή στο πλαίσιο μεγάλων εκστρατειών ενημερώσεως (σκέψη 26). Προτείνω επομένως η απάντηση να έχει την έννοια αυτή.
V - Πρόταση
Eνόψει των ανωτέρω, προτείνω να δοθούν στα προδικαστικά ερωτήματα οι εξής απαντήσεις:
«1) Το άρθρο 14 της οδηγίας 79/112 δεν απαγορεύει την επιβολή υποχρεώσεως, από ένα κράτος μέλος, να αναγράφονται οι υποχρεωτικές ενδείξεις της επισημάνσεως των τροφίμων τουλάχιστον στην εθνική ή την επίσημη γλώσσα του κράτους αυτού, εκτός αν η ενημέρωση του καταναλωτή εξασφαλίζεται εν τοις πράγμασι με τα κατά την κρίση του δικαστή πρόσφορα μέσα.
2) Οι κατά την οδηγία 79/112 υποχρεωτικές ενδείξεις πρέπει να περιέχονται στην επισήμανση των τροφίμων και όχι να εμφαίνονται σε άλλα σημεία, όπως σε πινακίδες αναρτημένες εντός του καταστήματος πωλήσεως.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33. Η οδηγία αυτή τροποποιήθηκε, μέχρι τον χρόνο που συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, με τις οδηγίες 86/197/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 144/29.5.1986, σ. 38), 89/395/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 186/30.6.1989, σ. 17), και 93/102/ΕΟΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 291/25.10.1993, σ. 14). Μετά την επέλευση των περιστατικών της κύριας δίκης, η οδηγία τροποποιήθηκε, σε ουσιώδη σημεία, με την οδηγία 97/4/ΕΚ του Ευρωπαϋκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 43/14.2.1997, σ. 21). Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/395, ο τίτλος της οδηγίας είναι: «Οδηγία του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 1978 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων».
(2) - C-85/94 (Συλλογή 1995, σ. Ι-2955).
(3) - Υποσημείωση 1.
(4) - C-241/89 (Συλλογή 1990, σ. Ι-4695).
(5) - C-369/89 (Συλλογή 1991, σ. Ι-2971).
(6) - Για την ιστορία, σημειώνεται ότι και στις δύο περιπτώσεις το Δικαστήριο υιοθέτησε κατ' ουσίαν σχετική άποψη του γενικού εισαγγελέα κ. G. Tesauro (βλ. σημείο 3 και σημείο 6 των αντιστοίχων προτάσεων).
(7) - Βλ. απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, 298/87, Smanor (Συλλογή 1988, σ. 4489, σκέψη 30).
(8) - Βλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1993, C-285/92, Twee Provinciλn (Συλλογή 1993, σ. Ι-6045, σκέψη 15), της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-144/93, Pfanni Werke (Συλλογή 1994, σ. Ι-4605, σκέψη 15) και της 17ης Σεπτεμβρίου 1997, C-83/96, Dega (Συλλογή 1997, σ. Ι-5001, σκέψη 16). Βλ., επίσης, την μνημονευόμενη στην υποσημείωση 11 απόφαση Van der Veldt, σκέψη 28.
(9) - Ετσι νοείται συνήθως η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων κατά το άρθρο 30 της Συνθήκης. Βλ., π.χ., απόφαση της 10ης Ιουλίου 1980, υπόθεση 152/78, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 518, σκέψη 11).
(10) - Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1979, υπόθεση Rewe Zentral (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 321), της 13ης Δεκεμβρίου 1990, C-238/89, Pall (Συλλογή 1990, σ. Ι-4827, σκέψεις 11 και 12), της 2ας Φεβρουαρίου 1994, C-315/92, Verbant Socialer Wettbewerb (Συλλογή 1994, σ. Ι-317, σκέψη 13), κ.ά.
(11) - Συλλογή 1994, σ. Ι-3537.
(12) - Σημειώνεται ότι η ευχέρεια που παρείχε το ανωτέρω άρθρο 23 καταργήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 23, της οδηγίας 89/395, η οποία, έλαβε υπόψη ότι «η οδηγία 79/112/ΕΟΚ (...) προβλέπει σε πολλές περιπτώσεις τη δυνατότητα εθνικών παρεκκλίσεως» και «ότι θα πρέπει να καταργηθούν οι παρεκκλίσεις αυτές με σκοπό τόσο την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, όσο και την καλύτερη ενημέρωση όλων των καταναλωτών στην Κοινότητα» (πρώτη και δεύτερη αιτιολογική σκέψη).
(13) - Πρβλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1997, C-349/95, Loendersloot (μη δημοσιευθείσα ακόμη στην Συλλογή), με την οποία κρίθηκε ότι το άρθρο 7 της οδηγίας 89/104 και το άρθρο 36 της Συνθήκης, επιδιώκοντας να συμβιβάσουν τα θεμελιώδη συμφέροντα της προστασίας των δικαιωμάτων επί του σήματος και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, σκοπούν στην επίτευξη του ίδιου αποτελέσματος και πρέπει να ερμηνεύονται ομοιόμορφα (σκέψη 18).
(14) - Προμνημονευθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση SARPP, σκέψη 15.
(15) - Εκτός, βεβαίως, αν οι διατάξεις της οδηγίας δεν είναι έγκυρες από απόψεως Συνθήκης, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
(16) - Βλ., απόφαση της 5ης Απριλίου 1979, υπόθεση 148/78, Ratti (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 861, σκέψη 36) και σκέψη 20 της αποφάσεως Piageme II (κατωτέρω, σημεία 29 και 33).
(17) - Βλ., μνημονευθείσα στην υποσημείωση 11, απόφαση Van der Veldt, σκέψη 25.
(18) - C-85/94 (Συλλογή 1995, σ. Ι-2955).
(19) - ΕΕ L 113, της 30ής Μαρτίου 1992, σ. 18.
(20) - Σκέψεις 18 έως 20.
(21) - Βλ. απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1987, C-98/86, Mathot (Συλλογή 1987, σ. 809, σκέψεις 7 και 11), και προμνημονευθείσες, στην υποσημείωση 7 απόφαση Smanor (σκέψη 36) και στην υποσημείωση 4 απόφαση SARPP (σκέψη 16).
(22) - Βλ. σκέψη 15 της αποφάσεως Piageme I που παρατίθεται ανωτέρω, στο σημείο 30.
(23) - Δεν χρειάζεται να τονισθεί ότι σε καμμία περίπτωση η οδηγία δεν παρέχει βάση να απαγορευθεί, αυτή καθ' εαυτήν, η είσοδος τροφίμων από ένα κράτος μέλος σε ένα άλλο για λόγους που αφορούν το ευχερώς καταληπτό της επισημάνσεως. Γενικώς, καμμία κύρωση βάσει της οδηγίας δεν νοείται σε ενδιάμεσο στάδιο πριν από την στιγμή της διαθέσεως προς πώληση, διότι ο πωλητής, μέχρι εκείνη τη στιγμή, μπορεί θεμιτώς να επιθέσει τις κατάλληλες επισημάνσεις.
(24) - Ανωτέρω, σημείο 31.
(25) - Βλ. άρθρο 11, παράγραφο 2.
(26) - Βλ, π.χ., παράρτημα Ι της οδηγίας, όπως αντικαταστάθηκε με την οδηγία 93/102/ΕΚ της Επιτροπής, άρθρο 9α, που προστέθηκε με το άρθρο 2, παράγραφος 19 της οδηγίας 89/395/ΕΟΚ του Συμβουλίου, οδηγία 91/72/ΕΟΚ της Επιτροπής σχετικά με την αναγραφή των αρωματικών υλών, κ.λπ.
(27) - Θα μπορούσε, π.χ., ένας χάρτης να αποδίδει την χώρα προελεύσεως, η εικόνα ενός ζώου να υποδηλώνει το είδος του, μία ζυγαριά και δίπλα αριθμοί να σημαίνουν το βάρος κ.ο.κ.
(28) - Μνημονευθείσα, στην υποσημείωση 7, απόφαση Smanor, σκέψεις 18 και 19.
(29) - Α 178 της 2.8.1976, σ. 52.
(30) - Βλ. ψήφισμα του 1992 σχετικά με τους κανόνες για την προστασία των καταναλωτών και της δημόσιας υγείας (ΕΕ 1992, C 94, σ. 212), το οποίο έχω ήδη αναφέρει στις προτάσεις μου επί της υποθέσως Piageme II (βλ. σημείο 19 των ενλόγω προτάσεων).
(31) - Βλ. κοινή απάντηση της 5ης Ιανουαρίου 1993 (ΕΕ C 95/5.4.93, σ. 7).
(32) - ΕΕ C 345 της 23.12.93, σ. 3.
(33) - Ανωτέρω, σημείο 14.
(34) - Για τις τέσσερις παραδοσιακές τροπικότητες της δεοντικής λογικής, επιτάσσειν, επιτρέπειν, απαγορεύειν και παρέχειν διακριτική ευχέρεια, καθώς και τις μεταξύ τους σχέσεις, βλ.,αντί άλλων: B. S. Jackson, Semiotics and legal theory, London 1985, σ. 100 επ., 104 και J. Lyons, Semantics, London (1977) 1986, τόμος 2, σ. 823 έως 841.
(35) - Βλ., για τα θέματα αυτά, την λεπτομερή μελέτη που πραγματοποιήθηκε για την Πολιτική Υπηρεσία Καταναλωτών (ήδη Γενική Διεύθυνση) της Επιτροπής των ΕΚ, με τίτλο «Ιtude sur les principes et dispositions actuels concernant les exigences linguistiques en rapport avec la lιgislation du consommateur dans la Communautι Europιenne» (Rapport final), ιd. Bureau Europιen des Unions des Consommateurs, Bruxelles, aoϋt 1993, σ. 9 και επ. (στο εξής: Μελέτη).
(36) - Ρητή συνταγματική κατοχύρωση έχει η γλώσσα στο Βέλγιο, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιρλανδία και την Ιταλία. Ρητή νομοθετική κατοχύρωση στην Ελλάδα και το Λουξεμβούργο. Σε άλλα κράτη υπάρχουν επίσης ειδικοί νόμοι κατά τομείς (βλ. σχετικά: Μελέτη, σ. 40 και επ.).
(37) - Συλλογή 1989, σ. 3967. Στην υπόθεση αυτή, Ολλανδή υπήκοος απεκλείσθη θέσεως καθηγήτριας καλλιτεχνικών μαθημάτων σε δημόσιο σχολείο της Ιρλανδίας, διότι αγνοούσε την ιρλανδική, επίσημη, μαζί με την αγγλική, γλώσσα της Ιρλανδίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, κατ' άρθρο 3, παράγραφος 1 του κανονισμού 1612/68, ενόψει της φύσεως των καθηκόντων της ενδιαφερομένης, παρόμοια απαίτηση γλωσσικών γνώσεων δικαιολογείται «εφόσον (...) εντάσσεται στο πλαίσιο πολιτικής προωθήσεως της εθνικής γλώσσας που είναι συγχρόνως η πρώτη επίσημη γλώσσα και εφόσον η απαίτηση αυτή εφαρμόζεται κατά τρόπο αναλογικό και μη συνεπαγόμενο διακρίσεις» (σκέψη 24).
(38) - Σημεία 19 και 20, αντιστοίχως των ενλόγω προτάσεων.
(39) - Τέταρτη, αν ληφθεί υπόψη και η υπόθεση C-33/97, Colim, επί της οποίας επίσης παρουσιάζω τις προτάσεις μου σήμερα.
(40) - Αυτό ακριβώς συνέβη με την απόφαση που εξέδωσε, στις 27 Ιουνίου 1996, το βελγικό δικαστήριο, μετά την απόφαση Piageme II. Το εθνικό δικαστήριο έκρινε ότι οι ενδείξεις στην γαλλική ή στην γερμανική γλώσσα (ωστόσο επίσημες γλώσσες του Βελγίου) επί των φιαλών των μεταλλικών νερών Perrier, Evian, Contrex και Apollinaris (παρ' όλα αυτά αρκετά γνωστών, κατά κοινή πείρα) δεν ήσαν κατανοητές στους καταναλωτές της φλαμανδόφωνης περιοχής!
(41) - Πρβλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1980, υπόθεση 27/80, Fietje (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 517, σκέψη 12).
(42) - Ξωρίς φιλοδοξίες επιστημονικής ακρίβειας, χρησιμοποιώ τον όρο εθνική γλώσσα με την έννοια της γλώσσας που ομιλείται σε όλη την έκταση του εδάφους ενός κράτους μέλους ενώ ως επίσημη γλώσσα τη γλώσσα η οποία αναγνωρίζεται ως τέτοια διά νόμου, ανεξαρτήτως αν είναι ταυτόχρονα και εθνική ή αν ομιλείται σε τμήμα του κράτους μέλους.
(43) - Βλ., προμνημονευθείσα απόφαση Van der Veldt, σκέψη 26.
(44) - Ειδικά για το άρθρο 14, οι στόχοι αυτοί είναι, αφενός μεν η ελεύθερη κυκλοφορία, αφετέρου δε η προστασία των καταναλωτών και, ενδεχομένως, η προστασία της εθνικής γλώσσας.
(45) - Βλ. ανωτέρω, σημείο 27.
(46) - Υπόθεση C-51/93 (Συλλογή 1994, σ. Ι-3879). Βλ., και απόφαση Piageme Ι, σκέψη 14.
(47) - Βλ., σημεία 45 έως 48.
(48) - Βλ. προμνησθείσα απόφαση Loendersloot, σκέψη 46. Εξάλλου, όπως κρίνεται παγίως, «η επισήμανση είναι ένα από τα λιγότερο περιοριστικά μέσα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στην Κοινότητα» (βλ., π.χ., προμνησθείσα απόφαση Van der Veldt, σκέψη 31).
Full & Egal Universal Law Academy