Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με διάταξη της 29ης Νοεμβρίου 1996, το Landgericht Trier (Γερμανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (2) (στο εξής: κανονισμός). Το ερώτημα, που συμπληρώθηκε με μεταγενέστερη διάταξη της 24ης Οκτωβρίου 1997, αφορά το περιεχόμενο του δικαιώματος αναγωγής που αναγνωρίζεται στους οφειλέτες φορείς για παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως από το άρθρο 93, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού.
Η κοινοτική και εθνική νομοθεσία
2 Ο κανονισμός προβαίνει σε συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζονται, εντός των κρατών μελών, στους μισθωτούς και στην οικογένειά τους που μετακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας, προκειμένου να διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και να συμβάλει στη βελτίωση του επιπέδου ζωής και των συνθηκών απασχολήσεώς τους. Όπως τονίζει η πέμπτη αιτιολογική σκέψη, ο κανονισμός διασφαλίζει, για τον σκοπό αυτό, «στο εσωτερικό της Κοινότητας, αφ' ενός, ίση μεταχείριση σε όλους τους υπηκόους των κρατών μελών έναντι των διαφόρων εθνικών νομοθεσιών και αφ' ετέρου την απόλαυση των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως από τους εργαζομένους και τα πρόσωπα που έλκουν απ' αυτούς δικαιώματα, ανεξάρτητα από τον τόπο απασχολήσεως ή κατοικίας τους».
3 Το άρθρο 13 του κανονισμού, που βρίσκεται στο κεφάλαιο ΙΙ το οποίο αφορά τον καθορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας, διευκρινίζει ότι «τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός υπόκεινται μόνο στη νομοθεσία ενός κράτους μέλους», που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδίου κεφαλαίου.
4 Το άρθρο 93, που επιγράφεται «Δικαίωμα των οφειλετών φορέων έναντι τρίτων υπευθύνων», είναι η διάταξη στην οποία αναφέρεται το ερώτημα του Γερμανού δικαστή. Το σημείο που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω (παράγραφος 1, στοιχείο αα), προβλέπει τα ακόλουθα:
«Αν, δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους, χορηγούνται παροχές για ζημία προκληθείσα από περιστατικά που συνέβησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τα τυχόν δικαιώματα του οφειλέτη φορέα έναντι του τρίτου, ο οποίος υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας, ρυθμίζονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:
α) όταν ο οφειλέτης φορέας υποκαθιστά, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται απ' αυτόν, τον δικαιούχο στα δικαιώματα τα οποία αυτός έχει έναντι του τρίτου, η υποκατάσταση αυτή αναγνωρίζεται από κάθε κράτος μέλος».
5 Το άρθρο 232 του λουξεμβουργιανού κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων ορίζει ότι, οσάκις το πρόσωπο που έχει δικαίωμα συντάξεως έχει έναντι των τρίτων εκ του νόμου προβλεπόμενο δικαίωμα αποκαταστάσεως της ζημίας που υπέστη συνεπεία της αναπηρίας ή του θανάτου, ο φορέας που καταβάλλει τη σύνταξη υποκαθίσταται στα δικαιώματα του θύματος ή εκείνων που έλκουν δικαιώματα από αυτό μέχρι του ποσού των οφειλομένων παροχών. Αν η σύνταξη έχει μόνιμο χαρακτήρα, το δικαίωμα αναγωγής που ανήκει στον φορέα αντιστοιχεί στο κεφάλαιο καλύψεως, αφαιρουμένων των δικαιωμάτων προσδοκίας που έχουν στο μεταξύ αποκτηθεί. Ωστόσο, το άρθρο 4 της κανονιστικής αποφάσεως του Μεγάλου Δουκάτου που εκδόθηκε για την εφαρμογή του κώδικα αυτού προβλέπει ότι, σε περίπτωση θανάτου δικαιούχου συντάξεως, δεν χωρεί αναγωγή κατά τρίτου υπευθύνου.
Τα πραγματικά περιστατικά και το προδικαστικό ερώτημα
6 Η διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση της ευθύνης λόγω του θανάτου ενός Γερμανού υπηκόου που επήλθε κατόπιν αυτοκινητικού δυστυχήματος που συνέβη στις 27 Δεκεμβρίου 1991, κοντά στην Trier. Στο δυστύχημα αυτό, έχασε τη ζωή του ο Alfons Ginsbach, όταν τον κτύπησε αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Dieter Kordel και ανήκε στον Rainer Kordel, συμπατριώτες του. Το θύμα του δυστυχήματος ήταν ασφαλισμένο στο Caisse de pension des employιs privιs, αρμόδιο φορέα του Λουξεμβούργου για συνταξιοδοτικά ζητήματα των υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα. Λόγω του θανάτου, ο φορέας αυτός κατέβαλε στη χήρα και στη θυγατέρα του θύματος σύνταξη επιζώντων κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων του λουξεμβουργιανού κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων, εντός των ορίων του κεφαλαίου καλύψεως ανερχομένου σε 4 003 236 φράγκα Λουξεμβούργου (LFR).
Στη διαφορά της κύριας δίκης, ο ενάγων φορέας του Λουξεμβούργου ζήτησε από τον οδηγό του αυτοκινήτου καθώς και από τον κύριό του και από την ασφαλιστική εταιρία, ως εις ολόκληρον συνοφειλέτες, αποζημίωση ίση με το ήμισυ του εν λόγω κεφαλαίου. Υποστηρίζει ότι υποκαταστάθηκε στο δικαίωμα αυτό που ανήκει στους επιζώντες του A. Ginsbach, σύμφωνα με το άρθρο 232 του λουξεμβουργιανού κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων και ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 93, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού, η υποκατάσταση αυτή πρέπει να αναγνωρίζεται εντός κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος μέλος του φορέα.
7 Κρίνοντας αναγκαία την ερμηνεία του άρθρου 93, παράγραφος 1, στοιχείο αα, για την επίλυση της διαφοράς, το γερμανικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Ποια ερμηνεία πρέπει να δοθεί στο άρθρο 93, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, όσον αφορά το ζήτημα αν η αναγνώριση από μέρους των κρατών μελών αφορά επίσης το περιεχόμενο του δικαιώματος στο οποίο έχει υποκατασταθεί ο ασφαλιστικός φορέας άλλου κράτους μέλους (εν προκειμένω σύμφωνα με το άρθρο 232, δεύτερο εδάφιο, του λουξεμβουργιανού Code des Assurances Sociales, σε συνδυασμό με τη συναφή κανονιστική απόφαση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, το οποίο προβλέπει ότι το δικαίωμα στο οποίο υποκαθίσταται το ταμείο συντάξεων πρέπει να αντιστοιχεί σε ποσό ίσο με το κεφάλαιο καλύψεως, αφαιρουμένων των εκ του νόμου προβλεπομένων δικαιωμάτων προσδοκίας) ή μόνον την υποκατάσταση, αυτή καθαυτή;»
8 Με έγγραφο της 24ης Ιουλίου 1997, το Δικαστήριο απέστειλε στο Landgericht Trier την απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994, DAK (3), και το ερώτησε αν, υπό το φως της αποφάσεως αυτής, επιθυμούσε να αφήσει άθικτο ή να αναδιατυπώσει το προδικαστικό του ερώτημα. Με νέα διάταξη της 24ης Οκτωβρίου 1997, το Landgericht Trier συμπλήρωσε το ερώτημα ως εξής:
«Δεν εμποδίζουν οι διατάξεις οι οποίες αποκλείουν την υποκατάσταση του οφειλέτη φορέα κράτους μέλους, υπό την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, στο δικαίωμα αποζημιώσεως του δικαιούχου των παροχών έναντι του τρίτου υπευθύνου για ζημία που επήλθε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή την προβολή του δικαιώματος αυτού από τον εν λόγω φορέα το δικαίωμα αναγωγής που έχει ο οφειλέτης φορέας κατά του τρίτου, ούτε όταν πρόκειται για διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει ο ίδιος ο οφειλέτης φορέας (εν προκειμένω: άρθρο 4 της κανονιστικής αποφάσεως για την εκτέλεση του άρθρου 232 του λουξεμβουργιανού κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων, σύμφωνα με το οποίο, σε περίπτωση θανάτου δικαιούχου συντάξεως, δεν χωρεί αναγωγή κατά του τρίτου υπευθύνου);»
Επί της ουσίας
9 Το ερώτημα που αρχικά υπέβαλε στο Δικαστήριο το αιτούν δικαστήριο αφορά, κατ' ουσίαν, το περιεχόμενο του δικαιώματος αναγωγής που αναγνωρίζει στους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως το άρθρο 93, παράγραφος 1, του κανονισμού. Υπενθυμίζω ότι ο κανονισμός αυτός προβλέπει ότι, οσάκις ο οφειλέτης φορέας υποκαθίσταται, δυνάμει της νομοθεσίας που εφαρμόζει, στα δικαιώματα που ο δικαιούχος έχει έναντι τρίτων, η υποκατάσταση αυτή αναγνωρίζεται σε κάθε άλλο κράτος μέλος. Ενώπιον δύο κανόνων δικαίου με αντίθετο περιεχόμενο οι οποίοι προβλέπονται από τις νομοθεσίες της Γερμανίας και του Λουξεμβούργου αντίστοιχα, από τους οποίους ο δεύτερος μόνον παρέχει δικαίωμα αναγωγής στον φορέα κοινωνικής ασφάλισης, το γερμανικό δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν η παραπομπή που το άρθρο 93 του κανονισμού κάνει στη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως (εν προκειμένω, η νομοθεσία του Λουξεμβούργου) πρέπει να νοηθεί ότι αφορά μόνον την αρχή της υποκατάστασης ή αφορά επίσης και το περιεχόμενό της.
10 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ευθύς εξαρχής ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό προκύπτει άνετα από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία δεν νομίζω ότι χρειάζεται σχολίων εν προκειμένω. Αρκεί, πράγματι, η παραπομπή στο κείμενο της αποφάσεως DAK, που προπαρατίθεται, στην οποία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διασαφηνίσει το περιεχόμενο του άρθρου 93, παράγραφος 1, του κανονισμού. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε διαφορά μεταξύ ενός γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως και μιας δανέζικης ασφαλιστικής εταιρίας σχετικά με την επιστροφή εξόδων που καταβλήθηκαν από τον φορέα για τη μεταφορά και τη νοσηλεία ασφαλισμένου του που είχε τραυματιστεί σε τροχαίο δυστύχημα στη Δανία. Κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος δανέζικου δικαστηρίου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «το άρθρο 93, παράγραφος 1, του κανονισμού έχει την έννοια ότι οι προϋποθέσεις της ασκήσεως καθώς και το περιεχόμενο του δικαιώματος αναγωγής ενός φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως, κατά την έννοια του κανονισμού, έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία που επήλθε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και αποτέλεσε την αιτία της χορηγήσεως παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, προσδιορίζονται κατά το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει ο φορέας. Ειδικότερα, διατάξεις όπως οι των άρθρων 17, παράγραφος 1, και 22, παράγραφος 2, του δανικού νόμου δεν εμποδίζουν το δικαίωμα αναγωγής των οφειλετών φορέων των άλλων κρατών μελών» (σκέψη 23). Κατά συνέπεια, οι ισχύουσες διατάξεις του κράτους μέλους όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός δεν μπορούν να εξαρτήσουν από προϋποθέσεις ή να περιορίσουν την άσκηση του δικαιώματος αναγωγής από τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης των άλλων κρατών μελών.
11 Αιτιολογώντας τη λύση αυτή, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στον σκοπό των διατάξεων του κανονισμού που αποτελούν το αντικείμενο του παρόντος προδικαστικού ερωτήματος. Το άρθρο 93, όπως ακριβώς και το άρθρο 52 του προηγούμενου κανονισμού 3 του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1958, περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων (JO 1958, 30, σ. 561), το οποίο επαναλαμβάνεται κατ' ουσίαν στο άρθρο 93, «σκοπεί να δώσει τη δυνατότητα στον φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως, που κατέβαλε παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως κατόπιν προκλήσεως ζημίας στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, να ασκήσει έναντι του τρίτου υπευθύνου της ζημίας τα μέσα παροχής εννόμου προστασίας που προβλέπει το δίκαιο το οποίο εφαρμόζει, είτε πρόκειται για υποκατάσταση είτε για άλλη νομική τεχνική» (σκέψη 16) (4). Το δικαίωμα που παρέχεται κατ' αυτόν τον τρόπο στους εθνικούς φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως αποτελεί πράγματι, κατά το Δικαστήριο, «το λογικό και εύλογο συμπλήρωμα της επεκτάσεως των υποχρεώσεων των φορέων αυτών στο σύνολο του κοινοτικού εδάφους, επέκταση που απορρέει από τις διατάξεις του κανονισμού» (5). Προς τον σκοπό αυτό, το προπαρατεθέν άρθρο του κανονισμού προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει την υποκατάσταση του οφειλέτη φορέα στα δικαιώματα που έχει ο δικαιούχος των παροχών έναντι του τρίτου υποχρέου προς αποκατάσταση της ζημίας, οσάκις η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει ο φορέας προβλέπει υπέρ αυτού τη δυνατότητα αυτή (σκέψη 17).
12 Κατά το Δικαστήριο, το άρθρο 93, παράγραφος 1, «αναλύεται δηλαδή σε κανόνα άρσεως συγκρούσεως νόμων που επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει αγωγή αποζημιώσεως κατά του προκαλέσαντος τη ζημία, να εφαρμόσει το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει ο φορέας οφειλέτης όχι μόνο για να προσδιορίσει αν ο φορέας αυτός υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα του θύματος ή αν έχει δικαίωμα να στραφεί απευθείας κατά του τρίτου υπευθύνου, αλλά και για να προσδιορίσει τη φύση και το περιεχόμενο των απαιτήσεων στις οποίες υποκαθίσταται ο οφειλέτης φορέας ή τις οποίες μπορεί να προβάλει απευθείας έναντι του τρίτου» (σκέψη 18). Συνεπώς, ο κανόνας άρσεως της συγκρούσεως που περιέχει το άρθρο 93 αποκλείει στο εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα να εφαρμόζει τη νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου επήλθε το ζημιογόνο γεγονός προκειμένου να καθορίσει το περιεχόμενο του δικαιώματος αναγωγής που μπορεί να επικαλεστεί ο οφειλέτης φορέας. Το δικαίωμα αυτό πρέπει να αναγνωρίζεται στα υπόλοιπα κράτη μέλη με τις ίδιες προϋποθέσεις και το ίδιο περιεχόμενο που προβλέπει η νομοθεσία που διέπει τον φορέα κοινωνικής ασφάλισης στο κράτος μέλος στο οποίο αυτός ανήκει· και τούτο σύμφωνα με τη γενική αρχή που υπομνήσθηκε ανωτέρω, σύμφωνα με την οποία η μεταχείριση των εργαζομένων, στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης στο εσωτερικό της Κοινότητας, πρέπει να διέπεται από τη νομοθεσία ενός μόνον κράτους μέλους (άρθρο 13 του κανονισμού)· και λαμβανομένου υπόψη, επιπλέον, ότι ο εν λόγω φορέας οφείλει να χορηγεί παροχές και για τους κινδύνους που επέρχονται εντός άλλων κρατών μελών (6). Όπως παρατηρεί η Επιτροπή, πρόκειται για τη διασφάλιση της ταυτότητας περιεχομένου μεταξύ των παροχών που ο φορέας υποχρεούται να καταβάλει και των δυνατοτήτων αναγωγής κατά των τρίτων, υπευθύνων για το ζημιογόνο γεγονός που προκάλεσε την επέμβαση του φορέα.
13 Τελικώς, το Δικαστήριο διευκρίνισε, με την απόφαση DAK, ότι η επιλογή της εφαρμοστέας νομοθεσίας που επιχειρείται στο άρθρο 93 δεν αποβλέπει στο να τροποποιήσει τους κανόνες βάσει των οποίων προσδιορίζεται αν και κατά πόσο θεμελιώνεται η εξωσυμβατική ευθύνη του τρίτου που προκάλεσε τη ζημία. Το ζήτημα της ευθύνης του τρίτου εξακολουθεί να διέπεται από τους ουσιαστικούς κανόνες που οφείλει καταρχήν να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε ο φορέας οφειλέτης ή το ίδιο το θύμα, δηλαδή καταρχήν από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία (σκέψη 21) (7).
14 Τα στοιχεία που μας παρέχει η προπαρατεθείσα νομολογία είναι καίριας σημασίας για την επίλυση της παρούσας διαφοράς. Το θύμα του ζημιογόνου γεγονότος που επήλθε στο γερμανικό έδαφος ήταν ασφαλισμένο σε λουξεμβουργιανό φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως. Η γένεση του δικαιώματος αποζημιώσεως υπέρ των επιζώντων του θύματος του δυστυχήματος έναντι του τρίτου υπευθύνου διέπεται από τη νομοθεσία η οποία, σύμφωνα με το γερμανικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, εφαρμόζεται στις εξωσυμβατικές ενοχές. Αντιθέτως, η υποκατάσταση του φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα αυτά καθορίζεται από τη νομοθεσία που ο εν λόγω φορέας εφαρμόζει - τη λουξεμβουργιανή νομοθεσία - η οποία διέπει επίσης το περιεχόμενο του δικαιώματος αναγωγής, που απορρέει από την υποκατάσταση, όταν ασκείται σε άλλο κράτος μέλος. Το δικαίωμα αυτό αναγωγής, που διέπεται από τη λουξεμβουργιανή νομοθεσία, πρέπει πράγματι να αναγνωρίζεται στα άλλα κράτη μέλη, εν προκειμένω στη Γερμανία, δυνάμει του άρθρου 93 του κανονισμού.
15 Καταρχάς, στο ερώτημα που θέτει το γερμανικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί απάντηση σύμφωνη με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία το άρθρο 93 του κανονισμού πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο την εφαρμογή της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο επίσης ανήκει ο οφειλέτης φορέας προκειμένου να καθορισθεί η φύση και το περιεχόμενο του δικαιώματος στο οποίο υποκαθίσταται ο εν λόγω φορέας. Το αιτούν δικαστήριο, στο σκεπτικό της δεύτερης αιτήσεώς του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, φαίνεται να έχει αποδεχθεί την εδώ υπομνησθείσα λύση. Εντούτοις, στην ίδια αυτή αίτηση, το δικαστήριο διατηρεί το προδικαστικό του ερώτημα επικαλούμενο ένα δεδομένο που διαφοροποιεί την υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν του από την υπόθεση DAK: ενώ, στην τελευταία αυτή υπόθεση, το Δικαστήριο απέκλεισε το ενδεχόμενο να περιορίζεται το δικαίωμα αναγωγής του υποκαθιστάμενου φορέα από διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους, όπου επήλθε το ζημιογόνο γεγονός, στην υπόθεση που μας απασχολεί, τα εμπόδια στην άσκηση του δικαιώματος αναγωγής προέρχονται από το περιεχόμενο της ισχύουσας νομοθεσίας στο κράτος μέλος στο οποίο ανήκει ο φορέας, ήτοι στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου. Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 της κανονιστικής αποφάσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου που εκδόθηκε για την εφαρμογή του άρθρου 232 του λουξεμβουργιανού κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων, σε περίπτωση θανάτου δικαιούχου σύνταξης, ο υποκαθιστάμενος φορέας δεν μπορεί να ασκήσει την αγωγή που ανήκει στους επιζώντες, κληρονόμους του θύματος του δυστυχήματος κατά του τρίτου υπευθύνου. Στο εθνικό δικαστήριο που καλείται να εφαρμόσει τον λουξεμβουργιανό νόμο εναπόκειται προφανώς να ελέγξει αν, υπό τα εν προκειμένω πραγματικά περιστατικά, συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την εφαρμογή των επίμαχων λουξεμβουργιανών διατάξεων. Εντούτοις, εάν από τον έλεγχο αυτόν προκύψει ότι η νομοθεσία που διέπει τον φορέα κωλύει την άσκηση από μέρους του του δικαιώματος αναγωγής, έστω και αν χώρησε εκ του νόμου υποκατάσταση στα δικαιώματα εκείνων που τα έλκουν από το θύμα, ο περιορισμός αυτός πρέπει να αναγνωρίζεται και στα λοιπά κράτη μέλη.
16 Πράγματι, η λύση που προτείνεται εδώ συνάγεται χωρίς δυσκολία από το γράμμα και τον σκοπό του άρθρου 93 που προαναφέρθηκαν. Δεδομένου ότι περιέχει κανόνα άρσεως της συγκρούσεως, η διάταξη αυτή επιβάλλει την αναγνώριση του δικαιώματος αναγωγής του υποκαθιστάμενου φορέα στα λοιπά κράτη μέλη, ανεξαρτήτως του περιεχομένου της εφαρμοστέας νομοθεσίας. Η αναγνώριση αυτή πρέπει να συντελείται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις υπό τις οποίες εφαρμόζεται η εν λόγω διάταξη στο κράτος μέλος στο οποίο ανήκει ο υποκαθιστάμενος φορέας. Οι περιορισμοί στο δικαίωμα αναγωγής πρέπει να αναγνωρίζονται και να εφαρμόζονται εντός των άλλων κρατών μελών και συνεπώς, στην υπόθεση που μας απασχολεί εν προκειμένω, από το γερμανικό δικαστήριο.
Συμπέρασμα
17 Υπό το πρίσμα των σκέψεων που ανέπτυξα, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα του Landgericht Trier ως ακολούθως:
«Το άρθρο 93, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EOK) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι προϋποθέσεις και το περιεχόμενο του δικαιώματος αναγωγής φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως, υπό την έννοια του κανονισμού αυτού, κατά του υπευθύνου της ζημίας που επήλθε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και είχε ως συνέπεια την καταβολή παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, προσδιορίζονται σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους στην οποία υπάγεται ο φορέας αυτός. Συνεπώς, οι κανόνες του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας και οι οποίοι περιορίζουν ή αποκλείουν το δικαίωμα αναγωγής του φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως πρέπει να αναγνωρίζονται στα λοιπά κράτη μέλη.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 73.
(2) - ΕΕ L 230, σ. 6.
(3) - Υπόθεση C-428/92 (Συλλογή 1994, σ. Ι-2259).
(4) - Βλ., επίσης την απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1969, 27/69, Entr'aide mιdicale et Sociιtι nationale des chemins de fer luxembourgeois (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 143, σκέψη 15).
(5) - Βλ., στην ίδια κατεύθυνση, τις αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 1965, 33/64, Van Dijk (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 39), και της 9ης Δεκεμβρίου 1965, 44/65, Singer (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 203) οι οποίες αναφερόντουσαν, φυσικά, στο κείμενο του προηγούμενου κανονισμού.
(6) - Βλ., τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz, που αναγνώσθηκαν στις 14 Απριλίου 1994, κάτω από την προπαρατεθείσα απόφαση DAK (Συλλογή 1994, σ. Ι-2261, σημείο 22).
(7) - Βλ., στην ίδια κατεύθυνση, την προπαρατεθείσα απόφαση Singer, που αναφερόταν στο κείμενο του προηγούμενου κανονισμού.
Full & Egal Universal Law Academy