Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Α - Εισαγωγή
1 Η παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά το ζήτημα κατά πόσον η απαίτηση προηγούμενης εγκρίσεως για τα φυτοπροστατευτικά προϋόντα συνάδει προς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
2 Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά ποινική δίκη κατά ενός αγρότη στο Βέλγιο, στο αγρόκτημα του οποίου ανευρέθησαν φυτοπροστατευτικά προϋόντα τα οποία δεν είχαν εγκριθεί στο Βέλγιο. Τα φυτοπροστατευτικά προϋόντα προέρχονταν από τη Γαλλία, όπου είχαν εγκριθεί και είχαν διατεθεί συννόμως στην αγορά.
3 Το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς το αν ο εθνικός νομοθέτης μπορεί να διατηρήσει την υποχρέωση ιδιαίτερης (επομένως πρόσθετης) εγκρίσεως των προϋόντων αυτών και να προβλέψει ποινή για τη μη τήρηση της υποχρεώσεως αυτής. Υποβάλλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Συνιστά το μέτρο του Βελγίου, καθόσον απαιτεί ακόμη την έγκριση από τις αρχές της χώρας αυτής των φυτοπροστατευτικών προϋόντων που έχουν διατεθεί στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους, παράβαση των κανόνων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ;»
4 Κατά τη διαδικασία υπέβαλαν παρατηρήσεις το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή. Θα επανέλθω στην επιχειρηματολογία των μετεχόντων κατά την ανάπτυξή μου επί της υποθέσεως.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
5 Επιβάλλεται, κατ' αρχάς, η διαπίστωση ότι το προδικαστικό ερώτημα, όπως έχει διατυπωθεί, αποσκοπεί στην εξέταση της συμβατότητας εθνικού δικαίου προς το κοινοτικό δίκαιο. Δεν απόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί συναφώς στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο συνηθίζει στις περιπτώσεις αυτές να παρέχει στο αιτούν δικαστήριο όλα τα στοιχεία για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, τα οποία θα διευκολύνουν το δικαστήριο αυτό να κρίνει αν οι εθνικοί κανόνες συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο (1).
6 Ακολούθως, πρέπει να τονιστεί ότι για τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϋόντων στην αγορά ισχύουν διαφορετικές διατάξεις, ανάλογα με το αν πρόκειται για φυτοπροστατευτικά προϋόντα γεωργικής χρήσεως (παρασιτοκτόνα) ή για φυτοπροστατευτικά προϋόντα μη γεωργικής χρήσεως (βιοκτόνα).
Ενώ για τα παρασιτοκτόνα υφίσταται ειδική ρύθμιση του κοινοτικού δικαίου, η οποία περιλαμβάνεται στην οδηγία 91/414/ΕΟΚ (2), δεν έχει ακόμη θεσπιστεί ανάλογη ρύθμιση για βιοκτόνα (3), οπότε έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις της Συνθήκης.
7 Οι μετέχοντες στη διαδικασία δέχονται επίσης ότι υφίστανται συναφώς διαφορετικές προϋποθέσεις, στις οποίες στηρίζουν την επιχειρηματολογία τους.
8 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εκκινεί από την άποψη ότι πρόκειται για φυτοπροστατευτικά προϋόντα, τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 91/414 περί παρασιτοκτόνων. Καταλήγει ότι εξακολουθεί να υφίσταται η δυνατότητα επιβολής προηγούμενης εγκρίσεως.
9 Η Επιτροπή υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι πρόκειται για βιοκτόνα, ήτοι φυτοπροστατευτικά προϋόντα μη γεωργικής χρήσεως, διότι η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως παραπέμπει στο βασιλικό διάταγμα της 5ης Ιουνίου 1975, το οποίο είχε ήδη ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, η οποία κατέληξε στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση Brandsma (4), η οποία αφορούσε αναμφιβόλως τις προϋποθέσεις διαθέσεως στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϋόντων μη γεωργικής χρήσεως. Παρά τη διαφορετική αφετηρία της επιχειρηματολογίας όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά και τις διαφορετικές έννομες συνέπειες που συνδέονται με αυτά, και η Επιτροπή καταλήγει ότι η διατήρηση της προϋποθέσεως εγκρίσεως συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο.
10 Το ιστορικό της διαφοράς, όπως προκύπτει από την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και από τον φάκελο της υποθέσεως της κύριας δίκης που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα βαλλόμενα φυτοπροστατευτικά προϋόντα είναι κατά πάσα πιθανότητα παρασιτοκτόνα γεωργικής χρήσεως. Επειδή το πραγματικό αυτό ζήτημα δεν μπορεί να διευκρινιστεί με απόλυτη βεβαιότητα, θα εξετασθεί εναλλακτικώς τι ισχύει νομικώς και στις δύο περιπτώσεις. Επειδή φαίνεται πιθανό ότι τα φυτοπροστατευτικά προϋόντα τα οποία ανευρέθησαν στο αγρόκτημα είναι γεωργικής χρήσεως, θα εξεταστεί πρώτα αυτή η περίπτωση.
11 Η οδηγία 91/414 στηρίχθηκε στο άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΚ. Λόγω «των κινδύνων που συνεπάγεται για τον άνθρωπο, τα ζώα και το περιβάλλον» (5) η χρήση των φυτοπροστατευτικών προϋόντων, η οδηγία διατυπώνει την αρχή ότι «τα προϋόντα αυτά πρέπει να διατίθενται στην αγορά ή να χρησιμοποιούνται μόνο μετά από επίσημη έγκριση» (6). Την προϋπόθεση αυτή προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις διατυπώνονται στο άρθρο 4 της οδηγίας. Προς το συμφέρον της ελεύθερης κυκλοφορίας των φυτοπροστατευτικών προϋόντων, η ρύθμιση αποσκοπεί στην αναγνώριση, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, των εγκρίσεων που χορηγούν τα κράτη μέλη καθώς και των δοκιμών που πραγματοποιούνται για τη χορήγησή τους (7). Τις προϋποθέσεις για την αμοιβαία αναγνώριση ρυθμίζει το άρθρο 10 της οδηγίας. Το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής:
«Εφόσον το ζητήσει ο αιτών, (...) κάθε κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση έγκρισης φυτοπροστατευτικού προϋόντος, που έχει ήδη εγκριθεί σε άλλο κράτος μέλος, οφείλει:
- (...)
- στον βαθμό που, σύμφωνα με το άρθρο 23, έχουν θεσπιστεί οι ενιαίες αρχές, να εγκρίνει επίσης τη διάθεση στην αγορά στην επικράτειά του φυτοπροστατευτικού προϋόντος που περιέχει αποκλειστικά δραστικές ουσίες του παραρτήματος Ι, εφόσον οι γεωργικές, φυτοϋγείας και περιβαλλοντικές, περιλαμβανομένων των κλιματικών, συνθήκες οι οποίες έχουν σχέση με τη χρήση του εν λόγω προϋόντος, είναι συγκρίσιμες στις περιοχές όπου προορίζεται να χρησιμοποιηθεί.»
12 Το Συμβούλιο προσπάθησε να θεσπίσει τις «ενιαίες αρχές», υπό την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, με την έκδοση της οδηγίας 94/43/ΕΚ (8), η οποία εντούτοις ακυρώθηκε με την απόφαση της 18ης Ιουνίου 1996, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (9).
13 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απαίτηση προηγούμενης εγκρίσεως έχει κατ' αρχάς καθιερωθεί για αμιγώς τυπικούς λόγους, οπότε δεν έχουν ακόμη καθορισθεί οι προϋποθέσεις της αμοιβαίας αναγνωρίσεως της εγκρίσεως που έχει χορηγηθεί εντός άλλου κράτους μέλους. Βεβαίως ισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 91/414, μεταβατικές διατάξεις και παρεκκλίσεις, οι οποίες όμως δεν παρέχουν τη δυνατότητα μιας κατ' αρχήν παραιτήσεως από την έγκριση. Επομένως, τα κράτη μέλη νομιμοποιούνται, τόσο από τυπικής όσο και από ουσιαστικής απόψεως, να διαμορφώσουν την προϋπόθεση εγκρίσεως.
14 Η Επιτροπή επισήμανε ότι στην περίπτωση των φυτοπροστατευτικών προϋόντων γεωργικής χρήσεως δεν εφαρμόζεται το βασιλικό διάταγμα της 5ης Ιουνίου 1975, αλλά το βασιλικό διάταγμα της 28ης Φεβρουαρίου 1994. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να αποφασίσει ποιο είναι τελικώς το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.
15 Ξάριν πληρότητας, πρέπει να τονισθεί ότι, στην περίπτωση αιτήσεως εγκρίσεως ενός φυτοπροστατευτικού προϋόντος το οποίο έχει ήδη εγκριθεί εντός άλλου κράτους μέλους, το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας προβλέπει ορισμένες απλουστεύσεις, υπό τη μορφή αναγνωρίσεως δοκιμών και αναλύσεων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί.
16 Μόνο για το ενδεχόμενο να μην αφορά η διαφορά της κύριας δίκης, αντίθετα προς κάθε προσδοκία, φυτοπροστατευτικά προϋόντα γεωργικής χρήσεως, εκτίθεται εν προκειμένω τη νομική κατάσταση που θα προκύψει στην περίπτωση αυτή.
17 Είναι δυνατόν να αναφερθεί συναφώς η νομολογία στις υποθέσεις Biologische Producten (10) και Brandsma (11). Η υπόθεση Biologische Producten αφορούσε την αξιολόγηση της απαγορεύσεως της πωλήσεως, αποθηκεύσεως ή χρήσεως παρασιτοκτόνου το οποίο δεν είχε τύχει εγκρίσεως βάσει του ολλανδικού νόμου περί παρασιτοκτόνων του 1962. Τα παρασιτοκτόνα, των οποίων η εισαγωγή στις Κάτω Ξώρες προκάλεσε τη διαφορά, είχαν νομίμως τεθεί σε κυκλοφορία στη Γαλλία.
18 Η υπόθεση Brandsma αφορούσε τη διάθεση στην αγορά ενός παρασιτοκτόνου εντός βελγικού καταστήματος λιανικής πωλήσεως, για το οποίο δεν είχε υποβληθεί αίτηση εγκρίσεως στο βελγικό Υπουργείο Υγείας, πλην όμως το προϋόν έφερε αριθμό εγκρίσεως εντός των Κάτω Ξωρών.
19 Επομένως, και οι δύο περιπτώσεις είναι παρεμφερείς προς την υπόθεση που υποβλήθηκε εν προκειμένω στην κρίση σας. Κατά συνέπεια, οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις εκείνες μπορούν να ισχύσουν και στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως:
«Κατά παγία νομολογία, κάθε ρύθμιση όπως η εφαρμοστέα εν προκειμένω συνιστά μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό, υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, εφόσον είναι ικανή να εμποδίζει άμεσα ή έμμεσα, πράγματι ή δυνάμει, των μεταξύ των κρατών μελών εμπόριο» (12).
20 Ο γενικός κανόνας του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ περιορίζεται με το άρθρο 36, κατά το οποίο οι διατάξεις των άρθρων 30 έως 34 δεν αντιτίθενται στις απαγορεύσεις ή στους περιορισμούς των εισαγωγών που δικαιολογούνται μεταξύ άλλων από «λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφυλάξεως των φυτών» (13). «Δεδομένου ότι τα βιοκτόνα προϋόντα χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των επιβλαβών για την υγεία των ανθρώπων και των ζώων οργανισμών και των οργανισμών που μπορεί να προξενήσουν βλάβες στα προϋόντα που βρίσκονται σε φυσική κατάσταση ή έχουν υποστεί επεξεργασία, περιέχουν κατ' ανάγκη επικίνδυνες ουσίες» (14). Στην παρούσα υπόθεση επίσης «η επίδικη εθνική ρύθμιση αποβλέπει αναμφιβόλως στην προστασία της δημοσίας υγείας. Συνεπώς, εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 36» (15).
21 «Ελλείψει κανόνων εναρμονίσεως, τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να αποφασίζουν ποιο είναι το επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και ζωής το οποίο προτίθενται να διασφαλίζουν και αν θα απαιτούν προηγούμενη έγκριση για τη θέση τέτοιων προϋόντων σε κυκλοφορία» (16). Εν πάση περιπτώσει, τα κράτη μέλη υποχρεούνται - και τούτο προκύπτει και από τις δύο προπαρατεθείσες αποφάσεις - «να συμβάλλουν στη χαλάρωση των ελέγχων του ενδοκοινοτικού εμπορίου και να λαμβάνουν υπόψη τις τεχνικές ή χημικές αναλύσεις ή τις εργαστηριακές εξετάσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί εντός άλλου κράτους μέλους» (17).
22 Ευχής έργον θα ήταν ένα προϋόν το οποίο έχει ήδη τύχει εγκρίσεως να θεωρείται ότι έχει εγκριθεί εντός ολόκληρης της Κοινότητας. Εντούτοις, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, πρέπει, κατ' αποτέλεσμα, να θεωρηθεί δεδομένο ότι το κοινοτικό δίκαιο παρέχει τη δυνατότητα σ' ένα κράτος μέλος να θέσει ως προϋπόθεση της διαθέσεως στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϋόντων τη χορήγηση εγκρίσεως για τα εν λόγω προϋόντα. Πρέπει συναφώς να λαμβάνονται υπόψη οι αναλύσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας εγκρίσεως άλλων κρατών μελών. Κατά συνέπεια, πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αν η περαιτέρω εθνική έγκριση συνιστά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
Γ - Πρόταση
23 Προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα:
«Συνάδουν κατ' αρχήν προς το κοινοτικό δίκαιο διατάξεις κράτους μέλους οι οποίες απαιτούν ιδιαίτερη έγκριση για φυτοπροστατευτικά προϋόντα τα οποία έχουν εγκριθεί εντός άλλου κράτους μέλους και έχουν διατεθεί στο εμπόριο.»
(1) - Bλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981 στην υπόθεση 272/80, Frans-Nederlandse Maatschappij voor Biologische Producten (Συλλογή 1981, σ. 3277, σκέψη 9, στο εξής: απόφαση Biologische Producten).
(2) - Οδηγία 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϋόντων (ΕΕ L 230, σ. 1).
(3) - Η επιτροπή συνδιαλλαγής υιοθέτησε προσφάτως ένα σχέδιο οδηγίας.
(4) - Απόφαση της 27ης Ιουνίου 1996, C-293/94 (Συλλογή 1996, σ. Ι-3159).
(5) - Τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(6) - Όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(7) - Δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(8) - Οδηγία 94/43/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1994, με την οποία καταρτίζεται το παράρτημα VI της οδηγίας 91/414 (ΕΕ L 227, σ. 31).
(9) - Υπόθεση C-303/94 (Συλλογή 1996, σ. Ι-2943).
(10) - Απόφαση παρατεθείσα στην υποσημείωση 1.
(11) - Απόφαση παρατεθείσα στην υποσημείωση 4.
(12) - Απόφαση Brandsma (παρατεθείσα στην υποσημείωση 4), σκέψη 5. Υπό την έννοια αυτή, βλ. επίσης την απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 1989, υπόθεση 125/88, Nijman (Συλλογή 1989, σ. 3533, σκέψη 12).
(13) - Υπό την έννοια αυτή, βλ. απόφαση Biologische Producten (παρατεθείσα στην υποσημείωση 1), σκέψη 11.
(14) - Απόφαση Brandsma (παρατεθείσα στην υποσημείωση 4), σκέψη 11· βλ. επίσης απόφαση Nijman (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12), σκέψη 13.
(15) - Απόφαση Biologische Producten (παρατεθείσα στην υποσημείωση 1), σκέψη 13.
(16) - Απόφαση Brandsma (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4), σκέψη 11· βλ. επίσης απόφαση Biologische Producten (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 1), σκέψη 14.
(17) - Απόφαση Brandsma (παρατεθείσα στην υποσημείωση 4), σκέψη 12· βλ. επίσης απόφαση Biologische Producten (παρατεθείσα στην υποσημείωση 1), σκέψη 14.
Full & Egal Universal Law Academy