Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, η εταιρία γαλλικού δικαίου Somaco SΑRL (στο εξής: Somaco) ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Σεπτεμβρίου 1996 (1), στο μέτρο που απέρριψε τα αιτήματά της περί ακυρώσεως της από 13 Οκτωβρίου 1994 αποφάσεως της Επιτροπής (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) και περί αποζημιώσεως. Η Somaco ζητεί επιπλέον από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 54 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς ακυρώνοντας εν μέρει την προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής και υποχρεώνοντας την Επιτροπή να αποκαταστήσει τις ζημίες.
Τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά
2 Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαφορά αποτελεί τον επίλογο μιας περίπλοκης ένδικης διαφοράς μεταξύ της Επιτροπής και ορισμένων επιχειρήσεων που ασκούν στη Γαλλία δραστηριότητες εισαγωγής και εμπορίας οχημάτων ιαπωνικής κατασκευής, τα οποία έχουν τεθεί υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας σε άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας.
Τα διάφορα στάδια της υποθέσεως αυτής μπορούν να συνοψιστούν, στο μέτρο που έχουν σημασία, ως εξής.
3 Μεταξύ 1985 και 1988, τέσσερις παράλληλοι εισαγωγείς ιαπωνικών οχημάτων στη Γαλλία (Asia Motor France, Cesbron, Monin Automobiles, Europe Auto Service) κατέθεσαν στην Επιτροπή καταγγελία αφορώσα την παράβαση των άρθρων 30 και 85 της Συνθήκης εκ μέρους πέντε αναγνωρισμένων εισαγωγέων οχημάτων της ιδίας προελεύσεως (Sidat Toyota France, Mazda France Motors, Honda France, Mitsubishi Sonauto και Richard Nissan SA), τους οποίους κατηγόρησαν για συμμετοχή σε παράνομη σύμπραξη. Κατά τους καταγγείλαντες, οι προαναφερθέντες επίσημοι εισαγωγείς είχαν αναλάβει έναντι των γαλλικών διοικητικών αρχών την υποχρέωση να μην πωλούν στην αγορά της μητροπολιτικής Γαλλίας αριθμό οχημάτων μεγαλύτερο του 3 % του αριθμού των αυτοκινήτων οχημάτων που είχαν ταξινομηθεί σε ολόκληρο το γαλλικό έδαφος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Η ανάληψη της υποχρεώσεως αυτής συνοδευόταν από συμφωνία περί κατανομής της ποσοστώσεως βάσει προκαθορισμένων κριτηρίων.
Ενόψει της απραξίας της Επιτροπής, οι καταγγείλαντες άσκησαν ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή κατά παραλείψεως και αγωγή αποζημιώσεως. Με απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 1992 (2), το Πρωτοδικείο έκρινε ότι παρείλκε η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής κατά παραλείψεως (3) και έκρινε απαράδεκτα τα λοιπά αιτήματα, που αφορούσαν την επιδίκαση αποζημιώσεως.
4 Εν τω μεταξύ, και συγκεκριμένα στις 5 Ιουνίου 1990, η Somaco, η οποία πραγματοποιεί παράλληλες εισαγωγές ιαπωνικών οχημάτων στη Μαρτινίκα, κατέθεσε παρόμοια καταγγελία στην Επιτροπή, η οποία όμως αφορούσε τη φερόμενη σύμπραξη μεταξύ των εταιριών CCIE, SIGAM, SAVA, SIDA και Auto GM, που είναι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι και επίσημοι εισαγωγείς των σημάτων Toyota, Nissan, Mazda, Honda και Mitsubishi στο έδαφος της Nήσου Μαρτινίκας.
5 Με απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1991, η Επιτροπή απέρριψε τόσο τις κατατεθείσες το 1985 και το 1988 καταγγελίες, που αφορούσαν τη μητροπολιτική Γαλλία, όσο και την καταγγελία που κατέθεσε στις 5 Ιουνίου 1990 η Somaco σχετικά με τη Nήσο Μαρτινίκα.
Η απόφαση αυτή στηριζόταν σε δύο λόγους. Πρώτον, η Επιτροπή έκρινε ότι η συμπεριφορά των εισαγωγέων που κατηγορήθηκαν για σύναψη συμπράξεως επιβαλλόταν στην πραγματικότητα από την πολιτική των γαλλικών αρχών στον τομέα των εισαγωγών ιαπωνικών αυτοκινήτων. Δεύτερον, η Επιτροπή θεώρησε ότι οι καταγγείλαντες δεν είχαν συμφέρον να επιβληθούν κυρώσεις σχετικά με τη φερόμενη παράβαση, διότι η ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 85 δεν θα μπορούσε να θεραπεύσει την κατάσταση που οι καταγγείλαντες θεωρούσαν ότι τους έθιγε.
6 Κατόπιν της ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής της 5ης Δεκεμβρίου 1991, αφού, στο μέτρο που απέρριψε τις καταγγελίες με την αιτιολογία ότι οι επιχειρηματίες που κατηγορήθηκαν για παράβαση των κανόνων περί ανταγωνισμού δεν διέθεταν καμία αυτονομία ή κανένα περιθώριο ελιγμού, η εν λόγω απόφαση έπασχε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, η οποία είχε οδηγήσει την Επιτροπή σε πλάνη περί το δίκαιο, ιδίως καθόσον δεν έλαβε υπόψη ορισμένα συγκεκριμένα και εμπεριστατωμένα αποδεικτικά στοιχεία που της είχαν υποβάλει οι καταγγείλαντες (4).
Η προσβληθείσα ενώπιον του Πρωτοδικείου απόφαση
7 Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή διενήργησε νέα έρευνα. Μετά το πέρας της έρευνας αυτής, κοινοποίησε στις πέντε καταγγείλασες επιχειρήσεις, με έγγραφο της 13ης Οκτωβρίου 1994, απόφαση με την οποία απέρριψε εκ νέου τις καταγγελίες τους. Ειδικότερα, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι οι γαλλικές αρχές είχαν καθιερώσει, από το 1977, ένα κρατικό καθεστώς εισαγωγής οχημάτων προερχομένων από τρίτες χώρες. Εντός αυτού του πλαισίου, ο Υπουργός Βιομηχανίας είχε επισήμως αναγνωρίσει πέντε αποκλειστικούς εισαγωγείς, οι οποίοι αντιπροσώπευαν ίσο αριθμό ιαπωνικών σημάτων αυτοκινήτων οχημάτων (5). Το υπουργείο ανακοίνωνε κάθε έτος σε καθέναν από αυτούς τον μέγιστο συνολικό αριθμό οχημάτων του σήματός του των οποίων επιτρεπόταν η εισαγωγή. ήΕτσι, ο συνολικός επιτρεπόμενος από το κράτος αριθμός περιοριζόταν στο 3 % της αγοράς για τη μητροπολιτική Γαλλία και στο 15 % για τη Μαρτινίκα. Οι αναγνωρισμένοι εισαγωγείς γνωστοποιούσαν κάθε έτος στους αποκλειστικούς αντιπροσώπους στη Μαρτινίκα τον αριθμό των επιτρεπομένων πωλήσεων και διαβίβαζαν τα αναγκαία έγγραφα ταξινομήσεως.
Με λίγα λόγια, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, οι καταγγελθέντες εισαγωγείς και, ειδικότερα, οι εισαγωγείς της Μαρτινίκας δεν διέθεταν κανένα περιθώριο ελιγμού κατά την εφαρμογή του καθιερωθέντος από τις γαλλικές αρχές καθεστώτος εισαγωγών, το οποίο εξακολουθεί να είναι, ακόμη και ως προς τις λεπτομέρειες, αποκλειστικά κρατικό. Κατά συνέπεια, ήταν αδύνατο να διαπιστωθεί οποιαδήποτε παράβαση του άρθρου 85 της Συνθήκης από τους ίδιους αυτούς εισαγωγείς. Ούτε η εξέταση των εγγράφων που προέρχονταν από τη Μαρτινίκα, ιδίως δε των πρακτικών μιας συσκέψεως που είχε πραγματοποιηθεί στην έδρα της Περιφέρειας της Μαρτινίκας στις 19 Οκτωβρίου 1987 και του συνημμένου σε αυτά πρωτοκόλλου συμφωνίας μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα. Εκτιμώμενα εντός της πραγματικής τους αλληλουχίας, τα έγγραφα αυτά δεν ήσαν ικανά να κλονίσουν την άποψη ότι το καθεστώς των εισαγωγών ιαπωνικών οχημάτων των υπό κρίση σημάτων καθορίζεται αποκλειστικά από τις δημόσιες αρχές και ότι οι εισαγωγείς δεν διαθέτουν οποιαδήποτε αυτονομία συναφώς.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
8 Οι πέντε καταγγείλαντες εισαγωγείς προσέβαλαν την απόφαση της Επιτροπής της 13ης Οκτωβρίου 1994, καθόσον ζήτησαν από το Πρωτοδικείο την ακύρωσή της καθώς και την επιδίκαση αποζημιώσεως για τη ζημία που ισχυρίζονταν ότι υπέστησαν.
9 Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο, εξετάζοντας με τη σειρά το αντικείμενο των καταγγελιών, ανέλυσε πρώτα το καθεστώς των εισαγωγών στη μητροπολιτική Γαλλία και ακολούθως εκείνο της Μαρτινίκας.
ςΟσον αφορά το μητροπολιτικό έδαφος, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν νομικές διατάξεις επιβάλλουσες στους εισαγωγείς τη συμπεριφορά που αφορούσαν οι καταγγελίες, τονίζοντας, πάντως, ότι ο μηχανισμός ελέγχου των εισαγωγών ιαπωνικών οχημάτων που είχαν εγκαθιδρύσει οι γαλλικές αρχές είχε προκύψει από προφορική απλώς διαδικασία (6). Υπ' αυτές τις συνθήκες, κατά την απόφαση του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή δεν νομιμοποιείται να απορρίπτει τις καταγγελίες με την αιτιολογία ότι οι καταγγελλόμενες επιχειρήσεις στερούνται αυτονομίας «παρά μόνον αν προκύπτει, βάσει αντικειμενικών, κρισίμων και συγκλινουσών ενδείξεων, ότι τη συμπεριφορά αυτή τους την επέβαλαν μονομερώς οι εθνικές αρχές, ασκώντας τους αφόρητες πιέσεις, όπως, π.χ., απειλώντας τους ότι θα λάβουν κρατικά μέτρα δυνάμενα να τους προκαλέσουν σοβαρή οικονομική ζημία» (7). Ωστόσο, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε νέα στοιχεία σε σχέση με εκείνα στα οποία είχε στηριχθεί η προγενέστερα ακυρωθείσα απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1991, δυνάμενα να στηρίξουν το συμπέρασμα ότι οι αναγνωρισμένοι εισαγωγείς δεν διέθεταν στην πραγματικότητα κανένα περιθώριο αυτονομίας. Πράγματι, τα μόνα νέα στοιχεία αφορούσαν την κατάσταση στη Μαρτινίκα και όχι την κατάσταση στο μητροπολιτικό έδαφος.
Επομένως, το Πρωτοδικείο συνήγαγε ότι η Επιτροπή είχε υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, αφού, «ελλείψει στοιχείων που να αποδεικνύουν ότι ασκούνταν αφόρητες πιέσεις (...) δυνάμενες να αναγκάσουν τους εισαγωγείς να αποδεχθούν περιορισμό των εισαγωγών τους, η συμπεριφορά των εισαγωγέων, οι οποίοι συμμορφώνονται προς τις επιθυμίες των γαλλικών αρχών, συνεκτιμώντας όλους τους σχετικούς κινδύνους και τα πλεονεκτήματα, πρέπει να θεωρηθεί ως έκφραση επιλογής εμπορικής πολιτικής» (8). Κατά συνέπεια, η απόφαση της Επιτροπής ακυρώθηκε κατά το μέρος που απέρριψε τις καταγγελίες που είχαν υποβληθεί το 1985 και το 1988 σχετικά με τη συμπεριφορά των εισαγωγέων στο έδαφος της μητροπολιτικής Γαλλίας.
10 Αντιθέτως, όσον αφορά τη Μαρτινίκα, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα έγγραφα που συνελέγησαν κατά τη νέα έρευνα που διεξήγαγε η Επιτροπή αποδείκνυαν ότι οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι τους οποίους αφορούσε η καταγγελία της Somaco δεν διέθεταν κανένα περιθώριο αυτονομίας, ενώ τα στοιχεία που είχε προσκομίσει η Somaco δεν συνέβαλαν στην απόδειξη περί του αντιθέτου. Ειδικότερα, κατά το Πρωτοδικείο, τα πρακτικά της συσκέψεως της 19ης Οκτωβρίου 1987 μεταξύ των επιχειρηματιών και των αρχών της Μαρτινίκας και το συνημμένο σ' αυτά πρωτόκολλο συμφωνίας, εκτιμώμενα εντός της αλληλουχίας που προκύπτει από την ανάλυση των εγγράφων που προσκόμισε η Επιτροπή, αποδείκνυαν ότι οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι είχαν θεωρήσει αναγκαίο να κωδικοποιήσουν την άγραφη πολιτική εισαγωγών που επέβαλλαν μονομερώς οι διοικητικές αρχές, προκειμένου να αποφύγουν στο μέλλον προβλήματα συγκεκριμένης διαχειρίσεως του μηχανισμού, όπως το πρόβλημα που είχε δημιουργήσει η υπέρβαση της ποσοστώσεως από έναν αποκλειστικό αντιπρόσωπο (9).
11 Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημα περί ακυρώσεως της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή απέρριψε την καταγγελία της Somaco. Ομοίως, κρίνοντας ότι οι προσφεύγοντες δεν εξατομίκευσαν «με την απαιτούμενη σαφήνεια και ακρίβεια την υπαίτια συμπεριφορά της Επιτροπής ή τον χαρακτήρα της ζημίας που ισχυρίζονταν ότι υπέστησαν» (10), το Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημα περί επιδικάσεως αποζημιώσεως.
Η αίτηση αναιρέσεως της Somaco
12 Η Somaco είναι ο μόνος παράλληλος εισαγωγέας απ' όλους όσοι προσέφυγαν στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας που άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Η Somaco προβάλλει διαφόρους λόγους αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, οι οποίοι αφορούν τόσο την απόρριψη των ακυρωτικών της αιτημάτων όσο και την απόρριψη των αιτημάτων αποζημιώσεως.
Η ένσταση απαραδέκτου
13 υΟσον αφορά τα ακυρωτικά αιτήματα, η Επιτροπή υποβάλλει ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, στο μέτρο που από την αίτηση αυτή δεν προκύπτουν με ακρίβεια τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η ακύρωση ούτε τα συγκεκριμένα νομικά επιχειρήματα στα οποία στηρίζεται το αίτημα αυτό. Ειδικότερα, κατά την Επιτροπή, οι λόγοι που προβάλλει η Somaco ανάγονται σε γενικές επικρίσεις, οι οποίες έχουν συγκεντρωθεί υπό τον εξίσου γενικό τίτλο: «Ανεπάρκεια της αιτιολογίας και αντιφάσεις του σκεπτικού - Πλάνη περί το δίκαιο», και δεν πληρούν επομένως τις προϋποθέσεις του άρθρου 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου και του άρθρου 112, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Επιπλέον, πάντοτε κατά την Επιτροπή, στην αίτηση αναιρέσεως αναδιατυπώνονται απλώς οι αιτιάσεις που προβλήθηκαν κατά της αποφάσεως της Επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου.
14 Ο έλεγχος που ασκεί το Δικαστήριο επί των αποφάσεων του Πρωτοδικείου δεν μπορεί να καταλήγει, εντός του συστήματος που εγκαθίδρυσε η Συνθήκη και, ειδικότερα, το άρθρο 168 Α αυτής, σε επανεξέταση της διαφοράς. Αντιθέτως, το Δικαστήριο καλείται να αποφαίνεται σε σχέση με ειδικές αιτιάσεις τις οποίες ο αναιρεσείων θεωρεί ότι μπορεί να προβάλει όσον αφορά ορισμένα στοιχεία της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Επιπλέον, οι αιτιάσεις πρέπει να αφορούν αποκλειστικά τη νομική εκτίμηση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο, ενώ αποκλείεται οποιαδήποτε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
Έκφραση αυτού του συστήματος, που περιγράφεται έτσι περιεκτικώς, αποτελεί ο κανόνας που απορρέει από το άρθρο 168 Α της Συνθήκης και επαναλαμβάνεται στο άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, καθώς και στο άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, και ο οποίος προβλέπει ότι η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα (άρθρα 168 Α της Συνθήκης και 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου), ενώ οι νομικοί λόγοι και τα νομικά επιχειρήματα των οποίων γίνεται επίκληση πρέπει να αναφέρονται στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας).
15 Το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει μέχρι τώρα τους προαναφερθέντες κανόνες με επαρκή αυστηρότητα ώστε ο προσφεύγων να μην μπορεί, μέσω της ασκήσεως αναιρέσεως, να επιτυγχάνει την εκ νέου εξέταση των αιτιάσεων που έχουν ήδη εκτεθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου.
Ωστόσο, το Δικαστήριο, σε όλες τις αποφάσεις στις οποίες υπογράμμισε ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να επισημαίνει με ακρίβεια τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η ακύρωση, καθώς και τα συγκεκριμένα νομικά επιχειρήματα στα οποία στηρίζεται το αίτημα αυτό (11), έκρινε την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η αίτηση περιοριζόταν στην επανάληψη - έστω και κατά γράμμα - των λόγων και των επιχειρημάτων που είχαν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου.
16 Η κατάσταση διαφέρει, αντιθέτως, στην περίπτωση που, μολονότι ο αναιρεσείων δεν χρησιμοποιεί διατύπωση χαρακτηριζόμενη από υποδειγματική σαφήνεια, οι περιεχόμενες στην αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις αφορούν, εν πάση περιπτώσει, συγκεκριμένες πτυχές της πρωτόδικης αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή, η οποία, κατά την άποψή μου, συντρέχει εν προκειμένω, το Δικαστήριο μπορεί να διακρίνει τους λόγους της αναιρέσεως και τα επιχειρήματα στα οποία αυτοί στηρίζονται, μολονότι δεν διευκρινίζονται σαφώς από τον αναιρεσείοντα (12).
Η αίτηση αναιρέσεως της Somaco, με εξαίρεση την παραπομπή - η οποία εξάλλου είναι γενική και άνευ σημασίας - στις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν ήδη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, επιτρέπει να διακριθούν με επαρκή σαφήνεια δύο χωριστοί λόγοι αναιρέσεως. Με τον πρώτο, που αντλείται από τον αντιφατικό χαρακτήρα της αιτιολογίας της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, επικρίνεται το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο, αφενός, δέχθηκε ότι οι αφόρητες πιέσεις που ασκούνταν στους αναγνωρισμένους στη μητροπολιτική Γαλλία εισαγωγείς ήσαν ανύπαρκτες και, αφετέρου, έκρινε ορθή την αιτιολογία της αποφάσεως, στο μέτρο που δέχθηκε ότι ασκούνταν τέτοιου είδους πιέσεις έναντι των αποκλειστικών αντιπροσώπων της Μαρτινίκας, που εξαρτώνταν από τους ιδίους αυτούς εισαγωγείς. Ο έτερος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται στην αλλοίωση των αποδεικτικών στοιχείων στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο, καθόσον διαπίστωσε την άσκηση αφορήτων πιέσεων επί των αποκλειστικών αντιπροσώπων της Μαρτινίκας.
Επιπλέον, στο μέτρο που η σαφής και ορθή διακρίβωση των λόγων της αναιρέσεως ανάγεται επίσης στις ενέργειες που σκοπούν να καταστήσουν δυνατή μια ενδεδειγμένη κατ' αντιδικία διαδικασία, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι, εν προκειμένω, ο σκοπός αυτός έχει επιτευχθεί, αφού η αμυντική επιχειρηματολογία της Επιτροπής σκοπεί ακριβώς να αποδείξει την ανυπαρξία οποιασδήπoτε αντιφάσεως στο σκεπτικό του Πρωτοδικείου και την έλλειψη αλλοιώσεως στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των αποδείξεων (13).
17 Η Επιτροπή προβάλλει το απαράδεκτο της αιτήσεως αναιρέσεως και από τη - διαφορετική - οπτική γωνία της πλάνης περί τα πράγματα, που είναι ζήτημα μη υποκείμενο στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
Συναφώς, αρκεί να παρατηρηθεί ότι ο αντιφατικός χαρακτήρας της αιτιολογίας, όπως και η ανεπάρκειά της, καθόσον συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως του Πρωτοδικείου να αιτιολογεί τις αποφάσεις του, η οποία επιβάλλεται από γενική αρχή επαναλαμβανόμενη στο άρθρο 190 της Συνθήκης, συνιστά πλάνη περί το δίκαιο, της οποίας, ως τοιαύτης, μπορεί να γίνει επίκληση στο πλαίσιο αναιρέσεως ασκουμένης ενώπιον του Δικαστηρίου (14).
18 σΟσον αφορά τον λόγο που αντλείται από την αλλοίωση των αποδεικτικών στοιχείων, ο λόγος αυτός αποτελεί τη μόνη εξαίρεση από τον κανόνα κατά τον οποίο είναι αδύνατη η θέση υπό αμφισβήτηση της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο. Πράγματι, κατά πάγια πλέον νομολογία του Δικαστηρίου, η εκτίμηση από το Πρωτοδικείο των αποδεικτικών στοιχείων που του έχουν υποβληθεί δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο στον έλεγχο του Δικαστηρίου. Ωστόσο, όσον αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων, το Δικαστήριο έχει διατηρήσει ένα δικαίωμα ελέγχου από δύο απόψεις. Πρώτον, από την αμιγώς διαδικαστική άποψη, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξακριβώνει αν η προσκόμιση των αποδεικτικών στοιχείων στα οποία στηρίχθηκε το Πρωτοδικείο ήταν νομότυπη και αν τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου και οι διαδικαστικοί κανόνες που διέπουν το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή των αποδείξεων (15). Δεύτερον, από την άποψη του ουσιαστικού μάλλον δικαίου, το Δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει την «αλλοίωση των αποδεικτικών στοιχείων» (16). Επομένως, στην περίπτωση αυτή καθώς και στην περίπτωση κατά την οποία «η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως που έχει υποβληθεί στην κρίση του» (17), τίθενται όρια στην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου όσον αφορά τη διαπίστωση των επίμαχων πραγματικών περιστατικών - η οποία κατά τα λοιπά είναι αποκλειστική.
Από τις σκέψεις που προεκτέθηκαν προκύπτει ότι ο λόγος που αντλείται από την αλλοίωση των αποδεικτικών στοιχείων είναι επίσης παραδεκτός, ως αφορών νομικό ζήτημα.
Οι αιτιάσεις επί της ουσίας
19 ςΟπως υπομνήστηκε, η Somaco βάλλει τόσο κατά του τμήματος της αποφάσεως του Πρωτοδικείου με το οποίο απορρίφθηκαν τα ακυρωτικά της αιτήματα όσο και κατά του απορρίψαντος τα αιτήματά της περί επιδικάσεως αποζημιώσεως. Θα εξετάσω κατ' αρχάς τις αιτιάσεις που αφορούν την απόρριψη των ακυρωτικών αιτημάτων.
Η απόρριψη των αιτημάτων ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής
20 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Somaco προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι η συλλογιστική του είναι αντιφατική. Ειδικότερα, κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ύπαρξη συμπράξεως εμπίπτουσας στο άρθρο 85 μεταξύ των αναγνωρισμένων εισαγωγέων όσον αφορά το έδαφος της μητροπολιτικής Γαλλίας και συγχρόνως να δεχθεί την άσκηση αφορήτων κρατικών πιέσεων επί των αποκλειστικών αντιπροσώπων της Μαρτινίκας, οι οποίοι εξαρτώνται από τους εισαγωγείς αυτούς, με αποτέλεσμα να καταλήξει ότι αποκλείεται οποιαδήποτε αυτόνομη σύμπραξη μεταξύ των εν λόγω αποκλειστικών αντιπροσώπων.
21 Προκειμένου να ερευνηθεί το βάσιμο αυτού του λόγου αναιρέσεως, θα πρέπει να εξεταστεί ο ειρμός της επιχειρηματολογίας του Πρωτοδικείου. Το Πρωτοδικείο, ευρισκόμενο ενώπιον μιας αποφάσεως της Επιτροπής απορρίπτουσας τις καταγγελίες των προσφευγόντων με την αιτιολογία ότι, στην πραγματικότητα, η συμπεριφορά των καταγγελθεισών επιχειρήσεων επιβαλλόταν ουσιαστικά από τις γαλλικές αρχές, ερεύνησε κατ' αρχάς, σε σχέση με την κατάσταση στη μητροπολιτική Γαλλία, αν υπήρχαν νομικές διατάξεις επιβάλλουσες στους εισαγωγείς ιαπωνικών οχημάτων την υποχρέωση να συμπεριφέρονται κατά τον περιγραφόμενο στις καταγγελίες τρόπο.
Πράγματι, ως γνωστό, τα άρθρα 85 και 86 αφορούν μόνο θίγουσες τον ανταγωνισμό ενέργειες στις οποίες προβαίνουν οι επιχειρήσεις εξ ιδίας πρωτοβουλίας, ενώ, αν η εν λόγω θίγουσα τον ανταγωνισμό συμπεριφορά επιβάλλεται στις επιχειρήσεις από την εθνική νομοθεσία ή αν η εθνική νομοθεσία διαμορφώνει ένα νομικό πλαίσιο το οποίο από μόνο του αποκλείει κάθε δυνατότητα ανταγωνιστικής συμπεριφοράς των επιχειρήσεων, τα άρθρα 85 και 86 δεν έχουν εφαρμογή (18). Ωστόσο, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν υπήρχαν τέτοιου είδους εθνικές διατάξεις, υπενθυμίζοντας τη μη αντικρουσθείσα από άλλα στοιχεία απάντηση των γαλλικών αρχών ότι «o δημιουργηθείς στη Γαλλία μηχανισμός ελέγχου των εισαγωγών ιαπωνικών αυτοκινήτων προέκυψε από προφορική απλώς διαδικασία» (19).
22 Το Πρωτοδικείο έκρινε, επομένως, ότι η απόφαση της Επιτροπής να απορρίψει τις καταγγελίες περί παραβάσεως του άρθρου 85 θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη μόνο στην περίπτωση κατά την οποία αποδεικνυόταν η άσκηση «αφορήτων πιέσεων» εκ μέρους των εθνικών αρχών, με σκοπό να επιβληθεί στις επιχειρήσεις η θίγουσα τον ανταγωνισμό συμπεριφορά (20). νΟμως, από την ανάλυση των στοιχείων στα οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή δεν κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί η ύπαρξη τέτοιου είδους «αφορήτων πιέσεων». Επομένως, δεδομένου ότι ήταν αδύνατο να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να επρόκειτο για αυτόνομη συμπεριφορά των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής στο μέτρο που στήριζε την απόρριψη των καταγγελιών ακριβώς στον αποκλεισμό του ενδεχομένου αυτού.
Με άλλα λόγια, η ακυρότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής δεν προϋπέθετε κατ' ανάγκη την ύπαρξη συμπράξεως απαγορευομένης από το άρθρο 85 (την οποία πράγματι το Πρωτοδικείο δεν θεώρησε αποδεδειγμένη), δεδομένου ότι προς τούτο αρκούσε να επισημανθεί η εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από την Επιτροπή. Στην πραγματικότητα, η Επιτροπή είχε κρίνει, βάσει σαθρών στοιχείων συνελεγέντων κατά τη διάρκεια της έρευνας (πρόκειται αποκλειστικά και μόνο για δηλώσεις των γαλλικών αρχών) ότι δεν συνέτρεχε ούτε η θεμελιώδης προϋπόθεση της εφαρμογής του άρθρου 85, ήτοι η ελευθερία δράσεως των επιχειρήσεων σε σχέση με τις δημόσιες αρχές.
23 Αφού δεν είναι αληθές ότι το Πρωτοδικείο δέχθηκε ως αποδεδειγμένη την ύπαρξη απαγορευομένης συμπράξεως μεταξύ των αναγνωρισμένων στη μητροπολιτική Γαλλία εισαγωγέων, τούτο και μόνον αναιρεί τη φερόμενη αντίφαση της αποφάσεώς του προς τη διαπίστωση της ασκήσεως «αφορήτων πιέσεων» επί των αποκλειστικών αντιπροσώπων της Μαρτινίκας, οι οποίοι εξαρτώνται από τους προαναφερθέντες εισαγωγείς όσον αφορά τις εισαγωγές στη νήσο ιαπωνικών οχημάτων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
24 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Somaco προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι, με την απόφασή του, προέβη σε αλλοίωση των προσκομισθέντων από την αναιρεσείουσα αποδεικτικών στοιχείων και, ειδικότερα, των δύο εγγράφων για τα οποία έγινε λόγος ανωτέρω, ήτοι των πρακτικών της συσκέψεως της 19ης Οκτωβρίου 1987 μεταξύ των αποκλειστικών αντιπροσώπων στη Μαρτινίκα των σημάτων Mazda, Nissan, Toyota, Honda και Mitsubishi, ενός εκπροσώπου του Υπουργείου Βιομηχανίας και ενός εκπροσώπου των αρχών των υπερποντίων διαμερισμάτων και εδαφών, καθώς και του «πρωτοκόλλου συμφωνίας» που υπογράφηκε την ίδια ημέρα από τους ίδιους αποκλειστικούς αντιπροσώπους παρουσία του περιφερειάρχη της Μαρτινίκας.
Κατά τη Somaco, τα δύο προαναφερθέντα έγγραφα περιέχουν ρητές ρήτρες και εκφράσεις από τις οποίες συνάγεται κατά τρόπο μη επιδεχόμενο παρερμηνεία η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των αποκλειστικών αντιπροσώπων, χωρίς οι δημόσιες αρχές να έχουν επιβάλει οτιδήποτε. Η Somaco παραπέμπει, ειδικότερα, στο γεγονός ότι στα πρακτικά γίνεται λόγος για απόφαση ληφθείσα από τους αποκλειστικούς αντιπροσώπους («οι παρόντες αποκλειστικοί αντιπρόσωποι αποφάσισαν»), η οποία προέβλεπε κατ' ουσίαν τον αυτοπεριορισμό των εισαγωγών στο 15 % της συνολικής αγοράς, τον οποίο θα επιτύγχαναν μέσω μιας μορφής αυτοελέγχου, που δεν προσδιοριζόταν ειδικότερα [«να αποδεχθούν έναν αυτοπεριορισμό (...) στο 15 % της συνολικής αγοράς και να τηρούν απαρεγκλίτως τον αυτοπεριορισμό αυτό, εν ανάγκη ασκώντας έλεγχο ο ένας στον άλλο»]. Επιπλέον, η Somaco υπενθυμίζει, ως περαιτέρω κρίσιμο στοιχείο, ότι οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι δήλωσαν ότι είχαν την πρόθεση να θεωρούν τις ενδεχόμενες διαφορές μεταξύ τους ως υπόθεση την οποία θα αναλάμβαναν προσωπικώς («οι μετέχοντες θεωρούν τις μεταξύ τους διαφορές ως προσωπική τους υπόθεση»).
ηΟσον αφορά το πρωτόκολλο συμφωνίας, το οποίο προβλέπει την κατανομή του μεριδίου της αγοράς μεταξύ των διαφόρων σημάτων και τη μέθοδο καλύψεως των πωλήσεων στις οποίες είχε προβεί η Toyota καθ' υπέρβαση της ποσοστώσεώς της, η Somaco υπογραμμίζει τον θεμελιωδώς συμβατικό χαρακτήρα του πρωτοκόλλου αυτού, όπως προκύπτει σαφώς από τη χρησιμοποιούμενη ορολογία και από το γεγονός ότι προβλέφθηκε ένα είδος ρήτρας περί λύσεως της συμβάσεως, η οποία θα εφαρμοζόταν σε περίπτωση παραβάσεως, εκ μέρους οιουδήποτε των συμβαλλομένων, υποχρεώσεως απορρέουσας από τη συμφωνία.
25 Κατά την άποψη της Somaco, η άρνηση του Πρωτοδικείου να θεωρήσει σημαντικά τα εν λόγω έγγραφα, δηλαδή να θεωρήσει ότι αποδείκνυαν την ύπαρξη συμπράξεως απαγορευομένης από το άρθρο 85, δεν μπορεί παρά να συνιστά «αλλοίωση». Επομένως, θα προβώ στην ανάλυση του ειρμού της επιχειρηματολογίας του Πρωτοδικείου σε σχέση με τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν, υπενθυμίζοντας συγχρόνως το γεγονός ότι το ίδιο το Πρωτοδικείο, στην προγενέστερη απόφασή του Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής, είχε αναγνωρίσει ακριβώς στο πρωτόκολλο συμφωνίας «μεγάλη αποδεικτική αξία όσον αφορά την πιθανή ύπαρξη συμπτώσεως βουλήσεως μεταξύ των αποκλειστικών αντιπροσώπων» (21).
26 Το Πρωτοδικείο, αφού διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν, ούτε στη Μαρτινίκα, κανονιστικές διατάξεις επιβάλλουσες στους αποκλειστικούς αντιπροσώπους την καταγγελθείσα συμπεριφορά, έκρινε αναγκαίο να ερευνήσει αν οι δημόσιες αρχές άσκησαν «αφόρητες πιέσεις» επί των ενδιαφερομένων αποκλειστικών αντιπροσώπων με σκοπό να τους εξαναγκάσουν να υιοθετήσουν την καταγγελθείσα συμπεριφορά.
Στο πλαίσιο της εξετάσεως αυτής, το Πρωτοδικείο αξιολόγησε ορισμένα συμπληρωματικά πειστήρια πέραν των αποδεικτικών στοιχείων που του είχαν προσκομίσει οι διάδικοι, ιδίως δε η Επιτροπή, στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας είχε εκδοθεί η προγενέστερη απόφαση Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής.
27 Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο αναφέρει την από 19 Αυγούστου 1982 επιστολή του Υφυπουργού Υπερποντίων Διαμερισμάτων και Εεδαφών προς τον πρόεδρο του groupement des importateurs de vιhicules ιtrangers Antilles-Guyane, όπου βεβαιώνεται ότι για τη συγκράτηση της μεγάλης αυξήσεως των εισαγωγών ιαπωνικών οχημάτων στα υπερπόντια διαμερίσματα και εδάφη οι δημόσιες αρχές είχαν εγκαθιδρύσει από το 1980 έναν μηχανισμό με σκοπό τη μείωση του ποσοστού διεισδύσεως των οχημάτων αυτών στα εν λόγω διαμερίσματα. Πάντοτε κατά την επιστολή αυτή, ο μηχανισμός αυτός, ο οποίος ήταν παραπλήσιος αλλά όχι ακριβώς ίδιος με εκείνον που είχε καθιερωθεί στη μητροπολιτική Γαλλία, θα έπρεπε να είχε καταστήσει δυνατή τη μείωση του μεριδίου των ιαπωνικών σημάτων στο 15 % (22).
Επιπλέον, το Πρωτοδικείο εξέτασε μια σειρά από επιστολές που είχαν ανταλλαγεί μεταξύ του περιφερειάρχη της Περιφέρειας της Μαρτινίκας και των αποκλειστικών αντιπροσώπων της εν λόγω περιφέρειας και που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ενός ορίου στις εισαγωγές των ιαπωνικών οχημάτων, καθορισθέντος από τις κεντρικές γαλλικές διοικητικές αρχές (23), και ενός μηχανισμού βάσει του οποίου οι εν λόγω αρχές γνωστοποιούν τις ποσοστώσεις στις αρχές της Περιφέρειας της Μαρτινίκας οι οποίες, με τη σειρά τους, τις κοινοποιούν στους αποκλειστικούς αντιπροσώπους. Οι κεντρικές διοικητικές αρχές είναι επίσης εκείνες που εκδίδουν τα αναγκαία για την ταξινόμηση των πωλουμένων αυτοκινήτων πιστοποιητικά πιστότητας.
ςΕνα άλλο έγγραφο το οποίο εξέτασε το Πρωτοδικείο είναι η επιστολή της 3ης Σεπτεμβρίου 1986, την οποία απηύθυνε στον περιφερειάρχη της Μαρτινίκας ο αποκλειστικός αντιπρόσωπος οχημάτων Nissan και στην οποία ο εν λόγω αντιπρόσωπος παραπονείται - αφού πρώτα υπενθυμίζει ότι από ορισμένων ετών έχει «καθιερωθεί» μια ποσόστωση για την εισαγωγή ιαπωνικών οχημάτων και ότι, κατά συνέπεια, ο εισαγωγέας στη Γαλλία λαμβάνει κάθε χρόνο οδηγίες από τις διοικητικές αρχές οι οποίες του επιτρέπουν να χορηγεί μόνον ορισμένο αριθμό πιστοποιητικών πιστότητας - για το μικρό μέγεθος της ποσοστώσεώς του, η οποία μειώνεται κάθε χρόνο όλο και περισσότερο. Κατά το Πρωτοδικείο, αν οι ποσοστώσεις κάθε αποκλειστικού αντιπροσώπου εξαρτώνταν από μια μεταξύ τους συμφωνία, τα εν λόγω παράπονα δεν θα στρέφονταν κατά των δημοσίων αρχών, αλλά κατά των ανταγωνιστών και θα σκοπούσαν στην αναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας. Πάντοτε κατά το Πρωτοδικείο, είναι εντελώς απίθανο να εξαρτάται ο περιορισμός στο 15 % της αγοράς από αυτόνομη επιλογή των αποκλειστικών αντιπροσώπων: πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή και που δεν αμφισβητήθηκαν από τη Somaco, η συμφωνία αυτή είχε ως συνέπεια τη μείωση της αγοράς περίπου στο 50 %.
28 Ενόψει των αποδεικτικών στοιχείων που υπομνήστηκαν αμέσως ανωτέρω, το Πρωτοδικείο έκρινε αναγκαίο να επανεξετάσει τη σημασία που είχε προσδώσει, με την προγενέστερη απόφαση Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής, στα προσκομισθέντα από τη Somaco έγγραφα. Ειδικότερα, [έκρινε ότι] τα πρακτικά της διυπουργικής συσκέψεως και το πρωτόκολλο συμφωνίας της 19ης Οκτωβρίου 1987 [μπορούσαν] ως προς το ζήτημα αυτό να στηρίξουν την άποψη περί «κωδικοποιήσεως» - υπό την έννοια που προβάλλει η Επιτροπή - της άγραφης πολιτικής εισαγωγών που επέβαλλαν μονομερώς οι γαλλικές αρχές από το 1982, κωδικοποιήσεως η οποία ήταν αναγκαία προκειμένου να επιλυθεί ένα πρόβλημα που είχε ανακύψει, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαχειρίσεως της πολιτικής αυτής, λόγω των ενεργειών του αποκλειστικού αντιπροσώπου της Toyota, και προκειμένου να αποφευχθεί η επανεμφάνιση του προβλήματος αυτού στο μέλλον (24).
Το Πρωτοδικείο εξέτασε επίσης και άλλα έγγραφα που προσκόμισε η Somaco και διαπίστωσε ότι ορισμένα από αυτά αφορούσαν την κατάσταση στη μητροπολιτική Γαλλία και όχι την κατάσταση στη Μαρτινίκα. Αυτή είναι η περίπτωση της επιστολής του Υπουργείου Βιομηχανίας της 1ης Ιουλίου 1987, η οποία αφορούσε ειδικότερα την περίπτωση ενός των καταγγελλόντων, του Cesbron, που ήταν ο μόνος τον οποίο ενδιέφερε το καθεστώς των εισαγωγών στο μητροπολιτικό έδαφος. ςΟσον αφορά άλλα έγγραφα, όπως η επιστολή που απηύθυνε τον Ιανουάριο του 1981 στον Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας το groupement des importateurs de vιhicules ιtrangers Antilles-Guyane, τα πρακτικά της συσκέψεως που πραγματοποιήθηκε την 1η Οκτωβρίου 1987 στην έδρα της Περιφέρειας της Μαρτινίκας και το τηλετύπημα της 22ας Σεπτεμβρίου 1987 του περιφερειάρχη Μαρτινίκας, το Πρωτοδικείο παρατήρησε ότι επρόκειτο είτε για απλούς φόβους των εισαγωγέων όσον αφορά την καθιέρωση μιας ποσοστώσεως που δεν είχε ακόμη προσδιοριστεί (επιστολή του Ιανουαρίου 1981), είτε για έγγραφα που αφορούσαν επίσης την αναζήτηση λύσεως στο πρόβλημα που προκλήθηκε από τη συμπεριφορά του αποκλειστικού αντιπροσώπου της Toyota. Κατά το Πρωτοδικείο, από κανένα από τα αποδεικτικά στοιχεία δεν μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να συναχθεί η ύπαρξη εμπίπτουσας στο άρθρο 85 συμπράξεως μεταξύ των αποκλειστικών αντιπροσώπων.
29 Μετά από αυτήν την υπόμνηση της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο και κατά της οποίας βάλλει η Somaco, επιβάλλεται να εξεταστεί αν, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, το Πρωτοδικείο προέβη σε «αλλοίωση» των αποδεικτικών στοιχείων. Το Δικαστήριο ουδέποτε διευκρίνισε, έστω με παραδείγματα, στις αποφάσεις με τις οποίες δέχθηκε ότι η πλημμέλεια αυτή υπόκειται σε έλεγχο, σε ποιο είδος σφάλματος εκτιμήσεως αναφέρεται συγκεκριμένα (25).
Δεδομένου ότι η επίμαχη πλημμέλεια αποτελεί εξαίρεση από την κυρίαρχη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για την οποία έχει αποκλειστική αρμοδιότητα το Πρωτοδικείο, φρονώ ότι η έννοια της πλημμέλειας αυτής πρέπει να οριοθετηθεί στενά, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να διακυβευθεί η διάρθρωση των αρμοδιοτήτων που προβλέπει η Συνθήκη στο πλαίσιο του δικαιοδοτικού συστήματος της Κοινότητας (26). Επομένως, στην έννοια της «αλλοιώσεως των αποδεικτικών στοιχείων» πρέπει να υπαχθούν μόνον οι περιπτώσεις στις οποίες το λογικό σφάλμα το οποίο διέπραξε το Πρωτοδικείο κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων είναι σοβαρό και πρόδηλο σε τέτοιο βαθμό ώστε, σε τελική ανάλυση, να προστίθεται, τουλάχιστον όσον αφορά τις έγγραφες αποδείξεις, στην ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεων των πραγματικών περιστατικών που προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως που έχει υποβληθεί στην κρίση του Πρωτοδικείου (27).
30 Στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε τα προσκομισθέντα από τη Somaco έγγραφα, για τα οποία επιπλέον αναγνώρισε ότι αποτελούν εκ πρώτης όψεως σοβαρή ένδειξη (28), εντάσσοντάς τα σε μια ιδιαίτερη αλληλουχία, εντός της οποίας τα προαναφερθέντα έγγραφα που προσκόμισε η Επιτροπή - τα οποία εξάλλου δεν αμφισβητήθηκαν από την αναιρεσείουσα - έχουν επίσης σημασία. Βάσει αυτών των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία μπορούν ευλόγως να ενισχύσουν την άποψη περί του καθορισμού των ποσοστώσεων εισαγωγής από τις διοικητικές αρχές χωρίς την ενεργό συμμετοχή των αποκλειστικών αντιπροσώπων, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι μπορούσε να σχηματίσει αντίληψη περί των πραγματικών περιστατικών ικανή να εξηγήσει λογικά ακόμα και τα πρακτικά και το πρωτόκολλο συμφωνίας της 19ης Οκτωβρίου 1987.
Η εν λόγω συνολική εκτίμηση μπορεί να θεωρηθεί ορθή ή όχι ως προς την ουσία· όμως, δεν φαίνεται να έχει θιγεί από οποιαδήποτε «αλλοίωση» των στοιχείων στα οποία στηρίζεται, οπότε η εν λόγω αιτίαση που διατυπώθηκε κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου πρέπει να απορριφθεί.
31 Στο υπόμνημα απαντήσεως, η αναιρεσείουσα διατυπώνει μια περαιτέρω αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων από το Πρωτοδικείο. Ειδικότερα, η Somaco τονίζει ότι το Πρωτοδικείο ανέλυσε πρώτα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή προς στήριξη της απόψεως περί της υπάρξεως αφορήτων πιέσεων και ύστερα προέβη στην εξέταση των προσκομισθέντων από την αναιρεσείουσα εγγράφων. Αυτός ο τρόπος ενέργειας είχε ως αποτέλεσμα να αντιστρέψει το τεκμήριο που θέτει το άρθρο 85, το οποίο προϋποθέτει την αυτονομία της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων και όχι άλλα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, αναγόμενα σε διαφορετικές θεωρήσεις.
Το επιχείρημα αυτό, εκτός του ότι είναι απαράδεκτο επειδή προβλήθηκε για πρώτη φορά στο στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως, στερείται προδήλως κάθε νομικής βάσεως.
Πρώτον, το γεγονός ότι, στην απόφασή του, ο δικαστής προβαίνει στην εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων που έχουν προσκομίσει οι διάδικοι ακολουθώντας συγκεκριμένη σειρά δεν μπορεί να θεωρηθεί πλημμέλεια της αποφάσεως. Δεύτερον,το άρθρο 85 δεν θέτει κανέναν κανόνα σχετικά με τη διεξαγωγή των αποδείξεων, π.χ. σχετικά με τα τεκμήρια ή με άλλα μέσα απλουστεύσεως της διεξαγωγής των αποδείξεων, αλλά περιορίζεται απλώς στη θέσπιση ενός κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως κατ' αποφάσεως της Επιτροπής, στον προσφεύγοντα εναπόκειται να προσκομίσει αποδείξεις περί του βασίμου χαρακτήρα του αιτήματός του, ενώ το καθού όργανο φέρει το βάρος να αποδείξει τα περιστατικά τα οποία επικαλείται προς στήριξη των αμυντικών λόγων που προβάλλει με σκοπό να αποδείξει το κύρος της εκδοθείσας πράξεως. Τούτο ανταποκρίνεται, εξάλλου, σε μια θεμελιώδη διαδικαστική αρχή, η οποία γίνεται δεκτή - έστω και με διάφορες παραλλαγές - στη νομική πρακτική των περισσοτέρων κρατών μελών (29). Στην προκείμενη περίπτωση, το Πρωτοδικείο προέβη σε σχολαστική εφαρμογή της αρχής αυτής.
Επομένως, φρονώ ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Η απόρριψη των αιτημάτων αποζημιώσεως
32 Η Somaco ζήτησε από το Πρωτοδικείο την επιδίκαση αποζημιώσεως για τις ζημίες που υπέστη λόγω της συμπεριφοράς της Επιτροπής. Το Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημα αυτό κρίνοντάς το απαράδεκτο. Πράγματι, το Πρωτοδικείο παρέπεμψε σε πάγια νομολογία, κατά την οποία «το δικόγραφο με το οποίο ζητείται η αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε κοινοτικό όργανο πρέπει να περιλαμβάνει στοιχεία επιτρέποντα την εξατομίκευση της συμπεριφοράς που ο προσφεύγων προσάπτει στο θεσμικό όργανο, τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη, καθώς και τον χαρακτήρα και την έκταση της εν λόγω ζημίας» (30).
Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο, ενόψει της απλής παραθέσεως αριθμητικών στοιχείων, τα οποία καθ' υπόθεση αντιπροσώπευαν την προκληθείσα ζημία, καθώς και του ισχυρισμού ότι η ζημία για την οποία ευθύνεται η Επιτροπή μπορεί να αποτιμηθεί με το επιτόκιο που εφαρμόζεται συνήθως στα ποσά αυτά για το χρονικό διάστημα που εκτείνεται από την απόφαση περί θέσεως της καταγγελίας στο αρχείο μέχρι τη δημοσίευση της αποφάσεως, ορθώς έκρινε ότι δεν εξατομικεύονταν ούτε η υπαίτια συμπεριφορά της Επιτροπής ούτε ο χαρακτήρας της φερομένης ζημίας (31).
33 Ως γνωστόν, εναπόκειται ευθέως στους διαδίκους που επικαλούνται την ευθύνη της Κοινότητας να προσκομίσουν πειστικά αποδεικτικά στοιχεία ως προς την ύπαρξη και την έκταση της ζημίας που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν και να αποδείξουν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της ζημίας αυτής και της συμπεριφοράς την οποία προσάπτουν στα κοινοτικά όργανα (32).
Κανένα από τα στοιχεία αυτά δεν στηρίζεται σε αποδείξεις ή σε προτάσεις προσκομίσεως αποδείξεων. Η εκ μέρους της Somaco επίκληση της ευθύνης του κράτους για παράβαση του κοινοτικού δικαίου, όπως έχει διαμορφωθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου, προς δικαιολόγηση της παραλείψεώς της να προσκομίσει τις αποδείξεις για τις οποίες έφερε το σχετικό βάρος, είναι αλυσιτελής. Μολονότι είναι αληθές ότι το επίπεδο προστασίας των ιδιωτών έναντι παράνομης πράξεως καταλογιστέας στα κοινοτικά όργανα πρέπει να είναι ισοδύναμο με εκείνο της προστασίας που διασφαλίζεται στους πολίτες όσον αφορά την αποζημίωση σε σχέση με παράνομες πράξεις καταλογιστέες σε κράτος που παρέβη κοινοτική διάταξη (33), ωστόσο, τούτο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της ρυθμίσεως που διέπει το βάρος αποδείξεως. Συναφώς, αρκεί να υπομνηστεί ότι οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως της ευθύνης του κράτους λόγω παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου πρέπει επίσης να αποδειχθούν από τον ιδιώτη που ζητεί από τον εθνικό δικαστή την επιδίκαση αποζημιώσεως.
Επομένως, και αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
34 Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως συνεπάγεται, κατ' αρχήν, την καταδίκη του ηττηθέντος διαδίκου και, άρα, της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 3, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
35 Εν προκειμένω, η Επιτροπή ηττήθηκε όσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως την οποία υπέβαλε. Επιπλέον, ενόψει των ιδιομορφιών της προκειμένης υποθέσεως (34), της ελλείψεως νομολογίας διευκρινίζουσας την έννοια της «αλλοιώσεως» των αποδεικτικών στοιχείων, του γεγονότος ότι το Πρωτοδικείο χρησιμοποίησε την ασαφή και καινοφανή έννοια των «αφορήτων πιέσεων» εκ μέρους των δημοσίων αρχών, οι οποίες είναι ικανές να αποκλείσουν την αυτονομία της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να καταδικάσει τη Somaco στα τρία τέταρτα των δικαστικών εξόδων της Επιτροπής.
36 Ενόψει των παρατηρήσεων που προεκτέθηκαν, προτείνω επομένως στο Δικαστήριο:
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη·
- να καταδικάσει τη Somaco SARL στα τρία τέταρτα των δικαστικών εξόδων της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων που αφορούν τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
(1) - Υπόθεση T-387/94, Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-961).
(2) - Υπόθεση Τ-28/90, Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2285).
(3) - Πράγματι, η Επιτροπή γνωστοποίησε τελικά - αν και, βέβαια, μετά την άσκηση της προσφυγής - δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού 99/63/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1963, περί των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 37), την πρόθεσή της να μη δώσει συνέχεια στις καταγγελίες των προσφευγόντων. νΟπως προκύπτει από ορισμένες αποφάσεις του Δικαστηρίου, στην περίπτωση αυτή η προσφυγή στερείται αντικειμένου. Βλ., τελευταία, την απόφαση της 18ης Μαρτίου 1997, C-282/95 P, Guιrin automobiles κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-1503), και τις προτάσεις μου στην υπόθεση εκείνη, με τις οποίες υποστήριξα την αντίθετη άποψη ως προς το ζήτημα αυτό, για λόγους αναγόμενους στην αποτελεσματική ένδικη προστασία των ιδιωτών.
(4) - Απόφαση της 29ης Ιουνίου 1993, T-7/92, Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. II-669, σκέψη 55).
(5) - Πρόκειται για τα σήματα που αναφέρθηκαν ανωτέρω, στο σημείο 3 των προκειμένων προτάσεών μου.
(6) - Βλ. σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(7) - Βλ. σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(8) - Βλ. σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(9) - Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. κατωτέρω, σημείο 28, ιδίως υποσημείωση 24.
(10) - Βλ. σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(11) - Η διατύπωση αυτή επαναλαμβάνεται με κάποιες λεκτικές παραλλαγές σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων: διατάξεις της 26ης Απριλίου 1993, C-244/92 P, Kupka-Floridi κατά Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-2041, σκέψη 9)· της 26ης Σεπτεμβρίου 1994, C-26/94 P, X κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-4379, σκέψη 12)· της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-62/94 P, Turner κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I-3177, σκέψη 16)· και απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-73/95 P, Viho κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-5457, σκέψη 25).
(12) - Βλ., με το ίδιο πνεύμα, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer της 16ης Σεπτεμβρίου 1997 στην υπόθεση C-8/95 P, New Holland Ford κατά Επιτροπής (που δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 18).
(13) - Για μια παρόμοια θεώρηση υπέρ του παραδεκτού αιτήσεως αναιρέσεως στηριζομένης στην παράβαση του άρθρου 112, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας, βλ. τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 30ής Απριλίου 1997, C-89/97 P(R), Moccia Irme κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-2327, σκέψη 36).
(14) - Βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 1ης Οκτωβρίου 1991, C-283/90 P, Vidrαnyi κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-4339, σκέψη 29), και της 17ης Δεκεμβρίου 1992, C-68/91 P, Moritz κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I-6849).
(15) - Βλ. διατάξεις της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C-19/95 P, San Marco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-4435, σκέψη 40), και της 16ης Οκτωβρίου 1997, C-140/96 P, Δημητριάδης κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1997, σ. Ι-5637, σκέψη 27).
(16) - Βλ. τις αποφάσεις της 2ας Μαρτίου 1994, C-53/92 P, Hilti κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-667, σκέψη 42), και της 16ης Σεπτεμβρίου 1997, C-362/95 P, Blackspur DIY κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-4775, σκέψη 29), καθώς και διάταξη της 6ης Οκτωβρίου 1997, C-55/97 P, AIUFFASS και AKT κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. Ι-5383, σκέψη 25), και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15 διάταξη Δημητριάδης κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, σκέψη 35).
(17) - Βλ. απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-1981, σκέψη 49).
(18) - Βλ. αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1975, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 40/73 έως 48/73, 50/73, 54/73 έως 56/73, 111/73, 113/73 και 114/73, Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1975, σ. 507, σκέψεις 57 έως 72), και, πιο πρόσφατα, της 11ης Νοεμβρίου 1997, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-359/95 P και C-379/95 P, Επιτροπή και Γαλλία κατά Ladbroke Racing (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 33 και 34). Στην ίδια αρχή στηρίζεται η νομολογία κατά την οποία τα άρθρα 85 και 86 δεν έχουν εφαρμογή στις εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες ουδόλως συνδέονται με τις απαγορευομένες από τις διατάξεις αυτές συμπεριφορές επιχειρήσεων, έστω κι αν αυτές περιορίζουν από μόνες τους τον ανταγωνισμό: βλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1993, C-2/91, Meng (Συλλογή 1993, σ. I-5751, σκέψεις 14 έως 22), και C-245/91, Ohra Schadeverzekeringen (Συλλογή 1993, σ. I-5851, σκέψεις 10 έως 15).
(19) - Βλ. σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(20) - Βλ. σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επιβάλλεται να σημειωθεί - έστω και παρεμπιπτόντως (δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως) - ο ιδιότυπος χαρακτήρας της αναφοράς σε μια θίγουσα τον ανταγωνισμό συμπεριφορά των επιχειρήσεων η οποία προκαλείται από μη κανονιστικά μέσα καταναγκασμού, τα οποία χαρακτηρίζονται - χωρίς να δίδονται περαιτέρω διευκρινίσεις - ως «αφόρητες πιέσεις». Πράγματι, το γεγονός ότι γίνεται αναφορά, απλώς ως παράδειγμα, στην απειλή λήψεως «κρατικών μέτρων δυναμένων να τους προκαλέσουν σοβαρή οικονομική ζημία» φαίνεται να παραπέμπει σε αθέμιτη συμπεριφορά των δημοσίων αρχών.
(21) - Βλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση της 29ης Ιουνίου 1993, σκέψη 43.
(22) - Βλ. σκέψη 82 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(23) - Βλ. σκέψη 83 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου αναφέρονται, απλώς όμως ως παραδείγματα, οι επιστολές της 29ης Δεκεμβρίου 1987 και του Ιανουαρίου 1991.
(24) - Βλ. σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Δεν αμφισβητείται ότι ο αποκλειστικός αντιπρόσωπος της Toyota υπερέβη, μεταξύ 1982 και 1986, την ποσόστωση που του είχε χορηγηθεί, χρησιμοποιώντας ουσιαστικά ένα τέχνασμα, προβαίνοντας δηλαδή σην ταξινόμηση οχημάτων εκτός ποσοστώσεως με προσωρινές πινακίδες κυκλοφορίας (πινακίδες «WW»). Από τον φάκελο που υποβλήθηκε στο Πρωτοδικείο προκύπτει ότι από το 1987 οι γαλλικές αρχές άρχισαν να συνυπολογίζουν τις προσωρινές ταξινομήσεις στην κανονική ποσόστωση που χορηγούνταν για κάθε σήμα. Ωστόσο, ετίθετο το πρόβλημα της καλύψεως των πωλήσεων οχημάτων που είχε πραγματοποιήσει καθ' υπέρβαση της ποσοστώσεως ο αποκλειστικός αντιπρόσωπος της Toyota. Τα πρακτικά και το πρωτόκολλο συμφωνίας της 19ης Οκτωβρίου 1987 αφορούν, κυρίως, ακριβώς αυτό το πρόβλημα.
(25) - Σε όλες τις αποφάσεις που αναφέρονται στην υποσημείωση 16, η αλλοίωση των αποδείξεων αναφέρεται απλώς ως περίπτωση στην οποία, κατ' εξαίρεση, είναι δυνατός ο έλεγχος της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του Πρωτοδικείου, χωρίς όμως ποτέ να προσδιορίζεται συγκεκριμένα.
(26) - Στις προτάσεις του στην υπόθεση Hilti κατά Επιτροπής (που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 16), ο γενικός εισαγγελέας Jacobs υποστήριζε ότι είναι αναγκαία μια στενή ερμηνεία της έννοιας του νομικού ζητήματος, η οποία να αποκλείει τον έλεγχο οποιουδήποτε πραγματικού σφάλματος, έστω και πρόδηλου, ιδίως σε σχέση με τις υποθέσεις στον τομέα του ανταγωνισμού, «όπου η απόφαση του Πρωτοδικείου αποτελεί, αυτή καθεαυτή, τον λίαν εκτεταμένο έλεγχο μιας αιτιολογημένης αποφάσεως της Επιτροπής» (βλ. σημείο 46). Ο γενικός εισαγγελέας Ruiz-Jarabo Colomer διατύπωσε την ίδια άποψη στις προτάσεις του στην υπόθεση C-8/95 P, New Holland Ford κατά Επιτροπής (που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 12), σημείο 16.
(27) - Ως προς το σφάλμα αυτό, το οποίο θεωρείται επίσης κατ' εξαίρεση ως αποτελούν πλάνη περί το δίκαιο, βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 17 απόφαση Brazzelli Lualdi κ.λπ. κατά Επιτροπής.
(28) - Βλ. σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(29) - Από θεωρητικούς του δικαίου βλ. Vandersanden, Barav: Contentieux communautaire, Βρυξέλλες, 1977, σ. 50· Lasok: The European Court of Justice. Practice and Procedure, 2η έκδοση, Λονδίνο, 1994, σ. 362. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου, βλ. τις αποφάσεις της 2ας Μαρτίου 1977, 44/76, Milch, Fett- und Eier Kontor κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1977, σ. 127, σκέψη 16), και της 30ής Μαου 1984, 346/82, Favre κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 2269, σκέψεις 31 και 32).
(30) - Βλ. σκέψη 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(31) - Βλ. σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(32) - Η αρχή αυτή αντιστοιχεί σε πάγια τάση της νομολογίας του Δικαστηρίου: βλ. απόφαση της 21ης Μαου 1976, 26/74, Roquette frθres κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1976, σ. 273, σκέψεις 22 και 23), και, πιο πρόσφατα, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Blackspur DIY κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (σκέψη 31).
(33) - Είχα ήδη την ευκαιρία να εκφράσω την ευχή αυτή στις προτάσεις που ανέπτυξα στις υποθέσεις C-46/93 και C-48/93, Brasserie du pκcheur και Factortame, επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση της 5ης Μαρτίου 1996 (Συλλογή 1996, σ. I-1029, σημείο 66 των προτάσεων).
(34) - Αναφέρομαι κυρίως στο γεγονός - το οποίο εξάλλου προσιδιάζει στη συγκεκριμένη υπόθεση - ότι η Επιτροπή, έχοντας διαπιστώσει μια συμπεριφορά των αρχών η οποία δεν αποτυπώνεται σε κανονιστική ρύθμιση και η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη χορήγηση και εγγύηση μεριδίων αγοράς σε ορισμένες επιχειρήσεις, δεν θεώρησε, όπως φαίνεται, αναγκαίο, στο πλαίσιο των καθηκόντων που της απονέμονται βάσει των άρθρων 155 και 169 της Συνθήκης, να ερευνήσει αν η συμπεριφορά αυτή είχε ως αποτέλεσμα να αναιρεί την πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων στον τομέα του ανταγωνισμού και αν, συνακόλουθα, συνιστούσε περίπτωση παραβάσεως από το κράτος μέλος του άρθρου 85, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 5 της Συνθήκης.
Full & Egal Universal Law Academy