Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Το Oberlandesgericht Frankfurt am Main υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 5, στοιχείο αα, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2137/85 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, σχετικά με την ίδρυση Ευρωπαϋκού Ομίλου Οικονομικού Σκοπού (ΕΟΟΣ), την έννοια ότι η ονομασία ή η επωνυμία ενός ΕΟΟΣ μπορεί επίσης να αποτελείται, εκτός των προσθέτων ενδείξεων "Ευρωπαϋκός Όμιλος Οικονομικού Σκοπού" ή "ΕΟΟΣ", μόνον από περιγραφικά του αντικειμένου της επιχειρήσεως στοιχεία, όταν η εθνική νομοθεσία σχετικά με την ίδρυση ενός Ευρωπαϋκού Ομίλου Οικονομικού Σκοπού απαγορεύει τη διαμόρφωση της επωνυμίας κατ' αυτόν τον τρόπο;»
2 Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης μπορεί να συνοψιστεί ως εξής. Μια υπό ίδρυση εταιρία ζήτησε από το Amtsgericht Frankfurt am Main την καταχώρισή της στο εμπορικό μητρώο με την επωνυμία «European Information Technology Observatory (ΕΟΟΣ)» (στο εξής: ΕΙΤΟ). Ωστόσο, το Amtsgericht αρνήθηκε να προβεί στην καταχώριση με την αιτιολογία ότι η εταιρική επωνυμία δεν περιείχε καμία αναφορά στα ονόματα των προσώπων που απαρτίζουν τον όμιλο. Συγκεκριμένα, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η γερμανική νομοθεσία που θεσπίστηκε προς εκτέλεση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2137/85 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, σχετικά με την ίδρυση Ευρωπαϋκού Ομίλου Οικονομικού Σκοπού (ΕΟΟΣ) (1) (στο εξής: κανονισμός), παραπέμπει στο εθνικό καθεστώς των ομορρύθμων εταιριών (2). Σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, η εταιρική επωνυμία των ομορρύθμων εταιριών και, κατά συνέπεια, των ΕΟΟΣ, πρέπει να περιέχει τα ονόματα τουλάχιστον ορισμένων από τα μέλη καθώς και, ενδεχομένως, ορισμένες πρόσθετες φανταστικές ενδείξεις ή περιγράφουσες το αντικείμενο της επιχειρήσεως· αντιθέτως, δεν επιτρέπεται ο σχηματισμός της επωνυμίας αποκλειστικά από το αντικείμενο της επιχειρήσεως, δηλαδή μιας επωνυμίας που αναφέρεται στη φύση της ασκούμενης δραστηριότητας ή που αποτελείται αποκλειστικά από φανταστικές ονομασίες (3). Ακριβώς βάσει των διατάξεων αυτών απορρίφθηκε η αίτηση της ΕΙΤΟ περί καταχωρίσεώς της στο εμπορικό μητρώο.
Η αιτούσα ζήτησε την ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως, η οποία παρά ταύτα επικυρώθηκε. Έτσι, η τελευταία αυτή απόφαση προσεβλήθη ενώπιον του Oberlandesgericht, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο το προπαρατεθέν προδικαστικό ερώτημα.
3 Το ερμηνευτικό πρόβλημα που υποβλήθηκε στην κρίση του Δικαστηρίου συνίσταται στην εκτίμηση του εάν μια εθνική ρύθμιση όπως η περιγραφείσα από το αιτούν δικαστήριο είναι ή όχι σύμφωνη προς τον κοινοτικό κανονισμό που θέσπισε τον ΕΟΟΣ. Ειδικότερα, πρέπει να διερευνηθεί ποιες επιταγές θέτει η κοινοτική ρύθμιση όσον αφορά την επωνυμία του ΕΟΟΣ· εάν, δηλαδή, η επωνυμία μπορεί να αναφέρεται αποκλειστικά στο πεδίο δραστηριότητας του ομίλου ή πρέπει επιπλέον να περιλαμβάνει τα ονόματα των μελών που τον απαρτίζουν.
Η Επιτροπή και η Γερμανική Κυβέρνηση προτείνουν να δοθεί στο ερώτημα η απάντηση ότι το εθνικό δίκαιο μπορεί να επιβάλλει, κατά την καταχώριση ενός ΕΟΟΣ, την επιλογή επωνυμίας αποτελούμενης από τα ονόματα των μελών του, πλην όμως εξυπακούεται ότι η εν λόγω επωνυμία πρέπει να περιλαμβάνει τις λέξεις «Ευρωπαϋκός Όμιλος Οικονομικού Σκοπού» ή τα αρχικά «ΕΟΟΣ».
Αντιθέτως, η ΕΙΤΟ δεν συμμερίζεται την άποψη αυτή και υποστηρίζει ότι η ρύθμιση περί της επωνυμίας του ΕΟΟΣ πρέπει να επιτρέπει επίσης τη χρήση επωνυμιών αναφερομένων στο αντικείμενο της επιχειρήσεως, κατ' αναλογία προς την περίπτωση των κεφαλαιουχικών εταιριών.
4 Ωστόσο, θεωρώ σκόπιμο να τονίσω ευθύς εξαρχής ότι η επιχειρηματολογία που ανέπτυξε η ΕΙΤΟ με τις γραπτές παρατηρήσεις της δεν μου φαίνεται πειστική. Θα αναφερθώ καταρχάς στο επιχείρημα ότι η δυνατότητα χρήσεως επωνυμίας που περιγράφει απλώς το αντικείμενο της επιχειρήσεως πρέπει να γίνει δεκτή βάσει αυτής ταύτης της διατυπώσεως του άρθρου 5, στοιχείο αα. Η ΕΙΤΟ παρατηρεί ότι σύμφωνα με τον κανόνα αυτόν, οι λέξεις «Ευρωπαϋκός Όμιλος Οικονομικού Σκοπού» ή τα αρχικά «ΕΟΟΣ» πρέπει να προηγούνται ή να έπονται της επωνυμίας του ομίλου, «εκτός εάν οι λέξεις αυτές ή τα αρχικά περιέχονται ήδη στην επωνυμία». Όμως η εξαίρεση αυτή δικαιολογείται μόνον εάν θεωρηθεί ως επιτρεπόμενη μια επωνυμία αναφερόμενη απλώς στο αντικείμενο της επιχειρήσεως: συγκεκριμένα, κατά την ΕΙΤΟ, επωνυμία αποτελούμενη από τα ονόματα των μελών δεν θα μπορούσε να περιέχει τα εν λόγω αρχικά. Ωστόσο, δεν θεωρώ βάσιμη την άποψη αυτή. Το αιτούν δικαστήριο παρατήρησε, με τη διάταξή του περί παραπομπής, ότι η εθνική ρύθμιση περί της εταιρικής επωνυμίας επιτρέπει κάλλιστα στις ομόρρυθμες εταιρίες να αναγράφουν την πρόσθετη ένδειξη ΕΟΟΣ όχι μόνο πριν (π.χ.: «ΕΟΟΣ Musterman & Co., οικονομικοί σύμβουλοι») ή μετά (π.χ.: «Musterman & Co., οικονομικοί σύμβουλοι, ΕΟΟΣ») την επωνυμία του ομίλου, αλλά και εντός της ίδιας της επωνυμίας (π.χ.: «Οικονομικοί σύμβουλοι ΕΟΟΣ Musterman & Co.» ή «Musterman & Co. ΕΟΟΣ οικονομικών συμβούλων)» (4).
Δεν συμμερίζομαι ούτε την άποψη της ΕΙΤΟ κατά την οποία η απαίτηση σχηματισμού της επωνυμίας του ομίλου από τα ονόματα των μελών του συνεπάγεται κατ' ανάγκη, προς τον σκοπό της διασφαλίσεως της ίσης μεταχειρίσεως του μελών που τον απαρτίζουν, την ενσωμάτωση στην επωνυμία των ονομάτων όλων των μελών. Ωστόσο, πάντοτε κατά την ΕΙΤΟ, η λύση αυτή θα μπορούσε δυσχερώς να εφαρμοστεί στην πράξη στην περίπτωση ομίλων με μεγάλο αριθμό μελών, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια να αποθαρρυνθεί στην περίπτωση αυτή η χρήση του θεσμού του ΕΟΟΣ και θα έβλαπτε τη συνεργασία μεταξύ των επιχειρήσεων, η οποία αποτελεί ακριβώς έναν από τους σκοπούς του κανονισμού. Ωστόσο, δεν θεωρώ βάσιμους τους φόβους της ΕΙΤΟ: η ανάγκη σχηματισμού της επωνυμίας από τα ονόματα των μελών υφίσταται, τόσο στο γερμανικό δίκαιο όσο και άλλες έννομες τάξεις, για διαφόρους εταιρικούς τύπους. Τούτο όμως δεν εμπόδισε την εξέλιξη και την επιβολή των εν λόγω οργανωτικών μορφών ως θεμελιωδών μέσων συνεργασίας στο πλαίσιο του οικονομικού βίου.
Η ΕΙΤΟ υπενθυμίζει επιπλέον το έγγραφο της Επιτροπής σχετικά με τους ΕΟΟΣ, με το οποίο η Επιτροπή είχε λάβει σαφώς θέση υπέρ της δυνατότητας χρήσεως για τους ΕΟΟΣ επωνυμιών που περιγράφουν το αντικείμενο της επιχειρήσεως (5). Ωστόσο, θεωρώ ότι αποκλείεται συναφώς η δυνατότητα να έχει το προαναφερθέν έγγραφο οποιαδήποτε σημασία για τους σκοπούς της επιλύσεως του προκειμένου προβλήματος. Καταρχάς, εν είδει εισαγωγής, το έγγραφο αναφέρει ότι προορίζεται για εσωτερική χρήση των υπηρεσιών της Επιτροπής και ότι δεν αποτελεί επίσημη τοποθέτηση του θεσμικού οργάνου, τοποθέτηση η οποία, εξάλλου, δεν θα μπορούσε βέβαια να είναι αποφασιστική για τους σκοπούς της ερμηνείας μιας πράξεως του παραγώγου δικαίου. Εν πάση περιπτώσει, η ίδια η Επιτροπή, μολονότι φαίνεται, με το προαναφερθέν έγγραφο, να θεωρεί ότι υπάρχει δυνατότητα σχηματισμού επωνυμιών από φανταστικές λέξεις, δέχεται, ωστόσο, εν γένει ότι τα μέλη ενός ΕΟΟΣ πρέπει να «σέβονται τους υφισταμένους σε εθνικό επίπεδο νομικούς περιορισμούς όσον αφορά την επιλογή της επωνυμίας» (6).
Πρέπει επίσης να προστεθεί μια τελευταία σκέψη σχετικά με την παρατήρηση της ΕΙΤΟ ότι το 80 % περίπου των ΕΟΟΣ έχουν επωνυμία που αναφέρεται στο αντικείμενο της επιχειρήσεως, οπότε, αν επιβληθεί διαφορετικός σχηματισμός της επωνυμίας, θα προκύψουν διαφορές στην αντιμετώπιση του ζητήματος από τους κανόνες των διαφόρων κρατών μελών και θα αποθαρρυνθεί η εγκατάσταση ΕΟΟΣ στη Γερμανία. Συναφώς, θα παρατηρήσω απλώς ότι, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, οι συνέπειες που προβλέπει η ΕΙΤΟ μου φαίνονται υπερβολικές: φυσικά, δεν αποκλείεται να διαδραματίζει η εθνική ρύθμιση όσον αφορά την εταιρική επωνυμία ορισμένο ρόλο κατά την επιλογή μιας χώρας ως έδρας ενός ΕΟΟΣ. Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι το στοιχείο αυτό αποτελεί αποφασιστικής σημασίας παράγοντα. Το μόνο πρόβλημα έγκειται στο αν ο κανονισμός επιτρέπει ή όχι την παρέμβαση των εθνικών νομοθετών στον τομέα της ρυθμίσεως της επωνυμίας του ΕΟΟΣ και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, εντός ποιων ορίων. Για τους λόγους που θα εκθέσω αμέσως κατωτέρω, φρονώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
5 Ο κοινοτικός νομοθέτης, καθιερώνοντας τον ΕΟΟΣ ως μέσο συνεργασίας μεταξύ κοινοτικών επιχειρήσεων, περιέγραψε μόνο τα βασικά χαρακτηριστικά του θεσμού, αφήνοντας στις εθνικές έννομες τάξεις την ευχέρεια να ρυθμίσουν ακολούθως όλες τις πτυχές που δεν ρυθμίζονται από τον κανονισμό. Τούτο προκύπτει σαφώς από τη δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη, κατά την οποία «τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να εφαρμόζουν ή να λαμβάνουν οποιοδήποτε νομοθετικό, κανονιστικό ή διοικητικό μέτρο, εφόσον δεν αντιβαίνει στο πεδίο εφαρμογής και στους στόχους του παρόντος κανονισμού». Επιπλέον, το άρθρο 2, παράγραφος 1, προβλέπει ρητά ότι, «με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, το δίκαιο που διέπει, αφενός, τη σύμβαση σύστασης του ομίλου, με εξαίρεση τα ζητήματα που αφορούν την κατάσταση και την ικανότητα των φυσικών προσώπων και την ικανότητα των νομικών προσώπων, και, αφετέρου, την εσωτερική λειτουργία του ομίλου είναι το εσωτερικό δίκαιο του κράτους της έδρας, η οποία καθορίζεται από τη σύμβαση σύστασης του ομίλου» (7). Κατ' ουσίαν, ο ΕΟΟΣ διέπεται από τον συνδυασμό δύο διαφορετικών κανονιστικών πηγών: πρώτον, από τον κανονισμό· δεύτερον, επικουρικώς, από τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου του κράτους όπου ο όμιλος έχει την έδρα του.
Εν όψει αυτής της προκαταρκτικής θεωρήσεως, μπορώ πλέον να προβώ στην ανάλυση του εν προκειμένω κρίσιμου προβλήματος, δηλαδή της επωνυμίας του ομίλου. Η μοναδική κρίσιμη διάταξη του κανονισμού είναι το άρθρο 5, στοιχείο αα: ο κανόνας αυτός ορίζει ότι μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να αναφέρονται στη σύμβαση πρέπει να συγκαταλέγεται «η επωνυμία του ομίλου και, πριν ή μετά από αυτή, οι λέξεις "Ευρωπαϋκός Όμιλος Οικονομικού Σκοπού" ή τα αρχικά "ΕΟΟΣ", εκτός εάν οι λέξεις αυτές ή τα αρχικά περιέχονται ήδη στην επωνυμία (...)».
Αντιθέτως, ο κανονισμός δεν περιέχει καμία διάταξη σχετικά με το περιεχόμενο της επωνυμίας. Όμως η σιωπή του κανονισμού ως προς το ζήτημα αυτό δεν μου φαίνεται τυχαία· αντιθέτως, αντανακλά τη συγκεκριμένη επιλογή του νομοθέτη να αφήσει τη ρύθμιση της εν λόγω πτυχής του καθεστώτος του ΕΟΟΣ στα εθνικά δίκαια των κρατών στο έδαφος των οποίων βρίσκεται η έδρα των ομίλων. Ο νομοθέτης προέβη μάλιστα στην επιλογή αυτή λαμβάνοντας υπόψη κυρίως τις προβληματικές έννομες συνέπειες που απορρέουν από την επιλογή ορισμένης μορφής επωνυμίας σε σχέση με άλλες και από την αδυναμία θεσπίσεως μιας εξαντλητικής ρυθμίσεως του τομέα στο στάδιο της εκδόσεως του κανονισμού. Για τον λόγο αυτό, το ζήτημα της επωνυμίας του ΕΟΟΣ δεν διέπεται από το κοινοτικό δίκαιο, αλλά υπάγεται στις εθνικές έννομες τάξεις. Η μόνη επιταγή που θέτει το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως δε το προαναφερθέν άρθρο 5, στοιχείο αα, είναι να προσδιορίζεται η ταυτότητα του ομίλου και να διακρίνεται ο όμιλος στις εξωτερικές του σχέσεις μέσω της αναφοράς του εταιρικού τύπου που καθιερώνει ο κανονισμός· η αναφορά αυτή πρέπει να πραγματοποιείται με τη συμπερίληψη στην επωνυμία των λέξεων «Ευρωπαϋκός Όμιλος Οικονομικού Σκοπού» ή των αρχικών «ΕΟΟΣ». Άπαξ και τηρείται η επιταγή αυτή, το περιεχόμενο της επωνυμίας είναι αδιάφορο για το κοινοτικό δίκαιο. Έτσι, εφόσον ο κανονισμός σιωπά, στα εθνικά δίκαια εναπόκειται να ρυθμίσουν την εν λόγω πτυχή του θεσμού.
Κατά συνέπεια, ο εθνικός νομοθέτης ουδόλως εμποδίζεται να εφαρμόζει επικουρικώς στον ΕΟΟΣ την εσωτερική ρύθμιση σχετικά με τις ομόρρυθμες εταιρίες, πράγμα το οποίο έχει ως συνέπεια ότι η επωνυμία του ομίλου, ακριβώς όπως συμβαίνει στην περίπτωση των εν λόγω εταιρικών τύπων, πρέπει να περιέχει τα ονόματα των μελών του.
6 Καταλήγοντας, φρονώ ότι από τον κανονισμό δεν μπορούν να συναχθούν στοιχεία ικανά να στηρίξουν την άποψη ότι η επωνυμία του ΕΟΟΣ πρέπει να διέπεται από τη ρύθμιση που εφαρμόζεται στις κεφαλαιουχικές εταιρίες, έτσι ώστε να γίνονται δεκτές και οι επωνυμίες που περιέχουν φανταστικές ονομασίες ή που περιγράφουν απλώς το αντικείμενο της επιχειρήσεως. Το περιεχόμενο της επωνυμίας είναι αδιάφορο για την κοινοτική ρύθμιση, ενώ η επωνυμία αφήνεται στην εκτίμηση των εσωτερικών εννόμων τάξεων, με μόνο περιορισμό ότι πρέπει από αυτή να προκύπτει σαφώς ο προκριθείς εταιρικός τύπος, μέσω της πρόσθετης ενδείξεως «Ευρωπαϋκός Όμιλος Οικονομικού Σκοπού» ή των αρχικών «ΕΟΟΣ».
7 Επομένως, προτείνω να δοθεί στο ερώτημα που υπέβαλε το Oberlandesgericht Frankfurt am Main η ακόλουθη απάντηση:
«Το άρθρο 5, στοιχείο αα, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2137/85 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, σχετικά με την ίδρυση Ευρωπαϋκού Ομίλου Οικονομικού Σκοπού (ΕΟΟΣ), έχει την έννοια ότι επιβάλλει απλώς να αναφέρονται πριν ή μετά την επωνυμία του ομίλου οι λέξεις "Ευρωπαϋκός Όμιλος Οικονομικού Σκοπού" ή τα αρχικά "ΕΟΟΣ", εκτός αν οι λέξεις αυτές ή τα αρχικά αυτά περιέχονται ήδη στην επωνυμία. Αντιθέτως, ο κανόνας αυτός δεν περιέχει καμία διευκρίνιση όσον αφορά το περιεχόμενο της επωνυμίας. Επομένως, στον εθνικό νομοθέτη εναπόκειται η απόφαση αν η επωνυμία μπορεί να αποτελείται αποκλειστικά από στοιχεία που περιγράφουν το αντικείμενο της επιχειρήσεως.»
(1) - ΕΕ L 199, σ. 1.
(2) - Φυσικά, η εν λόγω παραπομπή ισχύει μόνον εντός του τομέα που δεν διέπεται ρητά από την κοινοτική ρύθμιση ή από το εθνικό εκτελεστικό διάταγμα.
(3) - Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι οι κρίσιμες εθνικές διατάξεις είναι τα άρθρα 18, δεύτερο εδάφιο, και 19 του γερμανικού εμπορικού κώδικα. Με τις γραπτές της παρατηρήσεις, η Γερμανική Κυβέρνηση υπενθύμισε ότι εκκρεμεί νομοθετική τροποποίηση που σκοπεί να επιτρέψει στους ΕΟΟΣ να έχουν επωνυμίες αποτελούμενες αποκλειστικά από το αντικείμενο της επιχειρήσεως.
(4) - Τα παρατεθέντα παραδείγματα έχουν ληφθεί απευθείας από τη διάταξη περί παραπομπής.
(5) - Βλ. «ΕΟΟΣ, η ανάγκη μιας νέας ευρωπαϋκής συνεργασίας, απολογισμός τριών ετών εμπειρίας», Βρυξέλλες-Λουξεμβούργο, 1993, σ. 51.
(6) - Βλ. προαναφερθέν στην προηγούμενη υποσημείωση έγγραφο, σ. 51.
(7) - Ο κανονισμός προβλέπει επίσης ρητά ότι το εθνικό δίκαιο εφαρμόζεται για τη ρύθμιση σημαντικών ζητημάτων, όπως είναι το ζήτημα αν οι καταχωρισμένοι όμιλοι έχουν ή όχι νομική προσωπικότητα (άρθρο 1, παράγραφος 3), το ζήτημα του περιορισμού του αριθμού των μελών σε 20 (άρθρο 4, παράγραφος 3) ή το ζήτημα της απαγορεύσεως ή του περιορισμού «για λόγους που αφορούν το δημόσιο συμφέρον (...) τη[ς] συμμετοχή[ς] ορισμένων κατηγοριών φυσικών προσώπων, εταιριών ή άλλων νομικών οντοτήτων σε κάθε όμιλο» (άρθρο 4, παράγραφος 4), το ζήτημα της δυνατότητας ενός νομικού προσώπου να είναι διαχειριστής (άρθρο 19, παράγραφος 2), η εκκαθάριση του ομίλου και η περάτωση της εκκαθαρίσεως αυτής (άρθρο 35, παράγραφος 2), καθώς και η ρύθμιση της αφερεγγυότητας ή της παύσεως πληρωμών (άρθρο 36), και η απαγόρευση ασκήσεως δραστηριότητας αντιβαίνουσας προς το δημόσιο συμφέρον (άρθρο 38). Εξάλλου, ο κοινοτικός νομοθέτης έχει πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι ο θεσμός του ΕΟΟΣ δεν υπόκειται σε απολύτως ομοιόμορφη ρύθμιση στο έδαφος της Κοινότητας: αρκεί να παρατεθεί το άρθρο 14, παράγραφος 1, το οποίο προβλέπει την περίπτωση κατά την οποία η μεταφορά της έδρας συνεπάγεται ακριβώς τη «μεταβολή του δικαίου που εφαρμόζεται».
Full & Egal Universal Law Academy