Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η εισαγγελική αρχή άσκησε ποινική δίωξη κατά του A. Ambry, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της εταιρίας SARL «A» Tours, ενώπιον του tribunal de grande instance (Πλημμελειοδικείου) του Metz. Ο A. Ambry κατηγορείται ότι συνέβαλε ή επιδόθηκε σε δραστηριότητα αφορώσα την οργάνωση και την πώληση ταξιδίων ή διαμονής χωρίς να διαθέτει την άδεια που απαιτείται κατά τη γαλλική νομοθεσία για την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας. Ουδόλως αμφισβητείται ότι ο A. Ambry ζήτησε από τη νομαρχία του Μοζέλα τη χορήγηση άδειας και ότι η νομαρχία του την αρνήθηκε για τον λόγο ότι η χρηματική εγγύηση την οποία διέθετε και την οποία του είχε παράσχει μια ιταλική χρηματοπιστωτική εταιρία, η Compagnia cauzioni SpA, με έδρα τη Ρώμη, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 14 του διατάγματος 94/490, της 15ης Ιουνίου 1994 (1), εκδοθέντος κατ' εφαρμογήν του άρθρου 31 του νόμου 92/645, της 13ης Ιουλίου 1992 (2), περί καθορισμού των προϋποθέσεων ασκήσεως δραστηριότητας σχετικά με την οργάνωση και την πώληση ταξιδίων ή διαμονής.
2 Πρέπει να διευκρινισθεί εξ αρχής το περιεχόμενο των εν λόγω διατάξεων που αφορούν την εγγύηση την οποία πρέπει να διαθέτει κάθε πράκτορας ταξιδίων. Το άρθρο 4 του νόμου 92/645 ορίζει ότι η οργάνωση ή η πώληση ατομικών ή συλλογικών ταξιδίων ή διαμονής μπορεί να πραγματοποιείται με κερδοσκοπικό σκοπό μόνον από φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα εμπόρου και είναι κάτοχοι άδειας ταξιδιωτικού πράκτορα και διευκρινίζει τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της εν λόγω άδειας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, στο στοιχείο c, η εξής:
«Να αποδεικνύουν, έναντι των πελατών, ότι διαθέτουν επαρκή χρηματική εγγύηση, η οποία προορίζεται ειδικώς για την επιστροφή των ποσών που έχουν καταβληθεί για τις απαριθμούμενες στο άρθρο 1 παροχές και για τη χορήγηση υποκατάστατων παροχών, οι οποίες προκύπτουν από την υποχρέωση οργανισμού συλλογικής εγγυήσεως, χρηματοπιστωτικού ιδρύματος ή ασφαλιστικής επιχειρήσεως, καθόσον η χρηματική αυτή εγγύηση περιλαμβάνει τις δαπάνες ενδεχομένου επαναπατρισμού και στην περίπτωση αυτή πρέπει να μπορεί να εξασφαλίζει αμέσως διαθέσιμα κεφάλαια στην εθνική επικράτεια.»
3 Το άρθρο 12 του διατάγματος 94/490 ορίζει τα εξής:
«Η χρηματική εγγύηση που προβλέπεται στο στοιχείο c του άρθρου 4 του προαναφερθέντος νόμου της 13ης Ιουλίου 1992 προκύπτει από γραπτή ανάληψη εγγυήσεως εκ μέρους:
1_ είτε οργανισμού συλλογικής εγγυήσεως με νομική προσωπικότητα, μέσω εγγυητικού κεφαλαίου το οποίο έχει συσταθεί για τον σκοπό αυτό·
2_ είτε πιστωτικού ιδρύματος ή επιχειρίσεως ασφαλίσεως που έχουν λάβει άδεια να παρέχουν χρηματική εγγύηση.
Η χρηματική εγγύηση προορίζεται ειδικά για την επιστροφή κατ' αρχήν των ποσών που έχει εισπράξει ο ταξιδιωτικός πράκτορας βάσει αναληφθεισών υποχρεώσεων έναντι της πελατείας του για παροχές ενεστώσες ή μέλλουσες και μπορεί να διασφαλίζει, ιδίως σε περίπτωση παύσεως πληρωμών που συνεπάγεται κήρυξη πτωχεύσεως, τον επαναπατρισμό των ταξιδιωτών.
Για την παροχή της χρηματικής εγγυήσεως πρέπει να τηρούνται όλες τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.»
4 Το άρθρο 14 του ανωτέρω διατάγματος, στο οποίο στηρίχθηκε η νομαρχιακή αρχή για την άρνηση της χορηγήσεως άδειας στον A. Ambry, ορίζει τα εξής:
«Η χρηματική εγγύηση η οποία παρέχεται από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή από ασφαλιστική επιχείρηση επιτρέπεται μόνον εάν το ίδρυμα αυτό ή η επιχείρηση αυτή έχουν την έδρα τους στο έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϋκής Κοινότητας ή υποκατάστημα στη Γαλλία. Σε όλες τις περιπτώσεις η χρηματική αυτή εγγύηση πρέπει να μπορεί να διασφαλίζει αμέσως διαθέσιμα κεφάλαια ώστε να εξασφαλίζει, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 16 κατωτέρω, τον επαναπατρισμό της πελατείας. Για τον σκοπό αυτό, εάν το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας εκτός της Γαλλίας, πρέπει να συνάπτεται συμφωνία μεταξύ του ιδρύματος αυτού και χρηματοπιστωτικού ιδρύματος ή ασφαλιστικής επιχειρήσεως που βρίσκεται στη Γαλλία. Σχετική βεβαίωση από το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή την ασφαλιστική επιχείρηση που βρίσκεται στη Γαλλία διαβιβάζεται στον νομάρχη από τον οικείο ταξιδιωτικό πράκτορα.
Ο νομάρχης πρέπει να πληροφορείται, αμελλητί και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, για τις τυχόν τροποποιήσεις της συμφωνίας αυτής και, ενδεχομένως, την υπογραφή νέας συμφωνίας με το ίδιο αντικείμενο.
(...)»
5 Τα της θέσεως σε εφαρμογή του συστήματος της χρηματικής εγγυήσεως ρυθμίζονται στο άρθρο 16 του διατάγματος, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Η εγγύηση συντελείται βάσει μόνον των δικαιολογητικών που υποβάλλονται από τον πιστωτή στον εγγυητικό οργανισμό, τα οποία αποδεικνύουν ότι η οφειλή είναι βεβαία και απαιτητή και ότι το υπέρ ου η εγγύηση πρακτορείο αδυνατεί να εκπληρώσει την υποχρέωση καταβολής, χωρίς ο εγγυητής να μπορεί να αντιτάξει στον δανειστή το ευεργέτημα του καταμερισμού και της διζήσεως.
Η μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως του υπέρ ου η εγγύηση πράκτορα μπορεί να οφείλεται είτε σε κήρυξη πτωχεύσεως είτε σε εξώδικη πρόσκληση προς καταβολή, κοινοποιουμένη με δικαστικό επιμελητή ή με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής, στην οποία πρόσκληση δεν δίδεται συνέχεια ή η οποία παραμένει άνευ αποτελέσματος σαράντα πέντε ημέρες μετά την κοινοποίησή της.
Σε περίπτωση προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, ο αιτών πρέπει να γνωστοποιήσει στον εγγυητή ότι κλητεύθηκε, με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής.
Αν ο εγγυητής αμφισβητήσει τις προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος καταβολής ή το ύψος της απαιτήσεως, ο δανειστής μπορεί να τον προσεπικαλέσει απευθείας ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου.
Κατά παρέκκλιση των προηγουμένων διατάξεων, η ενεργοποίηση, υπό μορφήν επείγοντος, της εγγυήσεως για να εξασφαλισθεί ο επαναπατρισμός των πελατών πρακτορείου ταξιδίων αποφασίζεται από τον νομάρχη, ο οποίος απαιτεί από τον εγγυητή να διασφαλίσει, αμέσως και κατά προτεραιότητα, τα απαραίτητα κεφάλαια για να καλύψει τα συμφυή με τον επαναπατρισμό έξοδα. Πάντως, αν η χρηματική εγγύηση προέρχεται από οργανισμό συλλογικής εγγυήσεως που αφορά το άρθρο 13 ανωτέρω, ο οργανισμός αυτός διασφαλίζει την άμεση θέση σε εφαρμογή της εγγυήσεως καθ' οποιονδήποτε τρόπον σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, προσηκόντως διαπιστωθείσας από τον νομάρχη.»
6 Προς υπεράσπισή του ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, ο A. Ambry αμφισβητεί τη συμβατότητα προς το κοινοτικό δίκαιο των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 14 του προπαρατεθέντος διατάγματος, στην περίπτωση κατά την οποία την εγγύηση υπέρ του πρακτορείου ταξιδίων παρέχει χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϋκής Ενώσεως. Κατά τον A. Ambry, οι προϋποθέσεις αυτές συνιστούν περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα της χορηγήσεως χρηματοπιστωτικών εγγυήσεων όπως οι προβλεπόμενες από τη Συνθήκη και το παράγωγο δίκαιο, οπότε η άρνηση χορηγήσεως αδείας τού αντιτάχθηκε κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, με συνέπεια ο παράνομος χαρακτήρας της αρνήσεως αυτής να κωλύει αφεαυτού, κατά την άποψή του, τις κατ' αυτού διώξεις.
7 Επειδή έκρινε ότι η συμβατότητα προς το κοινοτικό δίκαιο των διατάξεων του άρθρου 14 του προπαρατεθέντος διατάγματος αποτελεί πράγματι προϋπόθεση της εκτιμήσεως της νομιμότητας των διώξεων κατά του A. Ambry, το Πλημμελειοδικείο του Metz μας υποβάλλει το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει οι διατάξεις του άρθρου 14 του διατάγματος 94/490 της 15ης Ιουνίου 1994, το οποίο εκδόθηκε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 31 του νόμου 92/645 της 13ης Ιουλίου 1992, να θεωρηθούν ότι αντίκεινται στην οδηγία 73/183 του 1973, στην οδηγία περί συντονισμού της 15ης Δεκεμβρίου 1989, στο άρθρο 59 της Συνθήκης των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων και στο άρθρο 73 Β της Συνθήκης του Μάαστριχτ, καθόσον επιβάλλουν, στην περίπτωση συστάσεως χρηματικής εγγυήσεως εντός άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϋκής Κοινότητας εκτός της Γαλλίας, τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος ή της ασφαλιστικής επιχειρήσεως που βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας εκτός της Γαλλίας και ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος ή ασφαλιστικής επιχειρήσεως που βρίσκεται στη Γαλλία;»
Οι εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου
8 Διευκρινίζω, κατ' αρχάς, ότι η παραπομπή στο άρθρο 73 S της Συνθήκης ΕΚ πρέπει να οφείλεται σε τυπογραφικό σφάλμα, διότι τέτοιο άρθρο δεν υπάρχει. Λαμβανομένων υπόψη των συμφραζομένων, βασίμως μπορεί να υποτεθεί ότι το εθνικό δικαστήριο εννοεί το άρθρο 73 B της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο απαγορεύει τους περιορισμούς των κινήσεων κεφαλαίων και πληρωμών.
9 Άλλωστε, η ανάλυση των δεδομένων του προβληθέντος από τον A. Ambry προβλήματος συμβατότητας προς το κοινοτικό δίκαιο των προϋποθέσεων που θέτει η γαλλική κανονιστική ρύθμιση έχει ως συνέπεια τη μερική αναδιατύπωση του υποβληθέντος ερωτήματος προκειμένου να δοθεί λυσιτελής απάντηση στο ζήτημα που απασχολεί το εθνικό δικαστήριο. Πράγματι, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το άρθρο 14 του προπαρατεθέντος διατάγματος προσκρούει στο κοινοτικό δίκαιο, στο μέτρο που αρνείται να αναγνωρίσει σε μια παροχή υπηρεσιών, ήτοι στην παροχή εγγυήσεως από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος μέλος, την ίδια αξία την οποία αναγνωρίζει στην ίδια υπηρεσία όταν παρέχεται από επιχείρηση της ίδιας κατηγορίας με έδρα στη γαλλική επικράτεια, εκτός εάν πληρούται μια ειδική προϋπόθεση, ήτοι η σύναψη συμφωνίας με χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στη Γαλλία. Η εν λόγω άρνηση εξομοιώσεως της υπηρεσίας που παρέχεται από επιχειρηματία εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος προς την υπηρεσία που παρέχεται από επιχειρηματία εγκατεστημένο στο εθνικό έδαφος μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να διακυβεύσει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και πρέπει, κατά συνέπεια, να εκτιμηθεί βάσει του άρθρου 59 της Συνθήκης ΕΚ και, εφόσον αντικείμενο της υποθέσεως είναι εν προκειμένω παροχές στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και των ασφαλειών, βάσει της δεύτερης οδηγίας 89/646/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος και την τροποποίηση της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ (3), και της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) (4), οι οποίες συνιστούν το τελευταίο στάδιο της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα αυτόν.
10 Αντιθέτως, ευθυγραμμιζόμενος ως προς το σημείο αυτό με τη θέση που έλαβαν η Γαλλική Κυβέρνηση, ρητώς, και η Ισπανική Κυβέρνηση, σιωπηρώς, δεν αντιλαμβάνομαι ως προς τι το άρθρο 14 του προπαρατεθέντος διατάγματος θα μπορούσε να αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων και την ελευθερία των πληρωμών τις οποίες αποσκοπεί να διασφαλίσει το άρθρο 73 B της Συνθήκης. Πράγματι, δεν δημιουργεί κανένα εμπόδιο στις κινήσεις κεφαλαίων μεταξύ των άλλων κρατών μελών και της Γαλλίας, εκτός εάν θεωρηθεί ότι με το να καθιστά λιγότερο ελκυστική και, επομένως, κατά πάσα πιθανότητα, λιγότερο συχνή την εκ μέρους των γαλλικών πρακτορείων ταξιδίων προσφυγή σε πιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος μέλος, καταλήγει αυτόματα στη μείωση της ροής κεφαλαίων, η οποία αποτελεί την αναπόφευκτη συνέπεια των διασυνοριακών παροχών υπηρεσιών. Νομίζω όμως ότι η συλλογιστική αυτή δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον, διότι είτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 συνάδουν προς τους κανόνες περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών, οπότε θα ήταν εντελώς αντιφατικό να αμφισβητηθεί η νομιμότητά τους βάσει του άρθρου 73 Β, είτε δεν συνάδουν, πράγμα το οποίο αρκεί για τη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα τους, χωρίς να απαιτείται η προσφυγή στο άρθρο 73 Β.
11 Για τους ποικίλους αυτούς λόγους, φρονώ ότι το ζήτημα το οποίο πρέπει να ερευνήσουμε έγκειται στο αν - και επαναλαμβάνω εν προκειμένω κατ' ουσίαν τη διατύπωση του ερωτήματος που πρότεινε η Γαλλική Κυβέρνηση - αντιβαίνουν προς την αρχή της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών, όπως αυτή απορρέει από το άρθρο 59 της Συνθήκης και, προκειμένου περί τραπεζικής ή ασφαλιστικής δραστηριότητας, από τις οδηγίες που έχουν εκδοθεί στον τομέα αυτόν, ειδικότερα από τις προπαρατεθείσες οδηγίες 89/646 και 92/49, οι διατάξεις του άρθρου 14 του διατάγματος 94/490, το οποίο απαιτεί, στην περίπτωση συστάσεως χρηματικής εγγυήσεως σε πιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση που βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γαλλίας, να συνάπτει ο εγγυητής συμφωνία με χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα τη Γαλλία για τη διασφάλιση του επαναπατρισμού των ταξιδιωτών.
12 Για να καταστεί δυνατή η εκτίμηση της συμβατότητας του εν λόγω άρθρου 14 προς το κοινοτικό δίκαιο, αποτελεί επιτακτική ανάγκη να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο προπαρατεθείς νόμος 92/645, την εκτέλεση του οποίου διασφαλίζει το διάταγμα 94/490, μετέφερε στην εθνική έννομη τάξη την οδηγία 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1990, για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις (5). Επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη το γεγονός αυτό, διότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το άρθρο 14 δεν συνάδει προς τις οδηγίες 89/646 και 92/49 αλλά διασφαλίζει την πιστή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο μιας διατάξεως της οδηγίας 90/314, θα αντιμετωπίζαμε ενδεχομένως ένα πρόβλημα το οποίο δεν θα αφορούσε πλέον σύγκρουση μεταξύ εθνικών κανόνων και κοινοτικών κανόνων αλλά σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών κοινοτικών κανόνων της ίδιας κατηγορίας και της ίδιας ισχύος, που έχουν θεσπιστεί και οι τρεις από το Συμβούλιο.
13 Οι διατάξεις της οδηγίας 90/314 οι οποίες έχουν σημασία για την εκτίμηση της συμβατότητας του άρθρου 14 προς το κοινοτικό δίκαιο είναι το άρθρο 7 και το άρθρο 8. Το άρθρο 7 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Ο διοργανωτής και/ή ο πωλητής, που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση, αποδεικνύουν ότι διαθέτουν επαρκείς εγγυήσεις κατάλληλες να εξασφαλίσουν, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτώχευσης, την επιστροφή των καταβληθέντων και τον επαναπατρισμό του καταναλωτή.»
14 Το άρθρο 8 της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν [σε ισχύ] αυστηρότερες διατάξεις στον τομέα που διέπει η παρούσα οδηγία, για να προστατεύουν τον καταναλωτή.»
Ανάλυση
15 Συνεπώς, εφόσον συγκεντρώθηκαν όλα τα δεδομένα του κανονιστικού πλαισίου, είναι δυνατή η ανάλυση των στοιχείων τα οποία καθιστούν δυνατή την απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα. Νομίζω ότι δεν είναι ανάγκη να εξετασθεί επί μακρόν το γεγονός ότι η απαίτηση συνάψεως συμφωνίας με ίδρυμα εγκατεστημένο στο γαλλικό έδαφος, όταν η εγγύηση παρέχεται υπό το καθεστώς της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών από ίδρυμα εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, συνιστά προφανώς εμπόδιο στην εν λόγω ελεύθερη παροχή. Βεβαίως, η απαίτηση αυτή δεν φθάνει μέχρι του σημείου να αποκλείει τη δυνατότητα ενός τέτοιου ιδρύματος να είναι παρόν στη γαλλική αγορά παρέχοντας τις υπηρεσίες του από άλλο κράτος μέλος, όπως θα συνέβαινε αν του επιβαλλόταν η υποχρέωση να ενεργεί μέσω υποκαταστήματος ή πρακτορείου εγκατεστημένων στο γαλλικό έδαφος. Δεν μπορώ όμως να δεχθώ την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως η οποία ισχυρίζεται ότι, εφόσον δεν υφίσταται υποχρέωση ούτε διαθέσεως εγκαταστάσεως στη Γαλλία ούτε αποδείξεως περί της διαθέσεως στο κράτος αυτό μόνιμου ανταποκριτή ή θυγατρικής ούτε υποχρέωση παγώματος κεφαλαίων στο κράτος αυτό, ουδόλως παραβιάζεται η αρχή της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών. Η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 14 υποχρεώνει τον αλλοδαπό παρέχοντα υπηρεσίες να υπερβεί δύο εμπόδια: θα πρέπει, αφενός, να ανεύρει ίδρυμα εγκατεστημένο στη Γαλλία, διατεθειμένο να συνάψει με αυτόν τη συμφωνία χωρίς την οποία η εγγύηση που παρέχει δεν αναγνωρίζεται, κάτι το οποίο δεν θα είναι κατ' ανάγκην εύκολο, εφόσον θα πρέπει να επιτύχει τη συνεργασία ενδεχόμενου ανταγωνιστή, και, αφετέρου, να επιβαρυνθεί με τις δαπάνες που συνδέονται με τη σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας, διότι είναι δύσκολο να νοηθεί ότι το γαλλικό πιστωτικό ίδρυμα παρέχει δωρεάν τη συνδρομή του, και, κατά συνέπεια, να μειώσει τις τιμές του για να εξακολουθεί να είναι ανταγωνιστικό σε σχέση με τα γαλλικά ιδρύματα. Κατά συνέπεια, είναι αναμφισβήτητο ότι υπάρχει περιορισμός.
16 Ο περιορισμός αυτός είναι όμως αναπόφευκτος, υπό την έννοια ότι, όπως υποστηρίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 14 επιβάλλεται ουσιαστικά από το άρθρο 7 της οδηγίας 90/314. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η προβλεπόμενη από το εν λόγω άρθρο εγγύηση πρέπει να παρουσιάζει τρία χαρακτηριστικά: να λειτουργεί σε περίπτωση αφερεγγυότητας του διοργανωτή ή του πωλητή ταξιδίων, να παρέχει τη δυνατότητα επιστροφής των καταβληθέντων και επαναπατρισμού του καταναλωτή, να είναι «επαρκής» και «κατάλληλη να εξασφαλίσει» την εν λόγω επιστροφή και τον εν λόγω επαναπατρισμό.
17 Πάντοτε κατά τους ισχυρισμούς της Γαλλικής Κυβερνήσεως, οι οποίοι επιρρωννύονται από την απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Οκτωβρίου 1996 (6), τα κράτη μέλη, κατά τη μεταφορά του εν λόγω άρθρου στο εσωτερικό δίκαιο, υπέχουν πραγματική υποχρέωση αποτελέσματος και οφείλουν, με τα μέτρα τα οποία πρέπει τα ίδια να επιλέξουν, να επιτύχουν το υψηλότερο δυνατό επίπεδο αποτελεσματικότητας και ορισμένο βαθμό αυτοματισμού κατά τη θέση σε εφαρμογή του μηχανισμού εγγυήσεων.
18 Καίτοι δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω ως προς το ότι τα κράτη μέλη υπέχουν πραγματική υποχρέωση αποτελέσματος όσον αφορά την εγγύηση την οποία πρέπει να διαθέτει ο πελάτης του πρακτορείου ταξιδίων, πρέπει συγχρόνως να διαπιστώσω ότι η Γαλλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα ως προς την επιλογή των μέσων που πρέπει να θέσουν σε εφαρμογή προς τον σκοπό αυτόν και ουδόλως ισχυρίζεται ότι ο κοινοτικός νομοθέτης τούς επιβάλλει να χρησιμοποιήσουν μέσα τα οποία συνεπάγονται την εκ μέρους τους παράβαση άλλων υποχρεώσεων τις οποίες υπέχουν από τη Συνθήκη ή από νομοθετήματα του παραγώγου δικαίου.
19 Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι το άρθρο 7, ή ακόμη και το άρθρο 8, αποτελούν ένα είδος εξουσιοδοτήσεως εν λευκώ, διαπνεομένης από την αντίληψη ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, την οποία θα μπορούσε να έχει χορηγήσει ο κοινοτικός νομοθέτης, προκειμένου να διασφαλίσει την καλύτερη δυνατή προστασία του καταναλωτή, στα κράτη μέλη ώστε να μη δεσμεύονται από τους κανόνες που διέπουν την κοινή αγορά. Εντούτοις, τούτο ουδόλως προδικάζει τη δυνατότητα εφαρμογής, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει η νομολογία του Δικαστηρίου, μέτρων τα οποία ενδέχεται να περιλαμβάνουν περιορισμούς των ελευθεριών που κατοχυρώνει η Συνθήκη, εφόσον αυτό αποδειχθεί αναγκαίο για την επίτευξη του αποτελέσματος που επιβάλλει το άρθρο 7.
20 Για τον λόγο αυτόν πρέπει να εξετασθεί εν προκειμένω αν ο περιορισμός της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών που συνεπάγεται αναμφιβόλως το άρθρο 14 του διατάγματος 94/490 μπορεί να δικαιολογηθεί, διευκρινιζομένου ότι η υποχρέωση συνάψεως συμφωνίας με πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στη Γαλλία δεν ερείδεται ούτε στην οδηγία 89/646 (χρηματοπιστωτικά ιδρύματα) ούτε στην οδηγία 92/49 (ασφάλειες). Όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, ο περιορισμός αυτός μπορεί, κατά παγία νομολογία, να δικαιολογηθεί από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, καθόσον είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι πρόκειται για μέτρο το οποίο δεν εισάγει δυσμενείς διακρίσεις, τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, είναι αντικειμενικά αναγκαίο και ότι το συμφέρον που πρέπει να προστατευθεί δεν προστατεύεται ήδη από τους κανόνες στους οποίους υπόκειται ο παρέχων υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος (7), ελλείψει βεβαίως εναρμονίσεως σε κοινοτικό επίπεδο (8).
21 Κατά συνέπεια, πρέπει να ελεγχθεί αν, εν προκειμένω, πληρούνται οι εν λόγω διαφορετικές προϋποθέσεις. Θα αναφερθώ με συντομία στις προϋποθέσεις που προδήλως πληρούνται, ούτως ώστε να μπορέσω να εξετάσω διεξοδικά τα στοιχεία της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως που δημιουργούν πράγματι πρόβλημα. Είναι προφανές ότι οι τεθείσες με το άρθρο 14 προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο ταξιδιωτικός πράκτορας μπορεί να χρησιμοποιεί την εγγύηση παρέχοντος υπηρεσίες εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γαλλίας εντάσσονται στην προοπτική της προστασίας του καταναλωτή σε περίπτωση αδυναμίας του διοργανωτή ή του πωλητή ταξιδίων να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, καθόσον επιρρωννύουν την υποχρέωση που αναλαμβάνει ο εγκατεστημένος εκτός της Γαλλίας εγγυητής με τη δέσμευση ιδρύματος εγκατεστημένου στη Γαλλία, οπότε είναι σαφές ότι επιδιώκεται σκοπός γενικού συμφέροντος (9).
22 Είναι επίσης προφανές ότι οι γαλλικές κανονιστικές διατάξεις δεν προσκρούουν, τουλάχιστον όσον αφορά τους κανόνες που έχουν εφαρμογή στα πρακτορεία ταξιδίων, σε κοινοτική εναρμόνιση, εφόσον, όπως τονίζει η Επιτροπή, αφενός, το άρθρο 7 της προπαρατεθείσας οδηγίας 90/314 δεν ορίζει τις λεπτομέρειες συστάσεως της εγγυήσεως την οποία προβλέπει και, αφετέρου, το άρθρο 8 της ίδιας οδηγίας επιτρέπει τη θέσπιση, για την προστασία του καταναλωτή, αυστηρότερων εθνικών μέτρων από αυτά που επιβάλλει η οδηγία. Επιπλέον, δεν δημιουργεί δυσκολίες ούτε η προϋπόθεση ότι το προστατευτέο συμφέρον δεν προστατεύεται ήδη από κανόνες στους οποίους υπόκειται ο παρέχων τις υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος, εφόσον δεν αμφισβητείται η φερεγγυότητα του εγγυητή αλλά η ικανότητά του να παρέμβει αποτελεσματικά για να υποκαταστήσει το ευρισκόμενο σε αδυναμία εκπληρώσεως της παροχής γαλλικό πρακτορείο ταξιδίων. Η συζήτηση συνοψίζεται, επομένως, στο κατά πόσον το γαλλικό μέτρο εισάγει ή όχι δυσμενείς διακρίσεις, είναι αντικειμενικά αναγκαίο και συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας.
23 Όσον αφορά το πρώτο σημείο, είναι δυσκολότερο απ' ό,τι φαίνεται να διατυπωθεί κρίση. Επιβάλλεται στον εγκατεστημένο εντός άλλου κράτους μέλους εγγυητή - στοιχείο κατά του οποίου βάλλει ο A. Ambry - μια ειδική υποχρέωση ακριβώς λόγω του γεγονότος ότι δεν είναι εγκατεστημένος στη Γαλλία. Επομένως, φαίνεται ότι συντρέχουν όλα τα στοιχεία της δυσμενούς διακρίσεως. Είναι δυνατόν όμως να θεωρηθεί, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι δεν υφίσταται δυσμενής διάκριση, η οποία υπενθυμίζω ότι έγκειται στη διαφορετική μεταχείριση όμοιων καταστάσεων ή στην όμοια μεταχείριση διαφορετικών καταστάσεων, στο μέτρο που, ενόψει της δυνατότητας άμεσης ενεργοποιήσεως της εγγυήσεως (υποχρέωση την οποία υπέχουν όλοι οι εγγυητές από το άρθρο 14) ένα ίδρυμα εγκατεστημένο εκτός Γαλλίας δεν βρίσκεται στην ίδια θέση με ίδρυμα εγκατεστημένο στη Γαλλία. Η Επιτροπή προβάλλει συναφώς το γεγονός ότι μια γαλλική τράπεζα είναι πράγματι σε θέση να μεταφέρει αμέσως κεφάλαια σε άλλο ίδρυμα εγκατεστημένο στη Γαλλία το οποίο μετέχει εκ του λόγου αυτού στο ίδιο σύστημα συμψηφισμού, ενώ ένα αλλοδαπό ίδρυμα, το οποίο δεν θα μπορούσε να επικαλεσθεί συμφωνία ανταποκρίσεως με γαλλική τράπεζα, δεν θα ήταν κατ' ανάγκη σε θέση να το πράξει. Στο ίδιο πνεύμα, η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, αναφερόμενη σε διάφορες μελέτες και αντλώντας εξ αυτών το επιχείρημα ότι ο κοινοτικός νομοθέτης αναγκάσθηκε να παρέμβει με την οδηγία 97/5/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 1997, για τις διασυνοριακές μεταφορές πιστώσεων (10), ότι η μεταφορά κεφαλαίων από το ένα κράτος μέλος στο άλλο πραγματοποιείται μέχρι σήμερα υπό συνθήκες οι οποίες δεν είναι πάντοτε ικανοποιητικές.
24 Νομίζω ότι τα επιχειρήματα αυτά δεν στερούνται αξίας, παρά το γεγονός ότι οι διασυνοριακές μεταφορές πιστώσεων οι οποίες προδήλως δημιουργούν προβλήματα είναι εκείνες για τις οποίες ο ιδιώτης απευθύνεται σε τράπεζα για να μεταφέρει κεφάλαια και ότι είναι δυνατόν να υποτεθεί ότι η κατάσταση εξελίσσεται καλύτερα όταν την αποστολή κεφαλαίων εντός άλλου κράτους μέλους αναλαμβάνει τράπεζα ή παρεμφερής οργανισμός για δικό τους λογαριασμό.
25 Εντούτοις, δεν θεωρώ ότι τα επιχειρήματα αυτά είναι απολύτως πειστικά. Είναι πράγματι δυνατόν να τεθεί το ερώτημα, στο οποίο αναγνωρίζω ότι δεν μπορώ να απαντήσω, αν, στην περίπτωση κατά την οποία, προκειμένου περί εγγυήσεως παρεχομένης σε πρακτορείο ταξιδίων εγκατεστημένο, όπως εν προκειμένω, στη Βορειοανατολική Γαλλία, η εγγύηση θα είχε χορηγηθεί από τράπεζα εγκατεστημένη στο ομόσπονδο κράτος του Σάαρ, τα κεφάλαια που η τράπεζα αυτή θα εμπιστευόταν σε μεσίτη για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της θα έφθαναν σε πολύ μεγαλύτερο χρόνο από τα κεφάλαια που αποστέλλονται από εγγυήτρια γαλλική τράπεζα εγκαταστημένη στο Perpignan ή στο Bayonne. Θα ήταν άλλωστε δυνατόν να τεθεί το ερώτημα, εάν πράγματι οι διασυνοριακές μεταφορές πιστώσεων προσκρούουν σε τόσες δυσχέρειες, πώς ενεργούν οι εταιρίες αρωγής οι οποίες, από πολλών ετών, παρεμβαίνουν αποτελεσματικά για να συνδράμουν τους πελάτες τους που υπήρξαν θύματα ατυχιών σε απομακρυσμένες περιοχές.
26 Ας δεχθώ εντούτοις, ελλείψει βεβαιότητας, ότι η διαφορετική κατάσταση στην οποία τελεί ένα ίδρυμα εγκατεστημένο στη Γαλλία και ένα άλλο ίδρυμα εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος απαγορεύει να θεωρηθεί ότι οι απαιτήσεις που θέτει το άρθρο 14 συνιστούν δυσμενή διάκριση και ας εξετάσω τις άλλες προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι εν λόγω απαιτήσεις ώστε να συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο. Είναι ταυτοχρόνως αντικειμενικά αναγκαίες και σύμφωνες προς την αρχή της αναλογικότητας; Συμμεριζόμενος την άποψη που υποστήριξε η Επιτροπή κατά τη συνεδρίαση, νομίζω ότι δεν είναι, τούτο δε για διαφόρους λόγους.
27 Πριν εκθέσω τους λόγους αυτούς, επιθυμώ να διευκρινίσω ότι αποδίδω ιδιαίτερη σημασία στα επιχειρήματα της Γαλλικής Κυβερνήσεως. Συμφωνώ απολύτως με την κυβέρνηση αυτή ότι είναι βασικό να μπορεί η εγγύηση, την οποία συστήνει το πρακτορείο ταξιδίων, να ενεργοποιηθεί αμέσως στο εθνικό έδαφος, όταν πρέπει να επαναπατρισθεί η πελατεία. Διατηρούμε όλοι ζωντανή την ανάμνηση της κωμικοτραγικής καταστάσεως στην οποία βρέθηκαν οι πελάτες ενός αυστριακού πρακτορείου ταξιδίων, οι οποίοι κρατήθηκαν όμηροι από Έλληνα ξενοδόχο και των οποίων οι περιπέτειες προκάλεσαν τη διαφορά της οποίας επιληφθήκαμε στην υπόθεση C-364/96 κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος που μας υπέβαλε το Bezirksgericht fόr Handelssachen της Βιένης.
28 Εκτός όμως από το προφανές συμφέρον που έχει ο τουρίστας, εν αναμονή του επαναπατρισμού, στην άμεση διαθεσιμότητα της εγγυήσεως, η ταχύτητα της επεμβάσεως του εγγυητή παρουσιάζει ένα άλλο πλεονέκτημα. Μπορεί, πράγματι, να παράσχει τη δυνατότητα περιορισμού του ποσού της απαιτουμένης εγγυήσεως του πρακτορείου ταξιδίων και, κατά συνέπεια, να ευνοήσει τον ανταγωνισμό στον εν λόγω τομέα δραστηριότητας. Εάν η εγγύηση αργήσει να λειτουργήσει, η διαμονή του τουρίστα θα παραταθεί, συνεπαγόμενη πρόσθετες δαπάνες οι οποίες πρέπει να επιβαρύνουν τον εγγυητή, επιπλέον των δαπανών τις οποίες οφείλει εν πάση περιπτώσει να επωμισθεί για να εξασφαλίσει την επιστροφή των ενδιαφερομένων. Αντιθέτως, αν η επιστροφή πραγματοποιηθεί εντός λίαν συντόμου χρόνου, η επέμβαση του εγγυητή για την εξασφάλιση του επαναπατρισμού θα περιοριστεί γενικά στην πληρωμή, αντί του πρακτορείου ταξιδίων που αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, των εισιτηρίων επιστροφής. Ο άμεσος επαναπατρισμός της πελατείας αντιστοιχεί, κατά συνέπεια, στο καλώς εννοούμενο συμφέρον τόσο των επαγγελματιών του τουρισμού όσο και των ιδρυμάτων τα οποία τους παρέχουν εγγύηση.
29 Αντιλαμβάνομαι επίσης τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στην παρέμβαση της νομαρχιακής αρχής την οποία καθιερώνει το άρθρο 16 του διατάγματος 94/490. Πράγματι, ουδόλως αμφισβητείται ότι είναι σαφώς προτιμότερο για τον τουρίστα ο οποίος έχει ακινητοποιηθεί στην άλλη άκρη του πλανήτη να διαπιστώνει ότι η δημόσια αρχή του κράτους μέλους όπου αγόρασε το ταξίδι του αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει την υπόθεσή του από το να πρέπει να προσπαθήσει ο ίδιος να προκαλέσει την επέμβαση του εγγυητή.
30 Ομοίως, δεν αμφισβητείται ότι η γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν επέλεξε, όπως ήταν δυνατόν βάσει της οδηγίας 90/314, τη λύση η οποία, δεχόμενη ως μοναδικό παραδεκτό τρόπο εγγυήσεως την προσχώρηση του πρακτορείου ταξιδίων σε συλλογικό οργανισμό εγγυήσεως ο οποίος συγκεντρώνει το σύνολο των γαλλικών πρακτορείων ταξιδίων, θα είχε αποκλείσει de facto τη δυνατότητα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη να απευθυνθούν στην πελατεία των γαλλικών πρακτορείων ταξιδίων.
31 Θα παρατηρήσω, τέλος, ότι στον ασφαλιστικό τομέα ο ίδιος ο κοινοτικός νομοθέτης θεώρησε ότι η παρουσία στο κράτος μέλος όπου διαμένει ο καταναλωτής ενός εκπροσώπου του εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος παρέχοντος τις υπηρεσίες μπορεί με βεβαιότητα, σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων, να αποδειχθεί πολύτιμη. Για τον λόγο ακριβώς αυτό αναγνωρίσθηκε ρητώς στα κράτη μέλη η δυνατότητα να απαιτήσουν την εκπροσώπηση αυτή με το άρθρο 12α της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 6 της οδηγίας 90/618/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Νοεμβρίου 1990, για την τροποποίηση, όσον αφορά ειδικότερα την ασφάλεια της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων, των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλεια εκτός από την ασφάλεια ζωής (11).
32 Στα εν λόγω θετικά αυτά στοιχεία της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως αντιπαρατίθενται, εντούτοις, άλλα, αρνητικά, τα οποία συνεπάγονται την καταδίκη της. Το πρώτο αρνητικό στοιχείο έγκειται στο ότι είναι σαφές ότι η συμφωνία που πρέπει να συναφθεί μεταξύ του αλλοδαπού παρέχοντος υπηρεσίες με εγκατεστημένο στη Γαλλία ίδρυμα δεν πρέπει να περιορίζεται σε απλή συνεργασία, καθόσον το εν λόγω ίδρυμα παρέχει τη συνδρομή του στον εγγυητή ώστε τα κεφάλαια να μπορούν πράγματι να τεθούν αμέσως στη διάθεση της νομαρχιακής αρχής η οποία οργανώνει τον επαναπατρισμό των τουριστών, προκαταβάλλοντας ενδεχομένως κεφάλαια εάν η διασυνοριακή μεταφορά πιστώσεως δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εντός σύντομης προθεσμίας. Από τις διευκρινίσεις της Γαλλικής Κυβερνήσεως φαίνεται πράγματι ότι απαιτείται κατά του εγκατεστημένου στη Γαλλία ιδρύματος να μπορούν να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα από τα γαλλικά δικαιοδοτικά όργανα κατόπιν αιτήσεως του νομάρχη, εάν αυτός φρονεί ότι η αναμονή της επεμβάσεως του εγγυητή διαρκεί υπερβολικά μακρό χρόνο. Τούτο σημαίνει ότι δεν πρόκειται για απλή δέσμευση του εν λόγω ιδρύματος έναντι του εγγυητή, αλλά για πραγματική δέσμευση να αναλάβει έναντι των γαλλικών αρχών το σύνολο των υποχρεώσεων που βαρύνουν τον ίδιο τον εγγυητή. Όμως, δέσμευση της φύσεως αυτής καταλήγει, στην πραγματικότητα, στην επιβολή της υποχρεώσεως να προστίθεται στην εγγύηση, που χορηγείται από πιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος μέλος, παρεμφερής εγγύηση ιδρύματος της ίδιας κατηγορίας με έδρα τη Γαλλία, πράγμα που ισοδυναμεί με πραγματική άρνηση αναγνωρίσεως ίσης αξίας προς την αναγνωριζόμενη στην εγγύηση που παρέχει εγκατεστημένο στη Γαλλία ίδρυμα στην εγγύηση που παρέχεται στο πλαίσιο του καθεστώτος της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών που θέτουν σε εφαρμογή οι οδηγίες 89/646 και 92/49. Νομίζω ότι η εν λόγω άρνηση αναγνωρίσεως της ισχύος του «ευρωπαϋκού διαβατηρίου» που σκοπούν να δημιουργήσουν οι οδηγίες μέσω εγκρίσεως που ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη δεν είναι ανάλογη προς τις απαιτήσεις προστασίας του καταναλωτή στις οποίες υποτίθεται ότι στηρίζεται.
33 Το δεύτερο αρνητικό στοιχείο αφορά την επιχειρηματολογία της Γαλλικής Κυβερνήσεως ως προς την αδυναμία διασφαλίσεως κατά τρόπο διαφορετικό από την απαιτούμενη συμφωνία της δυνατότητας του νομάρχη να ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά αμελούς εγγυητή. Mπορώ βεβαίως να δεχθώ ότι η Γαλλική Κυβέρνηση επιθυμεί να έχει ο νομάρχης τη δυνατότητα, όταν είναι υποχρεωμένος να προσφύγει στη δικαιοσύνη, να απευθυνθεί σε γαλλικό δικαστήριο και να μην είναι υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει, σε μια κατάσταση επείγοντος στο πλαίσιο της οποίας οφείλει να παρέμβει, τις δυσχέρειες και τις καθυστερήσεις που συνοδεύουν το ένδικο βοήθημα που ασκείται ενώπιον των αλλοδαπών δικαστηρίων. Νομίζω όμως ότι η μέριμνα αυτή δεν μπορεί να δικαιολογήσει, σε σχέση με την αρχή της αναλογικότητας, την απαίτηση του άρθρου 14. Για την παροχή της ίδιας αυτής ευχέρειας στον νομάρχη, θα αρκούσε, σε περίπτωση χορηγήσεως εγγυήσεως από επιχειρηματία εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, να επιβληθεί στον εν λόγω επιχειρηματία η υποχρέωση να δεχθεί συμβατική ρήτρα αναγνωρίζουσα την αρμοδιότητα των γαλλικών δικαστηρίων για όλες τις διαφορές τις οποίες θα μπορούσε να προκαλέσει η εγγύηση, διευκρινιζομένου ότι για την εκτέλεση της αποφάσεως του γαλλικού δικαστηρίου ισχύουν όλες οι διευκολύνσεις που παρέχει η Σύμβαση των Βρυξελλών.
34 Το τρίτο αρνητικό στοιχείο έγκειται στο ότι η γαλλική κανονιστική ρύθμιση θεωρεί δεδομένο ότι η διάθεση των κεφαλαίων με τα οποία θα πρέπει να γίνει ο επαναπατρισμός των πελατών του πρακτορείου ταξιδίων, το οποίο αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, θα καθυστερήσει κατ' ανάγκη υπερβολικά ώστε ο εν λόγω επαναπατρισμός να μπορεί να οργανωθεί εντός των καλύτερων δυνατών συνθηκών και ότι ο εν λόγω επαναπατρισμός θα πραγματοποιείται πάντοτε λιγότερο αποτελεσματικά από ό,τι στην περίπτωση κατά την οποία ο εγγυητής θα είναι εγκατεστημένος στη Γαλλία, χωρίς να παρέχεται η δυνατότητα σε αλλοδαπό εγγυητή να αποδείξει ότι, στην περίπτωσή του, η υπόθεση αυτή ουδόλως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
35 Όπως ήδη επισήμανα ανωτέρω, ένας εγγυητής μπορεί να είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος και να βρίσκεται από γεωγραφικής απόψεως πολύ κοντά στη νομαρχία που πρέπει να παρέμβει, πράγμα που του παρέχει σαφώς πολλές ευκολίες, ενώ ένας εγγυητής εγκατεστημένος στη Γαλλία μπορεί, πράγματι, να είναι πολύ απομακρυσμένος από την αρχή αυτή και να έχει ο ίδιος ανάγκη ορισμένης προθεσμίας για την αποστολή των αναγκαίων κεφαλαίων.
36 Δέχομαι βεβαίως ότι ο εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος εγγυητής θα αντιμετωπίσει στην πλειονότητα των περιπτώσεων μεγαλύτερες δυσκολίες από τον εγκατεστημένο στη Γαλλία. Η γαλλική κανονιστική ρύθμιση όμως θα έπρεπε, ακολουθώντας διαδικασίες των οποίων η διευκρίνιση δεν είναι της δικής μου αρμοδιότητας, να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι ενδέχεται να παρουσιαστούν περιπτώσεις κατά τις οποίες η αποτελεσματικότητα της ενεργείας του αλλοδαπού εγγυητή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Λιγότερο περιοριστική της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών θα ήταν προφανώς μια ρύθμιση η οποία θα παρείχε τη δυνατότητα στην εθνική αρχή να μην αναγνωρίζει τις εγγυήσεις που δεν πληρούν ορισμένα κριτήρια αποτελεσματικότητας αντικειμενικώς οριζόμενα ή να απαιτεί από τον εγγυητή να προσκομίσει συγκεκριμένα στοιχεία που παρέχουν τη δυνατότητα διαγνώσεως της αποτελεσματικότητας της εγγυήσεώς του. Θέσασα έναν υπερβολικά γενικό κανόνα, ο οποίος αποκλείει την εξέταση των κατ'ιδίαν περιπτώσεων, η γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν λαμβάνει υπόψη, ούτε ως προς το σημείο αυτό, τις επιταγές της αρχής της αναλογικότητας.
37 Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το tribunal de grande instance de Metz την ακόλουθη απάντηση:
«Αντιβαίνει προς την αρχή της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών όπως αυτή απορρέει από το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΚ καθώς και από τη δεύτερη οδηγία 89/646/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση της δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος και την τροποποίηση της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ, και από την οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής), εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία, όπως είναι στη Γαλλία η ρύθμιση του άρθρου 14 του διατάγματος 94/490, προκειμένου περί της εγγυήσεως την οποία πρέπει να διαθέτουν τα πρακτορεία ταξιδίων, απαιτεί συστηματικά, στην περίπτωση παροχής χρηματικής εγγυήσεως από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος μέλος, ο εγγυητής αυτός να συνάπτει συμφωνία με χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην εθνική επικράτεια για την εξασφάλιση του επαναπατρισμού των ταξιδιωτών.»
(1) - JORF (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας), σ. 8746.
(2) - JORF, σ. 9457.
(3) - ΕΕ L 386, σ. 1.
(4) - EE L 228, σ. 1.
(5) - ΕΕ L 158, σ. 59.
(6) - Απόφαση C-178/94, C-179/94, C-188/94, C-189/94 και C-190/94, Dillenkofer κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-4845).
(7) - Απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-76/90, Sδger (Συλλογή 1991, σ. I-4221, σκέψη 15).
(8) - Απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-353/89, Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών (Συλλογή 1991, σ. I-4069).
(9) - Απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 205/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1986, σ. 3755, σκέψεις 29 επ.).
(10) - ΕΕ L 43, σ. 25.
(11) - ΕΕ L 330, σ. 44.
Full & Egal Universal Law Academy