Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Είναι η πρώτη φορά που εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ (1) (στο εξής: οδηγία 92/85) που αναφέρονται στην άδεια μητρότητας και στη διατήρηση των συναφών προς τη σύμβαση εργασίας δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια της άδειας αυτής. Η παρούσα υπόθεση ήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου από το Industrial Tribunal, Manchester (Ηνωμένο Βασίλειο), το οποίο ανέστειλε την εκδίκαση διαφόρων εκκρεμών ενώπιόν του υποθέσεων προκειμένου να υποβάλει στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΚ, πέντε ερωτήματα, των οποίων η διατύπωση είχε συμφωνηθεί από κοινού με τους διαδίκους των διαφόρων αυτών υποθέσεων.
Ι - Τα πραγματικά περιστατικά
2 Το ιστορικό των εκκρεμών ενώπιον του Industrial Tribunal διαφορών είναι οι προσφυγές που άσκησαν η Boyle και μερικές άλλες υπάλληλοι της Equal Opportunities Commission (στο εξής: EOC), δημοσίου οργανισμού που ιδρύθηκε με τον Sex Discrimination Act 1975 και έχει ως αποστολή την προώθηση της ίσης μεταχειρίσεως και της ισότητας ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι προσφεύγουσες ζητούν την ακύρωση ορισμένων διατάξεων του Maternity Scheme της EOC (που θεσπίζει τους κανόνες που εφαρμόζονται σε περίπτωση απουσίας των υπαλλήλων λόγω εγκυμοσύνης και μητρότητας, στο εξής: Maternity Scheme) που περιλαμβάνονται στις συμβάσεις εργασίας τους. Οι προσφεύγουσες φρονούν ότι οι διατάξεις αυτές, καθόσον προβλέπουν την εφαρμογή ορισμένων μέτρων σε περίπτωση εγκυμοσύνης, μητρότητας και/ή, σε τελευταία ανάλυση, λόγω φύλου, δημιουργούν δυσμενείς διακρίσεις εις βάρος των γυναικών. Οι αμφισβητούμενες διατάξεις συμπίπτουν με αυτές που εφαρμόζονται στους δημόσιους υπαλλήλους στην Αγγλία και στην Ουαλία.
3 Οι προσφεύγουσες, όλες σε ηλικία τεκνοποιίας, είναι υπάλληλοι της EOC, όπου και έχουν εργαστεί τουλάχιστον ένα χρόνο. Δεν προσελήφθησαν ούτε ως έκτακτοι ούτε ως βοηθητικοί υπάλληλοι ούτε βάσει συμβάσεως ορισμένου χρόνου κάτω των δύο ετών. Η Boyle άρχισε να εργάζεται στην EOC το 1976 βάσει συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου. Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της, έλαβε δύο φορές άδεια μητρότητας. Οι ημερομηνίες γεννήσεως των τριών προσφευγουσών είναι η 23η Ιουνίου 1953 για την Boyle, η 24η Ιουνίου 1961 για την Taylor και η 14η Δεκεμβρίου 1961 για την Mansley. Οι Taylor και Mansley έλαβαν επίσης πρόσφατα άδεια μητρότητας και ενδέχεται και οι τρεις να ζητήσουν να λάβουν πάλι άδεια μητρότητας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έχουν συμφέρον για την ακύρωση ή την κήρυξη ως ανισχύρων των αμφισβητουμένων ρητρών των συμβάσεων εργασίας τους.
II - Οι εφαρμοστέοι εθνικοί κανόνες
A - Οι νομικές διατάξεις που ρυθμίζουν τα δικαιώματα των γυναικών εργαζομένων σε περίπτωση εγκυμοσύνης και μητρότητας και το δικαίωμά τους να αμείβονται κατά την απουσία τους από την εργασία$
II - Οι εφαρμοστέοι εθνικοί κανόνες
A - Οι νομικές διατάξεις που ρυθμίζουν τα δικαιώματα των γυναικών εργαζομένων σε περίπτωση εγκυμοσύνης και μητρότητας και το δικαίωμά τους να αμείβονται κατά την απουσία τους από την εργασία4 Τα άρθρα 71 έως 78 του Employment Rights Act 1996 (νόμου περί δικαιωμάτων των εργαζομένων) ρυθμίζουν γενικά το δικαίωμα όλων των γυναικών εργαζομένων για άδεια μητρότητας δεκατεσσάρων συναπτών εβδομάδων (στο εξής: άδεια μητρότητας). Η άδεια αυτή αρχίζει είτε από την καθορισθείσα από την υπάλληλο ημερομηνία είτε την πρώτη ημέρα της έκτης εβδομάδας που προηγείται της προβλεπομένης ημερομηνίας τοκετού, όταν η δεύτερη αυτή ημερομηνία είναι προγενέστερη.
Τα άρθρα 79 έως 85 του νόμου αυτού χορηγούν στις εργαζόμενες που πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, ιδίως την προϋπόθεση να έχουν εργαστεί στην επιχείρηση ανελλιπώς κατά τη διάρκεια των δύο προηγουμένων ετών, το αποκαλούμενο «right to return to work», δηλαδή το δικαίωμα επανεντάξεως στη θέση εργασίας τους μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας, ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια των είκοσι εννέα εβδομάδων που ακολουθούν την εβδομάδα του τοκετού. Για τη χρονική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας η εργαζόμενη μπορεί να αναστέλλει την επαγγελματική της δραστηριότητα λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας, διατηρώντας όμως το δικαίωμα επανεντάξεώς της στη θέση εργασίας της, χρονική περίοδο η διάρκεια της οποίας μπορεί να υπερβαίνει, αν συναινεί ο εργοδότης, τις είκοσι εννέα αυτές εβδομάδες, θα χρησιμοποιώ στο εξής την έκφραση «άδεια μητρότητας άνευ αποδοχών».
5 Τα άρθρα 164 έως 166 του Social Security Contributions and Benefits Act 1992 (νόμου που διέπει τις εισφορές και τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως) ρυθμίζουν το δικαίωμα των εργαζομένων που αποδεικνύουν ορισμένο χρόνο υπηρεσίας (2) και ο μισθός των οποίων φθάνει σε ορισμένο επίπεδο (3) να λάβουν από τον εργοδότη τους το Statutory Maternity Pay (στο εξής: εκ του νόμου επίδομα μητρότητας) για δέκα οκτώ εβδομάδες το πολύ, εάν απουσιάζουν από την εργασία τους λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας. Ο νόμος προβλέπει δύο επιδόματα, καλούμενα ανώτατο και κατώτατο επίδομα. Το ανώτατο επίδομα ισούται με τα 9/10 του κανονικού μισθού που η εργαζομένη εισέπραττε κατά τη διάρκεια των οκτώ εβδομάδων πριν από τη δέκατη τέταρτη εβδομάδα που προηγείται της προβλεπομένης ημερομηνίας τοκετού· το κατώτατο επίδομα, το ποσό του οποίου είναι σταθερό και ανέρχεται σήμερα σε 54,55 λίρες στερλίνες (UK£), υπερβαίνει το ανώτατο επίδομα. Η εργαζόμενη η οποία εργάστηκε αδιαλείπτως τα δύο έτη που προηγούνται της δέκατης τέταρτης εβδομάδας πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία τοκετού για έναν εργοδότη ο οποίος υποχρεούται να της καταβάλει το επίδομα θα λάβει το ανώτατο επίδομα κατά τη διάρκεια των έξι πρώτων εβδομάδων της αδείας μητρότητας και το κατώτατο επίδομα για το υπόλοιπο της άδειας αυτής. Η εργαζομένη που δικαιούται το εκ του νόμου επίδομα μητρότητας, χωρίς να μπορεί να απαιτήσει την καταβολή του ανωτάτου επιδόματος, θα λάβει το κατώτατο επίδομα.
Οι έγκυες εργαζόμενες που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως του εκ του νόμου επιδόματος μητρότητας δικαιούνται το Maternity Allowance (στο εξής: επίδομα μητρότητας), ύψους 54,55 UK£ εβδομαδιαίως, για δέκα οκτώ εβδομάδες το πολύ.
Τα άρθρα 151 έως 163 του ιδίου αυτού νόμου θεσπίζουν τους κανόνες που διέπουν το δικαίωμα παροχών ανικανότητας προς εργασία λόγω ασθενείας. Οι εργαζόμενοι που βρίσκονται στην κατάσταση αυτή δικαιούνται να λάβουν από τον εργοδότη τους το πολύ για είκοσι οκτώ εβδομάδες το Statutory Sick Pay (στο εξής: εκ του νόμου επίδομα ασθενείας), το ύψος του οποίου ανέρχεται σήμερα σε 54,55 UK£ εβδομαδιαίως.
6 Η παράγραφος 5 του παραρτήματος 5 του Social Security Act 1989 (νόμου κοινωνικής ασφαλίσεως), με τον οποίο μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο οι διατάξεις της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ (4) (στο εξής: οδηγία 86/378), θεσπίζει τους κανόνες που εφαρμόζονται στην περίπτωση γυναίκας ευρισκόμενης σε άδεια μητρότητας, όσον αφορά την κτήση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η γυναίκα που βρίσκεται σε άδεια μητρότητας εξακολουθεί να υπάγεται στο επαγγελματικό σύστημα συνταξιοδοτήσεώς της σαν να εργαζόταν κανονικά. Δεν μπορεί μεν να τύχει ευνοϋκότερης μεταχειρίσεως απ' ό,τι μια γυναίκα σε ενεργό υπηρεσία, οι εισφορές της όμως στο συνταξιοδοτικό σύστημα θα βασίζονται στην αμοιβή που της καταβάλλει ο εργοδότης της κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας ως συμβατικό μισθό ή ως εκ του νόμου επίδομα μητρότητας.
B - Οι επίδικες ρήτρες του Maternity Scheme της Equal Opportunities Commission
7 Οι κανόνες που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την επίλυση της παρούσης υποθέσεως είναι οι εξής:
3. ςΑδεια μητρότητας (Paid Maternity Leave)
3.1. Η υπάλληλος μπορεί να λάβει άδεια μητρότητας μετ' αποδοχών τριών μηνών και μιας εβδομάδας για το χρονικό διάστημα συνεχούς απουσίας πριν και μετά τον τοκετό υπό τον όρον ότι:
- δηλώνει ότι προτίθεται να επιστρέψει στην εργασία της στην EOC μετά τον τοκετό και συμφωνεί να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό της καταβληθεί κατά τη διάρκεια του χρόνου αυτού εάν δεν επιστρέψει στην εργασία της· από την υποχρέωση επιστροφής εξαιρείται το εκ του νόμου επίδομα μητρότητας που δικαιούται·
- βρίσκεται σε σχέση έμμισθης εργασίας με την EOC κατά τον χρόνο ενάρξεως της άδειας μητρότητας και έχει εργαστεί τουλάχιστον ένα χρόνο με αυτή τη σχέση εργασίας·
- δεν εργάζεται με σύμβαση εκτάκτου, βοηθητικού ή προσωρινού υπαλλήλου·
- δεν εργάζεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου διαρκείας κάτω των δύο ετών.
4. νΑδεια μητρότητας άνευ αποδοχών (Unpaid Maternity Leave)
Η υπάλληλος που δικαιούται άδεια μητρότητας μετ' αποδοχών μπορεί να λάβει επίσης άδεια μητρότητας άνευ αποδοχών υπό τις εξής προϋποθέσεις:
- η περίοδος απουσίας (άδεια μητρότητας και άδεια μητρότητας άνευ αποδοχών) δεν μπορεί να υπερβεί τις 52 εβδομάδες συνολικά·
- η άνευ αποδοχών άδεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη των 41 εβδομάδων από την ημερομηνία γεννήσεως του τέκνου, εκτός εάν έχει γίνει υπέρβαση του ανωτάτου ορίου των 52 εβδομάδων ή η υπάλληλος δέχεται τη μείωση της αδείας αυτής.
4.2. Η υπάλληλος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που έχει εργαστεί λιγότερο από ένα έτος δικαιούται άδεια το πολύ 26 εβδομάδων.
4.3. νΟλες οι άλλες εργαζόμενες, ανεξαρτήτως του είδους της συμβάσεως εργασίας τους και της εβδομαδιαίας διάρκειας της εργασίας τους, δικαιούνται άδεια δεκατεσσάρων εβδομάδων.
5.1. Η άδεια μητρότητας (5) μπορεί να αρχίσει οποιαδήποτε εργάσιμη ημέρα, υπό την προϋπόθεση ότι:
- η άδεια μητρότητας άνευ αποδοχών δεν μπορεί να αρχίσει πριν από τη δέκατη τέταρτη εβδομάδα πριν από την προβλεπόμενη εβδομάδα τοκετού·
- η άδεια μητρότητας μετ' αποδοχών δεν μπορεί να αρχίσει πριν από την ενδέκατη εβδομάδα πριν από την προβλεπόμενη εβδομάδα τοκετού·
- η άδεια μητρότητας μετ' αποδοχών αρχίζει από την ημερομηνία του τοκετού, αν ο τοκετός επέλθει νωρίτερα από:
- την προβλεπόμενη εβδομάδα τοκετού ή
- την καθορισθείσα από την υπάλληλο ημερομηνία ενάρξεως της αδείας μητρότητας.
5.2. Εάν η υπάλληλος διευκρινίσει ότι επιθυμεί να αρχίσει την άδεια μητρότητας κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε των έξι εβδομάδων πριν από την προβλεπόμενη εβδομάδα τοκετού, ισχύει ο ακόλουθος περιορισμός:
- αν η γυναίκα απουσιάζει σε αναρρωτική άδεια λόγω ασθενείας σχετιζομένης με την εγκυμοσύνη αμέσως πριν από την καθορισθείσα ημερομηνία ενάρξεως της αδείας και ο τοκετός επέλθει κατά τη διάρκεια του χρόνου αυτού, η άδεια μητρότητας μετ' αποδοχών μπορεί να μετατεθεί σε μία από τις ακόλουθες ημερομηνίες, και συγκεκριμένα σε αυτήν που είναι πλησιέστερη προς τον τοκετό, δηλαδή:
- είτε στην ημερομηνία ενάρξεως της αναρρωτικής αδείας
- είτε στην ημερομηνία ενάρξεως της έκτης εβδομάδας πριν από την προβλεπόμενη εβδομάδα τοκετού.
6.3. Κατά τη λήξη της άδειας μητρότητας, η υπάλληλος υποχρεούται να επιστρέψει στην εργασία της τουλάχιστον για ένα ημερολογιακό μήνα. Σε αντίθετη περίπτωση, θα πρέπει να επιστρέψει τη διαφορά μεταξύ του μισθού που έλαβε κατά την άδεια μητρότητας και του ποσού του εκ του νόμου επιδόματος μητρότητας.
7.1. Αναρρωτική άδεια μετ' αποδοχών δεν χορηγείται, εφόσον έχει αρχίσει η άδεια μητρότητας μετ' αποδοχών ή κατά τη διάρκεια άδειας μητρότητας άνευ αποδοχών. Πάντως, μπορεί να υπάρχει δικαίωμα επί του Statutory Sick Pay (εκ του νόμου επιδόματος ασθενείας) κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας άνευ αποδοχών. Αποδεικτικά στοιχεία περί της ανικανότητας προς εργασία πρέπει να υποβάλλονται στο τμήμα προσωπικού και μισθοδοσίας, προκειμένου να καθοριστεί αν υπάρχει δικαίωμα για το εκ του νόμου επίδομα ασθενείας.
7.2. Όταν η υπάλληλος έχει γνωστοποιήσει, τουλάχιστον τρεις εβδομάδες νωρίτερα, τη συγκεκριμένη ημερομηνία κατά την οποία προτίθεται να επιστρέψει στην εργασία της, η αναρρωτική άδεια μετ' αποδοχών χορηγείται από την ημερομηνία αυτή. Όταν, μετά τον τοκετό, χορηγείται αναρρωτική άδεια μετ' αποδοχών, δεν εφαρμόζονται πλέον οι ρυθμίσεις περί αδείας μητρότητας.
7.3. Η περίοδος της αδείας μητρότητας μετά και/ή άνευ αποδοχών δεν προσμετράται στην κανονική αναρρωτική άδεια.
7.4. Η υπάλληλος η οποία επιστρέφει στην εργασία της μετά την άδεια μητρότητας δικαιούται να έχει την ίδια εργασία, υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις όπως εάν δεν είχε απουσιάσει.
8.1. Η υπάλληλος η οποία δεν δικαιούται άδεια μετ' αποδοχών διατηρεί τα εκ της συμβάσεως δικαιώματα και οφέλη, πλην της αμοιβής, κατά τη διάρκεια των πρώτων δεκατεσσάρων εβδομάδων αδείας. Αυτό σημαίνει ότι ο χρόνος αυτός εξακολουθεί να προσμετράται για τον υπολογισμό της ετήσιας κανονικής άδειας. Η περίοδος απουσίας συνυπολογίζεται στον συντάξιμο χρόνο υπηρεσίας (πρόκειται για επαγγελματικό σύστημα εξ ολοκλήρου χρηματοδοτούμενο από τον εργοδότη) μόνον αν κατά τον χρόνο αυτό καταβάλλεται το εκ του νόμου επίδομα μητρότητας.
Γ - Οι ρήτρες του Staff Handbook (κανονισμού εργασίας) της Equal Opportunities Commission
8 Στη διάταξη περί παραπομπής, το Industrial Tribunal επισημαίνει ότι οι διάδικοι συμφωνούν περί του ότι το παράρτημα 4 του Staff Handbook (6) (στο εξής: Staff Handbook) αποτελεί μέρος της συμβάσεως των προσφευγουσών. Οι διατάξεις του εγχειριδίου αυτού που αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι οι εξής:
4.1.9. Συνέπειες της άδειας άνευ αποδοχών στην ετήσια κανονική άδεια
Κάθε άδεια άνευ αποδοχών (παραδείγματος χάριν αναρρωτική, ειδική ή άδεια μητρότητας άνευ αποδοχών) επιφέρει μείωση της ετήσιας κανονικής άδειας για το έτος αυτό ανάλογη προς τη διάρκεια της ληφθείσας άνευ αποδοχών άδειας: π.χ. άνευ αποδοχών άδεια ενός μηνός επιφέρει μείωση της διάρκειας της ετήσιας κανονικής άδειας για το έτος αυτό κατά 1/12.
4.1.11.Αναρρωτική άδεια και ετήσια κανονική άδεια
Η ετήσια κανονική άδεια δεν λαμβάνεται αντί αναρρωτικής. Οι υπάλληλοι που ασθενούν ή υφίστανται ατύχημα κατά τη διάρκεια της ετήσιας κανονικής άδειας, εφόσον καθίστανται ανίκανοι προς εργασία πρέπει να ενημερώνουν τον υπεύθυνο του τμήματός τους όσο το δυνατόν συντομότερα και να υποβάλλουν δική τους δήλωση ή ιατρικό πιστοποιητικό (ανάλογα με τη διάρκεια της αναρρωτικής άδειας) όσο το δυνατόν συντομότερα. Στην περίπτωση αυτή, η περίοδος της απουσίας που καλύπτεται από το πιστοποιητικό υπολογίζεται ως αναρρωτική άδεια.
4.3.4. Αποδοχές κατά την αναρρωτική άδεια
Για αναρρωτική άδεια συνολικής διάρκειας το πολύ έξι μηνών εντός δωδεκάμηνης περιόδου καταβάλλονται πλήρεις αποδοχές. Στη συνέχεια, καταβάλλεται το ήμισυ των αποδοχών για δώδεκα συνολικά μήνες αναρρωτικής άδειας μετ' αποδοχών σε περίοδο τεσσάρων ετών. Εφόσον αναλωθεί το δικαίωμα επί του επιδόματος ασθενείας με πλήρεις αποδοχές και επί του επιδόματος ασθενείας με το ήμισυ των αποδοχών, η περαιτέρω αναρρωτική άδεια χορηγείται άνευ αποδοχών ή καταβάλλεται το επίδομα ασθενείας βάσει του ποσοστού της συντάξεως που θα δικαιούνταν ο υπάλληλος αν είχε συνταξιοδοτηθεί πρόωρα για λόγους υγείας.
4.3.5. Εκ του νόμου επίδομα ασθενείας
Όλοι οι εργοδότες υποχρεούνται εκ του νόμου να καταβάλλουν το εκ του νόμου επίδομα ασθενείας για κάθε περίοδο αναρρωτικής αδείας μέχρι 28 εβδομάδες υπό τον όρον ότι για τέσσερις ή περισσότερες συνεχείς ημέρες ο υπάλληλος είναι ανίκανος προς εργασία και δεν του καταβάλλονται ορισμένες άλλες κρατικές παροχές. Συνήθως, το εκ του νόμου επίδομα ασθενείας είναι κατώτερο του προβλεπομένου από τις διατάξεις της EOC επιδόματος ασθενείας και επομένως η EOC, υπό κανονικές συνθήκες, εκπληρώνει τις νόμιμες υποχρεώσεις της, όσον αφορά το εκ του νόμου επίδομα ασθενείας, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στο σημείο 4.3.4 ρυθμίσεις περί του επιδόματος ασθενείας.
4.3.6. Προσαρμογές των αποδοχών: παροχές ασθενείας
Αν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση έχει αναλωθεί το δικαίωμα επί του εκ του νόμου επιδόματος ασθενείας, το τμήμα προσωπικού, το οποίο διαβιβάζει τα ιατρικά πιστοποιητικά που καλύπτουν τη συνεχιζόμενη απουσία του υπαλλήλου στην αρμόδια υπηρεσία του Department of Health and Social Security (Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Ασφαλίσεως), ενημερώνει σχετικά τον υπάλληλο, ώστε να ζητήσει τη χορήγηση κρατικών παροχών. Οι ενδεχομένως οφειλόμενες από το κράτος παροχές καταβάλλονται από το Υπουργείο. Το άθροισμα του επιδόματος ασθενείας και των κρατικών παροχών δεν πρέπει να υπερβαίνει τις συνήθεις αποδοχές και προς αποφυγή του ενδεχομένου αυτού το επίδομα ασθενείας υπόκειται σε προσαρμογή.
III - Τα προδικαστικά ερωτήματα
9 Το Industrial Tribunal, Manchester, για την επίλυση των διαφορών των οποίων επελήφθη, αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα, όπως διατυπώθηκαν από τους διαδίκους:
«Στις παρούσες υποθέσεις, συνιστούν οι ακόλουθες περιπτώσεις παραβίαση της αρχής της ίσης και/ή της μη δυσμενούς μεταχειρίσεως των γυναικών λόγω εγκυμοσύνης, τοκετού, μητρότητας και/ή σχετικής ασθενείας, αρχής την οποία θέτει η κοινοτική νομοθεσία (ειδικότερα το άρθρο 119 της Συνθήκης της Ρώμης και/ή η οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου (7) (στο εξής: οδηγία 75/117) και/ή η οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου (8) (στο εξής: οδηγία 76/207) και/ή η οδηγία 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου):
1) η ρήτρα ότι το επίδομα μητρότητας που υπερβαίνει το εκ του νόμου επίδομα μητρότητας καταβάλλεται μόνον εάν η γυναίκα δηλώσει ότι προτίθεται να επιστρέψει στην εργασία της και αναλαμβάνει την υποχρέωση να επιστρέψει το επίδομα αυτό, εάν δεν επιστρέψει να εργαστεί επί έναν τουλάχιστον μήνα μετά τη λήξη της αδείας μητρότητας;
2) η ρήτρα ότι, όταν μια γυναίκα, η οποία τελεί σε αναρρωτική άδεια μετ' αποδοχών λόγω ασθενείας σχετιζομένης με την εγκυμοσύνη, γεννήσει κατά τη διάρκεια της αδείας αυτής, η άδεια μητρότητας μπορεί να μετατεθεί σε μία από τις ακόλουθες ημερομηνίες: είτε στην έκτη εβδομάδα πριν από την προβλεπόμενη εβδομάδα τοκετού είτε στην ημερομηνία ενάρξεως της αναρρωτικής αδείας, ανάλογα με το ποια από αυτές είναι η πλησιέστερη προς τον τοκετό ημερομηνία;
3) η ρήτρα ότι μια γυναίκα, η οποία καθίσταται ανίκανη προς εργασία για οποιονδήποτε λόγο κατά τη διάρκεια της αδείας μητρότητας, μπορεί να λάβει αναρρωτική άδεια μετ' αποδοχών μόνον εάν επιλέξει να επιστρέψει στην εργασία της και διακόψει την άδεια μητρότητας;
4) η ρήτρα ότι για την ετήσια κανονική άδεια λαμβάνεται υπόψη μόνον η εκ του νόμου προβλεπόμενη ελάχιστη περίοδος των δεκατεσσάρων εβδομάδων αδείας μητρότητας και επομένως αποκλείεται κάθε άλλη περίοδος αδείας μητρότητας;
5) η ρήτρα ότι η άδεια μητρότητας συνυπολογίζεται στον συντάξιμο χρόνο μόνον όταν η γυναίκα λαμβάνει επίδομα μητρότητας εκ συμβάσεως ή εκ του νόμου και επομένως αποκλείεται κάθε περίοδος αδείας μητρότητας άνευ αποδοχών;»
IV - Οι εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις$
IV - Οι εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις 10 Το άρθρο 119 της Συνθήκης ορίζει τα εξής:
«Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου και διατηρεί εν συνεχεία την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών για όμοια εργασία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών.
Ως αμοιβή νοούνται, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας.
Η ισότητα αμοιβής χωρίς διακρίσεις φύλου συνεπάγεται:
α) ότι η αμοιβή η παρεχομένη για όμοια εργασία που πληρώνεται κατ' αποκοπήν καθορίζεται με βάση την ίδια μονάδα μετρήσεως·
β) ότι η αμοιβή η παρεχομένη για εργασία που πληρώνεται με βάση τη χρονική διάρκεια είναι η ίδια για όμοια θέση εργασίας.»
11 Οι διατάξεις της οδηγίας 75/117 που είναι κρίσιμες για την παρούσα υπόθεση είναι οι εξής:
Άρθρο 1
«Η αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, που προβλέπεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης και που καλείται στο εξής "αρχή της ισότητας των αμοιβών", συνεπάγεται για την ίδια εργασία ή για εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία, την κατάργηση για το σύνολο των στοιχείων και όρων αμοιβής κάθε διακρίσεως βασιζομένης στο φύλο.
(...)»
Άρθρο 3
«Τα κράτη μέλη καταργούν τις διακρίσεις μεταξύ των ανδρών και γυναικών που απορρέουν από νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις και είναι αντίθετες στην αρχή της ισότητας των αμοιβών.»
Άρθρο 4
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι διατάξεις που περιλαμβάνονται σε συλλογικές συμβάσεις, μισθολόγια ή συμφωνίες περί μισθών ή σε ατομικές συμβάσεις εργασίας και που είναι αντίθετες στην αρχή της ισότητας των αμοιβών να είναι άκυρες, να δύνανται να κηρυχθούν άκυρες ή να δύνανται να τροποποιηθούν.»
12 Οι κρίσιμες για την παρούσα υπόθεση διατάξεις της οδηγίας 76/207 είναι οι ακόλουθες:
Άρθρο 1
«1. Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην εφαρμογή, εντός των κρατών μελών, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, συμπεριλαμβανομένης και της επαγγελματικής προωθήσεως και την επαγγελματική εκπαίδευση, καθώς και τις συνθήκες εργασίας (...). Η αρχή αυτή καλείται στο εξής "αρχή της ίσης μεταχειρίσεως".
(...)»
Άρθρο 2
«1. Κατά την έννοια των κατωτέρω διατάξεων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό, ιδίως, με την οικογενειακή κατάσταση.
(...)
3. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα.
(...)»
Άρθρο 5
«1. Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.
2. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε:
α) να καταργηθούν οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως·
β) να ακυρωθούν, να δύνανται να κηρυχθούν άκυρες ή να δύνανται να τροποποιηθούν οι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως διατάξεις που περιλαμβάνονται στις συλλογικές συμβάσεις ή τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, στους εσωτερικούς κανονισμούς επιχειρήσεων, καθώς και στα καταστατικά των ελευθέρων επαγγελμάτων·
(...).»
13 Το άρθρο 6 της οδηγίας 86/378 ορίζει τα εξής:
«1. Μεταξύ των διατάξεων που αντιβαίνουν προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης πρέπει να περιληφθούν οι διατάξεις που βασίζονται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, ιδίως σε συσχετισμό με την ύπαρξη γάμου ή την εν γένει οικογενειακή κατάσταση, προκειμένου:
(...)
ζ) να διακόψουν τη διατήρηση ή την απόκτηση δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια των αδειών λόγω μητρότητας ή για οικογενειακούς λόγους, οι οποίες ορίζονται με νόμο ή σύμβαση και κατά τις οποίες καταβάλλονται αποδοχές από τον εργοδότη·
(...).»
14 Τέλος, το άρθρο 8 της οδηγίας 92/85 ορίζει τα εξής για την άδεια μητρότητας:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται προκειμένου οι εργαζόμενες κατά την έννοια του άρθρου 2 να δικαιούνται άδεια μητρότητας διάρκειας δεκατεσσάρων συναπτών εβδομάδων τουλάχιστον, που κατανέμονται πριν ή/και μετά τον τοκετό, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές.
2. Η άδεια μητρότητας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 πρέπει να περιλαμβάνει υποχρεωτική άδεια μητρότητας δύο εβδομάδων τουλάχιστον, που κατανέμονται πριν ή/και μετά τον τοκετό, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές.»
ςΟσον αφορά τα συμφυή προς τη σύμβαση εργασίας δικαιώματα, το άρθρο 11 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Προκειμένου να εξασφαλισθεί στις εργαζόμενες κατά την έννοια του άρθρου 2 [δηλαδή στις εγκύους, στις λεχώνες και στις γαλουχούσες εργαζόμενες] η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπονται τα ακόλουθα:
(...)
2) στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 8 [δηλαδή στην περίπτωση άδειας μητρότητας], πρέπει να εξασφαλίζονται:
α) τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη σύμβαση εργασίας των εργαζομένων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2, εκτός από τα δικαιώματα που αναφέρονται στο κατωτέρω στοιχείο ββ·
β) η διατήρηση αμοιβής ή/και το ευεργέτημα κατάλληλου επιδόματος στις εργαζόμενες κατά την έννοια του άρθρου 2·
3) το επίδομα που αναφέρεται στο σημείο 2, στοιχείο ββ, κρίνεται κατάλληλο εφόσον εξασφαλίζει αμοιβή ισοδύναμη τουλάχιστον προς εκείνη που θα εισέπραττε η ενδιαφερόμενη εργαζομένη σε περίπτωση διακοπής των δραστηριοτήτων της για λόγους συνδεδεμένους με την κατάσταση της υγείας της, εντός ενός ενδεχομένου ανωτάτου ορίου καθοριζομένου από τις εθνικές νομοθεσίες·
4) τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να εξαρτούν το δικαίωμα αμοιβής ή επιδόματος που αναφέρεται στο σημείο 1 και στο σημείο 2, στοιχείο ββ, από την προϋπόθεση ότι η ενδιαφερόμενη εργαζομένη πληροί τους προβλεπόμενους από τις εθνικές νομοθεσίες όρους πρόσβασης σ' αυτά τα ευεργετήματα.
Οι προαναφερόμενοι όροι δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να προβλέπουν περιόδους προηγούμενης εργασίας, μεγαλύτερες των δώδεκα μηνών, αμέσως πριν από την πιθανή ημερομηνία του τοκετού.»
V - Οι υποβληθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου παρατηρήσεις
15 Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης, που κατέθεσαν κοινές παρατηρήσεις, η EOC, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Ιρλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υπέβαλε τις παρατηρήσεις της προφορικά κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
16 Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η υποχρέωση που επιβάλλει στις εγκύους το Maternity Scheme της EOC - δηλαδή να αναλάβουν τη δέσμευση, εάν θέλουν να εισπράττουν τις πλήρεις αποδοχές τους κατά την άδεια μητρότητας, να επιστρέψουν τη διαφορά μεταξύ του ύψους των αποδοχών αυτών και του ποσού του εκ του νόμου επιδόματος μητρότητας, εάν δεν επιστρέψουν στην εργασία τους στο τέλος της άδειας αυτής - συνιστά δυσμενή διάκριση ως προς τις αμοιβές ασυμβίβαστη με το άρθρο 119, καθόσον συναρτάται προς την εγκυμοσύνη. Πράγματι, οι άνδρες εργαζόμενοι δεν υποχρεούνται να αναλάβουν τέτοια υποχρέωση για να δικαιούνται να εισπράττουν τον πλήρη μισθό τους όταν απουσιάζουν για άλλους λόγους. Οι προσφεύγουσες φρονούν επίσης ότι η υποχρέωση που επιβάλλεται σε έγκυο, ευρισκόμενη σε ανικανότητα προς εργασία λόγω ασθενείας, να αρχίσει την άδεια μητρότητας έξι εβδομάδες πριν από την αναμενόμενη ημερομηνία τοκετού, αντί να παραμείνει σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία, συνιστά είτε δυσμενή διάκριση ως προς την αμοιβή είτε δυσμενή διάκριση ως προς τους όρους εργασίας, η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 5 της οδηγίας 76/207.
Σύμφωνα με τις προσφεύγουσες, το γεγονός ότι η εργαζόμενη η οποία ασθενεί μετά την έναρξη της αδείας μητρότητας δεν μπορεί να θεωρηθεί σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία μετ' αποδοχών συνιστά επίσης δυσμενή μεταχείριση, αντίθετη στο κοινοτικό δίκαιο. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή, η υπάλληλος που τελεί σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία δεν έχει τη δυνατότητα, λόγω της εγκυμοσύνης ή του πρόσφατου τοκετού, να ασκήσει το συμβατικό της δικαίωμα αναρρωτικής άδειας με καταβολή του πλήρους μισθού της, υποχρεούται δε να λάβει την άδεια μητρότητας, στο τέλος της οποίας θα πρέπει να επιστρέψει ένα μέρος της καταβληθείσας αμοιβής, εάν δεν επιστρέψει στην εργασία της.
Ομοίως, οι προσφεύγουσες φρονούν ότι το γεγονός ότι δεν λαμβάνονται υπόψη, για την κτήση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων σε επαγγελματικό σύστημα χρηματοδοτούμενο εξ ολοκλήρου από την επιχείρηση, οι περίοδοι άδειας άνευ αποδοχών, όπως η άδεια μητρότητας άνευ αποδοχών, συνιστά έμμεση δυσμενή διάκριση σε βάρος των γυναικών. Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι, μολονότι η διάταξη σύμφωνα με την οποία μόνον οι περίοδοι εργασίας μετ' αποδοχών λαμβάνονται υπόψη για την κτήση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων φαίνεται αντικειμενική εκ πρώτης όψεως, είναι δυσμενής για τις γυναίκες, επειδή ο αριθμός των γυναικών που λαμβάνουν άδειες άνευ αποδοχών είναι σαφώς υψηλότερος του αριθμού των ανδρών, εφόσον μόνον οι γυναίκες μπορούν να λαμβάνουν τέτοια άδεια άνευ αποδοχών μετά την άδεια μητρότητας. Για τον ίδιο λόγο, οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι η μείωση της ετήσιας κανονικής άδειας αναλόγως της διάρκειας της άδειας άνευ αποδοχών συνιστά επίσης δυσμενή διάκριση σε βάρος των γυναικών.
17 Ο καθού δημόσιος οργανισμός υποστηρίζει ότι οι όροι εργασίας που ισχύουν σε περίπτωση εγκυμοσύνης ή μητρότητας δεν μπορούν να εξομοιώνονται αυτόματα με άμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, αντίθετη στο κοινοτικό δίκαιο, δεδομένου ότι η εξομοίωση αυτή δεν συμβιβάζεται με τη νομολογία με την οποία το Δικαστήριο αρνήθηκε να θεωρήσει την εγκυμοσύνη ως παθολογική κατάσταση. Η EOC θεωρεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η διαφορετική μεταχείριση λόγω της εγκυμοσύνης της εργαζομένης συνιστά δυσμενή διάκριση αντίθετη στο κοινοτικό δίκαιο και ότι το Δικαστήριο πρέπει, συγκεκριμένα, να επισημάνει το κριτήριο που πρέπει να εφαρμόζεται για να καθορίζεται πότε υπάρχει δυσμενής διάκριση σύμφωνα με τις διάφορες κοινοτικές διατάξεις που διέπουν τα θέματα αυτά. Κατά την EOC, αν η ορθή λύση συνίσταται στο να θεωρηθούν η εγκυμοσύνη και η μητρότητα ως καταστάσεις που χρήζουν προστασίας για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο και δεν μπορούν να εξομοιούνται με άλλες απουσίες από την εργασία, θα πρέπει να καθοριστεί η έναρξη και το τέλος της περιόδου αυτής. Ελλείψει συγκεκριμένων νομοθετικών διατάξεων επί του θέματος αυτού, η EOC θεωρεί ότι η έναρξη και το τέλος της περιόδου προστασίας, καθώς και η δυνατότητα επισπεύσεώς τους υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, είναι ζητήματα που, κατ' εφαρμογήν της αρχής της επικουρικότητας, πρέπει να επιλύονται στο πλαίσιο της συμβάσεως εργασίας.
18 Το Ηνωμένο Βασίλειο τονίζει, πρώτον, ότι το επιληφθέν εν προκειμένω εθνικό δικαστήριο καλείται να αποφανθεί αν το συμβατικό σύστημα ενός συγκεκριμένου εργοδότη συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Το σύστημα αυτό βασίζεται, εν μέρει, στο εθνικό δίκαιο που έθεσε σε εφαρμογή τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, περιλαμβάνει όμως και ρήτρες συμφωνηθείσες μεταξύ του εργοδότη και των υπαλλήλων του, οι οποίες βαίνουν πέραν της ελάχιστης προστασίας που εξασφαλίζει στις εργαζόμενες η οδηγία 92/85. Στη συνέχεια, το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται ότι η αρχή της ισότητας αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών πρέπει να ερμηνεύεται ενόψει των διατάξεων της οδηγίας 92/85 που έχουν ως αντικείμενο την προστασία των εγκύων ή λεχώνων και υποστηρίζει ότι τα μέτρα που λαμβάνει κάθε κράτος μέλος για την εφαρμογή της οδηγίας αυτής πρέπει να θεωρούνται ως ένα άρρηκτο σύνολο ελαχίστων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται το δικαίωμα άδειας μητρότητας, το δικαίωμα αμοιβής και το δικαίωμα προστασίας κατά της απολύσεως κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης καθώς και το δικαίωμα διατηρήσεως των εργασιακών δικαιωμάτων. Επομένως, μια υπάλληλος δεν μπορεί να επιλέγει, μεταξύ των συνιστώντων το σύνολο αυτό δικαιωμάτων, αυτά που θεωρεί ευνοϋκότερα, όπως το δικαίωμα άδειας μητρότητας, ούτε να αξιώνει τη μη εφαρμογή άλλων διατάξεων του συνόλου αυτού, τις οποίες θεωρεί λιγότερο ευνοϋκές, όπως η χαμηλότερη αμοιβή που της καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής.
Τέλος, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν εμποδίζει την εφαρμογή των αμφισβητουμένων ρητρών του Maternity Scheme στις υπαλλήλους της EOC.
19 Η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι η οδηγία 92/85, η οποία εκδόθηκε με σκοπό την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εγκύων εργαζομένων μέσω της αναγνωρίσεως των εργασιακών τους δικαιωμάτων, περιέχει τις διατάξεις που διέπουν κατ' αρχήν τα θέματα που ανάγονται στη μητρότητα των εργαζομένων γυναικών, εκτός αν πρόκειται για περίπτωση που δεν έχει ληφθεί υπόψη από την οδηγία αυτή, οπότε θα πρέπει να εφαρμόζονται άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, και συγκεκριμένα, η οδηγία 75/117 ή η οδηγία 76/207. Η Ιρλανδία κρίνει πάντως ότι, στην παρούσα υπόθεση, οι απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα περιλαμβάνονται στην οδηγία 92/85 και ότι οι διατάξεις της οδηγίας αυτής δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των αμφισβητουμένων ρητρών στις υπαλλήλους της EOC.
20 ςΟσον αφορά το πρώτο ερώτημα, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι επίδικες ρήτρες συνάδουν προς την οδηγία 92/85, καθόσον χορηγούν στην υπάλληλο το δικαίωμα να εξακολουθεί να εισπράττει τον πλήρη μισθό της κατά την άδεια μητρότητας των δεκατεσσάρων εβδομάδων. Εντούτοις, οι ίδιες αυτές ρήτρες προβλέπουν ότι, αν κατά τη λήξη της άδειας μητρότητας η υπάλληλος δεν επιστρέψει στην εργασία της τουλάχιστον για ένα μήνα, πρέπει να επιστρέψει τη διαφορά μεταξύ του μισθού ο οποίος της καταβλήθηκε και του ποσού του εκ του νόμου επιδόματος μητρότητας. Στο μέτρο που ο κανόνας αυτός έχει ως συνέπεια ότι η γυναίκα η οποία δεν επιστρέφει στην εργασία της παύει να εισπράττει, καθ' όλη τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, εισοδήματα αντίστοιχα με αυτά που θα ελάμβανε αν είχε σταματήσει τις επαγγελματικές της δραστηριότητες λόγω ασθενείας, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν συμβιβάζεται με την οδηγία 92/85.
Η Επιτροπή προτείνει να συνεξεταστούν το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα, γιατί και τα δύο αυτά ερωτήματα αφορούν καταστάσεις στις οποίες η άδεια μητρότητας συμπίπτει, εν μέρει, με κατάσταση ανικανότητας προς εργασία και οι οποίες διέπονται από την αρχή ότι η υπάλληλος δεν μπορεί να τελεί συγχρόνως και στις δύο καταστάσεις. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αρχή αυτή είναι εντελώς νομότυπη, υπό την προϋπόθεση ότι η εφαρμογή της δεν έχει ως αποτέλεσμα να στερεί από την υπάλληλο το δικαίωμά της για μια περίοδο δεκατεσσάρων τουλάχιστον συναπτών εβδομάδων προστατευόμενης άδειας μητρότητας. Πράγματι, είναι αντίθετο προς το πνεύμα της οδηγίας 92/85 να εξαναγκάζεται μια υπάλληλος να παραιτηθεί της άδειας μητρότητας για να μπορέσει να υπαχθεί σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία λόγω ασθενείας.
Η Επιτροπή προτείνει επίσης να δοθεί κοινή απάντηση στο τέταρτο και στο πέμπτο ερώτημα, διότι και τα δύο αφορούν τη διατήρηση των συμφυών προς τη σύμβαση εργασίας δικαιωμάτων όταν η γυναίκα απουσιάζει λόγω μητρότητας. Η Επιτροπή κρίνει ότι το δικαίωμα ετήσιας κανονικής άδειας και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα πρέπει να εξακολουθούν να διασφαλίζονται κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας που προβλέπει το άρθρο 8 της οδηγίας 92/85. Αντιθέτως, η Επιτροπή παρατηρεί ότι δεν προβλέπεται καμιά προστασία για τις περιόδους άδειας μητρότητας άνευ αποδοχών που βαίνουν πέραν της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό διάρκειας και, κατά συνέπεια, δεν είναι ασυμβίβαστη με την οδηγία η διακοπή της κτήσεως δικαιωμάτων ετήσιας κανονικής άδειας και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων κατά τις περιόδους αυτές.
VI - Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να απαντήσει στα υποβληθέντα από το Industrial Tribunal ερωτήματα
21 αΟπως και η Επιτροπή με τις γραπτές της παρατηρήσεις, αναρωτήθηκα και εγώ αν το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά. Εκ πρώτης όψεως, δεν φαίνεται χρήσιμο να ερμηνευθούν ούτε οι κοινοτικές διατάξεις που θεσπίζουν την αρχή της ισότητας των αμοιβών και την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών ούτε οι διατάξεις της οδηγίας 92/85 που διέπουν την άδεια μητρότητας και τη διατήρηση των εργασιακών δικαιωμάτων κατά την περίοδο αυτή, αφού, μολονότι οι διαφορές των οποίων έχει επιληφθεί το εθνικό δικαστήριο αφορούν βέβαια το ζήτημα αν ορισμένες ρήτρες της συμβάσεως εργασίας των προσφευγουσών συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο, οι διαφορές αυτές δεν προκύπτουν από την εφαρμογή των ρητρών αυτών στις προσφεύγουσες.
22 Συναφώς, υφίσταται πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων που έχει καθιερωθεί με το άρθρο 177 της Συνθήκης, στο εθνικό μόνο δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και πρόκειται να αναλάβει την ευθύνη της εκδοθησομένης αποφάσεως, εναπόκειται η εκτίμηση, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων κάθε υποθέσεως, τόσο της ανάγκης εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, για να μπορέσει αυτό να εκδώσει τη δική του απόφαση όσο και της λυσιτέλειας των ερωτημάτων που υποβάλλονται στο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, εφόσον τα υποβληθέντα από το εθνικό δικαστήριο ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία διατάξεως κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ' αρχήν, να αποφανθεί (9).
23 Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει επίσης αποφανθεί ότι, προκειμένου να εξακριβώσει αν όντως έχει αρμοδιότητα, οφείλει να ερευνήσει τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχει υποβάλει τα ερωτήματα ο εθνικός δικαστής. Πράγματι, το πνεύμα συνεργασίας που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως συνεπάγεται ότι ο εθνικός δικαστής λαμβάνει υπόψη την αποστολή που έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο, που συνίσταται στη συμβολή του στην απονομή της δικαιοσύνης στα κράτη μέλη και όχι στη διατύπωση συμβουλευτικών γνωμών για γενικά ή υποθετικά ζητήματα (10).
24 Περαιτέρω, το Δικαστήριο προσέθεσε ότι η απόρριψη αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου είναι δυνατή μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που ζητεί το δικαστήριο αυτό ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης (11).
25 Δεν υπάρχει όμως καμία αμφιβολία για το ότι οι διαφορές επί των οποίων πρέπει να αποφανθεί το Industrial Tribunal δεν έχουν υποθετικό χαρακτήρα. Πρόκειται για υποστατές διαφορές, στις οποίες οι προσφεύγουσες ασκούν αναγνωριστικές προσφυγές για να επιτύχουν την ακύρωση ορισμένων ρητρών των συμβάσεων εργασίας τους τις οποίες κρίνουν ασυμβίβαστες με το κοινοτικό δίκαιο, ώστε να εμποδίσουν την ενδεχόμενη εφαρμογή τους στο μέλλον. Από τη στιγμή που το εθνικό δίκαιο τους χορηγεί το δικαίωμα ασκήσεως των προσφυγών αυτών, κρίνω ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα ανταποκρίνονται σε αντικειμενική ανάγκη για την επίλυση διαφορών και το Δικαστήριο πρέπει συνεπώς να τους δώσει απάντηση (12).
VII - Εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων
26 Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί πλειστάκις επί της εφαρμογής της αρχής της ισότητας των αμοιβών και της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών σε περιπτώσεις στις οποίες διακυβεύονταν τα συναφή προς τη σύμβαση εργασίας δικαιώματα εγκύων ή λεχώνων εργαζομένων. Θα αναφέρω, παραδείγματος χάριν, την απόφαση Gillespie κ.λπ. (13), όπου επρόκειτο για αμοιβή κατά την άδεια μητρότητας· την απόφαση Dekker (14), περί της αρνήσεως προσλήψεως εγκύου· την απόφαση Hertz (15), περί της απολύσεως γυναίκας που τελούσε σε ανικανότητα προς εργασία μετά την άδεια μητρότητας, η δε ανικανότητά της οφειλόταν σε ασθένεια προκληθείσα από τον τοκετό· την απόφαση Habermann-Beltermann (16), περί της δυνατότητας προσβολής ή ακυρώσεως συμβάσεως λόγω της νομίμου απαγορεύσεως νυχτερινής εργασίας για τις εγκύους· την απόφαση Webb (17), περί της μη δυνατότητας εξομοιώσεως της καταστάσεως εγκύου που βρίσκεται σε ανικανότητα εκπληρώσεως της εργασίας για την οποία προσελήφθη και της καταστάσεως άνδρα ευρισκομένου στην ίδια ανικανότητα για ιατρικούς ή άλλους λόγους· και, τέλος, την απόφαση Larsson (18), περί της δυνατότητας να λαμβάνεται υπόψη, προς τον σκοπό απολύσεως, η απουσία γυναίκας πριν από την άδεια μητρότητας λόγω ασθένειας οφειλόμενης στην εγκυμοσύνη. Ενώπιον του Δικαστηρίου εκκρεμούν ακόμη, παρ' όλον ότι ο γενικός εισαγγελέας έχει αναπτύξει ήδη τις προτάσεις του, η υπόθεση Thibault (19), που αφορά το ζήτημα αν μια γυναίκα μπορεί να μην λάβει την ετήσια έκθεση βαθμολογίας, διότι απουσίαζε από την εργασία της κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, η υπόθεση Hψj Pedersen (20), που αφορά δικαίωμα ίσης αμοιβής, όταν η εγκυμοσύνη συνεπάγεται για τη γυναίκα ανικανότητα εργασίας, και η υπόθεση Brown (21), που αφορά τη δυνατότητα μιας επιχειρήσεως να απολύσει έγκυο εργαζόμενη με την αιτιολογία ότι οι απουσίες της λόγω ανικανότητας προς εργασία οφειλομένης στην εγκυμοσύνη υπερβαίνουν το χρονικό διάστημα πέραν του οποίου ο εργοδότης μπορεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της συμβάσεως εργασίας, να απολύει τον εργαζόμενο λόγω ασθένειας.
ςΟλες αυτές οι υποθέσεις έχουν ως κοινό παρανομαστή το ότι επιλύθηκαν ή πρέπει να επιλυθούν βάσει της ερμηνείας της κοινοτικής νομοθεσίας που ίσχυε κατά τον χρόνο επελεύσεως των πραγματικών περιστατικών των διαφορών των κύριων υποθέσεων, δηλαδή βάσει της ερμηνείας είτε του άρθρου 119 της Συνθήκης και της οδηγίας 75/117, προκειμένου για την αρχή της ισότητας των αμοιβών, είτε της οδηγίας 76/207, προκειμένου για την ίση μεταχείριση όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας.
27 Αντιθέτως, για την επίλυση της υποθέσεως που μας απασχολεί, μπορεί να εφαρμοστεί η οδηγία 92/85, εφόσον οι ρήτρες, την ακύρωση των οποίων ζητούν οι προσφεύγουσες ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, διατυπώθηκαν ούτως ώστε να είναι προσαρμοσμένες προς το κείμενο της οδηγίας αυτής.
Εφόσον πρόκειται για συγκεκριμένη οδηγία, η οποία, όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο τίτλος της, σκοπεί να θέσει σε εφαρμογή μέτρα που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων, κρίνω ότι, για να δοθεί απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά προτεραιότητα οι διατάξεις της οδηγίας και επικουρικώς μόνο η λοιπή κοινοτική νομοθεσία, το περιεχόμενο της οποίας είναι γενικότερο.
28 Προτού αρχίσω την εξέταση των διαφόρων ερωτημάτων, επιθυμώ να τονίσω ότι, για να δοθεί απάντηση, είναι απαραίτητη η αναδιατύπωση των ερωτημάτων, διαφορετικά θα αντιμετωπίσουμε δυσεπίλυτα προβλήματα ορολογίας, λόγω της πολυπλοκότητας και της ιδιαιτερότητας της εθνικής νομοθεσίας από την οποία προκύπτουν. Αν τα ερωτήματα δεν αναδιατυπωθούν, η απάντηση θα μπορούσε να μην είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο.
Επειδή στη διάταξη περί παραπομπής του εθνικού δικαστηρίου αναφέρονται με εξαιρετική φειδώ λεπτομέρειες περί του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου των διαφορών στο πλαίσιο των οποίων ανέκυψαν τα ερωτήματα, θα προσπαθήσω να αναδιατυπώσω τα ερωτήματα αυτά στηριζόμενος στα στοιχεία του φακέλου του εθνικού δικαστηρίου και στα στοιχεία που προσκόμισαν οι υποβαλόντες παρατηρήσεις επί της υποθέσεως αυτής. Θα στηριχθώ επίσης στις απαντήσεις που ο καθού οργανισμός και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου έδωσαν στα γραπτά ερωτήματα που τους υπέβαλε το Δικαστήριο προκειμένου να λάβει διευκρινίσεις για το περιεχόμενο ορισμένων από τις αμφισβητούμενες ρήτρες.
1) Επί του πρώτου ερωτήματος
29 Από τη διατύπωση του ερωτήματος αυτού συνάγω ότι, με το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να αποσαφηνίσει αν οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου τις οποίες αναφέρει απαγορεύουν στον εργοδότη, ο οποίος είναι διατεθειμένος να προβλέψει για τις υπαλλήλους του σύστημα ευνοϋκότερο από το προβλεπόμενο από τον νόμο, όσον αφορά την αμοιβή κατά την άδεια μητρότητας, να απαιτεί από τις υπαλλήλους του ως αντάλλαγμα, με ρήτρες όπως του Maternity Scheme της EOC, να δηλώσουν πριν από την έναρξη της άδειας μητρότητας ότι σκοπεύουν να επιστρέψουν στην εργασία τους μετά τη λήξη της άδειας αυτής και να αναλάβουν την υποχρέωση ότι, αν δεν επιστρέψουν για έναν τουλάχιστον μήνα, θα επιστρέψουν τη διαφορά μεταξύ του πλήρους μισθού που θα τους έχει καταβληθεί κατά την άδεια αυτή και του ποσού του εκ του νόμου επιδόματος μητρότητας που θα ελάμβαναν αν δεν είχαν αναλάβει την υποχρέωση επιστροφής στην εργασία τους.
30 Μεταξύ των συμφυών προς τη σύμβαση εργασίας δικαιωμάτων που πρέπει να εξασφαλίζονται στις εργαζόμενες σύμφωνα με το άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο ββ, της οδηγίας 92/85 περιλαμβάνονται η διατήρηση αμοιβής ή το ευεργέτημα κατάλληλου επιδόματος κατά την άδεια μητρότητας ή και τα δύο. Η ελάχιστη διάρκεια της άδειας αυτής καθορίζεται σε δεκατέσσερις συναπτές εβδομάδες, εκ των οποίων δύο τουλάχιστον εβδομάδες είναι υποχρεωτικές. Σύμφωνα με το σημείο 3 του άρθρου αυτού, το επίδομα κρίνεται κατάλληλο εφόσον εξασφαλίζει αμοιβή ισοδύναμη τουλάχιστον προς εκείνη που θα εισέπραττε η ενδιαφερόμενη εργαζομένη σε περίπτωση διακοπής των δραστηριοτήτων της για λόγους συνδεόμενους με την κατάσταση της υγείας της, ενδεχομένως εντός ενός ανωτάτου ορίου καθοριζομένου από τις εθνικές νομοθεσίες.
31 Το Maternity Scheme του καθού δημόσιου οργανισμού προβλέπει ότι οι υπάλληλοι που πληρούν τις αυστηρότερες προϋποθέσεις, όσον αφορά τον χρόνο υπηρεσίας και το είδος της συμβάσεως εργασίας, έχουν δικαίωμα να εξακολουθούν να εισπράττουν τον πλήρη μισθό τους για τρεις μήνες και μία εβδομάδα. Αν ο χρόνος υπηρεσίας τους είναι κατώτερος του ελαχίστου απαιτουμένου ορίου, οι υπάλληλοι αυτές θα εισπράξουν το εκ του νόμου επίδομα μητρότητας, το ποσό του οποίου ισούται για τις μεν πρώτες έξι εβδομάδες με τα 9/10 του κανονικού μισθού που ελάμβαναν κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου, για δε τον υπόλοιπο χρόνο με ένα σταθερό ποσό, που ανέρχεται σήμερα σε 54,55 UK£ εβδομαδιαίως. Αν η υπάλληλος δεν πληροί ούτε τις προϋποθέσεις χορηγήσεως του επιδόματος αυτού, μπορεί να ζητήσει το απλό επίδομα μητρότητας, το οποίο ανέρχεται σε 54,55 UK£ εβδομαδιαίως.
Εξάλλου, το Staff Handbook του ιδίου οργανισμού ορίζει ότι οι ευρισκόμενοι σε ανικανότητα προς εργασία λόγω ασθενείας υπάλληλοι δικαιούνται να εισπράττουν τον πλήρη μισθό τους για τους έξι πρώτους μήνες το πολύ, επί περιόδου δώδεκα μηνών. Εν συνεχεία, δικαιούνται να λαμβάνουν το ήμισυ του μισθού τους για δώδεκα μήνες το πολύ, επί περιόδου τεσσάρων ετών. Αν η ανικανότητα προς εργασία παραταθεί, ο εργοδότης παύει κατ' αρχήν να υπέχει οποιαδήποτε υποχρέωση καταβολής και ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει τη χορήγηση ορισμένων δημόσιων παροχών.
Το ερώτημα που τίθεται είναι αν, όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης και η Επιτροπή, αντιβαίνει προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/85 η διάταξη του Maternity Scheme της EOC που επιβάλλει στις υπαλλήλους να αναλάβουν την υποχρέωση να επιστρέψουν στην εργασία τους μετά την άδεια μητρότητας, αν επιθυμούν να λαμβάνουν τον πλήρη μισθό τους κατά την άδεια μητρότητας, και να αποδώσουν στον εργοδότη τη διαφορά μεταξύ του ποσού αυτού και του ποσού του εκ του νόμου επιδόματος μητρότητας, αν δεν επιστρέψουν στην εργασία τους για ένα τουλάχιστον μήνα, καθόσον η διάταξη αυτή έχει ως συνέπεια ότι η γυναίκα η οποία θα υποχρεωθεί να αποδώσει τη διαφορά αυτή δεν θα έχει εισπράξει εισοδήματα αντίστοιχα με αυτά που θα δικαιούνταν αν η διακοπή της επαγγελματικής της δραστηριότητας οφειλόταν σε ασθένεια. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο ββ, και σημείο 3, της οδηγίας 92/85 έχει την έννοια ότι ο όρος «κατάλληλο», ο οποίος στο κείμενο αναφέρεται μόνο στο επίδομα, πρέπει να ισχύει και για την αμοιβή, ούτως ώστε η καταλληλότητα πρέπει να εκτιμάται σε κάθε περίπτωση ανάλογα με τη συγκεκριμένη νόμιμη προσδοκία της υπαλλήλου, κατόπιν συγκρίσεως με το ποσό που θα ελάμβανε αν βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια.
32 Δεν συμφωνώ με την ερμηνεία αυτή για τους εξής λόγους. Πρώτον, διότι το κείμενο του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο ββ, της οδηγίας αναφέρει ότι πρέπει να εξασφαλίζεται η διατήρηση αμοιβής και όχι η διατήρηση της αμοιβής (22). Επομένως, ο κοινοτικός νομοθέτης δέχθηκε εκ προοιμίου ότι τα εισοδήματα που λαμβάνει η υπάλληλος κατά την άδεια μητρότητας δεν συμπίπτουν με τον μισθό που λαμβάνει όταν εργάζεται ή όταν βρίσκεται σε οποιαδήποτε άλλη κατάσταση. Είναι αληθές ότι δεν νοείται να λαμβάνει, κατά την απουσία της, εισοδήματα υψηλότερα αυτών που θα ελάμβανε αν βρισκόταν στην εργασία της. Συνεπώς, πρέπει να συναγάγω ότι η οδηγία δεν απαγορεύει την καταβολή στην υπάλληλο που τελεί σε άδεια μητρότητας αμοιβής κατώτερης του μισθού που λαμβάνει η υπάλληλος αυτή όταν εργάζεται ή βρίσκεται σε οποιαδήποτε άλλη κατάσταση.
33 Δεύτερον, διότι η διάκριση μεταξύ αμοιβής και επιδόματος συνεπάγεται επίσης διάκριση ανάλογα με τον οφειλέτη των εισοδημάτων που δικαιούται η γυναίκα. Για την έννοια της αμοιβής, πρέπει να αναφερθούμε στο άρθρο 119 της Συνθήκης, το οποίο την ορίζει ευρέως ως εξής: «(...) οι συνήθεις βασικοί ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας». Το Δικαστήριο έχει συμπληρώσει τον ορισμό αυτό με τη νομολογία του και από το 1971 έχει συμπεριλάβει στην έννοια αυτή τα «υφιστάμενα ή μελλοντικά» (23) οφέλη. Το 1990 το Δικαστήριο προσέθεσε ότι οι παροχές που καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του εμπίπτουν στην έννοια της αμοιβής, είτε «καταβάλλονται βάσει συμβάσεως εργασίας είτε δυνάμει νομοθετικών διατάξεων είτε οικειοθελώς» (24).
ηΑρα, ως επίδομα νοείται αναγκαστικά κάθε έσοδο δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα που η εργαζόμενη λαμβάνει κατά την άδεια μητρότητας και το οποίο δεν καταβάλλεται από τον εργοδότη της βάσει της συμβάσεως εργασίας της. Νομίζω ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, ο ορισμός αυτός καλύπτει όλα τα ποσά που καταβάλλουν οι οργανισμοί κοινωνικής ασφαλίσεως είτε ευθέως είτε με τη μεσολάβηση των οργανισμών διαχειρίσεως.
Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από την ορολογία που χρησιμοποιείται σε σχέση με τις δύο αυτές έννοιες: πράγματι, όταν η οδηγία αναφέρεται σε «αμοιβή», χρησιμοποιείται ο όρος «διατήρηση». Τούτο σημαίνει ότι ο εργοδότης πρέπει, κατ' εκτέλεση του νόμου ή συλλογικής συμβάσεως ή ατομικής συμβάσεως εργασίας, να εξασφαλίζει, λόγω της εργασιακής σχέσεως, ορισμένο επίπεδο εισοδημάτων στην υπάλληλό του κατά την άδεια μητρότητας. ςΟπως προανέφερα, τα εισοδήματα αυτά δεν πρέπει αναγκαστικά να ισούνται με τον πλήρη μισθό. Αντιθέτως, όταν στην οδηγία γίνεται λόγος για «επίδομα», συνδυάζεται με την έκφραση «ευεργέτημα», πράγμα το οποίο προσεγγίζει περισσότερο τα προστατευτικά μέτρα που εμπίπτουν στην κοινωνική ασφάλιση και απομακρύνεται από την έννοια της αμοιβής.
34 Η διάκριση την οποία κάνει η οδηγία μεταξύ «διατηρήσεως αμοιβής» και «ευεργετήματος επιδόματος» αποδεικνύεται πολύ χρήσιμη, όταν πρόκειται να ερμηνευθεί η διάταξη αυτή για να αποσαφηνιστεί αν ο όρος «κατάλληλο» αναφέρεται μόνο στο επίδομα ή αν πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει και την αμοιβή, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή. Δεδομένου ότι η αντιπαροχή που ο εργοδότης καταβάλλει στην υπάλληλο λόγω της εργασίας της είναι, κατά κανόνα, υψηλότερη του ποσού των επιδομάτων που χορηγούν οι οργανισμοί κοινωνικής ασφαλίσεως, για τον απλό λόγο ότι τα επιδόματα αυτά βασίζονται γενικώς στις εισφορές και συνίστανται, κατά το μάλλον ή ήττον, σε ποσοστό επί του μισθού, πρέπει να ερμηνεύσουμε την οδηγία 92/85 υπό την έννοια ότι, όταν ορίζει ότι το επίδομα κρίνεται κατάλληλο εφόσον εξασφαλίζει εισοδήματα τουλάχιστον αντίστοιχα αυτών που θα ελάμβανε η ενδιαφερόμενη υπάλληλος στην περίπτωση διακοπής των δραστηριοτήτων της για λόγους συνδεόμενους με την κατάσταση της υγείας της, ενδεχομένως εντός ενός ανωτάτου ορίου καθοριζομένου από τις εθνικές νομοθεσίες, αναφέρεται στα παρεχόμενα από τα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως επιδόματα και όχι στην καταβαλλόμενη από τον εργοδότη αμοιβή λόγω της σχέσεως εργασίας. Είναι αυτονόητο ότι και η αμοιβή πρέπει να είναι κατάλληλη. Εντούτοις, δεν νομίζω ότι, στην πράξη, οποιοσδήποτε εργοδότης, είτε είναι το Δημόσιο είτε ιδιώτης, που πρέπει να διαπραγματευθεί τους όρους εργασίας με τους υπαλλήλους του, ατομικά ή συλλογικά, θα μπορεί να καταβάλει στις ευρισκόμενες σε άδεια μητρότητας υπαλλήλους του ποσό κατώτερο αυτού που ο οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως θα τους κατέβαλλε ως επίδομα ασθενείας.
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από την τελευταία αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/85, σύμφωνα με την οποία «(...) η έννοια του κατάλληλου επιδόματος σε περίπτωση άδειας μητρότητας πρέπει να θεωρηθεί ως τεχνικό σημείο αναφοράς με σκοπό τον καθορισμό του ελάχιστου επιπέδου προστασίας και δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να ερμηνεύεται ως εισάγουσα αναλογία μεταξύ εγκυμοσύνης και ασθενείας». Αν η έννοια του κατάλληλου επιδόματος έχει ως σκοπό να καθορίσει το επίπεδο της ελάχιστης προστασίας, δεν βλέπω πώς θα μπορούσε να σημαίνει ότι, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, η γυναίκα δικαιούται να λαμβάνει τα ίδια εισοδήματα κατά την άδεια μητρότητας με αυτά που λαμβάνει όταν τελεί σε ανικανότητα προς εργασία λόγω ασθενείας.
35 Τρίτον, δεν συμφωνώ με την προταθείσα από την Επιτροπή ερμηνεία, διότι το άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο ββ, της οδηγίας 92/85 προβλέπει τη δυνατότητα να εξασφαλίζονται συγχρόνως «η διατήρηση αμοιβής» και «το ευεργέτημα κατάλληλου επιδόματος». Αν γινόταν δεκτό ότι και η πρώτη και το δεύτερο πρέπει να είναι κατάλληλα υπό την έννοια της οδηγίας, δηλαδή να εξασφαλίζουν εισοδήματα αντίστοιχα τουλάχιστον προς αυτά που θα εισέπραττε η εργαζόμενη σε περίπτωση διακοπής των επαγγελματικών της δραστηριοτήτων για λόγους συνδεόμενους με την κατάσταση της υγείας της, τούτο θα σήμαινε ότι η εργαζομένη μπορεί να έχει δικαίωμα να λαμβάνει από τον εργοδότη της την αμοιβή που υποχρεούται να καταβάλει ο εργοδότης στις υπαλλήλους του σε περίπτωση ανικανότητας προς εργασία και, επιπλέον, το επίδομα ασθενείας που προβλέπει το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Αντιθέτως, νομίζω ότι η δυνατότητα σωρεύσεως της αμοιβής και του επιδόματος πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι η παροχή της κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία γενικώς έχει χαρακτήρα «ελάχιστης» παροχής, μπορεί να συμπληρώνεται από τον εργοδότη, σε εκτέλεση υποχρεώσεως που του επιβάλλει ο νόμος ή κατ' εφαρμογήν συμβατικής ρήτρας συμφωνηθείσας με τους υπαλλήλους του.
36 Τέλος, υπάρχει ακόμη άλλος ένας λόγος για τον οποίο νομίζω ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτή η προταθείσα από την Επιτροπή ερμηνεία. Κατόπιν εξετάσεως του συστήματος που έχει θεσπίσει ο καθού οργανισμός υπέρ των υπαλλήλων του οι οποίοι βρίσκονται σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία, παρατηρώ ότι μπορούν να παρουσιαστούν τρεις περιπτώσεις. Η πρώτη είναι η περίπτωση κατά την οποία οι υπάλληλοι συνεχίζουν να λαμβάνουν τον πλήρη μισθό τους για έξι μήνες επί περιόδου δώδεκα μηνών. Η δεύτερη είναι η περίπτωση κατά την οποία λαμβάνουν στη συνέχεια μόνον το ήμισυ του πλήρους μισθού τους το πολύ για δώδεκα μήνες επί περιόδου τεσσάρων ετών. Τέλος, η τρίτη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία ο εργοδότης παύει να καταβάλλει οτιδήποτε στον εργαζόμενο ο οποίος βρίσκεται σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο κατάλληλος χαρακτήρας των εισοδημάτων που η γυναίκα λαμβάνει κατά την άδεια μητρότητας εξαρτάται από τις συγκεκριμένες νόμιμες προσδοκίες της μισθωτής ως προς το επίπεδο της αμοιβής που της καταβάλλεται κατά την αναρρωτική άδειά της. Τότε όμως ποια θα είναι η νόμιμη προσδοκία υπαλλήλου ευρισκόμενης ήδη στη δεύτερη περίπτωση, δηλαδή όταν δεν λαμβάνει πλέον παρά το ήμισυ του μισθού της, για να μη μιλήσω καν για τις προσδοκίες της υπαλλήλου, η αναρρωτική άδεια της οποίας έπαψε πλέον να είναι μετ' αποδοχών;
37 Από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι, αφενός, η εθνική νομοθεσία επιβάλλει στους εργοδότες την υποχρέωση να καταβάλλουν το εκ του νόμου επίδομα μητρότητας στις εργαζόμενες που πληρούν ορισμένους όρους σχετικά με τον χρόνο υπηρεσίας και με το ύψος του μισθού τους, επίδομα το οποίο, κατά τις έξι πρώτες εβδομάδες της άδειας μητρότητας, ανέρχεται στα 9/10 του κανονικού μισθού τους και, για το υπόλοιπο της άδειας, ανέρχεται σε ένα σταθερό ποσό, το οποίο σήμερα είναι 54,55 UK£ εβδομαδιαίως. Το τελευταίο αυτό ποσό συμπίπτει με το ποσό του επιδόματος μητρότητας και με το ποσό του εκ του νόμου επιδόματος ασθενείας που ο εργοδότης καταβάλλει το πολύ για είκοσι οκτώ εβδομάδες.
Αφετέρου, έχει αποδειχθεί επίσης ότι ο καθού οργανισμός έχει θεσπίσει ευνοϋκότερο καθεστώς υπέρ των υπαλλήλων του, καθόσον τους καταβάλλει, κατά τη διάρκεια των δεκατεσσάρων εβδομάδων της άδειας μητρότητας, τη διαφορά μεταξύ του ποσού του εκ του νόμου επιδόματος μητρότητας και του πλήρους μισθού τους. Ως αντάλλαγμα, απαιτεί από τις εργαζόμενες να δηλώσουν, πριν λάβουν την άδεια μητρότητας, ότι προτίθενται να επιστρέψουν στην εργασία τους και να επιστρέψουν πράγματι στην εργασία τους για έναν τουλάχιστον μήνα.
38 Λαμβάνοντας υπόψη την ερμηνεία που προτείνω να δοθεί στο άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο ββ, της οδηγίας 92/85, νομίζω ότι οι διατάξεις της οδηγίας αυτής δεν απαγορεύουν στον εργοδότη, ο οποίος είναι διατεθειμένος να προβλέψει για τις υπαλλήλους του σύστημα ευνοϋκότερο από το προβλεπόμενο από τον νόμο, όσον αφορά την αμοιβή κατά την άδεια μητρότητας, να απαιτεί από τις υπαλλήλους του ως αντάλλαγμα να δηλώσουν πριν από την έναρξη της άδειας μητρότητας ότι σκοπεύουν να επιστρέψουν στην εργασία τους μετά τη λήξη της άδειας αυτής και να αναλάβουν την υποχρέωση ότι, αν δεν επιστρέψουν για έναν τουλάχιστον μήνα, θα επιστρέψουν τη διαφορά μεταξύ του πλήρους μισθού που θα τους έχει καταβληθεί κατά την άδεια αυτή και του ποσού του εκ του νόμου επιδόματος μητρότητας που θα ελάμβαναν αν δεν είχαν αναλάβει την υποχρέωση επιστροφής στην εργασία τους.
39 Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης ισχυρίζονται επίσης ότι το γεγονός ότι πρέπει να αναλάβουν την υποχρέωση να επιστρέψουν στην εργασία τους για να μπορούν να απολαύουν του δικαιώματος να λαμβάνουν τον πλήρη μισθό τους κατά την άδεια μητρότητας καθώς και το γεγονός ότι υποχρεούνται, εάν δεν επιστρέψουν στην εργασία τους, να επιστρέψουν τη διαφορά μεταξύ του μισθού αυτού και του ποσού του εκ του νόμου επιδόματος μητρότητας συνιστούν διάκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών ως προς την ισότητα των αμοιβών, επειδή στους εργαζόμενους εν γένει δεν επιβάλλεται η υποχρέωση αυτή για να δικαιούνται τον πλήρη μισθό τους όταν βρίσκονται σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία, ούτε υποχρεούνται να επιστρέψουν τη διαφορά μεταξύ του μισθού τους και του ποσού του επιδόματος ασθενείας, αν δεν επιστρέψουν στην εργασία τους κατά τη λήξη της αναρρωτικής άδειάς τους.
40 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «η δυσμενής διάκριση δεν μπορεί να συνίσταται παρά στην εφαρμογή διαφορετικών κανόνων σε παρεμφερείς καταστάσεις ή στην εφαρμογή του ίδιου κανόνα σε διαφορετικές καταστάσεις» (25). Το Δικαστήριο, όταν του ζητήθηκε να διευκρινίσει αν η αρχή της ισότητας των αμοιβών - όπως διατυπώθηκε στο άρθρο 119 της Συνθήκης και αποσαφηνίστηκε με την οδηγία 75/117 - επιβάλλει στους εργοδότες την υποχρέωση να εξακολουθούν να καταβάλλουν τον πλήρη μισθό στις εργαζόμενες που βρίσκονται σε άδεια μητρότητας, έκρινε, στην υπόθεση Gillespie κ.λπ., ότι οι γυναίκες που τυγχάνουν αδείας μητρότητας την οποία προβλέπει η εθνική νομοθεσία τελούν σε ιδιάζουσα κατάσταση, επιβάλλουσα την παροχή σε αυτές ειδικής προστασίας, η οποία όμως δεν μπορεί να εξομοιωθεί ούτε με αυτή του άνδρα ούτε με αυτή της γυναίκας που όντως βρίσκεται στη θέση εργασίας της. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ούτε το άρθρο 119 της Συνθήκης ούτε η οδηγία 75/117 επιβάλλουν τη διατήρηση της πλήρους αμοιβής των εργαζόμενων γυναικών κατά την άδεια μητρότητας (26).
Ως προς το ζήτημα αν το κοινοτικό δίκαιο θεσπίζει συγκεκριμένα κριτήρια - και, ενδεχομένως, ποια -, προκειμένου να καθοριστεί το ύψος των παροχών που οφείλονται στις ευρισκόμενες σε άδεια μητρότητας εργαζόμενες κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, το Δικαστήριο απάντησε ότι «(...) οι διατάξεις αυτές [δηλαδή το άρθρο 119 της Συνθήκης και το άρθρο 1 της οδηγίας 75/117] δεν έθεταν περαιτέρω συγκεκριμένα κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των οφειλομένων κατά την περίοδο αυτή παροχών. Πάντως, το ύψος των παροχών αυτών δεν μπορεί να είναι τόσο χαμηλό ώστε να διακυβεύει τον σκοπό της άδειας μητρότητας, ο οποίος συνίσταται στην προστασία των γυναικών εργαζομένων πριν και μετά τον τοκετό. Για να υπολογίσει το εν λόγω ποσό υπ' αυτό το πρίσμα, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη όχι μόνο τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, αλλά και τις άλλες μορφές κοινωνικής προστασίας που αναγνωρίζει η εθνική νομοθεσία σε περίπτωση δικαιολογημένης απουσίας του εργαζομένου. Πάντως, κανένα στοιχείο δεν επιτρέπει την υπόθεση ότι, υπό τη διαφορά της κύριας δίκης, το ποσό της χορηγηθείσας παροχής μπορούσε να διακυβεύσει τον σκοπό της άδειας μητρότητας» (27). Στην υπόθεση Gillespie κ.λπ. οι εργαζόμενες είχαν λάβει κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας τις ακόλουθες παροχές, κατ' εφαρμογήν της συλλογικής τους συμβάσεως: τον εβδομαδιαίο πλήρη μισθό τους κατά τις τέσσερις πρώτες εβδομάδες, τα 9/10 του πλήρους μισθού τους κατά τις δύο επόμενες εβδομάδες και, τέλος, το ήμισυ του πλήρους μισθού τους κατά τη διάρκεια δώδεκα εβδομάδων. Εντούτοις, οι όροι αυτοί ήσαν ευνοϋκότεροι από τους προβλεπόμενους από τις γενικές νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες προέβλεπαν την καταβολή των 9/10 του πλήρους εβδομαδιαίου μισθού για έξι εβδομάδες και, στη συνέχεια, εβδομαδιαίο επίδομα κατ' αποκοπήν ποσού 47,95 UK£ για τις επόμενες δώδεκα εβδομάδες.
41 Θα ήθελα ακόμα να προσθέσω ότι η κατάσταση ανδρός που βρίσκεται σε ανικανότητα προς εργασία λόγω ασθενείας και η κατάσταση γυναίκας που τελεί σε άδεια μητρότητας ουδόλως είναι συγκρίσιμες. Αν δεν ήταν ασθενής, ο πρώτος θα πήγαινε στην εργασία του και, όταν η υγεία του αποκατασταθεί, πρέπει να επιστρέψει στην εργασία του, ενώ η άδεια μητρότητας χορηγείται στη γυναίκα για προστασία της βιολογικής καταστάσεώς της κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετά από αυτή και για την προστασία των ειδικών σχέσεων μεταξύ της μητέρας και του τέκνου της κατά τη διάρκεια της περιόδου που έπεται του τοκετού (28). Επιπλέον, όπως ανέφερα στις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση Hψj Pedersen (29), κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας η γυναίκα δεν απαλλάσσεται μόνον από την υποχρέωση εργασίας, αλλά και από κάθε άλλη υποχρέωση που συνδέεται με τη σύμβαση εργασίας της, ενώ ο άνδρας ή η γυναίκα που βρίσκονται σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία έχουν την υποχρέωση να συμβάλουν στην ανάρρωσή τους, υποβαλλόμενοι στην προτεινόμενη από τον γιατρό αγωγή.
42 Για τους λόγους που εξέθεσα, θεωρώ ότι ούτε το άρθρο 119 της Συνθήκης ούτε η οδηγία 75/117 απαγορεύουν στον εργοδότη ο οποίος είναι διατεθειμένος να προβλέψει για τις υπαλλήλους του σύστημα ευνοϋκότερο από το προβλεπόμενο από τον νόμο, όσον αφορά την αμοιβή κατά την άδεια μητρότητας, να απαιτεί από τις υπαλλήλους του ως αντάλλαγμα να δηλώσουν πριν από την έναρξη της άδειας μητρότητας ότι σκοπεύουν να επιστρέψουν στην εργασία τους μετά τη λήξη της άδειας αυτής και να αναλάβουν την υποχρέωση ότι, αν δεν επιστρέψουν για έναν τουλάχιστον μήνα, θα επιστρέψουν τη διαφορά μεταξύ του πλήρους μισθού που θα τους έχει καταβληθεί κατά την άδεια αυτή και του ποσού του εκ του νόμου επιδόματος μητρότητας που θα ελάμβαναν αν δεν είχαν αναλάβει την υποχρέωση επιστροφής στην εργασία τους.
2) Επί του δευτέρου ερωτήματος
43 Με το ερώτημα αυτό, νομίζω ότι το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν αντιβαίνουν προς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, τις οποίες αναφέρει, οι ρήτρες οι οποίες, όπως οι περιλαμβανόμενες στο Maternity Scheme του καθού δημόσιου οργανισμού, επιτρέπουν, σε περίπτωση που η υπάλληλος έχει γνωστοποιήσει ότι επιθυμεί την έναρξη της άδειας μητρότητας από ορισμένη ημερομηνία εντός των έξι εβδομάδων που προηγούνται της προβλεπόμενης ημέρας τοκετού και κηρυχθεί σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία για λόγους συνδεόμενους με την εγκυμοσύνη της αμέσως πριν από την ημερομηνία αυτή και ο τοκετός επέλθει ενόσω βρίσκεται στην κατάσταση αυτή, να μετατεθεί το σημείο ενάρξεως της άδειας μητρότητας στην αρχή της έκτης εβδομάδας που προηγείται της προβεπόμενης ημερομηνίας τοκετού ή στην ημερομηνία ενάρξεως της ανικανότητας προς εργασία, όταν η δεύτερη αυτή ημερομηνία είναι μεταγενέστερη της πρώτης.
44 ςΟσον αφορά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, η οδηγία 92/85 επιβάλλει δύο υποχρεώσεις στα κράτη μέλη. Αφενός, οι εργαζόμενες πρέπει να μπορούν να τυγχάνουν άδειας μητρότητας τουλάχιστον δεκατεσσάρων συναπτών εβδομάδων, που κατανέμονται πριν και/ή μετά τον τοκετό. Αφετέρου, η περίοδος αυτή πρέπει να περιλαμβάνει υποχρεωτική άδεια μητρότητας τουλάχιστον δύο εβδομάδων, που κατανέμονται επίσης πριν και/ή μετά τον τοκετό. Κατ' εφαρμογήν των διατάξεων αυτών, το Ηνωμένο Βασίλειο θέσπισε υπέρ όλων των εργαζομένων γυναικών το γενικής φύσεως δικαίωμα, το οποίο δεν υφίστατο προηγουμένως, να λαμβάνουν άδειες μητρότητας της διάρκειας που επιβάλλει η οδηγία, οι οποίες συμπίπτουν με τις προβλεπόμενες από το Maternity Scheme της EOC. Η υποχρεωτική περίοδος των δύο εβδομάδων αδείας μητρότητας αρχίζει στο Ηνωμένο Βασίλειο την ημέρα του τοκετού, η δε άδεια μητρότητας μπορεί να παραταθεί όσο είναι απαραίτητο για να καλύψει την υποχρέωση αυτή.
45 Οι προσφεύγουσες θεωρούν δυσμενές το γεγονός ότι η γυναίκα που τελεί σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία δεν μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά της για αναρρωτική άδεια μετ' αποδοχών και να εισπράττει τον πλήρη μισθό της, αν η ασθένεια οφείλεται στην εγκυμοσύνη της και γεννήσει ενόσω βρίσκεται στην κατάσταση αυτή.
46 Δεν συμφωνώ με την ερμηνεία αυτή. Πράγματι, προτού η οδηγία 92/85 επιβάλει στα κράτη μέλη τις υποχρεώσεις που εξετάζω εν προκειμένω, δηλαδή όταν η μοναδική κοινοτική διάταξη που προέβλεπε τα περί εγκυμοσύνης και μητρότητας ήταν το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/207 - που απλώς επέτρεπε στα κράτη μέλη να θεσπίζουν διατάξεις με σκοπό να εξασφαλίζουν στις γυναίκες συγκεκριμένα δικαιώματα για τους δύο αυτούς λόγους -, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση Hertz, ότι σε κάθε κράτος μέλος εναπόκειται να καθορίζει τις περιόδους άδειας μητρότητας κατά τρόπο ώστε να δίδεται στις εργαζόμενες η δυνατότητα να απουσιάζουν κατά την περίοδο κατά την οποία επέρχονται διαταραχές που έχουν σχέση με την εγκυμοσύνη και τον τοκετό (30).
47 Δεδομένου ότι η άδεια μητρότητας έχει σκοπό να δίδει στην υπάλληλο τη δυνατότητα να απουσιάζει από την εργασία της λόγω του επικείμενου ή πρόσφατου τοκετού διατηρώντας τα δικαιώματά της, συμπεραίνω ότι, εφόσον τηρείται η διάρκεια των προβλεπόμενων στο άρθρο 8 της οδηγίας 92/85 περιόδων, ούτε οι διατάξεις των οδηγιών αυτών ούτε οι διατάξεις της οδηγίας 76/207 απαγορεύουν ρήτρα η οποία, όπως η ρήτρα του Maternity Scheme της EOC, επιτρέπει, σε περίπτωση που η υπάλληλος έχει γνωστοποιήσει ότι επιθυμεί την έναρξη της άδειας μητρότητας από ορισμένη ημερομηνία εντός των έξι εβδομάδων που προηγούνται της προβλεπόμενης ημερομηνίας τοκετού και κηρυχθεί σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία για λόγους συνδεόμενους με την εγκυμοσύνη της αμέσως πριν από την ημερομηνία αυτή και ο τοκετός επέλθει ενόσω βρίσκεται στην κατάσταση αυτή, να μετατεθεί το σημείο ενάρξεως της άδειας μητρότητας στην αρχή της έκτης εβδομάδας που προηγείται της προβεπόμενης ημερομηνίας τοκετού ή στην ημερομηνία ενάρξεως της ανικανότητας προς εργασία, όταν η δεύτερη αυτή ημερομηνία είναι μεταγενέστερη της πρώτης.
3) Επί του τρίτου ερωτήματος$
3) Επί του τρίτου ερωτήματος48 Φρονώ ότι με το ερώτημα αυτό το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να μάθει αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει ρήτρες ανάλογου περιεχομένου με τις ρήτρες του Maternity Scheme της EOC, οι οποίες δεν επιτρέπουν στην εργαζόμενη, η οποία τελεί σε άδεια μητρότητας ή σε άδεια μητρότητας άνευ αποδοχών, να τεθεί σε αναρρωτική άδεια με δικαίωμα πλήρων αποδοχών, όταν το μόνο που δικαιούται στην περίπτωση άδειας μητρότητας άνευ αποδοχών είναι το εκ του νόμου επίδομα ασθενείας, και οι οποίες ρήτρες επιβάλλουν περαιτέρω ότι, για να μπορεί να τεθεί σε αναρρωτική άδεια, η εργαζόμενη πρέπει να έχει δηλώσει, τρεις εβδομάδες πριν, την πρόθεσή της να επιστρέψει στην εργασία της σε συγκεκριμένη ημερομηνία, θέτοντας έτσι τέρμα, όταν ο τοκετός έχει ήδη επέλθει, στην ιδιάζουσα κατάσταση που προκύπτει από τη μητρότητα.
49 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, νομίζω ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, της άδειας μητρότητας αυτής καθαυτής, η διάρκεια της οποίας καθορίζεται από την οδηγία 92/85, δηλαδή των δεκατεσσάρων συναπτών εβδομάδων που κατανέμονται πριν και/ή μετά τον τοκετό και κατά τις οποίες εξασφαλίζονται οπωσδήποτε τα συμφυή προς τη σύμβαση εργασίας δικαιώματα των εργαζομένων γυναικών και τους αναγνωρίζεται ενδεχομένως δικαίωμα για διατήρηση της αμοιβής ή για κατάλληλο επίδομα (η διάρκεια της περιόδου αυτής συμπίπτει με τη διάρκεια της περιόδου που έχει καθοριστεί τόσο από την εθνική νομοθεσία όσο και από τις ρήτρες του Maternity Scheme της EOC) και, αφετέρου, κάθε άλλης άδειας μετά ή άνευ αποδοχών, που ο εθνικός νομοθέτης ή ο εργοδότης έχουν προβλέψει υπέρ των λεχώνων εργαζομένων ως όφελος απορρέον από τη σύμβαση. Κατ' αρχάς, θα εξετάσω την άδεια μητρότητας αυτή καθαυτή.
50 Μου φαίνεται τελείως λογικό ότι μια γυναίκα που τελεί σε άδεια μητρότητας δεν μπορεί, συγχρόνως, να κηρυχθεί ανίκανη προς εργασία λόγω ασθενείας. Πράγματι, τι έννοια θα είχε, από νομικής απόψεως, το να μπορεί να θεωρηθεί ως ευρισκόμενη και στις δύο καταστάσεις συγχρόνως; Παρ' όλ' αυτά, μήπως θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι η γυναίκα μπορεί να διακόψει την άδεια μητρότητας για να τεθεί σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία λόγω ασθενείας και, αφού αναρρώσει, να επανέλθει στην προηγούμενη κατάσταση;
51 Υπάρχουν διάφοροι λόγοι απορρίψεως της ερμηνείας αυτής. Πρώτον, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, μολονότι οι νομοθεσίες των κρατών μελών, οι εσωτερικοί κανονισμοί των επιχειρήσεων και οι συμβάσεις εργασίας πρέπει υποχρεωτικά να προβλέπουν υπέρ των εργαζομένων άδεια μητρότητας δεκατεσσάρων εβδομάδων, πρόκειται για δικαίωμα από το οποίο η εργαζόμενη μπορεί να παραιτηθεί, με την εξαίρεση των δύο εβδομάδων υποχρεωτικής άδειας μητρότητας, οι οποίες στο Ηνωμένο Βασίλειο αρχίζουν την ημέρα του τοκετού. Δεύτερον, το άρθρο 8 της οδηγίας 92/85 ορίζει σαφώς ότι η διάρκεια της άδειας μητρότητας είναι δεκατέσσερις συναπτές εβδομάδες. Επομένως, η άδεια αυτή είναι αδύνατον να διακοπεί για να συνεχιστεί μετά. Τρίτον, το άρθρο 11, σημείο 4, της οδηγίας 92/85 ορίζει ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να εξαρτούν τη διατήρηση της αμοιβής ή το ευεργέτημα κατάλληλου επιδόματος από την προϋπόθεση ότι η ενδιαφερόμενη εργαζομένη πληροί τους προβλεπόμενους από τις εθνικές νομοθεσίες όρους προσβάσεως σ' αυτά τα οφέλη, οι οποίοι δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να προβλέπουν προϋπηρεσία πλέον των δώδεκα μηνών ακριβώς πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία τοκετού. Η δυνατότητα της εργαζόμενης να διακόψει την άδεια μητρότητας και να λάβει αναρρωτική άδεια μετ' αποδοχών έχει αναμφισβήτητα πλεονεκτήματα για την εργαζόμενη η οποία ασθενεί αμέσως μετά τον τοκετό και δεν έχει δικαίωμα εισπράξεως καμιάς αμοιβής κατά την άδεια μητρότητας.
52 Για τους λόγους που μόλις εξέθεσα, θεωρώ ότι η οδηγία 92/85 δεν απαγορεύει ρήτρα αναλόγου περιεχομένου με τη ρήτρα του Maternity Scheme της EOC, η οποία επιβάλλει στην εργαζόμενη που ασθενεί κατά τη διάρκεια των δεκατεσσάρων εβδομάδων της αδείας μητρότητας να θέσει οριστικά τέρμα στην άδεια μητρότητας για να μπορέσει να λάβει αναρρωτική άδεια μετ' αποδοχών, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν παρέλθει οι δύο εβδομάδες υποχρεωτικής άδειας.
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ: 696C0411.1
53 ςΟσον αφορά την άδεια μητρότητας άνευ αποδοχών, την οποία δικαιούται η εργαζόμενη υπό ορισμένες προϋποθέσεις προς τις οποίες συναρτάται η διάρκειά της και κατά την οποία η νεαρή μητέρα εισπράττει μόνον το εκ του νόμου επίδομα μητρότητας, το οποίο καταβάλλεται από τον εργοδότη για τις τέσσερις πρώτες εβδομάδες, δεν νομίζω ότι μπορεί να θεωρηθεί ως άδεια μητρότητας υπό την έννοια της οδηγίας 92/85. Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι εργαζόμενες έχουν δικαίωμα να απουσιάσουν από την εργασία τους για πενήντα δύο εβδομάδες κατ' ανώτατο όριο. Η περίοδος αυτή περιλαμβάνει τις δεκατέσσερις εβδομάδες της αδείας μητρότητας, το δε επιπλέον αντιστοιχεί στην άδεια μητρότητας άνευ αποδοχών. Οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι η ρήτρα του Maternity Scheme η οποία τις υποχρεώνει, όταν ασθενήσουν κατά την άδεια μητρότητας άνευ αποδοχών, να παραιτούνται της ιδιαίτερης καταστάσεώς τους, για να μπορούν να εισπράξουν τον πλήρη μισθό τους, συνεπάγεται διάκριση εις βάρος των γυναικών που βρίσκονται στην εν λόγω κατάσταση.
Αυτή η άδεια μητρότητας άνευ αποδοχών είναι δικαίωμα το οποίο αφορά αποκλειστικά τις γυναίκες στο Ηνωμένο Βασίλειο και συνεπώς εμπίπτει στην προβλεπόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/207 εξαίρεση, η οποία επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν υπέρ των γυναικών, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα, ειδική μεταχείριση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχη μεταχείριση υπέρ των ανδρών συναδέλφων τους.
54 Φρονώ ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει την εφαρμογή ρήτρας ανάλογου περιεχομένου με την υπό εξέταση. Ειδικότερα, μολονότι μια τέτοια ρήτρα προβλέπει όντως διαφορετική μεταχείριση για τους άνδρες και για τις γυναίκες, καθόσον δεν αναγνωρίζει αυτομάτως στις γυναίκες, όταν ασθενούν κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας άνευ αποδοχών, το δικαίωμα να λαμβάνουν αναρρωτική άδεια με τον πλήρη μισθό τους (οπότε δεν δικαιούνται παρά μόνον το εκ του νόμου επίδομα ασθενείας), ενώ οι άνδρες εργαζόμενοι απολαύουν αυτομάτως του δικαιώματος αυτού για τους έξι πρώτους μήνες επί περιόδου δώδεκα μηνών, πρέπει παρ' όλα αυτά να αναγνωριστεί ότι πρόκειται για διαφορετικές καταστάσεις, αφού οι άνδρες δεν δικαιούνται γονική άδεια άνευ αποδοχών που θα τους επέτρεπε να ασχοληθούν με το νεογέννητο παιδί τους. Υπάρχει όμως και μια άλλη σημαντική διαφορά, η οποία εμφανίζεται σε περίπτωση ασθένειας: για να μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα αυτό, ο άνδρας εργαζόμενος πρέπει να εργάζεται πράγματι (και δεν νομίζω ότι το γεγονός ότι μπορεί να ασθενήσει κατά την ετήσια άδειά του ασκεί εν προκειμένω επιρροή), ενώ η γυναίκα βρίσκεται σε άδεια άνευ αποδοχών η οποία, εξ ορισμού, την απαλλάσσει της υποχρεώσεως εργασίας.
55 Υπό τις συνθήκες αυτές και υπό τον όρο ότι έχουν παρέλθει οι δύο εβδομάδες υποχρεωτικής άδειας μητρότητας, θεωρώ ότι ουδεμία από τις αναφερθείσες από το εθνικό δικαστήριο διατάξεις απαγορεύει ρήτρες αναλόγου περιεχομένου με τις ρήτρες του Maternity Scheme της EOC, οι οποίες δεν επιτρέπουν στην εργαζόμενη η οποία τελεί σε άδεια μητρότητας ή σε άδεια μητρότητας άνευ αποδοχών να τεθεί σε αναρρωτική άδεια με δικαίωμα πλήρων αποδοχών, όταν το μόνο που δικαιούται στην περίπτωση άδειας μητρότητας άνευ αποδοχών είναι το εκ του νόμου επίδομα ασθενείας, και οι οποίες ρήτρες επιβάλλουν περαιτέρω ότι, για να μπορεί να τεθεί σε αναρρωτική άδεια, η εργαζόμενη πρέπει να έχει δηλώσει, τρεις εβδομάδες πριν, την πρόθεσή της να επιστρέψει στην εργασία της σε συγκεκριμένη ημερομηνία, θέτοντας έτσι τέρμα, όταν ο τοκετός έχει ήδη επέλθει, στην ιδιάζουσα κατάσταση που προκύπτει από τη μητρότητα.
4) Επί του τετάρτου ερωτήματος
56 Με το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει αν οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου τις οποίες αναφέρει απαγορεύουν ρήτρες, όπως του Maternity Scheme της EOC, οι οποίες περιορίζουν την περίοδο κτήσεως δικαιωμάτων ετήσιας κανονικής άδειας στις δεκατέσσερις εβδομάδες που διαρκεί η άδεια μητρότητας και αποκλείουν την κτήση των δικαιωμάτων αυτών κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε άλλης άδειας που λαμβάνει η γυναίκα για να ασχοληθεί με το νεογέννητο τέκνο της.
57 Το άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο αα, της οδηγίας 92/85 επιβάλλει στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν τα συμφυή προς τη σύμβαση εργασίας δικαιώματα των εργαζόμενων γυναικών που τελούν σε άδεια μητρότητας, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8 της οδηγίας. Είναι αναμφισβήτητο ότι η κτήση των δικαιωμάτων ετήσιας κανονικής άδειας αποτελεί μέρος αυτών των συμφυών προς τη σύμβαση εργασίας δικαιωμάτων. Ούτε άλλωστε αμφισβητείται ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο διασφαλίζεται η κτήση των δικαιωμάτων ετήσιας κανονικής άδειας των εργαζομένων κατά τη διάρκεια των δεκατεσσάρων εβδομάδων που διαρκεί η άδεια μητρότητας, τούτο δε ανεξαρτήτως του δικαιώματός τους να εισπράττουν συγκεκριμένα εισοδήματα.
Παρ' όλ' αυτά, οι προσφεύγουσες διεκδικούν τη δυνατότητα κτήσεως δικαιωμάτων ετήσιας κανονικής άδειας καθ' όλη τη διάρκεια της αδείας μητρότητας άνευ αποδοχών, η οποία τους χορηγείται όταν πληρούν ορισμένους όρους ως προς τον χρόνο προϋπηρεσίας.
58 ςΟπως ήδη προανέφερα, η οδηγία 92/85 απλώς υποχρεώνει τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν τα συμφυή προς τη σύμβαση εργασίας δικαιώματα των εργαζομένων κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας που δικαιούνται οι εργαζόμενες κατά το άρθρο 8, δηλαδή για δεκατέσσερις εβδομάδες. Τον υπόλοιπο χρόνο, δηλαδή μέχρι να παρέλθουν οι πενήντα δύο εβδομάδες που μπορεί να διαρκέσει το πολύ η απουσία της από την εργασία λόγω εγκυμοσύνης και μητρότητας, η υπάλληλος της EOC θα βρίσκεται στη συγκεκριμένη κατάσταση που ανέφερα όταν εξέτασα την άδεια μητρότητας άνευ αποδοχών για να απαντήσω στο τρίτο ερώτημα. Για τους λόγους που εξέθεσα συναφώς, θεωρώ ότι η οδηγία 92/85 δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να διασφαλίζουν τα συμφυή προς τη σύμβαση εργασίας δικαιώματα των εργαζόμενων γυναικών, όπως την κτήση δικαιωμάτων ετήσιας κανονικής άδειας, πέραν των δεκατεσσάρων εβδομάδων που διαρκεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 8 άδεια μητρότητας.
59 Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η φαινομενικώς ουδέτερη ρήτρα αυτή συνεπάγεται έμμεση διάκριση εις βάρος των γυναικών, καθόσον οι γυναίκες τελούν συχνότερα, κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής τους ζωής, σε άδεια άνευ αποδοχών, αφού μόνον αυτές μπορούν να λάβουν άδεια μητρότητας άνευ αποδοχών.
60 Ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι, κατά τη γνώμη μου, το να χορηγείται μόνο στις γυναίκες η άδεια άνευ αποδοχών με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά δεν συμβάλλει στην προώθηση της ισότητας ευκαιριών μεταξύ των φύλων, εφόσον η αποκλειστικότητα αυτή συμβάλλει, στην πραγματικότητα, στη διαιώνιση της αντιλήψεως ότι οι γυναίκες είναι αυτές που πρέπει κατά προτεραιότητα να ασχολούνται με τα παιδιά - με όλες τις αρνητικές συνέπειες που έχει η αντίληψη αυτή για τις επαγγελματικές προοπτικές τους -, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τις προσφεύγουσες.
61 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ένας κανόνας που έχει ουδέτερη διατύπωση, όπως αυτός που περιλαμβάνεται στο Staff Handbook εν προκειμένω, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση άδειας άνευ αποδοχών, η διάρκεια της ετήσιας κανονικής άδειας μειώνεται αναλόγως προς τη διάρκεια της άδειας άνευ αποδοχών, συνεπάγεται έμμεση διάκριση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο κανόνας αυτός θέτει στην πράξη σε δυσμενή μοίρα ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών παρά ανδρών (31).
Παρ' όλ' αυτά, το επιχείρημα ότι ο κανόνας αυτός πλήττει σαφώς μεγαλύτερο αριθμό γυναικών, λόγω του γεγονότος ότι οι γυναίκες βρίσκονται συχνότερα απ' ό,τι οι άνδρες σε άδεια άνευ αποδοχών, δεν μπορεί να υποστηριχθεί βασίμως εν προκειμένω, επειδή η άδεια άνευ αποδοχών, στα αποτελέσματα της οποίας οι προσφεύγουσες διακρίνουν έμμεση δυσμενή διάκριση, είναι ειδική κατάσταση η οποία δεν έχει κανένα κοινό στοιχείο με την οικειοθελώς ζητούμενη άδεια για προσωπικούς λόγους, την οποία μπορούν να ζητήσουν τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες. Πράγματι, αφενός, μόνον οι γυναίκες μπορούν στο Ηνωμένο Βασίλειο να λαμβάνουν άδεια μητρότητας άνευ αποδοχών προκαθορισμένης διάρκειας, το ευεργέτημα της οποίας συνδυάζεται με το δικαίωμα διατηρήσεως της θέσεως εργασίας (32). Αφετέρου, αυτό το είδος άδειας είναι μέτρο προστασίας, το οποίο εμπίπτει στο άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/207 και ισχύει για τις λεχώνες. Επομένως, εφόσον βαίνει πέραν των ελάχιστων εγγυήσεων που προβλέπονται στην οδηγία 92/85, στα κράτη μέλη και μόνον εναπόκειται να καθορίσουν τους κανόνες χορηγήσεως και λειτουργίας της άδειας αυτής.
62 Για τους λόγους που μόλις εξέθεσα, θεωρώ ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει τις ρήτρες ανάλογου περιεχομένου με την περιλαμβανόμενη στο Maternity Scheme της EOC, οι οποίες περιορίζουν την περίοδο κτήσεως δικαιωμάτων ετήσιας κανονικής άδειας στις δεκατέσσερις εβδομάδες που διαρκεί η άδεια μητρότητας και αποκλείουν την κτήση των δικαιωμάτων αυτών κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας άνευ αποδοχών.
5) Επί του πέμπτου ερωτήματος
63 Με το ερώτημα αυτό το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν κάποια από τις διατάξεις που αναφέρει απαγορεύει να εξαρτάται η κτήση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας από την προϋπόθεση ότι η γυναίκα λαμβάνει από τον εργοδότη της είτε αμοιβή είτε το εκ του νόμου επίδομα μητρότητας, με συνέπεια να μην αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, αν τα εισοδήματα που εισπράττει της καταβάλλονται άλλοθεν εκτός του εργοδότη της ή αν δεν εισπράττει κανένα εισόδημα, καθώς και αν τελεί σε άδεια μητρότητας άνευ αποδοχών.
64 Πρέπει να υπενθυμίσω και πάλι ότι το άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο αα, της οδηγίας 92/85 ορίζει ότι τα συμφυή προς τη σύμβαση εργασίας δικαιώματα πρέπει να διασφαλίζονται ενόσω οι εργαζόμενες βρίσκονται σε άδεια μητρότητας, η οποία διαρκεί τουλάχιστον δεκατέσσερις εβδομάδες. Ουδόλως αμφισβητείται ότι τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα αποτελούν μέρος των συμφυών προς τη σύμβαση εργασίας δικαιωμάτων, κατά μείζονα δε λόγο όταν πρόκειται, όπως εν προκειμένω, για επαγγελματικό σύστημα χρηματοδοτούμενο εξ ολοκλήρου από τον εργοδότη.
Η ρήτρα 8.1 του Maternity Scheme της EOC ορίζει εντούτοις ότι οι δεκατέσσερις εβδομάδες της άδειας μητρότητας υπαλλήλου η οποία δεν δικαιούται να λαμβάνει τις πλήρεις αποδοχές της κατά τη διάρκεια της άδειας αυτής δεν λαμβάνονται υπόψη για την κτήση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων παρά μόνον αν η εργαζόμενη λαμβάνει το εκ του νόμου επίδομα μητρότητας.
65 Τούτο σημαίνει ότι η υπάλληλος της EOC, η οποία δεν πληροί τους όρους από τους οποίους το Maternity Scheme εξαρτά την καταβολή του εκ του νόμου επιδόματος μητρότητας από τον εργοδότη, δεν μπορεί, κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, να αποκτήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα στο επαγγελματικό σύστημα όπου είναι ασφαλισμένη, αν κατά τη διάρκεια της άδειας αυτής λαμβάνει οποιοδήποτε δημόσιο επίδομα μητρότητας ή δεν λαβάνει καμία απολύτως παροχή.
66 Πράγματι, φαίνεται ότι το άρθρο 6, στοιχείο ζζ, της οδηγίας 86/378 αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό, καθόσον ορίζει ότι μεταξύ των διατάξεων που αντιβαίνουν προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως περιλαμβάνονται οι διατάξεις που βασίζονται στο φύλο προκειμένου να διακοπεί η διατήρηση ή η κτήση των δικαιωμάτων κατά τις περιόδους της άδειας μητρότητας ή της άδειας για οικογενειακούς λόγους, οι οποίες ορίζονται από τον νόμο ή με σύμβαση και κατά τη διάρκεια των οποίων καταβάλλονται αποδοχές από τον εργοδότη. Η επίδικη διάταξη του Maternity Scheme συνάδει προς τον κανόνα αυτό: οι τελούσες σε άδεια μητρότητας εργαζόμενες εξακολουθούν να αποκτούν συνταξιοδοτικά δικαιώματα, όταν τους καταβάλλεται από την επιχείρηση αμοιβή, υπό μορφή μισθού ή κατά νόμο επιδόματος μητρότητας. Αντιθέτως, η κτήση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων διακόπτεται όταν τα εισοδήματα που εισπράττει η γυναίκα κατά την περίοδο αυτή καταβάλλονται από δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα εκτός του εργοδότη ή όταν δεν εισπράττει κανένα εισόδημα.
67 Μολονότι το περιεχόμενο του άρθρου 6, το οποίο αναδιατυπώθηκε με την οδηγία 96/97/ΕΚ (33), δεν έχει τροποποιηθεί, θεωρώ εντούτοις ότι το άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο αα, της οδηγίας 92/85, σύμφωνα με το οποίο τα συμφυή προς τη σύμβαση εργασίας δικαιώματα των εργαζομένων πρέπει να διασφαλίζονται κατά την άδεια μητρότητας, που διαρκεί τουλάχιστον δεκατέσσερις συνεπτές εβδομάδες, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει να εξαρτάται η κτήση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων σε επαγγελματικό σύστημα κατά τη διάρκεια των δεκατεσσάρων εβδομάδων που διαρκεί η άδεια μητρότητας από την προϋπόθεση ότι η εργαζομένη λαμβάνει από τον εργοδότη της αμοιβή, υπό μορφή μισθού ή κατά νόμο επιδόματος μητρότητας.
Κατά τη γνώμη μου, θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό της οδηγίας 92/85, αν επιτρεπόταν να εξαρτάται, κατά τη διάρκεια της προβλεπόμενης από την οδηγία άδειας μητρότητας, η διατήρηση ενός εκ των συμφυών προς τη σύμβαση εργασίας δικαιωμάτων, το οποίο έχει διαμορφωθεί ως ανεπιφύλακτο δικαίωμα, από την προϋπόθεση ότι η γυναίκα λαμβάνει από τον εργοδότη, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, αμοιβή, προϋπόθεση προβλεπόμενη από διάταξη παρεμφερούς περιεχομένου με αυτό της ρήτρας που εξετάζω, ενώ η ίδια οδηγία ορίζει ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να εξαρτούν το δικαίωμα αμοιβής ή επιδόματος από την προϋπόθεση ότι η ενδιαφερόμενη εργαζόμενη πληροί τους προβλεπόμενους από τις εθνικές νομοθεσίες όρους προσβάσεως σ' αυτά τα ευεργετήματα.
68 Αντιθέτως, εν όψει των λόγων που εξέθεσα σχετικά με την άδεια μητρότητας άνευ αποδοχών κατά την εξέταση του τρίτου και του τετάρτου ερωτήματος, κρίνω ότι δεν αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο το γεγονός ότι δεν παρέχεται στις γυναίκες που τελούν σε τέτοια άδεια η δυνατότητα κτήσεως συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο επαγγελματικού συστήματος.
69 Για τους λόγους που εξέθεσα, θεωρώ ότι το άρθρο 11, σημείο, 2, στοιχείο αα, της οδηγίας 92/85, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8 της ίδιας οδηγίας, απαγορεύει να εξαρτάται η κτήση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων σε επαγγελματικό σύστημα κατά τη διάρκεια των δεκατεσσάρων εβδομάδων που διαρκεί η άδεια μητρότητας από την προϋπόθεση ότι η εργαζομένη λαμβάνει από τον εργοδότη της αμοιβή, υπό μορφή μισθού ή κατά νόμο επιδόματος μητρότητας.
VIII - Πρόταση
70 Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα υποβληθέντα από το Industrial Tribunal του Manchester προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Υπό περιστάσεις όπως των υπό κρίση περιπτώσεων, ούτε το άρθρο 119 της Συνθήκης της Ρώμης ούτε η οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, ούτε η οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, ούτε η οδηγία 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ), απαγορεύουν την εφαρμογή ρητρών όπως αυτές που εξετάστηκαν εν προκειμένω και οι οποίες συγκεκριμένα:
α) επιτρέπουν στον εργοδότη ο οποίος είναι διατεθειμένος να προβλέψει για τις υπαλλήλους του σύστημα ευνοϋκότερο από το προβλεπόμενο από τον νόμο, όσον αφορά την αμοιβή κατά την άδεια μητρότητας, να απαιτεί από τις υπαλλήλους του ως αντάλλαγμα να δηλώσουν πριν από την έναρξη της άδειας μητρότητας ότι σκοπεύουν να επιστρέψουν στην εργασία τους μετά τη λήξη της άδειας αυτής και να αναλάβουν την υποχρέωση ότι, αν δεν επιστρέψουν για έναν τουλάχιστον μήνα, θα επιστρέψουν τη διαφορά μεταξύ του πλήρους μισθού που θα τους έχει καταβληθεί κατά την άδεια αυτή και του ποσού του εκ του νόμου επιδόματος μητρότητας που θα ελάμβαναν αν δεν είχαν αναλάβει την υποχρέωση επιστροφής στην εργασία τους·
β) επιτρέπουν, σε περίπτωση που η υπάλληλος έχει γνωστοποιήσει ότι επιθυμεί την έναρξη της άδειας μητρότητας από ορισμένη ημερομηνία εντός των έξι εβδομάδων που προηγούνται της προβλεπόμενης ημερομηνίας τοκετού και κηρυχθεί σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία για λόγους συνδεόμενους με την εγκυμοσύνη της αμέσως πριν από την ημερομηνία αυτή και ο τοκετός επέλθει ενόσω βρίσκεται στην κατάσταση αυτή, να μετατεθεί το σημείο ενάρξεως της άδειας μητρότητας στην αρχή της έκτης εβδομάδας που προηγείται της προβεπόμενης ημερομηνίας τοκετού ή στην ημερομηνία ενάρξεως της ανικανότητας προς εργασία, όταν η δεύτερη αυτή ημερομηνία είναι μεταγενέστερη της πρώτης·
γ) δεν επιτρέπουν στην εργαζόμενη η οποία τελεί σε άδεια μητρότητας ή σε άδεια μητρότητας άνευ αποδοχών να τεθεί σε αναρρωτική άδεια με δικαίωμα πλήρων αποδοχών, όταν το μόνο που δικαιούται στην περίπτωση άδειας μητρότητας άνευ αποδοχών είναι το εκ του νόμου επίδομα ασθενείας, και οι οποίες ρήτρες επιβάλλουν περαιτέρω ότι, για να μπορεί να τεθεί σε αναρρωτική άδεια, η εργαζόμενη πρέπει να έχει δηλώσει, τρεις εβδομάδες πριν, την πρόθεσή της να επιστρέψει στην εργασία της σε συγκεκριμένη ημερομηνία, θέτοντας έτσι τέρμα, όταν ο τοκετός έχει ήδη επέλθει, στην ιδιάζουσα κατάσταση που προκύπτει από τη μητρότητα·
δ) περιορίζουν την περίοδο κτήσεως δικαιωμάτων ετήσιας κανονικής άδειας στις δεκατέσσερις εβδομάδες που διαρκεί η άδεια μητρότητας και αποκλείουν την κτήση των δικαιωμάτων αυτών κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας άνευ αποδοχών.
2) Η διάταξη του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο αα, της οδηγίας 92/85, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8 της ίδιας αυτής οδηγίας, απαγορεύει να εξαρτάται η κτήση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων σε επαγγελματικό σύστημα κατά τη διάρκεια των δεκατεσσάρων εβδομάδων που διαρκεί η άδεια μητρότητας από την προϋπόθεση ότι η εργαζομένη λαμβάνει από τον εργοδότη της αμοιβή, υπό μορφή μισθού ή κατά νόμο επιδόματος μητρότητας.»
(1) - Οδηγία του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγγύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 348, σ. 1).
(2) - Τουλάχιστον είκοσι έξι εβδομάδες πριν από τη δέκατη τέταρτη εβδομάδα που προηγείται της προβλεπόμενης ημερομηνίας τοκετού.
(3) - Ητοι το κατώτατο τουλάχιστον όριο εισοδημάτων που λαμβάνεται υπόψη για την καταβολή εισφορών στην εθνική κοινωνική ασφάλιση.
(4) - Οδηγία του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ L 225, σ. 40).
(5) - Η άδεια μητρότητας περιλαμβάνει τόσο την άδεια μητρότητας υπό στενή έννοια όσο και την άδεια μητρότητας άνευ αποδοχών την οποία μπορούν να ζητήσουν οι εργαζόμενες που πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις.
(6) - Το παράρτημα 4 περιλαμβάνει τους κανόνες που εφαρμόζονται στα διάφορα είδη αδειών (leave) που μπορούν να λάβουν οι υπάλληλοι της EOC, ήτοι: Annual Leave (ετήσια κανονική άδεια), Public and Privilege Leave (δημόσια και προνομιακή άδεια), Sick Leave (αναρρωτική άδεια), Medical Appointments (άδεια για ιατρικές εξετάσεις), Special Leave (ειδική άδεια) και Maternity Leave (άδεια μητρότητας).
(7) - Οδηγία της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42).
(8) - Οδηγία της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70).
(9) - Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1995, C-125/94, Aprile (Συλλογή 1995, σ. I-2919, σκέψεις 16 και 17).
(10) - Aπόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-83/91, Meilicke (Συλλογή 1992, σ. I-4871, σκέψη 25).
(11) - Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1995, C-143/94, Furlanis (Συλλογή 1995, σ. I-3633, σκέψη 12).
(12) - Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 65).
(13) - Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C-342/93 (Συλλογή 1996, σ. I-475).
(14) - Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1990, C-177/88 (Συλλογή 1990, σ. I-3941).
(15) - Aπόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1990, C-179/88, Handels- og Kontorfunktionζrernes Forbund (Συλλογή 1990, σ. I-3979).
(16) - Aπόφαση της 5ης Μαου 1994, C-421/92 (Συλλογή 1994, σ. I-1657).
(17) - Aπόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-32/93 (Συλλογή 1994, σ. I-3567).
(18) - Aπόφαση της 29ης Μαου 1997, C-400/95 (Συλλογή 1997, σ. I-2757).
(19) - Υπόθεση C-136/95. Οι προτάσεις αναπτύχθηκαν στις 9 Ιανουαρίου 1997.
(20) - Υπόθεση C-66/96. Οι προτάσεις αναπτύχθηκαν στις 10 Ιουλίου 1997.
(21) - Υπόθεση C-394/96. Οι προτάσεις αναπτύχθηκαν στις 5 Φεβρουαρίου 1998.
(22) - Η υπογράμμιση δική μου.
(23) - Απόφαση της 25ης Μαου 1971, 80/70, Defrenne (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 815, σκέψη 6).
(24) - Απόφαση της 17ης Μαου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. Ι-1889, σκέψη 20).
(25) - Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1995, C-279/93, Schumacker (Συλλογή 1995, σ. I-225, σκέψη 30).
(26) - Προαναφερθείσα απόφαση στην υποσημείωση 13 ανωτέρω, σκέψεις 17 και 20.
(27) - Οπ.π., σκέψη 20.
(28) - Aπόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 184/83, Hofmann (Συλλογή 1984, σ. 3047, σκέψη 25).
(29) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 ανωτέρω.
(30) - Προαναφερθείσα απόφαση στην υποσημείωση 15 ανωτέρω, σκέψη 15.
(31) - Aποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 1997, C-1/95, Gerster (Συλλογή 1997, σ. I-5253, σκέψη 30), και C-100/95, Kording (Συλλογή 1997, σ. I-5289, σκέψη 16)· της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-444/93, Megner και Scheffel (Συλλογή 1995, σ. Ι-4741, σκέψη 24), και της 24ης Φεβρουαρίου 1994, C-343/92, Roks κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-571, σκέψη 33).
(32) - Το Δικαστήριο, ερωτηθέν από το High Court περί του αν, σε θέματα ισότητας αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών, το άρθρο 119 της Συνθήκης εφαρμόζεται στα ιδιωτικά επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα στα οποία έχουν ασφαλιστεί μόνον άτομα του ιδίου φύλου, απάντησε με την απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-200/91, Coloroll Pension Trustees (Συλλογή 1994, σ. I-4389), ότι «(...) ένας εργαζόμενος δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 119 της Συνθήκης προκειμένου να αξιώσει την αμοιβή της οποίας ενδεχομένως θα εδικαιούτο αν ανήκε στο άλλο φύλο. Συγκεκριμένα, σε τέτοια περίπτωση, το ουσιώδες κριτήριο προκειμένου να εξακριβωθεί η ίση μεταχείριση στον τομέα της αμοιβής, που είναι η εκτέλεση όμοιας εργασίας και η λήψη ίσης αμοιβής, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή».
(33) - Οδηγία του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1996, η οποία τροποποιεί την οδηγία 86/378 (ΕΕ L 46, σ. 20).
Full & Egal Universal Law Academy