Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Α - Εισαγωγή
Ι - Το τιθέμενο ζήτημα
1 Στην παρούσα υπόθεση το Hψjesteret (επιτροπή εξετάσεως εφέσεων) υποβάλλει στο Δικαστήριο ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του εν τω μεταξύ καταργηθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της «εκ των υστέρων» εισπράξεων εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο για εμπορεύματα που διασαφηνίστηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (1), καθώς και ως προς τα έννομα αποτελέσμα μιας αποφάσεως που εξέδωσε η Επιτροπή αφού αποφάνθηκε συναφώς η επιτροπή τελωνειακού κώδικα.
2 Συγκεκριμένα, πρόκειται κατ' ουσίαν για το ζήτημα αν μια επιχείρηση η οποία δηλώνει εσφαλμένως εμπορεύματα κατά την εισαγωγή και κατ' αυτόν τον τρόπο έχει επιτύχει απαλλαγή από τους δασμούς οφείλει να καταβάλει εκ των υστέρων τον κανονικό δασμό, όταν, σε περίπτωση ορθής δηλώσεως των εμπορευμάτων, θα δικαιούνταν ομοίως απαλλαγής από τους δασμούς και όταν, μετά την αποκάλυψη του σφάλματος, έχουν εν τω μεταξύ εξαντληθεί και οι δύο ποσοστώσεις.
3 Η εν προκειμένω επίμαχη ρύθμιση του άρθρου 2, παράγραφος 1, έχει ως εξής:
«Όταν οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν ότι το σύνολο ή μέρους του ποσού των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που οφείλονται νομίμως για εμπόρευμα που διασαφήθηκε σε τελωνειακό καθεστώς που συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογουμένου, προβαίνουν στην είσπραξη των δασμών που δεν καταβλήθηκαν.
(...)»
ΙΙ - Η διαδικασία της κύριας δίκης
4 Κατά τα εκτιθέμενα από το αιτούν δικαστήριο, η διαφορά της κύριας δίκης εμφανίζεται συγκεκριμένα ως εξής: η Sportgoods A/S (στο εξής: εφεσίβλητη) διενεργούσε επί σειρά ετών εισαγωγές υποδημάτων ποδοσφαίρου από την Ταϋλάνδη. Κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Μαρτίου 1990 μέχρι τις 20 Ιανουαρίου 1992 τα υποδήματα από την Ταϋλάνδη δηλώθηκαν σε πέντε περιπτώσεις με διασαφήσεις εσφαλμένως ως υπαγόμενα στη δασμολογική κλάση 6403 19 00 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας. Η κλάση αυτή προκύπτει από το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (2), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2886/89 της Επιτροπής, της 2ας Αυγούστου 1989 (3), τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2472/90 της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 1990 (4), καθώς και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2587/91 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1991 (5). Η δασμολογική αυτή κλάση αφορά υποδήματα αθλητισμού που έχουν το πάνω μέρος από δέρμα φυσικό (6). Δεδομένου εντούτοις ότι τα υποδήματα είχαν το πάνω μέρος από πλαστική ύλη, θα έπρεπε ορθότερα να υπαχθούν στη δασμολογική κλάση 6402 19 00 (7): «Υποδήματα αθλητισμού με το πάνω μέρος από πλαστική ύλη» (8). Η εσφαλμένη αναγραφή της ορθής δασμολογικής κλάσεως οφείλεται σε ένα λάθος του εκτελωνιστή της καθής.
5 Κατά το χρονικό σημείο των εισαγωγών υφίστατο βάσει των κοινοτικών διατάξεων περί δασμολογικής προτιμήσεως προϋόντων αναπτυσσομένων χωρών δασμολογική ατέλεια όσον αφορά και τις δύο προαναφερθείσες δασμολογικές κλάσεις για εμπορεύματα από την Ταϋλάνδη. Κατά συνέπεια, ούτε απαιτήθηκε ούτε καταβλήθηκε δασμός για τις εισαγωγές αυτές. Σε περίπτωση ορθής αναγραφής της δασμολογικής κλάσεως δεν θα οφειλόταν επίσης κανενός είδους δασμός.
6 Στις 3 και 27 Μαρτίου 1992 - μετά από τις εισαγωγές των πέντε προαναφερθεισών παρτίδων υποδημάτων αθλητισμού - έληξε η δασμολογική ατέλεια ως προς τις δύο δασμολογικές κλάσεις, επειδή είχαν εξαντληθεί τα αντίστοιχα ανώτατα όρια εισαγωγών στο πλαίσιο των δύο αυτών κλάσεων (9).
7 Περί τα τέλη του 1992 και τις αρχές του 1993 έγιναν αντιληπτές οι πέντε εσφαλμένες δηλώσεις δασμολογικών κλάσεων κατά τη διάρκεια ελέγχου της φορολογικής αρχής. Η φορολογική αρχή επέβαλε εν συνεχεία εκ των υστέρων δασμό στις προαναφερθείσες πέντε παρτίδες. Η διοικητική επιτροπή προσφυγών επικύρωσε την απόφαση αυτή με την αιτιολογία ότι κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί διόρθωση δεν υφίστατο πλέον δυνατότητα προτιμησιακής δασμολογικής μεταχειρίσεως για εμπορεύματα καταγωγής Ταϋλάνδης, επειδή είχε εξαντληθεί το καθορισθέν ανώτατο όριο εισαγωγών και κατά συνέπεια είχε επαναφερθεί ο δασμός.
8 Η καθής προσέφυγε τελικά ενώπιον του Ψstre Landsret, το οποίο ανέστειλε την έγγραφη διαδικασία προκειμένου να ζητήσει από την Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων να εκδώσει απόφαση ως προς το κατά πόσον δικαιολογείται η διαγραφή χρέους εισαγωγικών δασμών υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις. Εν συνεχεία, μια ομάδα εμπειρογνωμόνων από αντιπροσώπους όλων των κρατών μελών συνήλθε στο πλαίσιο της επιτροπής τελωνειακού κώδικα - κατηγορία γενικής τελωνειακής νομοθεσίας/επιστροφές - για να εξετάσει την υπόθεση. Η Επιτροπή αποφάσισε τελικά ότι δεν δικαιολογούνταν η διαγραφή χρέους ως προς τους επίμαχους εισαγωγικούς δασμούς.
9 Εντούτοις, το Ψstre Landsret κατέληξε με την απόφασή του στο συμπέρασμα ότι δεν υφίστατο νόμιμο έρεισμα για την εκ των υστέρων είσπραξη. Κατόπιν εφέσεως του Skatteministeriet η διαφορά ήρθε τελικά ενώπιον της επιτροπής εξετάσεως εφέσεων του Hψjesteret.
10 Δεδομένου ότι τα έννομα αποτελέσματα της αποφάσεως της Επιτροπής είναι αμφίβολα και δεν είναι βέβαιο αν είναι δυνατή η εκ των υστέρων είσπραξη βάσει του κανονισμού 1697/79, η ως άνω επιτροπή εξετάσεως εφέσεων υπέβαλε τελικά στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1) Έχει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της "εκ των υστέρων" εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών, την έννοια ότι η δυνατότητα της εκ των υστέρων εισπράξεως αφορά μόνο τις περιπτώσεις κατά τις οποίες προέκυψε διαφορά ως προς το ποσό, αποκλειομένων των εσφαλμένων δηλώσεων περί δασμολογικής κλάσεως που δεν έχουν οικονομικές επιπτώσεις;
2) Πρέπει η φράση "(...) που οφείλεται νομίμως" του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι
- έχουν σημασία, σχετικά με την ύπαρξη ποσού που έπρεπε να εισπραχθεί, οι πραγματικές και νομικές περιστάσεις που υφίστανται όταν οι αρμόδιες αρχές παραλαμβάνουν διασάφηση περιέχουσα εσφαλμένη δασμολογική κλάση
ή υπό την έννοια ότι
- έχουν σημασία, σχετικά με την ύπαρξη ποσού που έπρεπε να εισπραχθεί, οι πραγματικές και νομικές περιστάσεις που υφίσταντο κατά τον χρόνο που οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν ότι μια διασάφηση περιείχε εσφαλμένη δασμολογική κλάση;
3) α) Ποιες είναι οι έννομες συνέπειες αποφάσεως της Ευρωπαϋκής Επιτροπής που εκδόθηκε, αφού προηγουμένως η επιτροπή τελωνειακού κώδικα είχε αποφανθεί επί της σχετικής υποθέσεως, και απευθύνθηκε προς κράτος μέλος κατόπιν αιτήσεως αυτού του κράτους με την οποία ζητήθηκε από την επιτροπή να αποφανθεί επί του ζητήματος εάν δικαιολογείται, υπό ορισμένες συγκεκριμένες περιστάσεις, η διαγραφή χρέους εισαγωγικών δασμών, και με την οποία η Επιτροπή και η επιτροπή αποφαίνονται ότι δεν δικαιολογείται η διαγραφή του χρέους εισαγωγικών δασμών το οποίο αφορούσε η απευθυνθείσα στην επιτροπή αίτηση του κράτους μέλους;
β) Συνάδει με τα περιγραφέντα στην απάντηση στο ερώτημα 3 α έννομα αποτελέσματα το να αποφανθεί, μέσω αποφάσεως, δικαστήριο του οικείου κράτους μέλους υπό την έννοια ότι δεν υφίστατο η νομική βάση που ήταν αναγκαία για την εκ των υστέρων είσπραξη των εισαγωγικών δασμών;»
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Ι - Επί του πρώτου και δεύτερου ερωτήματος
11 Με τα ερωτήματα αυτά το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί αν ο κανονισμός 1697/79, ο οποίος ρυθμίζει την εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών δασμών που δεν έχουν καταστεί ακόμη απαιτητοί, έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση, οπότε θα πρέπει να διενεργηθεί εκ των υστέρων είσπραξη. Ο κανονισμός, κατά το άρθρο 1 αυτού, καθορίζει τους όρους βάσει των οποίων μπορεί να πραγματοποιηθεί εκ των υστέρων είσπραξη «εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών οι οποίοι, ανεξαρτήτως λόγου, δεν κατέστησαν απαιτητοί» για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς που συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών. Το άρθρο 2 ρυθμίζει την εκ των υστέρων είσπραξη. Κατ' αυτό, μπορεί να γίνει η είσπραξη του ποσού των εισαγωγικών δασμών «που οφείλεται νομίμως», το οποίο δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογουμένου. Συναφώς, πρέπει να πρόκειται για εμπορεύματα τα οποία έχουν διασαφηθεί σε τελωνειακό καθεστώς που συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών. Στην παρούσα υπόθεση είναι εντούτοις αμφίβολο αν συντρέχει περίπτωση κατά την οποία δεν έχουν ακόμη καταστεί απαιτητοί εισαγωγικοί δασμοί που έπρεπε να καταβληθούν.
12 Η εφεσίβλητη, όπως φρονεί, ουδόλως ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει εισαγωγικούς δασμούς, διότι, ακόμη και αν είχε προβεί σε ορθή διασάφηση, θα δικαιούνταν αναμφιβόλως δασμολογική ατέλεια (για υποδήματα που έχουν το πάνω μέρος από πλαστική ύλη). Το Skatteministeriet καταλήγει σε διαφορετικό συμπέρασμα, διότι, κατά την άποψη του, πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψη η κατάσταση που υφίστατο κατά το χρονικό σημείο του φορολογικού ελέγχου. Κατά το χρονικό αυτό σημείο δεν υφίστατο πλέον δασμολογική ατέλεια ούτε για τα υποδήματα με το πάνω μέρος από δέρμα ούτε για τα υποδήματα με το πάνω μέρος από πλαστική ύλη, δεδομένου ότι και στις δύο περιπτώσεις είχε εξαντληθεί η ποσόστωση.
13 Τίθεται πάντως το ζήτημα αν η μετέπειτα κατάσταση μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει σημασία για την κρίση του θεμιτού της εκ των υστέρων εισπράξεως. Για να δοθεί συναφώς απάντηση πρέπει κατ' αρχάς να τεθεί το ερώτημα ποιοι είναι οι εισαγωγικοί δασμοί το ποσό των οποίων «οφείλεται νομίμως» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1.
14 Κατά την άποψη της εφεσίβλητης πρόκειται για τους εισαγωγικους δασμούς που οφείλονταν κατά το χρονικό σημείο της διασαφήσεως. Αν ληφθεί υπόψη ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2144/87 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1987, σχετικά με την τελωνειακή οφειλή (10), τότε από το άρθρο 3, στοιχείο αα, αυτού προκύπτει ότι ως χρονικό σημείο κατά το οποίο γεννάται η τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή θεωρείται, μεταξύ άλλων, το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι αρμόδιες αρχές αποδέχονται τη διασάφηση για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία ή το χρονικό σημείο κατά το οποίο διενεργείται οποιαδήποτε άλλη πράξη που παράγει τα ίδια νομικά αποτελέσματα με την αποδοχή, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Επομένως, καθοριστικό για την τελωνειακή οφειλή είναι το χρονικό σημείο της αποδοχής της διασαφήσεως και όχι ένα μεταγενέστερο χρονικό σημείο, π.χ., μεταγενέστερου ελέγχου. Επομένως, έχει σημασία τι έπρεπε να καταβάλει ο υπέχων δασμολογική οφειλή κατά το χρονικό σημείο της εισαγωγής. Οι οφειλόμενοι σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις δασμοί είναι, κατά συνέπεια, οι δασμοί που οφείλονται κατά το χρονικό σημείο της αποδοχής της διασαφήσεως.
15 Αυτό προκύπτει επίσης και από τη νομολογία του Δικαστηρίου, π.χ., από την απόφαση Pascoal & Filhos (11). Στην υπόθεση αυτή επρόκειτο για την εισαγωγή μπακαλιάρου στην Πορτογαλία. Δεδομένου ότι οι εισαγωγές συνοδεύονταν με πιστοποιητικό εισαγωγής, στο οποίο αναφερόταν η Γροιλανδία ως τόπος καταγωγής των εμπορευμάτων, δεν επιβλήθηκε αρχικά δασμός. Όταν όμως οι αρχές του κράτους εξαγωγής ανακοίνωσαν ότι η πιστοποίηση αυτή ήταν άκυρη, ήταν δυνατή - κατά το Δικαστήριο - η εκ των υστέρων απαίτηση καταβολής δασμού (12). Συναφώς, το Δικαστήριο έλαβε ως βάση ότι η τελωνειακή οφειλή γεννάται κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι αρμόδιες αρχές αποδέχονται τη διασάφηση για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία του εμπορεύματος. Εν προκειμένω στηρίζεται στην οδηγία 79/623/ΕΟΚ, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την τελωνειακή οφειλή (13), ιδίως δε στο άρθρο 3, στοιχείο αα, της οδηγίας αυτής (14).
16 Μια περαιτέρω ένδειξη για την ερμηνεία αυτής της έννοιας «του ποσού των εισαγωγικών δασμών που οφείλεται νομίμως» συνάγει η εφεσίβλητη από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3040/83 της Επιτροπής, της 28ης Οκτωβρίου 1983, για τη θέσπιση ορισμένων διατάξεων εφαρμογής των άρθρων 2 και 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου περί της επιστροφής ή της διαγραφής των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (15). Στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού περιέχεται η ακόλουθη ρύθμιση:
«Ως ποσό που νόμιμα πρέπει να εισπραχθεί, κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79, νοείται το ποσό των εισαγωγικών δασμών το οποίο, κατ' εφαρμογήν των κανόνων που ισχύουν κατά την ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία - συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων των σχετικών με την παροχή μειωμένου ή μηδενικού δασμού - έπρεπε να έχει εισπραχθεί για τα εμπορεύματα αυτά, αν όλα τα στοιχεία και έγγραφα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή αυτών των κανόνων είχαν δηλωθεί και υποβληθεί ορθά και αν είχαν πραγματικά ληφθεί υπόψη από τις αρμόδιες αρχές για τον υπολογισμό αυτών των δασμών.»
17 Συναφώς πρέπει να λεχθεί ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (16) δεν μπορεί να έχει άμεσα εφαρμογή επί της υπό κρίση περιπτώσεως. Στον κανονισμό αυτό δεν ρυθμίζεται η εκ των υστέρων είσπραξη μέχρι τούδε μη απαιτητών δασμών, αλλά η επιστροφή ή η διαγραφή τους. Οι προς τούτο προϋποθέσεις είναι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, ότι το βεβαιωθέν ποσό αναφέρεται σε εμπορεύματα για τα οποία δεν γεννήθηκε καμία τελωνειακή οφειλή ή για τα οποία η τελωνειακή οφειλή αποσβέστηκε κατ' άλλον τρόπον πλην της πληρωμής ή της διαγραφής του ποσού αυτής ή είναι ανώτερο, ανεξαρτήτως λόγου, από εκείνο που έπρεπε νομίμως να εισπραχθεί. Επομένως, δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης των δασμών οφείλει να καταβάλει κάτι εκ των υστέρων αλλά για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ήδη καταβληθέντες δασμοί επιστρέφονται ή μια υφιστάμενη υποχρέωση καταβολής διαγράφεται. Εξάλλου, όμως, δεν διακρίνεται κανένας λόγος για τον οποίο θα έπρεπε ως προς το ζήτημα των νομίμως οφειλομένων δασμών να ληφθεί ως βάση ένα άλλο χρονικό σημείο εκτός από αυτό του κανονισμού 1697/79. Και στους δύο κανονισμούς πρόκειται για τη ρύθμιση ζητημάτων που συνδέονται με την τελωνειακή οφειλή. Το ότι στη μια περίπτωση (του κανονισμού 1697/79) γίνεται λόγος για «ποσό δασμών που οφείλεται νομίμως» και στην άλλη περίπτωση (του κανονισμού 1430/79) για ποσό που «νομίμως έπρεπε να εισπραχθεί» δεν έχει καμία σημασία. Πράγματι, νομίμως μπορεί να εισπραχθεί μόνο ό,τι οφείλεται επίσης νομίμως.
18 Για τον λόγο αυτό μπορεί παρά ταύτα - ακόμη και αν ο κανονισμός 1430/79 δεν έχει εφαρμογή σε ενδεχομένως εκ των υστέρων είσπραξη στην παρούσα περίπτωση - να συναχθεί από τον σχετικό εν προκειμένω εκτελεστικό κανονισμό (3040/83) μια ένδειξη για την ερμηνεία της εννοίας «ποσού των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που οφείλεται νομίμως». Πρόκειται επομένως για τους εισαγωγικούς δασμούς που έπρεπε να καταβληθούν, σύμφωνα με τις σχετικές ρυθμίσεις, κατά το χρονικό σημείο της αποδοχής της διασαφήσεως των εμπορευμάτων.
19 Το Skatteministeriet έχει διαφορετική άποψη. Όπως ήδη μνημονεύθηκε, κατά τη γνώμη του, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις που έχουν ανακύψει μέχρι το χρονικό σημείο της διορθωτικής πράξεως. Εκθέτει συναφώς ότι ο πρώτος έλεγχος από τις αρμόδιες αρχές πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά βάσει των δηλώσεων του εισαγωγέα και της συνήθους επαληθεύσεώς τους. Επομένως, μπορούσαν να ληφθούν υπόψη μόνο οι πραγματικές και νομικές καταστάσεις που υφίσταντο κατά το χρονικό σημείο της διασαφήσεως. Δεδομένου όμως ότι μια εσφαλμένη δήλωση έχει μεγάλη οικονομική σημασία, θα πρέπει να είναι δυνατή η εκ των υστέρων είσπραξη.
20 Αυτό, κατ' αρχάς, δεν επιδέχεται αντίρρηση. Πάντως πρέπει να επισημανθεί ότι η δυνατότητα της εκ των υστέρων εισπράξεως προβλέφθηκε για τον λόγο ότι ο πρώτος έλεγχος των αρμοδίων αρχών πραγματοποιείται αποκλειστικά βάσει της δηλώσεως του εισαγωγέα. Αν διαπιστωθεί αργότερα ότι τα δηλωθέντα στοιχεία δεν ήταν ορθά, τότε πρέπει να είναι δυνατή η εκ των υστέρων είσπραξη ενδεχομένως υπερβολικά χαμηλών καταβληθέντων δασμών. Αυτό προκύπτει εξάλλου από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1697/79. Στις σκέψεις αυτές αναφέρεται ότι οι δασμοί που έχουν καταστεί απαιτητοί μπορεί να αποδειχθεί ότι ήταν χαμηλότεροι από τους νομίμως οφειλομένους και ότι αυτό, μεταξύ άλλων, μπορεί να οφείλεται σε λογιστικό σφάλμα εκ μέρους των αρχών ή στο ότι οι αρχές αυτές στηρίχθηκαν σε ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία φορολογήσεως, ιδίως όσον αφορά το είδος, την ποσότητα, την αξία, την καταγωγή ή τον προορισμό του οικείου εμπορεύματος. Περαιτέρω εκτίθεται:
«Ότι, λαμβάνοντας υπόψη, κατά κύριο λόγο, τον οικονομικό χαρακτήρα των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που ισχύουν στην Κοινότητα, αυτή η ανεπάρκεια [ως προς την είσπραξη] έχει ζημιογόνους συνέπειες στην κοινοτική οικονομία· ότι, ως εκ τούτου, δικαιολογείται η ευχέρεια των αρμοδίων αρχών να προβαίνουν στην "εκ των υστέρων" είσπραξη των δασμών που ακόμη οφείλονται, όταν διαπιστώνεται τέτοιο λάθος» (17).
21 Κι εδώ εντούτοις, πρέπει απλώς να ληφθεί ως βάση το αν τα στοιχεία που δηλώθηκαν με τη διασάφηση - αναφορικά με το χρονικό σημείο της διασαφήσεως - ήταν εσφαλμένα ή όχι. Δεν προκύπτει ότι πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψη εν τω μεταξύ επελθούσες μεταβολές. Αντιθέτως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα εν τω μεταξύ διαπιστωθέντα σφάλματα στα αρχικώς δηλωθέντα στοιχεία.
22 Αυτό καθίσταται επίσης σαφές αν ληφθεί υπόψη η ακόλουθη περίπτωση: ένας εισαγωγέας εισάγει ένα προϋόν ατελώς βάσει εσφαλμένης διασαφήσεως, καίτοι για το προϋόν αυτό δεν υφίσταται απαλλαγή από δασμούς. Αργότερα, το σφάλμα αποκαλύπτεται από τις τελωνειακές αρχές. Κατά το χρονικό σημείο όμως της αποκαλύψεως του σφάλματος έχει αρχίσει να ισχύει για αυτό ακριβώς το προϋόν δασμολογική προτιμησιακή μεταχείριση που προβλέπει απαλλαγή από δασμούς. Στην περίπτωση αυτή δεν θα ετίθετο ασφαλώς ζήτημα μη εκ των υστέρων εισπράξεως απλώς και μόνον για τον λόγο ότι το προϋόν κατέστη δυνατό να εισαχθεί εν τω μεταξύ άνευ δασμού. Πράγματι, εισήχθη σε προηγούμενο χρονικό σημείο, σε χρονικό σημείο στο οποίο ασφαλώς δεν υφίστατο απαλλαγή από τους δασμούς. Και στην περίπτωση αυτή θα ελαμβάνετο ως βάση η τότε ισχύουσα νομική κατάσταση. Η αντίστροφη περίπτωση όμως, δηλαδή η υπό κρίση, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί διαφορετικά. Και στην περίπτωση αυτή πρέπει, επομένως, να ληφθεί ως βάση το χρονικό σημείο κατά το οποίο το εμπόρευμα εισήχθη στην αγορά.
23 Η αναφορά του Skatteministeriet στο άρθρο 220, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (18), από το οποίο φαίνεται να προκύπτει ότι λαμβάνονται υπόψη οι μεταγενέστερες περιστάσεις, δεν μπορεί ούτε αυτή να γίνει δεκτή. Πρώτον, πρέπει να επισημανθεί ότι ο κανονισμός αυτός έχει εν μέρει αντικαταστήσει τους κανονισμούς που έχουν σημασία εν προκειμένω και επομένως δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση (19). Περαιτέρω, από τη ρύθμιση του άρθρου 220, παράγραφος 1, δεν συνάγεται κανένα στοιχείο υπέρ του ότι επιβάλλεται να λαμβάνονται επίσης υπόψη μεταγενέστερες περιστάσεις. Το άρθρο αυτό περιλαμβάνει μια ρύθμιση για την περίπτωση κατά την οποία ένα ποσό δασμών δεν έχει βεβαιωθεί και ορίζει:
«Όταν το ποσό των δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή δεν έχει βεβαιωθεί σύμφωνα με το άρθρο 218 και 219 ή έχει βεβαιωθεί σε ύψος χαμηλότερο εκείνου που νομίμως οφειλόταν, η βεβαίωση του ποσού των δασμών που έχει ή που απομένει να εισπραχθεί πρέπει να γίνει σε διάστημα δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή αντιλήφθηκε την κατάσταση αυτή και είναι σε θέση να υπολογίσει το νομίμως οφειλόμενο ποσό και να ορίσει τον οφειλέτη (βεβαίωση εκ των υστέρων). Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί σύμφωνα με το άρθρο 219.»
Αντιθέτως, από το άρθρο 201, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα, προκύπτει επιπλέον ότι και εδώ το χρονικό σημείο για τη γένεση της τελωνειακής οφειλής είναι το χρονικό σημείο της αποδοχής της διασαφήσεως των εμπορευμάτων.
24 Επομένως, μπορεί να γίνει δεκτό ότι κατά τις ρυθμίσεις αποκλειστικά και μόνον του κανονισμού 1697/79 δεν διαφαίνεται η δυνατότητα εκ των υστέρων εισπράξεως εν προκειμένω. Κατά το καθοριστικό χρονικό σημείο, δηλαδή της αποδοχής της τυπικώς σύννομης αλλά ουσιαστικώς εσφαλμένης τελωνειακής διασαφήσεως υφίστατο αναμφιβόλως δασμολογική ατέλεια για το επίμαχο προϋόν στο πλαίσιο της μη ακόμα εξαντληθείσας δασμολογικής ποσοστώσεως της δασμολογικής κλάσεως 6402 («Υποδήματα με το επάνω μέρος από πλαστική ύλη»). Επομένως, βάσει της κατά το χρονικό αυτό σημείο υφιστάμενης δασμολογικής ατέλειας δεν ήταν δυνατή και η γένεση δασμολογικής οφειλής. Για τον λόγο αυτόν δεν μπορεί να εισπραχθεί εκ των υστέρων οφειλόμενος δασμός.
25 Κατά την άποψη της Επιτροπής, εντούτοις, η υψηλότερη δασμολογική οφειλή γεννήθηκε ήδη κατά το χρονικό σημείο της διασαφήσεως. Επίσης κατά τη γνώμη της, το χρονικό σημείο της αποδοχής της διασαφήσεως έχει σημασία για τη γένεση της δασμολογικής οφειλής. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί επίσης ότι για την ενδεχομένως εφαρμογή προτιμήσεως πρέπει να ληφθεί ως βάση το χρονικό αυτό σημείο. Κατά τη γνώμη της, δεν ήταν εντούτοις δυνατή, βάσει των νομοθετικών διατάξεων, απαλλαγή από τους δασμούς για τα πράγματι εισαχθέντα εμπορεύματα - δηλαδή για υποδήματα αθλητισμού με το πάνω μέρος από πλαστική ύλη. Μια τέτοια απαλλαγή θα μπορούσε να χορηγηθεί μόνο για υποδήματα αθλητισμού με το πάνω μέρος από φυσικό δέρμα. Βάσει αυτής της τυπικής φύσεως θεωρήσεως φρονεί ότι είναι δεδομένη η γένεση δασμολογικής οφειλής.
26 Η θεώρηση αυτή δεν μπορεί εντούτοις να γίνει δεκτή. Πράγματι, κατ' αυτόν τον τρόπο αποχωρίζεται η διασάφηση των εμπορευμάτων από τη χορήγηση της δασμολογικής προτιμήσεως. Κατά την εκ των υστέρων είσπραξη πρόκειται όμως για το ζήτημα του τι έπρεπε να καταβληθεί σε περίπτωση ορθής διασαφήσεως κατά το χρονικό σημείο της αποδοχής της δηλώσεως. Στην παρούσα περίπτωση δεν έπρεπε να καταβληθεί τίποτε. Δεν μπορεί να τεθεί το ερώτημα - όπως πράττει η Επιτροπή - αν σε περίπτωση εσφαλμένης δηλώσεως θα έπρεπε να χορηγηθεί απαλλαγή από δασμούς. Αντιθέτως, πρέπει να τεθεί το ερώτημα ποια θα ήταν η κατάσταση αν ο εισαγωγέας ή η επιχείρηση μεταφορών είχε διασαφήσει ορθώς τα εμπορεύματα. Ασφαλώς, για υποδήματα με το πάνω μέρος από πλαστική ύλη δεν χορηγείται κανονικά απαλλαγή από δασμούς που προβλέπεται για υποδήματα με το πάνω μέρος από φυσικό δέρμα. Αν εντούτοις τα υποδήματα είχαν δηλωθεί ορθώς ως υποδήματα με το πάνω μέρος από πλαστική ύλη, θα μπορούσε να είχε χορηγηθεί και η αντίστοιχη απαλλαγή. Εδώ πρέπει εκ νέου να αναφερθεί ο κανονισμός 3040/83 ο οποίος εν προκειμένω, όπως ήδη μνημονεύθηκε, μπορεί να ληφθεί υπόψη όσον αφορά τον προσδιορισμό του καθοριστικού χρονικού σημείου. Από το άρθρο 1 του κανονισμού προκύπτει ότι για τους δασμούς καθοριστικής σημασίας είναι οι κανόνες που ισχύουν κατά την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, «συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων των σχετικών με την παροχή μειωμένου ή μηδενικού δασμού».
27 Για τον λόγο αυτό, η παρατεθείσα από την Επιτροπή απόφαση στην υπόθεση Wόnsche (20) μάλλον είναι αντίθετη προς την άποψή της. Η απόφαση αυτή αφορούσε μέτρο διασφαλίσεως κατά τις εισαγωγές κονσερβών μανιταριών. Οι εισαγωγές αυτές είχαν ρυθμιστεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε κατά τον εκτελωνισμό επιβαλλόταν συμπληρωματικό ποσό για την πέρα της καθορισθείσας ποσότητας. Στην περίπτωση που αφορούσε η υπόθεση αυτή είχαν εισαχθεί άγρια μανιτάρια με τα αντίστοιχα πιστοποιητικά, οπότε δεν εισπράχθηκε κανένα συμπληρωματικό ποσό. Στη συνέχεια όμως διαπιστώθηκε βάσει πραγματογνωμοσυνών ότι δεν επρόκειτο για άγρια μανιτάρια αλλά για μανιτάρια καλλιεργείας. Καίτοι ο εισαγωγέας προσκόμισε στη συνέχεια τα αντίστοιχα πιστοποιητικά για μανιτάρια καλλιεργείας εισπράχθηκε εντούτοις το συμπληρωματικό ποσό. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το συμπληρωματικό αυτό ποσό πρέπει να εισπράττεται και στην περίπτωση κατά την οποία μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας κονσερβών μανιταριών διαπιστώνεται ότι δεν υφίσταται για τα εμπορεύματα έγκυρο πιστοποιητικό εισαγωγής.
28 Η υπόθεση αυτή δεν είναι οπωσδήποτε παρόμοια με την υπό κρίση. Παρά ταύτα, μπορεί να συναχθεί και από την απόφαση Wόnsche ότι ελήφθη ως βάση το χρονικό σημείο της διασαφήσεως. Δεδομένου ότι κατά το χρονικό αυτό σημείο δεν υφίσταντο έγκυρα πιστοποιητικά, ήταν δυνατή η εκ των υστέρων είσπραξη. Στην υπό κρίση όμως υπόθεση υφίστατο απαλλαγή από τους δασμούς ήδη κατά το χρονικό σημείο της διασαφήσεως, οπότε δεν έπρεπε να καταβληθεί κανένας δασμός. Εκ των υστέρων προσκόμιση πιστοποιητικού δεν ήταν εν προκειμένω αναγκαία για την επίτευξη της απαλλαγής από τους δασμούς.
29 Επομένως, η κατάσταση δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι αν ληφθεί ως βάση το χρονικό σημείο της αποδοχής της τελωνειακής διασαφήσεως δεν γεννάται δασμολογική οφειλή. Το ότι πρέπει να ληφθεί ως βάση το χρονικό αυτό σημείο δεν αμφισβητείται ούτε από την Επιτροπή. Το περαιτέρω ζήτημα που θέτει η Επιτροπή, αν δηλαδή είναι δυνατό να μην επιβληθούν δασμοί ή να διαγραφούν, δεν χρειάζεται να εξεταστεί εν προκειμένω, δεδομένου ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι γεννήθηκε μια τέτοια δασμολογική οφειλή.
30 Θα ήταν δυνατή, ενδεχομένως, η συναγωγή για τον λόγο αυτό ενός άλλου συμπεράσματος επειδή εν προκειμένω είχαν οριστεί ανώτατα όρια δασμών τα οποία κατά το χρονικό σημείο του τελωνειακού ελέγχου, δηλαδή όταν αποκαλύφθηκε η εσφαλμένη δήλωση, είχαν ήδη εξαντληθεί. Συγκεκριμένα, το Skatteministeriet επισημαίνει ότι η ερμηνεία του κανονισμού 1697/79 είναι υπερβολικά στενή, αν ληφθεί απλώς ως βάση το αν εσφαλμένη δήλωση στοιχείων κατά τη διασάφηση ασκεί ή όχι επιρροή στο ποσό του εισπρακτέου δασμού. Κατά τα λοιπά, αναφέρεται στην απόφαση της Επιτροπής για τη διαγραφή της δασμολογικής οφειλής, κατά την οποία οι επί μέρους δασμολογικές κλάσεις έχουν διαφορετικούς σκοπούς και διαφορετική σημασία για το εμπόριο και, επομένως, δεν μπορούν να εφαρμόζονται εναλλακτικώς.
31 Τέλος, και από τον κανονισμό 3040/83 καταφαίνεται ότι στην περίπτωση υπάρξεως δασμολογικών ποσοστώσεων δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο το χρονικό σημείο της αποδοχής της διασαφήσεως. Από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού προκύπτει πράγματι ότι απαλλαγή από τους δασμούς μπορεί να χορηγείται μόνο - ακόμα και αν κατά το χρονικό σημείο της αποδοχής της διασαφήσεως των εμπορευμάτων για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία ίσχυε η απαλλαγή αυτή - εφόσον δεν έχουν ακόμη επιτευχθεί οι προβλεπόμενες ανώτατες ποσότητες για την από τελωνειακής απόψεως θέση των οικείων εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας.
32 Κατά την άποψη επίσης της Sportgoods, πρέπει κατά την ερμηνεία του κανονισμού 1697/79 να εξετάζεται αν υφίσταται προτιμησιακή ρύθμιση. Εν προκειμένω στηρίζεται στον σκοπό της ρυθμίσεως αυτής, ο οποίος, όσον αφορά προτιμησιακή ρύθμιση για αναπτυσσόμενες χώρες όπως στην παρούσα υπόθεση, συνίσταται στη συμβολή στην ανάπτυξή τους. Επομένως, είναι σημαντικό να εξασφαλίζεται ότι είναι δυνατή η χορήγηση τέτοιας προτιμήσεως.
33 Το Skatteministeriet επισημαίνει ακόμη μια άλλη περίσταση σε σχέση με τη χορήγηση δασμολογικών προτιμήσεων. Αν, παρά την εξάντληση της δασμολογικής ποσοστώσεως, δεν εισπραττόταν εκ των υστέρων δασμός, τότε θα προέκυπτε οικονομικό μειονέκτημα για την Κοινότητα.
34 Εδώ, πρέπει κατ' αρχάς να εξεταστεί το τελευταίο αυτό επιχείρημα. Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1697/79, εκ των υστέρων εισπράξεις δικαιολογούνται ακριβώς από το ότι ανεπαρκής είσπραξη δασμών θα είχε δυσμενείς συνέπειες για την οικονομία της Κοινότητας. Εν προκειμένω πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διπλή λειτουργία των δασμών. Αφενός, επιτελούν προστατευτική λειτουργία για την οικονομία της Κοινότητας και, αφετέρου, αποτελούν έσοδα της Κοινότητας. Πραγματοποιείται εν μέρει παραίτηση από τα έξοδα αυτά όταν θεσπίζονται απαλλαγές από τους δασμούς χάριν της προστασίας των αναπτυσσομένων χωρών. Αν εν προκειμένω σημειωθεί υπέρβαση μιας καθορισθείσας ποσοστώσεως, μπορεί να προκύψει πρόσθετη απώλεια εσόδων από δασμούς.
35 Στην υπό κρίση όμως υπόθεση ανακύπτει το ζήτημα αν συνεπεία των εσφαλμένως δηλωθέντων στοιχείων κατά τη διασάφηση προέκυψε καν απώλεια εσόδων από δασμούς. Αν ληφθεί ως βάση το χρονικό σημείο της αποδοχής της διασαφήσεως, προκύπτει - όπως ήδη καταδείχθηκε - και στις δύο περιπτώσεις μηδενική δασμολογική οφειλή. Επομένως, αν ληφθεί υπόψη μόνον το ποσό που έπρεπε να καταβληθεί, δεν διαπιστώνεται καμία οικονομική ζημία.
36 Κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσε να συναχθεί διαφορετικό αποτέλεσμα, αν σκεφθούμε από ποιες επιβαρύνσεις παραιτείται εκάστοτε η Κοινότητα. Αυτό εξαρτάται από το ύψος του κανονικού δασμολογικού συντελεστή. Αν ο δασμολογικός αυτός συντελεστής είναι χαμηλότερος για εμπορεύματα που πράγματι απαλλάσσονται από δασμούς από αυτά που εσφαλμένως υπάγονται στην ποσόστωση αυτή, τότε θα μπορούσε να προκύψει απώλεια για την Κοινότητα, διότι αυτή παραιτείται από υψηλότερο ποσό δασμών από τον προβλεπόμενο. Το να ληφθεί ως βάση το ποσό των δασμών από το οποίο η Κοινότητα παραιτείται δεν δημιουργεί προβλήματα στην περίπτωση μιας μόνο δασμολογικής ποσοστώσεως. Αν όμως πρόκειται, όπως εν προκειμένω, για δύο παράλληλα υφιστάμενες δασμολογικές ποσοστώσεις, οι οποίες προβλέπουν εκάστοτε πλήρη απαλλαγή από δασμούς, τότε δεν διαφαίνεται πώς θα μπορούσε να καθοριστεί ένα ποσό που πρέπει να καταβληθεί εκ των υστέρων. Αν ληφθούν ως βάση οι ρυθμίσεις του κανονισμού 1697/79, ο οποίος, όπως καταδείχθηκε, λαμβάνει ως βάση το χρονικό σημείο της αποδοχής της διασαφήσεως, τότε καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι και στις δύο περιπτώσεις απαιτήθηκε μηδενικός δασμός. Η είσπραξη ή η εκ των υστέρων είσπραξη του μεταξύ των δύο δασμών υφισταμένου ποσού διαφοράς δεν προβλέπεται στον κανονισμό 1697/79. Ο κανονισμός λαμβάνει απλώς ως βάση οφειλόμενα αλλά μη εισπραχθέντα ποσά δασμών.
37 Αν - όπως προτείνει το Skatteministeriet - υπάρξει πλήρης άρνηση χορηγήσεως απαλλαγής από δασμούς σύμφωνα με τη ρύθμιση του κανονισμού 3040/83, τότε η Κοινότητα θα εισέπραττε ενδεχομένως περισσότερους δασμούς απ' ό,τι δικαιούται. Εν προκειμένω είναι αμφίβολο αν αυτό αποτελεί ηθελημένο κατά τον κανονισμό 3040/83 αποτέλεσμα. Ναι μεν ο κανονισμός αυτός δεν έχει άμεση σχέση με την παρούσα υπόθεση, πλην όμως θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως ένδειξη για την αντιμετώπιση της εκ των υστέρων εισπράξεως στην περίπτωση υπάρξεως δασμολογικής προτιμήσεως. Εντούτοις, και ο κανονισμός αυτός λαμβάνει ως σημείο αναφοράς την περίπτωση μιας και μόνο δασμολογικής προτιμήσεως και όχι την υπό κρίση περίπτωση κατά την οποία ακόμη και με ορθή διασάφηση θα υφίστατο δασμολογική προτίμηση. Στην πρώτη περίπτωση θα είχε προκύψει σαφώς απώλεια για την Κοινότητα συνεπεία της διαγραφής μιας δασμολογικής οφειλής μετά την επαναφορά του συνήθους δασμολογικού συντελεστή, η οποία απώλεια θα μπορούσε άνευ ετέρου να διατυπωθεί αριθμητικώς. Αυτό εμποδίζεται μέσω της αρνήσεως χορηγήσεως της «εκ των υστέρων» απαλλαγής από δασμούς.
38 Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί ότι, ως προς τον κανονισμό 3040/83, πρόκειται για το ζήτημα αν μπορεί να αναγνωριστεί η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος - η απαλλαγή από τον καταβλητέο δασμό -, αφότου έχει εξαντληθεί η ποσόστωση. Στην υπό κρίση εντούτοις περίπτωση συμβαίνει να έχει πράγματι ήδη χορηγηθεί η απαλλαγή από τους δασμούς. Στην περίπτωση αυτή είναι αμφίβολο αν ο οφειλέτης των επιβαρύνσεων μπορεί να εξαιρεθεί από την ποσόστωση μόνο προς τον σκοπό εισπράξεως της διαφοράς μεταξύ των μη καταβληθέντων δασμών, πράγμα που θα είχε τότε ως συνέπεια ότι δεν θα είναι πράγματι πλέον δυνατόν να τύχει εκ των υστέρων της ποσοστώσεως που δικαιούται. Ο οφειλέτης των δασμών θα έπρεπε συνεπώς - όπως καταδείχθηκε - να καταβάλει το συνολικό ποσό των δασμών και η Κοινότητα θα εισέπραττε περισσότερες δασμολογικές επιβαρύνσεις από αυτές που δικαιούται. Αυτό δεν θα συνέβαινε μόνο αν επήρχετο πλήρης τακτοποίηση αναδρομικώς και των δύο ποσοστώσεων. Αν όμως ληφθεί υπόψη ο κανονισμός 3040/83, τότε προκύπτει ότι όχι μόνο δεν υφίσταται αναδρομικώς τακτοποίηση, αλλά πραγματοποιείται περαιτέρω διεύρυνση των δασμολογικών ποσοστώσεων. Αυτό προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, κατά το οποίο σε περίπτωση σφάλματος της αρμόδιας αρχής διαγράφεται ο δασμός, ακόμη και αν η ποσόστωση έχει εν τω μεταξύ εξαντληθεί.
39 Το ότι εδώ πρόκειται για διεύρυνση της δασμολογικής ποσοστώσεως προκύπτει από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3896/89 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1989, περί εφαρμογής γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων κατά το έτος 1990 για ορισμένα βιομηχανικά προϋόντα καταγωγής αναπτυσσομένων χωρών (21), με τον οποίο καθορίστηκαν οι εν προκειμένω επίμαχες δασμολογικές προτιμήσεις. Οι προτιμήσεις αυτές παρατάθηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3831/90 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1990, περί εφαρμογής των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων κατά το έτος 1991 για ορισμένα βιομηχανικά εμπορεύματα καταγωγής αναπτυσσομένων χωρών (22), καθώς και με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3587/91 του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1991, για την παράταση κατά το 1992 της εφαρμογής των κανονισμών (ΕΟΚ) 3831/90, (ΕΟΚ) 3832/90, (ΕΟΚ) 3833/90 και (ΕΟΚ) 3835/90, περί εφαρμογής των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων κατά το έτος 1991 σε ορισμένα προϋόντα καταγωγής αναπτυσσομένων χωρών (23). Έτσι, στην εικοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3896/89, που αντιστοιχεί στην τριακοστή αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3831/90, αναφέρεται ότι ενόψει των ρυθμίσεων για την επιστροφή ή τη διαγραφή χρέους εισαγωγών ή εξαγωγικών δασμών, και ιδίως του κανονισμού 1430/79 και του κανονισμού 3040/83, ήταν σκόπιμο να προβλεφθεί διαδικασία για τη ρύθμιση των εισαγωγών που όντως πραγματοποιούνται στα πλαίσια των κατά τον παρόντα κανονισμό καθορισμένων ποσών με δασμό μηδέν και των άλλων προτιμησιακών δασμολογικών ορίων που ανοίγονταν κατά τον κανονισμό αυτό. Για να μην επιφέρουν οι ρυθμίσεις αυτές σημαντικές υπερβάσεις των δασμολογικών ανώτατων ορίων έπρεπε να προβλεφθεί ότι η Επιτροπή μπορούσε να λαμβάνει μέτρα παύσεως των καταλογισμών. Από αυτό προκύπτει ότι οι επιχειρούμενες ρυθμίσεις μπορούν να έχουν ως συνέπεια υπέρβαση των δασμολογικών ανώτατων ορίων, πράγμα που σημαίνει ότι οι επί μέρους ποσοστώσεις, σε περίπτωση επίσης διαγραφής της δασμολογικής οφειλής, δεν πρέπει να ανοίγονται εκ νέου. Περαιτέρω, συνάγεται συναφώς ότι μια τέτοια υπέρβαση των ανωτάτων ορίων πρέπει πράγματι να αποφεύγεται κατά το δυνατόν, πλην όμως σε ορισμένες περιπτώσεις θα πρέπει να γίνεται αποδεκτή. Εν προκειμένω πρέπει και πάλι να υπομνησθεί ότι σε τέτοιου είδους περιπτώσεις προκύπτει οικονομική ζημία για την Κοινότητα. Ακόμη και σ' αυτές τις περιπτώσεις - οι οποίες είναι παρόμοιες με την υπό κρίση - η ζημία αυτή γίνεται ανεκτή.
40 Με βάση αυτές τις σκέψεις νομίζω ότι δεν δικαιολογείται να αφαιρεθεί από την καθής εκ των υστέρων η ήδη χορηγηθείσα απαλλαγή από τους δασμούς απλώς και μόνο για να καλυφθεί η απώλεια εσόδων που ενδεχομένως προκλήθηκε λόγω της διαφοράς των μη εισπραχθέντων δασμών. Συναφώς πρέπει να επισημανθεί ότι ήδη κατά το χρονικό σημείο της διασαφήσεως δικαιούνταν απαλλαγής από τους δασμούς.
41 Η περίπτωση αυτή πρέπει να διακριθεί από την περίπτωση κατά την οποία ένας εισαγωγέας δηλώνει εσφαλμένως τα εισαγόμενα εμπορεύματα σε μια κλάση για την οποία χορηγείται απαλλαγή από τους δασμούς, ενώ αν τα δήλωνε ορθώς θα έπρεπε να καταβάλει το συνήθη δασμό. Στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών, το ύψος των οποίων προκύπτει από τη διαφορά του πράγματι καταβληθέντος δασμού (εν προκειμένω μηδενικού) και του δασμού που θα έπρεπε να καταβληθεί βάσει των ισχυουσών διατάξεων. Εδώ δεν υφίσταται το πρόβλημα δύο δασμολογικών ποσοστώσεων όπως στην υπό κρίση περίπτωση.
42 Εκ των υστέρων είσπραξη πρέπει εντούτοις να πραγματοποιείται όταν, όπως εν προκειμένω, πρέπει να ληφθούν υπόψη δύο προτιμησιακές ποσότητες, για τις οποίες όμως ισχύουν απαλλαγές από τους δασμούς διαφορετικού ύψους, και τα εμπορεύματα υπήχθησαν εσφαλμένως στην κατηγορία με την υψηλότερη απαλλαγή από τους δασμούς. Και στην περίπτωση αυτή μπορεί να καθοριστεί το ποσό που πρέπει να εισπραχθεί εκ των υστέρων. Πρόκειται για τη διαφορά μεταξύ του πράγματι καταβληθέντος και του - υψηλότερου - δασμού που θα έπρεπε συγκεκριμένα να καταβληθεί.
43 Τέλος, πρέπει να εξεταστεί αν κατά το πνεύμα και τον σκοπό των δασμολογικών προτιμήσεων θα ήταν αναγκαία η εκ των υστέρων είσπραξη. Η απαλλαγή από τους δασμούς ίσχυε τόσο για υποδήματα αθλητισμού με το πάνω μέρος από φυσικό δέρμα όσο και για υποδήματα με το πάνω μέρος από πλαστική ύλη. Εντούτοις, συνεπεία της εσφαλμένης δηλώσεως υπήχθησαν υποδήματα αθλητισμού με το πάνω μέρος από πλαστική ύλη στην ποσόστωση για υποδήματα αθλητισμού με το πάνω μέρος από φυσικό δέρμα. Το ζήτημα είναι αν αυτό δεν αντιφάσκει προς το πνεύμα και τον σκοπό των αντιστοίχως χορηγουμένων προτιμήσεων.
44 Οι διάδικοι της κύριας δίκης εξετάζουν το ζήτημα αυτό μόνο καθόσον διατυπώνουν παρατηρήσεις ως προς τις επιπτώσεις που θα έχει η διενέργεια ή όχι της εκ των υστέρων εισπράξεως ως προς την τήρηση των προτιμησιακών ποσοτήτων.
45 Συγκεκριμένα, η Sportgoods προβάλλει ότι ο σκοπός της προτιμησιακής ρυθμίσεως για τις αναπτυσσόμενες χώρες συνίσταται στη συμβολή στην ανάπτυξη των χωρών αυτών. Επομένως, είναι πολύ σημαντικό να υφίσταται η δυνατότητα χορηγήσεως προτιμήσεως. Αν πραγματοποιούνταν εκ των υστέρων είσπραξη στην υπό κρίση περίπτωση, τότε αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα ότι θα εισάγονταν λιγότερα υποδήματα ποδοσφαίρου με το επάνω μέρος από φυσικό δέρμα και, επομένως, δεν θα επιτυγχάνετο η καθορισθείσα για τα συγκεκριμένα αυτά εμπορεύματα ποσότητα.
46 Από την άλλη πλευρά, το Skatteministeriet υπογραμμίζει ότι ένας τέτοιος προτιμησιακός δασμός για αναπτυσσόμενες χώρες θεσπίζεται κατόπιν μακροχρονίων διαπραγματεύσεων. Το ύψος της εν προκειμένω καθοριζόμενης ανωτάτης ποσότητας εισαγωγών κάθε άλλο παρά εξαρτάται από τυχαία γεγονότα. Το κοινοτικό δίκαιο πρέπει εν προκειμένω να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται κατά τρόπο ώστε να μην εισάγονται περισσότερα εμπορεύματα με προτιμησιακό δασμό από την ποσότητα ακριβώς των εμπορευμάτων για την οποία έχει επιτευχθεί ομοφωνία και η οποία έχει καθοριστεί στους οικείους κανονισμούς. Αν εντούτοις δεν πραγματοποιηθεί εκ των υστέρων είσπραξη του δασμού στην παρούσα περίπτωση, αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα ότι περισσότερα υποδήματα ποδοσφαίρου με το πάνω μέρος από πλαστική ύλη θα υπαχθούν στον προτιμησιακό δασμό από αυτά που προβλέπονται στον κανονισμό.
47 Όσον αφορά τους ισχυρισμούς το Skatteministeriet, πρέπει κατ' αρχάς να επισημανθεί ότι - όπως ήδη καταδείχθηκε - αύξηση του προτιμησιακού δασμού ή της ανώτατης ποσότητας εισαγωγών είναι απολύτως αποδεκτή σε ορισμένες περιπτώσεις. Κατ' αρχήν πρέπει να παρατηρηθεί ότι η επιχειρηματολογία των διαδίκων αφορά μονομερώς κάθε φορά μόνο μία από τις δύο ανώτατες ποσότητες εισαγωγών. Όσον αφορά όμως το προς απάντηση ερώτημα, πρόκειται ακριβώς για το αν, σε περίπτωση τηρήσεως και των δύο ανωτάτων δασμολογικών ορίων και των αντιστοίχων σκοπών τους, μπορεί να γίνει δεκτή η εισαγωγή υποδημάτων ποδοσφαίρου με το πάνω μέρος από πλαστική ύλη στο πλαίσιο της ποσοστώσεως για υποδήματα αθλητισμού με το άνω μέρος από φυσικό δέρμα.
48 Από την αιτιολογία του κανονισμού 3896/89 (24) π.χ. προκύπτει ότι γενικευμένες δασμολογικές προτιμήσεις εφαρμόζονται προκειμένου να βελτιωθεί η πρόσβαση των αναπτυσσομένων χωρών στις αγορές των χωρών που παρέχουν τις προτιμήσεις (25). Προκειμένου να παρασχεθεί εν προκειμένω στις αναπτυσσόμενες χώρες ισότιμη πρόσβαση στα δασμολογικά πλεονεκτήματα, η Κοινότητα αποφάσισε να εφαρμόσει προτιμησιακή μεταχείριση με την οποία λαμβάνεται υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση κάθε ευνοούμενης χώρας. Αυτό πραγματοποιείται με ατομικώς κατά χώρα περιορισμό για ορισμένα εμπορεύματα. Η επιλεκτική μεταχείριση των χωρών καθορίζεται περαιτέρω σε συνάρτηση με την ευαισθησία των τομέων, την κατάσταση της κοινοτικής αγοράς όσον αφορά τα οικεία προϋόντα, καθώς και αφού ληφθεί υπόψη ο βαθμός βιομηχανικής αναπτύξεως και η ανταγωνιστικότητα των χωρών αυτών (26). Από αυτό προκύπτει ότι οι δασμολογικές προτιμήσεις πρέπει να χορηγούνται κατά τρόπο ώστε οι επιμέρους χώρες να μπορούν να επωφελούνται από αυτές στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Αν ληφθούν υπόψη τα δασμολογικά ανώτατα όρια που ισχύουν για την Ταϋλάνδη, διαπιστώνεται ότι είναι σημαντικώς υψηλότερα για τα υποδήματα με το πάνω μέρος από φυσικό δέρμα απ' ό,τι για υποδήματα με το πάνω μέρος από πλαστική ύλη (27).
49 Το Skatteministeriet αναφέρεται συναφώς στην απόφαση που εξέδωσε η Επιτροπή ως προς το ζήτημα αν η διαγραφή της δασμολογικής οφειλής είναι δυνατή στην υπό κρίση περίπτωση. Στα πλαίσια της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ο οικονομικός στόχος των δύο δασμολογικών ποσοστώσεων είναι διαφορετικός, οπότε δεν μπορούν να εναλλάσσονται μεταξύ τους. Επομένως, δεν είναι δυνατή η διαγραφή της δασμολογικής οφειλής.
50 Σε σχέση με αυτό, όμως, πρέπει να επισημανθεί ότι η Επιτροπή - όπως η ίδια εκθέτει - κατά την έκδοση της αποφάσεως αυτής έλαβε ως βάση ότι τίθεται ζήτημα διαγραφής δασμολογικής οφειλής μόνον όταν υφίσταται μια τέτοια δασμολογική οφειλή. Επομένως, έλαβε θέση απλώς και μόνον επί του ζητήματος αν θα μπορούσε να διαγραφεί μια γεννηθείσα δασμολογική οφειλή. Σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί να εφαρμοστεί ευθέως ο κανονισμός 3040/83, ο οποίος ρυθμίζει επακριβώς το ζήτημα της διαγραφής υφισταμένων δασμολογικών οφειλών στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει δασμολογική ποσόστωση. Από τον κανονισμό αυτό προκύπτει το έρεισμα για την άρνηση χορηγήσεως απαλλαγής από δασμούς για τον οφειλέτη. Στην υπό κρίση όμως περίπτωση δεν έχει γεννηθεί - όπως ήδη καταδείχθηκε - καμία δασμολογική οφειλή.
51 Είναι πάντως βέβαιο ότι, όπως εξέθεσε το Skatteministeriet, παραίτηση από την εκ των υστέρων είσπραξη θα έχει ως συνέπεια την εισαγωγή περισσοτέρων υποδημάτων με το πάνω μέρος από πλαστική ύλη απ' ό,τι προβλέπεται και λιγότερων υποδημάτων με το πάνω μέρος από φυσικό δέρμα (από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η ποσόστωση για υποδήματα με το πάνω μέρος από φυσικό δέρμα ανοίχθηκε εκ νέου και ότι επιτράπηκαν περαιτέρω εισαγωγές με απαλλαγή από δασμούς). Επομένως, η ποσόστωση για υποδήματα με το πάνω μέρος από φυσικό δέρμα δεν είχε πλήρως εξαντληθεί ενώ είχε σημειωθεί υπέρβαση της ποσοστώσεως για υποδήματα με το πάνω μέρος από πλαστική ύλη. Καίτοι δεν υλοποιήθηκε η πρόθεση παραδόσεως ορισμένου αριθμού υποδημάτων από φυσικό δέρμα, η διαφορά μεταξύ των δύο ποσοστώσεων είναι τόσο μικρή ώστε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προέκυψε ζημία για την Ταϋλάνδη. Οι ποσοστώσεις αφορούσαν το ίδιο είδος προϋόντων [και στις δύο περιπτώσεις επρόκειτο για υποδήματα (αθλητισμού), ενώ διαφορετικά ήταν μόνο τμήματα του υλικού]· οι ποσοστώσεις έληγαν ουσιαστικά κατά το ίδιο χρονικό σημείο και, εξάλλου, είχε επιτραπεί και στις δύο περιπτώσεις η ίδια, δηλαδή πλήρης απαλλαγή από τους δασμούς. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι προέκυψε ζημία για την Ταϋλάνδη, η ζημία αυτή είναι για τους ίδιους λόγους ασφαλώς τόσο μικρή, ώστε να παρέλκει νέα κατανομή των ποσοστώσεων.
52 Επίσης, και για την Κοινότητα δεν θα προέκυπτε καμία ζημία αν δεν πραγματοποιούνταν εκ των υστέρων είσπραξη, αλλά και αν δεν ανοίγονταν και πάλι ποσοστώσεις. Η απώλεια εσόδων από δασμούς που θα μπορούσε να προκύψει από τη διαφορά των επιμέρους δασμών οι οποίοι εκάστοτε δεν θα εισπράττονταν δεν δικαιολογεί, ενόψει του μεγέθους της, καμία νέα κατανομή των ποσοστώσεων.
53 Περαιτέρω πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη εκτιμήσεις σε συνάρτηση με τις αρχές της επιείκειας και της αναλογικότητας. Πράγματι, αυτός που βλάπτεται είναι το πολύ ο προμηθευτής των υποδημάτων από φυσικό δέρμα, ο οποίος σε περίπτωση μη κατανομής δεν μπορεί πλέον να τύχει εκ των υστέρων της ποσοστώσεως. Μπορεί πάντως να υποτεθεί ότι ο προμηθευτής έχει ήδη πωλήσει τα υποδήματα που εισήγαγε και έχει ήδη ενσωματώσει τον καταβληθέντα δασμό στις τιμές, οπότε και γι' αυτόν κατ' ουσίαν δεν θα πρέπει να έχει προκύψει ζημία.
54 Αν εντούτοις δεν πραγματοποιούνταν νέα κατανομή και δεν εισπραττόταν εκ των υστέρων ο δασμός, θα προέκυπτε ζημία για την Sportgoods. Πράγματι, και εδώ πρέπει να υποτεθεί ότι τα εισαχθέντα υποδήματα έχουν ήδη πωληθεί, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν υφίσταται πλέον η δυνατότητα ενσωματώσεως στην τιμή των εμπορευμάτων του δασμού που καταβλήθηκε μόλις πολύ αργότερα. Ακόμη και αν το πρόβλημα αυτό υφίσταται σε κάθε περίπτωση εκ των υστέρων εισπράξεως, πρέπει συναφώς να υπογραμμιστεί ότι στην υπό κρίση περίπτωση - σε αντίθεση προς τη συνήθη περίπτωση μιας εκ των υστέρων εισπράξεως - ήδη κατά το χρονικό σημείο της εισαγωγής δεν υφίστατο καμία δασμολογική οφειλή.
55 Ενόψει των μέχρι τούδε, όπως εκτέθηκαν, ιδιαίτερων περιστάσεων της παρούσας υποθέσεως, από τις οποίες δεν προκύπτει καμία άμεση νομική συνέπεια, φαίνεται εντούτοις, από λόγους επιεικείας, κατ' εξαίρεση εύλογο να επιτραπεί η εισαγωγή υποδημάτων αθλητισμού με το πάνω μέρος από πλαστική ύλη στο πλαίσιο της ποσοστώσεως για υποδήματα αθλητισμού με το πάνω μέρος από φυσικό δέρμα και να μη διενεργηθεί εκ των υστέρων είσπραξη.
56 Προς ολοκλήρωση των παρατηρήσεων επί των ερωτημάτων 1 και 2 πρέπει ακόμη να εξεταστούν δύο επιχειρήματα της Sportgoods. Αφενός, πρόκειται για το επιχείρημα ότι, αν πραγματοποιούνταν στην υπό κρίση περίπτωση εκ των υστέρων είσπραξη, αυτό θα αντέβαινε προς την αρχή της απαγορεύσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Συναφώς πρέπει να υπογραμμιστεί ότι στην παρούσα περίπτωση μόνο κατ' εξαίρεση - βάσει θεωρήσεων αναγομένων στην επιείκεια και την αναλογικότητα ενόψει της ελάχιστης διαφοράς μεταξύ των ποσοστώσεων που πρέπει εν προκειμένω να ληφθούν υπόψη - είναι δυνατή η εισαγωγή εμπορευμάτων στο πλαίσιο της ποσοστώσεως που ισχύει για άλλα εμπορεύματα. Σε μια περίπτωση κατά την οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή μια τέτοια δυνατότητα και έχουν εξαντληθεί και οι δύο ποσοστώσεις δεν μπορεί ενδεχομένως να παρασχεθεί πλέον η απαλλαγή από τους δασμούς. Στη περίπτωση αυτή δεν θα υφίστατο ασφαλώς αδικαιολόγητος πλουτισμός, επειδή το έρεισμα για την καταβολή των δασμών θα ήταν οι γενικοί δασμολογικοί κανόνες που μόνο προσωρινώς - για το χρονικό διάστημα της προτιμησιακής μεταχειρίσεως - είχαν παύσει να ισχύουν.
57 Εξάλλου, η εφεσίβλητη επισημαίνει ότι οι περιστάσεις που υφίσταντο κατά το χρονικό σημείο του μεταγενέστερου φορολογικού ελέγχου δεν θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη, επειδή το χρονικό αυτό σημείο ανέκυψε τελείως τυχαίως. Δεδομένου εντούτοις ότι η εσφαλμένη διασάφηση και η αποκάλυψη του λάθους αυτού στο πλαίσιο του ελέγχου πρέπει να καταλογιστούν στην Sportgoods, πρέπει ενδεχομένως να αποδεχθεί η καθής και τον καταλογισμό σ' αυτήν του αντίστοιχου χρονικού σημείου του ελέγχου.
58 Επομένως, απομένει ως συμπέρασμα το να γίνει δεκτό ότι στην υπό κρίση περίπτωση μπορεί κατ' εξαίρεση να μη διενεργηθεί εκ των υστέρων είσπραξη.
59 Πρέπει εντούτοις να διατυπωθεί η σκέψη ότι μια ενδεχόμενη συνέπεια από αυτή τη λύση θα μπορούσε να είναι ότι οι μελλοντικοί εισαγωγείς δεν θα θεωρούν πλέον αναγκαίο να δηλώνουν τα εμπορεύματά τους στην ορθή κατηγορία. Αν εντούτοις ληφθεί υπόψη ότι η παρούσα υπόθεση αποτελεί εξαίρεση καθώς και ότι για τον λόγο αυτό προτείνεται αυτή η λύση, τότε και οι εισαγωγείς δεν θα θεωρούν πλέον ως δεδομένο ότι σε περίπτωση εσφαλμένης δηλώσεως δεν θα πραγματοποιείται εκ των υστέρων είσπραξη.
60 Επομένως, στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι στο πλαίσιο του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1697/79 είναι δυνατή εκ των υστέρων είσπραξη μόνο στην περίπτωση κατά την οποία έχει προκύψει απώλεια εσόδων ή ζημία υπό τη μορφή ενός ποσού που έπρεπε να εισπραχθεί αλλά εντούτοις δεν καταβλήθηκε.
61 Η Επιτροπή καταλήγει αντιθέτως με τις γραπτές παρατηρήσεις της στο συμπέρασμα ότι μια διαφορά μεταξύ των ποσών δεν έχει καμία σημασία. Επ' αυτού πρέπει να λεχθεί ότι η Επιτροπή στηρίζει την επιχειρηματολογία της στο ότι ήδη κατά το χρονικό σημείο της αποδοχής της διασαφήσεως υφίστατο δασμολογική οφειλή. Επομένως, δεν εξετάζει το ζήτημα αν πρέπει να διενεργείται εκ των υστέρων είσπραξη, όταν, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, δεν έχει προκύψει καμία διαφορά στο ποσό, επειδή δεν γεννήθηκε δασμολογική οφειλή.
62 Στο πλαίσιο του δεύτερου ερωτήματος πρέπει να επισημανθεί ότι οι περιεχόμενες στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1697/79 λέξεις «ποσού των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που οφείλεται νομίμως» έχουν την έννοια ότι ως προς το ζήτημα αν οφείλεται ένα ποσό σημασία έχουν οι πραγματικές και νομικές περιστάσεις κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι αρμόδιες αρχές αποδέχονται μια διασάφηση που περιέχει εσφαλμένη δασμολογική κλάση. Εν προκειμένω πρέπει πάντως να επισημανθούν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες παρέχεται σε εμπορεύματα, λόγω εσφαλμένης δηλώσεως, απαλλαγή από τους δασμούς η οποία θα έπρεπε να παρασχεθεί και σε περίπτωση ορθής δηλώσεως. Αν, αντιθέτως, πρόκειται για δασμολογικές ποσοστώσεις οι οποίες δεν είναι όμοιες και, επομένως, δεν μπορούν να εφαρμοστούν εναλλακτικώς, το εμπόρευμα θα έπρεπε - ακόμη και αν δεν προέκυπτε καμία διαφορά ποσού - να δηλωθεί στην ορθή ποσόστωση.
ΙΙ - Επί του τρίτου ερωτήματος
63 Με το ερώτημα αυτό το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί ποιες νομικές συνέπειες έχει μια απόφαση την οποία η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων απευθύνει σε κράτος μέλος, αφού γνωμοδοτήσει η επιτροπή τελωνειακού κώδικα, και με την οποία η Επιτροπή και η επιτροπή αποφασίζουν ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν δικαιούται να προβεί σε διαγραφή των εισαγωγικών δασμών. Με αυτό συνδέεται το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος το οποίο αφορά το ζήτημα αν δικαστήριο του οικείου κράτους μέλους μπορεί, παρά την απόφαση αυτή, να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν υφίστατο κανένα νόμιμο έρεισμα για την εκ των υστέρων είσπραξη των εισαγωγικών δασμών.
64 Κατά την άποψη της εφεσίβλητης, η απόφαση της Επιτροπής δεν έχει σημασία για το ζήτημα της εκ των υστέρων εισπράξεως. Η απόφαση της επιτροπής τελωνειακού κώδικα αφορά το ζήτημα της διαγραφής και δεν λαμβάνει θέση επί της εκ των υστέρων εισπράξεως. Όταν υποβάλλεται στην Επιτροπή μια υπόθεση προκειμένου να κριθεί αν πρέπει υπό συγκεκριμένες περιστάσεις να διαγραφούν εισαγωγικοί δασμοί, η εξέταση του ζητήματος αυτού προϋποθέτει την ύπαρξη περιπτώσεως κατά την οποία πρέπει να κριθεί αν τίθεται ζήτημα διαγραφής. Προκειμένου η Επιτροπή να είναι σε θέση να εκδώσει απόφαση θα πρέπει να λάβει ως βάση ότι υφίσταται νόμιμο έρεισμα για την καταβολή εισαγωγικών δασμών. Το ίδιο το Skatteministeriet ζήτησε από την Επιτροπή να εκδώσει απόφαση ως προς το αν δικαιολογείται η διαγραφή εισαγωγικών δασμών υπό τις υφιστάμενες στην εκτεθείσα υπόθεση περιστάσεις. Επομένως, ουδόλως ζητήθηκε από την Επιτροπή να λάβει θέση επί του ζητήματος αν υπό τις υφιστάμενες περιστάσεις υφίστατο νόμιμο έρεισμα για την εκ των υστέρων είσπραξη.
65 Το Skatteministeriet, αντιθέτως, προβάλλει ότι κατά το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚ μια απόφαση, στην οποία αναφέρεται το Βασίλειο της Δανίας, είναι δεσμευτική για τη Δανία. Η απόφαση για τη μη έγκριση της διαγραφής προϋποθέτει φυσικά κατά νόμο το ότι γίνεται δεκτή η δυνατότητα της εκ των υστέρων εισπράξεως. Η Επιτροπή διαπίστωσε εμμέσως με την απόφασή της ότι υφίστατο νόμιμο έρεισμα για την εκ των υστέρων είσπραξη. Το Skatteministeriet προβάλλει περαιτέρω ότι ένα εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να λαμβάνει ως βάση ότι δεν υφίσταται ο αναγκαίος σύνδεσμος μεταξύ των κοινοτικών διατάξεων και μιας αποφάσεως ενός οργάνου της Κοινότητας. Διαφορετικά, οι δανικές τελωνειακές και φορολογικές αρχές θα ήταν υποχρεωμένες νομικώς έναντι των Κοινοτήτων να μην εγκρίνουν διαγραφή των εισαγωγικών δασμών, ενώ, αφετέρου, δεν θα είχαν και κανένα νόμιμο έρεισμα για την εκ των υστέρων είσπραξή τους.
66 Τέλος, το Skatteministeriet υπογραμμίζει ότι αν γίνει δεκτό ότι ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί να προβαίνει στη διαπίστωση ότι σε μια κατάσταση όπως η παρούσα δεν υφίσταται κανένα νόμιμο έρεισμα για εκ των υστέρων είσπραξη, αυτό θα ισοδυναμεί πράγματι με κήρυξη της αποφάσεως της Επιτροπής ως άκυρης και νομικώς ανενεργού. Αυτό προφανώς δεν συμβιβάζεται με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Foto-Frost (28). Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι εθνικό δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν είναι αρμόδιο να αναγνωρίζει το ίδιο την ακυρότητα κοινοτικών πράξεων.
67 Η ίδια η Επιτροπή αναφέρεται ομοίως στο άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚ. Συγχρόνως όμως εκθέτει ότι η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών δασμών προϋποθέτει ότι υφίσταται δυνατότητα αργότερα εκ των υστέρων εισπράξεως των δασμών αυτών. Το να ερωτηθεί η Επιτροπή ως προς τη δυνατότητα της διαγραφής έχει επομένως νόημα μόνο όταν πράγματι είναι δυνατή και η εκ των υστέρων είσπραξη. Το ζήτημα αυτό πρέπει να λύεται πριν ληφθεί θέση επί του ζητήματος της διαγραφής. Η Επιτροπή εκθέτει περαιτέρω ότι με την απόφασή της της 18ης Ιουλίου 1994 δεν έλαβε θέση επί της δυνατότητας πραγματοποιήσεως εκ των υστέρων εισπράξεως. Έλαβε ως βάση την αρχή κατά την οποία διαγραφή μπορεί να ζητείται μόνον εφόσον υφίσταται οφειλή. Αν είχε ζητηθεί από την Επιτροπή να λάβει θέση επιπλέον και επί του ζητήματος της εκ των υστέρων εισπράξεως και αν είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτό δεν είναι δυνατόν, τότε το αίτημα περί διαγραφής θα απορριπτόταν ως αβάσιμο.
68 Η Επιτροπή εκθέτει ομοίως ότι εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν να κηρύσσουν άκυρες πράξεις των Κοινοτήτων. Ορθώς, όμως, επισημαίνει επίσης ότι η νομολογία του Δικαστηρίου κάνει διάκριση μεταξύ της υπάρξεως (δασμολογικής) οφειλής και του ζητήματος της διαγραφής της. Η Επιτροπή αναφέρεται συναφώς στην απόφαση Cerealmangimi και Italgrani κατά Επιτροπής. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο κάνει διάκριση μεταξύ της δυνατότητας απαλλαγής των επιχειρηματιών από την καταβολή οφειλομένων δασμών και της ίδιας της αρχής του απαιτητού της οφειλής. Όπως το Δικαστήριο εξέθεσε στη συνέχεια, είναι εντούτοις πάντοτε δυνατό να υποβληθεί στο αρμόδιο (ιταλικό) δικαστήριο το ζήτημα της υποχρεώσεως καταβολής (29). Επομένως, πρέπει να υιοθετηθεί η άποψη της Επιτροπής ότι, όταν ένα δικαστήριο καταλήγει κατά την ερμηνεία του κανονισμού 1697/79 στο συμπέρασμα ότι σε μια συγκεκριμένη περίπτωση δεν υφίσταται νόμιμο έρεισμα για την εκ των υστέρων είσπραξη, αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη και συγχρόνως ότι κηρύσσεται άκυρη μια απόφαση της Επιτροπής η οποία δεν επιτρέπει τη διαγραφή (μιας υφισταμένης) δασμολογικής οφειλής. Σε μια τέτοια περίπτωση όμως η απόφαση της Επιτροπής καθίσταται άνευ αντικειμένου. Με αυτό πρέπει να συμφωνήσουμε.
69 Επομένως, στο τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα έννομα αποτελέσματα μιας αποφάσεως όπως της παρούσας, την οποία η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων απευθύνει, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της επιτροπής τελωνειακού κώδικα, σε κράτος μέλος συνιστούν έννομες συνέπειες μόνο ως προς το ζήτημα της διαγραφής εισαγωγικών δασμών, όταν το κράτος μέλος έχει ζητήσει από την επιτροπή να κρίνει αν, υπό συγκεκριμένα εκτιθέμενες περιστάσεις, δικαιολογείται η διαγραφή εισαγωγικών δασμών, η δε Επιτροπή και η επιτροπή κρίνουν ότι αυτό δεν δικαιολογείται. Εντούτοις, μπορεί να προκύπτει ρητώς κάτι διαφορετικό από την απόφαση. Αν με την απόφαση δεν λαμβάνεται θέση και ως προς το ζήτημα της εκ των υστέρων εισπράξεως, συνάδει προς τις έννομες συνέπειες αυτής το ότι δικαστήριο του οικείου κράτους μέλους κρίνει με απόφαση ότι δεν υφίσταται κανένα νόμιμο έρεισμα για την εκ των υστέρων είσπραξη των εισαγωγικών δασμών.
Γ - Πρόταση
70 Βάσει των προηγουμένων σκέψεων προτείνω τις ακόλουθες απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα:
«1) Στο πλαίσιο του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, είναι δυνατή εκ των υστέρων είσπραξη μόνο στην περίπτωση κατά την οποία έχει προκύψει απώλεια εσόδων ή ζημία υπό τη μορφή ενός ποσού που έπρεπε να εισπραχθεί αλλά εντούτοις δεν καταβλήθηκε.
2) Ο περιεχόμενος στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1697/79 όρος "ποσού των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που οφείλεται νομίμως" έχει την έννοια ότι ως προς ζήτημα αν οφείλεται ένα ποσό σημασία έχουν οι πραγματικές και νομικές περιστάσεις κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι αρμόδιες αρχές αποδέχονται μια διασάφηση που περιέχει εσφαλμένη δασμολογική κλάση.
3) Η απόφαση την οποία η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων απευθύνει, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της επιτροπής τελωνειακού κώδικα, σε κράτος μέλος και με την οποία η Επιτροπή αποφασίζει ότι δεν δικαιολογείται η διαγραφή εισαγωγικών δασμών, όταν το κράτος μέλος έχει ζητήσει από την επιτροπή να κρίνει αν η διαγραφή αυτή υπό συγκεκριμένες περιστάσεις δικαιολογείται, είναι δεσμευτική μόνον όταν, από νομικούς και πραγματικούς λόγους, μπορούν να επιβληθούν εισαγωγικοί δασμοί. Δεν δεσμεύει ούτε εμποδίζει ένα δικαστήριο να κρίνει αν υφίσταται καν νόμιμο έρεισμα. Άλλως έχει το ζήτημα μόνον αν κάτι τέτοιο προκύπτει ρητώς από την απόφαση. Αν με την απόφαση της Επιτροπής δεν λαμβάνεται θέση ούτε ως προς το ζήτημα της εκ των υστέρων εισπράξεως ούτε ως προς το ζήτημα του νομικού ερείσματος, δικαστήριο του οικείου κράτους μέλους μπορεί να κρίνει ότι δεν υφίσταται κανένα νόμιμο έρεισμα για την εκ των υστέρων είσπραξη των εισαγωγικών δασμών.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254.
(2) - ΕΕ L 256, σ. 1.
(3) - EE L 282, σ. 1.
(4) - EE L 247, σ. 1.
(5) - ΕΕ L 259, σ. 1.
(6) - Η πλήρης διατύπωση της κλάσεως αυτής έχει ως εξής: 6403 Υποδήματα που έχουν τα εξωτερικά πέλματα από καουτσούκ, πλαστική ύλη, δέρμα φυσικό ή ανασχηματισμένο και το πάνω μέρος από δέρμα φυσικό: (...) 6403 19 00 άλλα.
(7) - Βλ. υποσημειώσεις 2 έως 5.
(8) - Η πλήρης διατύπωση της κλάσεως αυτής έχει ως εξής: 6402 Άλλα υποδήματα που έχουν τα εξωτερικά πέλματα και το πάνω μέρος από καουτσούκ ή από πλαστική ύλη: υποδήματα αθλητισμού (...) 6402 19 00 άλλα.
(9) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 513/92 της Επιτροπής, της 28ης Φεβρουαρίου 1992, περί επαναφοράς της εφαρμογής τελωνειακών δασμών για τα προϋόντα των κωδικών ΣΟ 6401, 6402, 6404 και 6405 90 10 καταγωγής Ταϋλάνδης, δικαιουμένων των προβλεπομένων στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3831/90 του Συμβουλίου δασμολογικών ποσοστώσεων (EE L 55, σ. 88), κανονισμός (ΕΟΚ) 719/92 της Επιτροπής, της 23ης Μαρτίου 1992, περί αποκαταστάσεως της εφαρμογής τελωνειακών δασμών για προϋόντα του κωδικού ΣΟ 6403, καταγωής Ταϋλάνδης, δικαιουμένων των προβλεπομένων στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3831/90 του Συμβουλίου (EE L 78, σ. 9).
(10) - EE L 201, σ. 15.
(11) - Απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997 στην υπόθεση C-97/95 (Συλλογή 1997, σ. Ι-4209).
(12) - Προπαρατεθείσα απόφαση στην υποσημείωση 11, σκέψη 36 επ.
(13) - Οδηγία του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1979 (ABl. L 297, σ. 13).
(14) - Προπαρατεθείσα απόφαση στην υποσημείωση 11, σκέψη 10.
(15) - EE L 297, σ. 13.
(16) - ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015, σ. 162.
(17) - Πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1697/79.
(18) - EE L 302, σ. 1.
(19) - Άρθρο 251 του κανονισμού 2913/92.
(20) - Απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 1991 στην υπόθεση C-26/90 (Συλλογή 1991, σ. Ι-4961).
(21) - EE L 383, σ. 1.
(22) - EE L 370, σ. 1.
(23) - EE L 341, σ. 1.
(24) - Προπαρατεθέντα στην υποσημείωση 21.
(25) - Δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3896/89.
(26) - Πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3896/89.
(27) - Στο πλαίσιο του κανονισμού 3896/89, π.χ., ανέρχονταν τα ανώτατα δασμολογικά όρια για «για άλλα υποδήματα που έχουν τα εξωτερικά πέλματα και το πάνω μέρος από καουτσούκ ή από πλαστική ύλη», κλάση 6402, σε 1 100 000 ECU, για δε «υποδήματα που έχουν τα εξωτερικά πέλματα από καουτσούκ, πλαστική ύλη, δέρμα φυσικό ή ανασχηματισμένο και το πάνω μέρος από δέρμα φυσικό», κλάση 6403, σε 4 000 000 ECU.
(28) - Απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1987 στην υπόθεση 314/85 (Συλλογή 1987, σ. 4199).
(29) - Απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 244/85 και 245/85 (Συλλογή 1987, σ. 1303, σκέψεις 8 έως 12).
Full & Egal Universal Law Academy