Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - Ραδιοτηλεοπτικές δραστηριότητες - Οδηγία 89/552 - Ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός υπαγόμενος στη δικαιοδοσία κράτους μέλους - Κριτήριο προσδιορισμού - Εγκατάσταση - Επίπτωση της προελεύσεως των μεταδιδομένων προγραμμάτων επί της δικαιοδοσίας κράτους μέλους - Δεν υφίσταται
(Οδηγία 89/552 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 1)
2 Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - Ραδιοτηλεοπτικές δραστηριότητες - Οδηγία 89/552 - αΕλεγχος της τηρήσεως των διατάξεων της οδηγίας - ςΕλεγχος που εναπόκειται στο κράτος μέλος προελεύσεως των εκπομπών - Επιβολή από κράτος μέλος απαγορεύσεως της αναμεταδόσεως εκπομπών που δεν τηρούν τα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας και μεταδίδονται από οργανισμό υπαγόμενο στη δικαιοδοσία άλλου κράτους μέλους - Δεν επιτρέπεται - Εξαιρέσεις
(Οδηγία 89/552 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 2)
3 Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Μονομερής ενέργεια - Απαγορεύεται
Περίληψη
4 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/552, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων, έχει την έννοια ότι ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός υπάγεται στη δικαιοδοσία του κράτους μέλους εντός του οποίου είναι εγκατεστημένος.
Πράγματι, μολονότι η οδηγία δεν περιέχει ρητό ορισμό της εκφράσεως «ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί που υπάγονται στη δικαιοδοσία [κράτους μέλους]», ωστόσο, από τη διατύπωση της προαναφερθείσας διατάξεως, προκύπτει ότι η έννοια της δικαιοδοσίας κράτους μέλους πρέπει να νοείται ως περικλείουσα κατ' ανάγκη μια αρμοδιότητα ratione personae έναντι των εν λόγω οργανισμών, η οποία μπορεί να στηρίζεται μόνο στον δεσμό τους με την έννομη τάξη του κράτους αυτού, πράγμα το οποίο καλύπτει κατ' ουσίαν την έννοια της εγκαταστάσεως κατά το άρθρο 59, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, το γράμμα του οποίου προϋποθέτει ότι ο παρέχων την υπηρεσία και ο αποδέκτης αυτής είναι «εγκατεστημένοι» εντός δύο διαφορετικών κρατών μελών.
Επιπλέον, η προέλευση των προγραμμάτων τα οποία μεταδίδει ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός ή η συμφωνία τους προς τα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας είναι άνευ σημασίας όσον αφορά τον προσδιορισμό του κράτους μέλους στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο οργανισμός αυτός, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
5 Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων, έχει την έννοια ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να απαγορεύσει την αναμετάδοση στο έδαφός του των εκπομπών ενός ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού ο οποίος υπάγεται στη δικαιοδοσία άλλου κράτους μέλους, στην περίπτωση όπου οι εκπομπές αυτές δεν είναι σύμφωνες προς τις επιταγές των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας αυτής.
Πράγματι, ενόψει του συστήματος κατανομής των υποχρεώσεων μεταξύ των κρατών μελών από τα οποία προέρχονται οι εκπομπές και εκείνων που τις λαμβάνουν, το οποίο καθιέρωσε η οδηγία, ο έλεγχος της εφαρμογής της νομοθεσίας του κράτους μέλους προελεύσεως, η οποία διέπει τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, καθώς και της τηρήσεως των διατάξεων της οδηγίας εναπόκειται μόνο στο κράτος μέλος από το οποίο προέρχονται οι εκπομπές, ενώ το κράτος μέλος λήψεως δεν δικαιούται να ασκεί συναφώς τον δικό του έλεγχο.
Μόνο στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, της εν λόγω οδηγίας μπορεί το κράτος μέλος λήψεως, κατ' εξαίρεση, να αναστέλλει την αναμετάδοση τηλεοπτικών εκπομπών, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει η διάταξη αυτή.
6 ήΕνα κράτος μέλος δεν επιτρέπεται να λαμβάνει μονομερώς διορθωτικά ή προστατευτικά μέτρα που έχουν ως σκοπό να αντιμετωπίσουν την ενδεχόμενη μη τήρηση από άλλο κράτος μέλος κανόνων του κοινοτικού δικαίου.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-14/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal de premiθre instance de Bruxelles προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά
Paul Denuit,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 89/552/EΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (ΕΕ L 298, σ. 23),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, J. L. Murray, Κ. Ν. Κακούρη, P. J. G. Kapteyn (εισηγητή) και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο Denuit, εκπροσωπούμενος από τους A. Braun και F. de Visscher, δικηγόρους Βρυξελλών,
- το Βελγικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Aντιπρόεδρο της Κυβερνήσεως και Υπουργό Επικοινωνιών και Δημοσίων Επιχειρήσεων και τον Υπουργό Επιστημονικής Πολιτικής, με δικηγόρο τον A. Berenboom, δικηγόρο Βρυξελλών,
- η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Devadder, γενικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις αναπτυσσόμενες χώρες, επικουρούμενο από τον A. Berenboom, δικηγόρο Βρυξελλών,
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Rφder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, επικουρούμενο από την S. Maass, Regierunsrδtin στο ίδιο υπουργείο,
- η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις Α. Σαμώνη-Ράντου, βοηθό ειδικό νομικό σύμβουλο στην ειδική νομική υπηρεσία Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, και Ι. Κική, γραμματέα στην ειδική νομική υπηρεσία του ιδίου υπουργείου,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. de Salins, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον P. Martinet, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στην ίδια διεύθυνση,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την S. Ridley, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τον R. Thompson, barrister,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Β. J. Drijber και P. van Nuffel, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Denuit, εκπροσωπουμένου από τους A. Braun και F. de Visscher, της Βελγικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον J. Devadder και τον Α. Joachimowicz, δικηγόρο Βρυξελλών, της Ελληνικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την Α. Σαμώνη-Ράντου, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένης από τον R. Thompson, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Β. J. Drijber, κατά τη συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Φεβρουαρίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 16ης Ιανουαρίου 1996, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Ιανουαρίου 1996, το tribunal de premiθre instance de Bruxelles υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 89/552/EΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (ΕΕ L 298, σ. 23, στο εξής: οδηγία).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής δίκης που κινήθηκε κατά του Denuit, διευθύνοντος συμβούλου της Coditel Brabant SA (στο εξής: Coditel), λόγω παραβάσεως της εθνικής νομοθεσίας που διέπει τον οπτικοακουστικό τομέα.
Η οδηγία
3 Το άρθρο 2 της οδηγίας, που εντάσσεται στο κεφάλαιο ΙΙ (Γενικές διατάξεις), ορίζει τα εξής:
«1. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε όλες οι τηλεοπτικές εκπομπές που μεταδίδονται:
- από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία του ή
- από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που χρησιμοποιούν μια συχνότητα ή το δυναμικό δορυφόρου που παραχωρήθηκε από αυτό το κράτος μέλος ή μια ανοδική σύνδεση προς δορυφόρο εγκατεστημένη σ' αυτό το κράτος μέλος, μολονότι δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία κανενός κράτους μέλους,
να τηρούν το δίκαιο το οποίο ισχύει σ' αυτό το κράτος μέλος για τις εκπομπές που απευθύνονται στο κοινό.
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ελευθερία λήψεως και δεν εμποδίζουν την αναμετάδοση στο έδαφός τους των τηλεοπτικών εκπομπών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, για λόγους που εμπίπτουν σε τομείς τους οποίους συντονίζει η παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη μπορούν να αναστέλλουν προσωρινά την αναμετάδοση τηλεοπτικών εκπομπών, αν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
α) η τηλεοπτική εκπομπή που προέρχεται από το άλλο κράτος μέλος αντιβαίνει προφανώς, σοβαρώς και βαρέως προς το άρθρο 22·
β) ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός παρέβη την ίδια διάταξη τουλάχιστον δύο φορές εντός των δώδεκα προηγούμενων μηνών·
γ) το θιγόμενο κράτος μέλος έχει επισημάνει εγγράφως στον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό και στην Επιτροπή τις παραβάσεις τις οποίες του αποδίδει, καθώς και την πρόθεσή του να περιορίσει την αναμετάδοση σε περίπτωση νέας παράβασης·
δ) οι διαβουλεύσεις με το κράτος μέλος μετάδοσης και την Επιτροπή δεν κατέληξαν σε φιλικό διακανονισμό, εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση που προβλέπεται στο στοιχείο γγ, η δε παράβαση την οποία επικαλείται το θιγόμενο κράτος μέλος εξακολουθεί.
Η Επιτροπή μεριμνά ώστε η αναστολή να συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Δύναται να ζητήσει κατεπειγόντως από το θιγόμενο κράτος μέλος τον τερματισμό αναστολής η οποία αντίκειται προς το κοινοτικό δίκαιο. Η διάταξη αυτή δεν επηρεάζει την εφαρμογή οιασδήποτε διαδικασίας ή μέτρου ή την επιβολή κύρωσης για τις εν λόγω παραβάσεις εντός του κράτους μέλους στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο σχετικός ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός.
3. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις τηλεοπτικές εκπομπές που απευθύνονται αποκλειστικά προς άλλα κράτη, εκτός των κρατών μελών, και των οποίων δεν γίνεται άμεση ή έμμεση λήψη σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη.»
4 Το άρθρο 3, το οποίο εντάσσεται στο ίδιο κεφάλαιο της οδηγίας, προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια, όσον αφορά τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, να προβλέπουν αυστηρότερους και λεπτομερέστερους κανόνες στους τομείς που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.
2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν, με κατάλληλα μέσα και στα πλαίσια της νομοθεσίας τους, ώστε οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους να τηρούν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.»
5 Στο κεφάλαιο ΙΙΙ (Προώθηση της διανομής και της παραγωγής τηλεοπτικών προγραμμάτων), τα άρθρα 4 και 5 θέτουν σε εφαρμογή τον σκοπό που έγκειται στην προώθηση της παραγωγής και της διανομής ευρωπαϋκών έργων, ορίζοντας ελάχιστες προϋποθέσεις για το ποσοστό των προγραμμάτων που πρέπει να αφιερώνεται στη μετάδοση ευρωπαϋκών έργων και ευρωπαϋκών έργων παραγωγών ανεξαρτήτων από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, στα οποία συμπεριλαμβάνονται πρόσφατα έργα που μεταδίδονται εντός πέντε ετών από την παραγωγή τους.
6 Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, «τα κράτη μέλη μεριμνούν κάθε φορά που αυτό είναι εφικτό και με κατάλληλα μέσα, ώστε οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί να αφιερώνουν σε ευρωπαϋκά έργα (...) το μεγαλύτερο ποσοστό του χρόνου εκπομπής τους (...)». Επιπλέον, κατά το άρθρο 5 της οδηγίας, «τα κράτη μέλη μεριμνούν, κάθε φορά που αυτό είναι εφικτό και με τα κατάλληλα μέσα, ώστε οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί να αφιερώνουν τουλάχιστον το 10 % του χρόνου εκπομπής τους (...) ή, εναλλακτικά, κατ' επιλογήν του κράτους μέλους, το 10 % τουλάχιστον του προϋπολογισμού των προγραμμάτων τους σε ευρωπαϋκά έργα παραγωγών ανεξαρτήτων (...)».
Το βρετανικό δίκαιο
7 O Broadcasting Act 1990 (νόμος του 1990 περί της τηλεοπτικής μεταδόσεως, στο εξής: βρετανικός νόμος) καθιερώνει το κανονιστικό πλαίσιο, μεταξύ άλλων, για τις ανεξάρτητες τηλεοπτικές υπηρεσίες που παρέχονται εντός του Ηνωμένου Βασιλείου.
8 Το άρθρο 13 του βρετανικού νόμου απαγορεύει την παροχή υπηρεσιών μεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων άλλων από εκείνες του ΒΒC και της Welsh Authority, εκτός αν αυτή επιτρέπεται κατόπιν αδείας ή δυνάμει αδείας που χορηγείται από την Independent Television Commission (ITC).
9 Το άρθρο 16, παράγραφος 2, στοιχεία g και h, του βρετανικού νόμου θέτει σε εφαρμογή τις προϋποθέσεις που καθορίζουν τα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας, όσον αφορά τον προγραμματισμό ευρωπαϋκών έργων προερχομένων από ανεξάρτητους παραγωγούς.
10 Το άρθρο 43 του βρετανικού νόμου διακρίνει δύο είδη «υπηρεσιών τηλεοπτικής μεταδόσεως μέσω δορυφόρου», ήτοι τις εγχώριες υπηρεσίες και τις μη εγχώριες, οι οποίες θεωρούνται αμφότερες ως υπηρεσίες «μεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων», υπό την έννοια του άρθρου 13, και για την παροχή των οποίων απαιτείται, επομένως, άδεια. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει επίσης τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζονται προκειμένου να καθορίζεται αν μια τηλεοπτική εκπομπή εμπίπτει στο ένα ή στο άλλο είδος υπηρεσιών:
- κατά το άρθρο 43, παράγραφος 1, εγχώρια υπηρεσία μεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων μέσω δορυφόρου («domestic satellite service», στο εξής: DSS) είναι η υπηρεσία τηλεοπτικής μεταδόσεως της οποίας τα προγράμματα μεταδίδονται μέσω δορυφόρου από τόπο που βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, μέσω μιας χορηγηθείσας στο Ηνωμένο Βασίλειο συχνότητας και με προορισμό τη λήψη τους από το σύνολο του πληθυσμού του εν λόγω κράτους·
- κατά το άρθρο 43, παράγραφος 2, μη εγχώρια υπηρεσία μεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων μέσω δορυφόρου («non-domestic satellite service», στο εξής: ΝDSS) είναι η υπηρεσία που συνίσταται στη μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων μέσω δορυφόρου
α) από τόπο που βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο με προορισμό τη λήψη τους από το σύνολο του πληθυσμού του Ηνωμένου Βασιλείου ή άλλου κράτους μέλους και όχι μέσω χορηγηθείσας συχνότητας ή
β) από τόπο που δεν βρίσκεται ούτε στο Ηνωμένο Βασίλειο ούτε σε άλλο κράτος μέλος, με προορισμό τη λήψη τους από το σύνολο του πληθυσμού του Ηνωμένου Βασιλείου ή άλλου κράτους μέλους, εφόσον τα προγράμματα παρέχονται από πρόσωπο ευρισκόμενο στο Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο είναι σε θέση να καθορίζει το περιεχόμενο των προγραμμάτων.
11 Τα άρθρα 44 και 45 του βρετανικού νόμου περιέχουν, αντιστοίχως, ειδικές διατάξεις για τη χορήγηση αδειών DSS και ΝDSS. Το άρθρο 44, παράγραφος 3, του εν λόγω νόμου εφαρμόζει, ως προς τις DSS, το άρθρο 16, παράγραφος 2, στοιχεία g και h, σχετικά με τις προϋποθέσεις όσον αφορά τον προγραμματισμό ευρωπαϋκών έργων. Αντιθέτως, το άρθρο 45, παράγραφος 2, δεν περιέχει αντίστοιχες διατάξεις για τις ΝDSS.
Το αντικείμενο της κύριας δίκης
12 Από τον φάκελο της υποθέσεως της κυρίας δίκης προκύπτει ότι η εταιρία Turner International Sales Ltd (στο εξής: Turner), που εδρεύει στο Λονδίνο, έλαβε από τις βρετανικές αρχές την άδεια μεταδόσεως, μέσω του δορυφόρου Αstra, ενός τηλεοπτικού προγράμματος καλουμένου ΤΝΤ & Cartoon Network. Οι μεταδόσεις άρχισαν να πραγματοποιούνται τον Σεπτέμβριο του 1993. Η λήψη του προγράμματος αυτού από το κοινό του Ηνωμένου Βασιλείου και πολλών χωρών της Δυτικής Ευρώπης είναι δυνατή είτε άμεσα με παραβολική κεραία είτε μέσω καλωδιακού δικτύου. Δεδομένου ότι η συχνότητα που χρησιμοποιεί ο δορυφόρος Αstra δεν είναι συχνότητα χορηγηθείσα στο Ηνωμένο Βασίλειο, η άδεια την οποία κατέχει η Turner συνιστά «non-domestic satellite service licence», υπό την έννοια του άρθρου 43, παράγραφος 2, του βρετανικού νόμου.
13 Κατόπιν συνάψεως μεταξύ της Turner και της Coditel συμβάσεως περί αναμεταδόσεως του προγράμματος του εν λόγω σταθμού, ο Υπουργός Επικοινωνιών και Δημοσίων Επιχειρήσεων του Βελγίου απαγόρευσε, με υπουργική απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1993, τη μετάδοση του προγράμματος TNT & Cartoon Network στα τηλεοπτικά δίκτυα της Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτεύουσας.
14 Η αιτιολογία της απαγορεύσεως αυτής έχει ως εξής:
«Πρόκειται για προγράμματα που περιλαμβάνουν κυρίως εκπομπές παραχθείσες εκτός του εδάφους της Ευρωπαϋκής Κοινότητας και εμπορικές διαφημίσεις.
Οι εκπομπές αυτές αντιβαίνουν προς τους σκοπούς της οδηγίας 89/552/EΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων, η οποία καλείται "οδηγία για την τηλεόραση χωρίς σύνορα".
Ειδικότερα, οι εκπομπές αυτές δεν τηρούν τις επιταγές των άρθρων 4 και 5, τα οποία προβλέπουν, αφενός, τη μετάδοση, κατά το μεγαλύτερο ποσοστό, ευρωπαϋκών έργων και, αφετέρου, τη διάθεση μέρους του προϋπολογισμού στην παραγωγή ευρωπαϋκών έργων.
Οι επίμαχοι τηλεοπτικοί σταθμοί επικαλούνται μια άδεια που τους χορηγήθηκε στις 12 Ιουλίου 1993 από το Ηνωμένο Βασίλειο και αφορά μη εγχώριες υπηρεσίες μεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων μέσω δορυφόρου.
Κατά τη βρετανική νομοθεσία, τα προγράμματα αυτά δεν υπόκεινται στις υποχρεώσεις που προβλέπει η προαναφερθείσα οδηγία (...).»
15 Δεδομένου ότι η Coditel συμμορφώθηκε προς την εν λόγω υπουργική απόφαση, η Turner υπέβαλε στον πρόεδρο του tribunal de commerce de Bruxelles αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η Coditel να προβεί στην αναμετάδοση των εν λόγω προγραμμάτων, σύμφωνα με τη μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση. Με διάταξη της 26ης Οκτωβρίου 1993, ο πρόεδρος του tribunal de commerce de Bruxelles έκρινε ότι η υπουργική απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1993 στερούνταν νομικού ερείσματος στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου και, κατά συνέπεια, επέβαλε στην Coditel την υποχρέωση να προβαίνει στην αναμετάδοση του προγράμματος μέσω του δικτύου της, επ' απειλή χρηματικής ποινής. Η Coditel συμμορφώθηκε προς την απόφαση αυτή.
16 Κατά της διατάξεως της 26ης Οκτωβρίου 1993, το Βελγικό Δημόσιο άσκησε τριτανακοπή. Μετά την κατ' αντιμωλία συζήτηση, ο πρόεδρος του tribunal de commerce de Bruxelles επανεξέτασε την απόφασή του και, με διάταξη της 30ής Νοεμβρίου 1994, αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας (υπόθεση C-316/94). Η Coditel ανέστειλε τότε τη μετάδοση του προγράμματος του επίμαχου σταθμού. Ωστόσο, το cour d'appel de Bruxelles ακύρωσε τη διάταξη αυτή, με απόφαση της 6ης Απριλίου 1995, συνεπεία της οποίας η εν λόγω υπόθεση διαγράφηκε από το Πρωτόκολλο του Δικαστηρίου, την 1η Δεκεμβρίου 1995, με διάταξη του Προέδρου. υΕκτοτε, το εν λόγω πρόγραμμα αναμεταδίδεται εκ νέου στην Περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτεύουσας.
17 Στο πλαίσιο της διαδικασίας της κύριας δίκης, ο procureur du roi κατηγορεί τον Denuit ότι παρέβη την εθνική νομοθεσία και, συγκεκριμένα, τις διατάξεις της υπουργικής αποφάσεως της 17ης Σεπτεμβρίου 1993. Συγκεκριμένα, στην Coditel προσάπτεται ότι, επί ορισμένο χρονικό διάστημα, «μετέδωσε, μέσω των τηλεοπτικών δικτύων της δίγλωσσης Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτεύουσας, εκπομπές εμπορικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών των οποίων η μετάδοση έχει απαγορευθεί από τον αρμόδιο υπουργό και, συγκεκριμένα (...), το πρόγραμμα της υπηρεσίας τηλεοπτικών μεταδόσεων Turner Network Television Limited και το πρόγραμμα της υπηρεσίας τηλεοπτικών μεταδόσεων The Cartoon Limited Network, μολονότι της είχε επιβληθεί σχετική απαγόρευση, με υπουργική απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1993».
18 Ενόψει του ιστορικού της υποθέσεως, το tribunal de premiθre instance de Bruxelles αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να θεωρηθεί ότι ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός υπάγεται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989; Πόσο ασκεί επιρροή το γεγονός της μη ευρωπαϋκής προελεύσεως μεγάλου σχετικά μέρους των μεταδιδομένων έργων, εάν το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει κατά τα λοιπά ότι ο εν λόγω οργανισμός έχει την έδρα του στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους και ότι οι δραστηριότητες διευθύνσεως, συνθέσεως και οργανώσεως του προγράμματος ασκούνται πράγματι στο έδαφος αυτό;
2) Σε περίπτωση που οι εκπομπές ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού στον οποίο έχει χορηγήσει άδεια κράτος μέλος δεν πρέπει να θεωρηθούν ως εκπομπές ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού υπαγομένου στη δικαιοδοσία κράτους μέλους υπό την έννοια της οδηγίας αυτής, μπορεί άλλο κράτος μέλος - και, αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις, ενόψει ιδίως των άρθρων 59 επ. της Συνθήκης - να απαγορεύσει ή να περιορίσει την αναμετάδοσή τους στο έδαφός του;
3) υΕχει το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής την έννοια ότι, αν ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός υπάγεται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους, ένα άλλο κράτος μέλος δεν μπορεί να εμποδίσει τη μετάδοση στο έδαφός του των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών του οργανισμού αυτού, ακόμη και αν δεν τηρούνται οι κανόνες των άρθρων 4 και 5 της ίδιας οδηγίας;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
19 Με το πρώτο σκέλος του πρώτου του ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζονται για τον προσδιορισμό των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών που υπάγονται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας.
20 Επιβάλλεται να παρατηρηθεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη εξετάσει, με την απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1996 στην υπόθεση C-222/94, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1996, σ. Ι-4025), την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στην έννοια της «δικαιοδοσίας» στο πλαίσιο της εκφράσεως «ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί που υπάγονται στη δικαιοδοσία [κράτους μέλους]», που περιέχεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας.
21 ςΟπως διαπίστωσε το Δικαστήριο στην ίδια απόφαση, η οδηγία δεν ορίζει ρητώς την έκφραση αυτή (σκέψη 26).
22 Αφού εξέτασε τη διατύπωση του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια της δικαιοδοσίας κράτους μέλους πρέπει να νοείται ως περικλείουσα κατ' ανάγκη μια αρμοδιότητα ratione personae έναντι των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών (σκέψη 40).
23 ηΟμως, μια αρμοδιότητα ratione personae κράτους μέλους έναντι ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού μπορεί να στηρίζεται μόνο στον δεσμό του με την έννομη τάξη του κράτους αυτού, πράγμα το οποίο καλύπτει κατ' ουσίαν την έννοια της εγκαταστάσεως κατά το άρθρο 59, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, το γράμμα του οποίου προϋποθέτει ότι ο παρέχων την υπηρεσία και ο αποδέκτης αυτής είναι «εγκατεστημένοι» εντός δύο διαφορετικών κρατών μελών (σκέψη 42).
24 Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά σε ποιο βαθμό η εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας εξαρτάται από τη μη κοινοτική προέλευση μεγάλου σχετικά μέρους των μεταδιδομένων έργων.
25 Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, τα προγράμματα ΤΝΤ & Cartoon Network δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, επειδή δεν τηρούν τις επιταγές των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας αυτής ούτε, εξάλλου, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, δυνάμει του άρθρου 43 του βρετανικού νόμου.
26 Συναφώς, από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας προκύπτει ότι η προέλευση των προγραμμάτων που μεταδίδει ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός ή η συμφωνία τους προς τα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας δεν έχουν καμία επίπτωση επί της δικαιοδοσίας κράτους μέλους υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.
27 Επομένως, στο πρώτο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας έχει την έννοια ότι ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός υπάγεται στη δικαιοδοσία του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος. Η προέλευση των προγραμμάτων τα οποία μεταδίδει ο εν λόγω ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός ή η συμφωνία τους προς τα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας είναι άνευ σημασίας όσον αφορά τον προσδιορισμό του κράτους μέλους στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο οργανισμός αυτός δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
28 Με το δεύτερο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν και υπό ποιες προϋποθέσεις ένα κράτος μέλος μπορεί να απαγορεύσει ή να περιορίσει την αναμετάδοση στο έδαφός του των εκπομπών ενός ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού για τις οποίες έχει δοθεί άδεια από άλλο κράτος μέλος, στην περίπτωση που ο οργανισμός αυτός δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας.
29 Από την απάντηση που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα απορρέει ότι η περίπτωση αυτή, η οποία προϋποθέτει ότι ο οργανισμός δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους, δεν μπορεί να ανακύψει υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στη διάταξη περί παραπομπής.
30 Κατά συνέπεια, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Επί του τρίτου ερωτήματος
31 Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας έχει την έννοια ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να απαγορεύσει την αναμετάδοση στο έδαφός του των εκπομπών ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού ο οποίος υπάγεται στη δικαιοδοσία άλλου κράτους μέλους, στην περίπτωση που οι εκπομπές αυτές δεν τηρούν τις επιταγές των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας αυτής.
32 Με την απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1996 στην υπόθεση C-11/95, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1996, σ. Ι-4115, σκέψη 34), το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, ενόψει του συστήματος κατανομής των υποχρεώσεων μεταξύ των κρατών μελών από τα οποία προέρχονται οι εκπομπές και εκείνων που τις λαμβάνουν, το οποίο καθιέρωσε η οδηγία, ο έλεγχος της εφαρμογής της νομοθεσίας του κράτους μέλους προελεύσεως, η οποία διέπει τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, καθώς και της τηρήσεως των διατάξεων της οδηγίας εναπόκειται μόνο στο κράτος μέλος από το οποίο προέρχονται οι εκπομπές, ενώ το κράτος μέλος λήψεως δεν δικαιούται ν' ασκεί συναφώς τον δικό του έλεγχο.
33 Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας. Πράγματι, σύμφωνα με τη δέκατη αιτιολογική σκέψη, όλα τα εμπόδια στην ελεύθερη μετάδοση, στα οποία αναφέρεται η ένατη αιτιολογική σκέψη, πρέπει να εξαλειφθούν δυνάμει της Συνθήκης. Επιπλέον, σύμφωνα με τη δωδέκατη και τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη, είναι προς τούτο αναγκαίο και επαρκές να τηρείται για όλες τις εκπομπές η νομοθεσία του κράτους μέλους από το οποίο προέρχονται, καθώς και οι διατάξεις της οδηγίας. Τέλος, από τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη προκύπτει ότι η υποχρέωση του κράτους μέλους προελεύσεως να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση των εκπομπών με την εθνική νομοθεσία, όπως συντονίζεται με την οδηγία, αρκεί, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, για τη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εκπομπών, χωρίς να είναι αναγκαία η διενέργεια δεύτερου ελέγχου για τους ίδιους λόγους στα κράτη μέλη λήψεως (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 35).
34 Μόνο στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, στο οποίο παραπέμπει το δεύτερο μέρος της δεκάτης πέμπτης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας, μπορεί το κράτος μέλος λήψεως, κατ' εξαίρεση, να αναστέλλει την αναμετάδοση τηλεοπτικών εκπομπών, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει η διάταξη αυτή. Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι, αν ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι άλλο κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία, δικαιούται να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 170 της Συνθήκης ΕΚ ή να ζητήσει από την Επιτροπή να ενεργήσει η ίδια κατά του εν λόγω κράτους μέλους, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 36).
35 Στη σκέψη 37 της ίδιας αποφάσεως Επιτροπή κατά Βελγίου, που προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο υπενθύμισε επίσης ότι, κατά πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος δεν επιτρέπεται να λάβει μονομερώς διορθωτικά ή προστατευτικά μέτρα που έχουν ως σκοπό να αντιμετωπίσουν την ενδεχόμενη μη τήρηση από άλλο κράτος μέλος κανόνων του κοινοτικού δικαίου (βλ., επίσης, αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1964 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 90/63 και 91/63, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου και Βελγίου, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1223· της 25ης Σεπτεμβρίου 1979 στην υπόθεση 232/78, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 323, σκέψη 9, και της 23ης Μαου 1996 στην υπόθεση C-5/94, Hedley Lomas, Συλλογή 1996, σ. Ι-2553, σκέψη 20).
36 Επομένως, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας έχει την έννοια ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να απαγορεύσει την αναμετάδοση στο έδαφός του των εκπομπών ενός ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού ο οποίος υπάγεται στη δικαιοδοσία άλλου κράτους μέλους, στην περίπτωση που οι εκπομπές αυτές δεν είναι σύμφωνες προς τις επιταγές των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας αυτής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Βελγική, η Γερμανική, η Ελληνική, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 16ης Ιανουαρίου 1996 το tribunal de premiθre instance de Bruxelles, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/552/EΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων, έχει την έννοια ότι ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός υπάγεται στη δικαιοδοσία του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος. Η προέλευση των προγραμμάτων τα οποία μεταδίδει ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός ή η συμφωνία τους προς τα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας είναι άνευ σημασίας όσον αφορά τον προσδιορισμό του κράτους μέλους στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο οργανισμός αυτός δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1.
2) Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552 έχει την έννοια ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να απαγορεύσει την αναμετάδοση στο έδαφός του των εκπομπών ενός ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού ο οποίος υπάγεται στη δικαιοδοσία άλλου κράτους μέλους, στην περίπτωση που οι εκπομπές αυτές δεν είναι σύμφωνες προς τις επιταγές των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας αυτής.
Full & Egal Universal Law Academy