Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Προσχώρηση νέων κρατών μελών στις Κοινότητες - Αυστρία - Φινλανδία - Σουηδία - Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Ζάχαρη - Εθνικό τέλος επί της αποθεματοποιημένης ζάχαρης κατά την παραμονή της προσχωρήσεως - Επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 39 και 40· Πράξη Προσχωρήσεως του 1994, άρθρα 137 § 2 και 145 § 2· κανονισμός 1785/81 του Συμβουλίου· κανονισμός 3300/94 της Επιτροπής)
Περίληψη
Τα άρθρα 137, παράγραφος 2, και 145, παράγραφος 2, της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1994, καθώς και τα άρθρα 39 και 40 της Συνθήκης, ο κανονισμός 1785/81, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, και ο κανονισμός 3300/94, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων στον τομέα της ζάχαρης λόγω της προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας, δεν κωλύουν ένα κράτος που προσχωρεί στην Ευρωπαϋκή Ένωση να εκδώσει, λίγο πριν από την προσχώρησή του την 1η Ιανουαρίου 1995, νόμο με τον οποίο θεσπίζει τέλος επί της ζάχαρης που βρισκόταν αποθεματοποιημένη, την παραμονή της προσχωρήσεως, στο κράτος αυτό.
Και, ναι μεν είναι αληθές ότι ο κανονισμός 3300/94 εφάρμοζε επί των ποσοτήτων ζάχαρης που παρήχθησαν στα προσχωρούντα κράτη μέλη κατά την περίοδο εμπορίας 1994/95 και που, κατά μέγα μέρος, είχαν ήδη εκποιηθεί πριν από την ημερομηνία της προσχωρήσεως, την - υψηλότερη - κοινοτική τιμή πωλήσεως, χωρίς αυτές να έχουν υπαχθεί, σε αντιστάθμισμα, στο καθεστώς αυτοχρηματοδοτήσεως, μια τέτοια όμως ανοχή εκ μέρους της Κοινότητας έναντι μιας ποσότητας ζάχαρης, που σε κοινοτική κλίμακα μπορεί να θεωρηθεί οριακή, δεν σημαίνει ότι οι κοινοτικές διατάξεις απαγόρευαν την έκδοση νόμου ο οποίος εξάλειφε, πριν από την προσχώρηση, το όφελος το οποίο προσδοκούσαν οι ενδιαφερόμενοι σακχαροπαραγωγοί από την προσχώρηση και από την εξ αυτής απορρέουσα διαφορά τιμής, άπαξ ένας τέτοιος νόμος δεν εμπόδιζε τη λειτουργία μηχανισμών της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-27/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Lδnsrδtten i Jφnkφpings lδn (Σουηδία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Danisco Sugar AB
και
Allmδnna ombudet,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 137, παράγραφος 2, 145, παράγραφος 2, και 149, παράγραφος 1, της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση (ΕΕ 1994, C 241, σ. 21), των άρθρων 39 και 40 της Συνθήκης ΕΚ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ 1981, L 177, σ. 4), και του κανονισμού (ΕΚ) 3300/94 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων στον τομέα της ζάχαρης λόγω της προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας (ΕΕ 1994, L 341, σ. 39),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Wathelet, πρόεδρο του πρώτου τμήματος, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida, D. A. O. Edward, P. Jann και L. Sevσn (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. La Pergola
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Danisco Sugar AB, εκπροσωπούμενη από τους Lars Gildιus, δικηγόρο Malmφ, και Otfried Lieberknecht, Michael Schόtte και Wolfgang Kirchhoff, δικηγόρους Βρυξελλών,
- η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Erik Brattgεrd, departementstεd στην υπηρεσία εξωτερικού εμπορίου του Υπουργείου Εξωτερικών,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τους Eugenio De March, νομικό σύμβουλο, και Knut Simonsson, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Danisco Sugar AB, εκπροσωπουμένης από τους Lars Gildιus, Otfried Lieberknecht και Michael Schόtte, της Σουηδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Erik Brattgεrd, της Δανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Peter Biering, προϋστάμενο τμήματος στο Υπουργείο Εξωτερικών, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Knut Simonsson, κατά τη συνεδρίαση της 17ης Απριλίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Ιουνίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 26ης Ιανουαρίου 1996, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Ιανουαρίου 1996, το Lδnsrδtten i Jφnkφpings lδn υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 137, παράγραφος 2, 145, παράγραφος 2, και 149, παράγραφος 1, της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση (ΕΕ 1994, C 241, σ. 21, στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως), των άρθρων 39 και 40 της Συνθήκης ΕΚ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ 1981, L 177, σ. 4), και του κανονισμού (ΕΚ) 3300/94 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων στον τομέα της ζάχαρης λόγω της προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας (ΕΕ 1994, L 341, σ. 39).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Danisco Sugar AB (στο εξής: Danisco Sugar) και του Allmδnna ombudet, νομίμως εκπροσωπούντος τη Statens jordbruksverk (εθνική διεύθυνση της αγοράς γεωργικών προϋόντων, στο εξής: jordbruksverk), όσον αφορά την πληρωμή τέλους επί της αποθεματοποιήσεως της ζάχαρης, το οποίο θεσπίστηκε από το Σουηδικό Κοινοβούλιο στις 20 Δεκεμβρίου 1994 και τέθηκε σε ισχύ στις 31 Δεκεμβρίου 1994, ήτοι μία ημέρα πριν από την προσχώρηση του Βασιλείου της Σουηδίας στην Ευρωπαϋκή Ένωση, τέλους το οποίο επιβάρυνε τις ποσότητες ζάχαρης που βρίσκονταν σε αποθεματοποίηση κατά την ημερομηνία αυτή στη Σουηδία.
Η κοινοτική ρύθμιση
Η Πράξη Προσχωρήσεως
3 Το άρθρο 137, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της Πράξεως Προσχωρήσεως ορίζει ότι, πλην αντιθέτων διατάξεων, «τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την κοινή γεωργική πολιτική εφαρμόζονται πλήρως στα νέα κράτη μέλη».
4 Το άρθρο 145, παράγραφος 2, διέπει την κατάσταση των γεωργικών προϋόντων που βρίσκονταν σε αποθεματοποίηση κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως:
«Κάθε απόθεμα προϋόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία στο έδαφος των νέων κρατών μελών την 1η Ιανουαρίου 1995 το οποίο υπερβαίνει την ποσότητα που μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύει κανονικό απόθεμα μεταφοράς πρέπει να καταργηθεί δαπάναις των κρατών μελών στο πλαίσιο κοινοτικών διαδικασιών που θα καθοριστούν αργότερα και μέσα σε προθεσμίες που θα ταχθούν με τη διαδικασία του άρθρου 149, παράγραφος 1. Η έννοια του κανονικού αποθέματος μεταφοράς ορίζεται για κάθε προϋόν σε συνάρτηση με τα κριτήρια και τους στόχους κάθε κοινής οργάνωσης αγοράς.»
5 Το άρθρο 149, παράγραφος 1, ορίζει:
«Σε περίπτωση που απαιτούνται μεταβατικά μέτρα προκειμένου να διευκολυνθεί η μετάβαση από το καθεστώς που εφαρμόζεται σήμερα στα νέα κράτη μέλη στο καθεστώς που προκύπτει από την εφαρμογή της κοινής οργάνωσης αγορών υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο, τα μέτρα αυτά θεσπίζονται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 38 του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ ή, ανάλογα με την περίπτωση, στα αντίστοιχα άρθρα άλλων κανονισμών περί της κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών. Τα μέτρα αυτά μπορούν να ληφθούν εντός περιόδου η οποία λήγει την 31 Δεκεμβρίου 1997, η δε εφαρμογή τους περιορίζεται μέχρι αυτή την ημερομηνία.»
Η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της ζάχαρης
6 Η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της ζάχαρης διέπεται από τον κανονισμό 1785/81, όπως τροποποιήθηκε επανειλημμένα, τελευταία δε πριν από τα επίδικα πραγματικά περιστατικά με την Πράξη Προσχωρήσεως. Ο κανονισμός αυτός οργανώνει, με τα άρθρα 28 και 28α [το οποίο προσέθεσε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1107/88 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 1988, ΕΕ 1988, L 110, σ. 20] - μέσω συνεισφορών στην παραγωγή και συμπληρωματικών συνεισφορών -, την πλήρη χρηματοδότηση από τους ίδιους τους παραγωγούς των επιβαρύνσεων για την εκποίηση των πλεονασμάτων που προκύπτουν από τη σχέση μεταξύ της παραγωγής και της καταναλώσεως της Κοινότητας.
7 Ο κανονισμός 3300/94, ο οποίος θεσπίζει προσωρινά μέτρα, λόγω της προσχωρήσεως τριών νέων κρατών μελών, εκθέτει, στην τρίτη αιτιολογική του σκέψη, ότι, για την περίοδο εμπορίας 1994/95, η παραγωγή ζάχαρης στην Αυστρία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία πραγματοποιήθηκε πλήρως υπό εθνικά καθεστώτα και ότι, κατά μέγα μέρος, διατέθηκε ήδη προ της 1ης Ιανουαρίου 1995. Υπ' αυτές τις συνθήκες, δικαιολογείται «να προβλεφθεί ότι οι διατάξεις αυτοχρηματοδότησης του τομέα που προβλέπονται στα άρθρα 28 και 28α του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 δεν εφαρμόζονται για τις ποσότητες ζάχαρης [που παράγονται] πριν από την 1η Ιουλίου 1995».
8 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3300/94 καθορίζει σε 304 792 τόνους το κανονικό απόθεμα μεταφοράς για τη Σουηδία, από την 1η Ιανουαρίου 1995, ώρα 0:00, εκφραζόμενο σε λευκή ζάχαρη. Ο ίδιος κανονισμός προβλέπει επίσης, στο άρθρο 6, την υποχρέωση των νέων κρατών μελών να προβούν σε απογραφή των αποθεμάτων ζάχαρης και ισογλυκόζης που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά την ίδια ημερομηνία και ώρα, υπενθυμίζει δε, στο άρθρο 7, την υποχρέωση των νέων κρατών μελών να προβούν στην εξαγωγή, χωρίς κοινοτική παρέμβαση, των ποσοτήτων που υπερβαίνουν την ποσότητα του κανονικού αποθέματος μεταφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 145, παράγραφος 2, της Πράξεως Προσχωρήσεως.
Το σουηδικό δίκαιο
9 Κατά το άρθρο 1 του lag om lageravgift pε socker och ris (νόμου περί επιβολής τελών επί της αποθεματοποιήσεως της ζάχαρης και του ρυζιού, στο εξής: lageravgiftslag, 1994:1704), ο οποίος ψηφίστηκε από το Σουηδικό Κοινοβούλιο στις 20 Δεκεμβρίου 1994 και τέθηκε σε ισχύ στις 31 Δεκεμβρίου 1994, όποιος, κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, κατέχει απόθεμα ζάχαρης ή ρυζιού οφείλει να καταβάλει στο κράτος ένα τέλος αποθεματοποιήσεως. Κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, το τέλος αποθεματοποιήσεως εισπράττεται μόνο για το τμήμα του αποθέματος που υπερβαίνει τους 3 τόνους. Το άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζει ότι το εισπραττόμενο τέλος αποθεματοποιήσεως είναι ίσο προς 1,80 σουηδικές κορώνες ανά κιλό (SKR/kg) για τη λευκή ζάχαρη και 1,65 SKR/kg για την ακατέργαστη ζάχαρη.
10 Όπως προκύπτει από τα προπαρασκευαστικά έγγραφα του lageravgiftslag (νομοσχέδιο της 10ης Νοεμβρίου 1994, Prop. 1994/95:43), κύριος σκοπός του νόμου αυτού ήταν να αποφευχθεί η σώρευση αποθεμάτων πέρα από τα όρια των ποσοτήτων που μπορούσαν να θεωρηθούν ως το κανονικό απόθεμα μεταφοράς κατά την έννοια του άρθρου 145, παράγραφος 2, της Πράξεως Προσχωρήσεως. Το τέλος αυτό άλλωστε έμελλε να αντισταθμίσει το κόστος το οποίο το Βασίλειο της Σουηδίας θα μπορούσε να υποχρεωθεί να φέρει, σύμφωνα με το άρθρο 145, παράγραφος 2, της Πράξεως Προσχωρήσεως, εάν τυχόν προέκυπταν ασυνήθιστα μεγάλα αποθέματα. Τέλος, τη θέσπιση αυτού του τέλους δικαιολογούσαν επίσης τα οφέλη που θα προέκυπταν από την εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων κατόπιν της προσχωρήσεως, εφόσον, πριν από την προσχώρηση, η τιμή πωλήσεως της ζάχαρης εντός της Κοινότητας ήταν κατά 30 % περίπου υψηλότερη απ' ό,τι στη Σουηδία. Στόχος ήταν να επιβληθεί τέλος ισόποσο προς την αύξηση της αγοραίας τιμής που θα προέκυπτε από την προσχώρηση.
11 Με τροποποίηση του lageravgiftslag, η οποία αποφασίστηκε από το Σουηδικό Κοινοβούλιο στις 30 Μαρτίου 1995 (1995:329) και τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου 1995, συμπληρώθηκε το άρθρο 3 του εν λόγω νόμου. Σύμφωνα με την τροποποίηση αυτή, όταν καταβάλλεται η προβλεπόμενη στο άρθρο 8 του κανονισμού 1785/81 συνεισφορά για την αποθεματοποίηση, είναι δυνατόν να χορηγηθεί, για τη μεν λευκή ζάχαρη, μείωση ίση προς 15 φre ανά κιλό επί του καταβλητέου για την αποθεματοποίηση ποσού, για τη δε ακατέργαστη ζάχαρη, μείωση υπολογιζόμενη σε σχέση με τη λευκή ζάχαρη. Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι η αποφυγή της διπλής φορολογήσεως των αποθεμάτων ζάχαρης.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12 Η Danisco Sugar είναι ο μοναδικός παραγωγός ζάχαρης στη Σουηδία.
13 Κατ' εφαρμογήν του lageravgiftslag, η jordbruksverk απαίτησε, με απόφαση της 28ης Ιουνίου 1995, την καταβολή του ποσού των 434 891 586 SKR ως τέλους επί της αποθεματοποιήσεως της ζάχαρης.
14 Η Danisco Sugar αμφισβήτησε την απόφαση αυτή ενώπιον του Lδnsrδtten i Jφnkφpings lδn, ζητώντας την ακύρωσή της. Προς στήριξη του αιτήματός της, ισχυρίστηκε, κυρίως, ότι η ληφθείσα από το Βασίλειο της Σουηδίας απόφαση να θεσπίσει μονομερώς εθνικό τέλος επί της ζάχαρης αποτελούσε απαγορευόμενο μεταβατικό μέτρο και ότι το τέλος αυτό αντέκειτο προς την κοινή οργάνωση της αγοράς της ζάχαρης, καθόσον συνεπαγόταν στρέβλωση του ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις και δυσμενή διάκριση εις βάρος των τευτλοπαραγωγών. Διευκρίνισε ότι, δυνάμει συμφωνίας που είχε συνάψει με τη σουηδική ένωση τευτλοπαραγωγών, είχε αναλάβει την υποχρέωση να τους αποδώσει πάνω από το ήμισυ της αυξήσεως της τιμής της ζάχαρης που θα προέκυπτε από την προσχώρηση στην Ευρωπαϋκή Ένωση.
15 Υπ' αυτές τις συνθήκες, το Lδnsrδtten αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει η Πράξη περί προσχωρήσεως της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας, ιδίως δε τα άρθρα 137, παράγραφος 2, 145, παράγραφος 2, καθώς και 149, παράγραφος 1, να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι η επιβολή, σε εθνικό επίπεδο, ενός τέλους επί της κανονικής μεταβατικής αποθεματοποιήσεως της ζάχαρης, όπως το τέλος που επέβαλε ο σουηδικός νόμος περί της ζάχαρης, όπως τροποποιήθηκε μετέπειτα, πρέπει να θεωρείται ότι αποτελεί απαγορευόμενο μεταβατικό μέτρο;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 1,
2) Πρέπει η κοινή οργάνωση της αγοράς της ζάχαρης και, ιδίως, τα άρθρα 39 και 40 της Συνθήκης της Ρώμης, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου και ο κανονισμός (ΕΚ) 3300/94 της Επιτροπής να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι η επιβολή, σε εθνικό επίπεδο, ενός τέλους επί της κανονικής μεταβατικής αποθεματοποιήσεως της ζάχαρης, όπως το τέλος που επέβαλε ο σουηδικός νόμος περί της ζάχαρης, όπως τροποποιήθηκε μετέπειτα, πρέπει να θεωρείται ότι αποτελεί απαγορευόμενο μέτρο παρεμβάσεως;»
Επί των υποβληθέντων ερωτημάτων
16 Με τα ερωτήματα αυτά, το Lδnsrδtten ερωτά κατ' ουσίαν το Δικαστήριο αν τα άρθρα 137, παράγραφος 2, 145, παράγραφος 2, και 149, παράγραφος 1, της Πράξεως Προσχωρήσεως, καθώς και τα άρθρα 39 και 40 της Συνθήκης ΕΚ, ο κανονισμός 1785/81 και ο κανονισμός 3300/94, κωλύουν ένα κράτος που προσχωρεί στην Ευρωπαϋκή Ένωση να εκδώσει, λίγο πριν από την προσχώρησή του, νόμο με τον οποίο θεσπίζει τέλος επί της ζάχαρης που βρισκόταν αποθεματοποιημένη, την παραμονή της προσχωρήσεως, στο κράτος αυτό.
17 Προεισαγωγικώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 149, παράγραφος 1, της Πράξεως Προσχωρήσεως αφορά τη διαδικασία θεσπίσεως μεταβατικών μέτρων από την Κοινότητα στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής.
18 Δεδομένου ότι αντικείμενο της διατάξεως αυτής δεν είναι η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας, των κρατών μελών και των κρατών που ήσαν υποψήφια για την προσχώρηση, αυτή δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης.
19 Οι λοιπές διατάξεις τις οποίες μνημονεύει το εθνικό δικαστήριο αφορούν όλες το ζήτημα του προσδιορισμού της ρυθμίσεως που είναι εφαρμοστέα στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής μετά την προσχώρηση. Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν χρειάζεται να γίνει διάκριση μεταξύ της διαλαμβανομένης στο πρώτο ερώτημα Πράξεως Προσχωρήσεως και των διατάξεων που παρατίθενται στο δεύτερο ερώτημα, αλλά ενδείκνυται τα δύο αυτά ερωτήματα να συνεξετασθούν.
20 Η Danisco Sugar και η Δανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι το Βασίλειο της Σουηδίας, εκδίδοντας, μετά την υπογραφή της πράξεως προσχωρήσεως, τον lageravgiftslag, παρέβη τη λεγομένη αρχή «της καλής πίστεως», κατά την οποία ένα κράτος οφείλει να απέχει από την έκδοση πράξεων δυναμένων να στερήσουν μια συνθήκη του αντικειμένου ή του σκοπού της, αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 18 της Συμβάσεως της Βιέννης της 23ης Μαου 1969 περί του δικαίου των συνθηκών. Επικαλούνται συναφώς την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων της 22ας Ιανουαρίου 1997, T-115/94, Opel Austria κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1997, σ. II-39), με την οποία αυτό δέχθηκε ότι τα κοινοτικά όργανα υποχρεούνται να τηρούν την αρχή αυτή, η οποία αποτελεί το επιστέγασμα, στο πλαίσιο του δημοσίου διεθνούς δικαίου, της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η οποία αποτελεί μέρος της κοινοτικής έννομης τάξεως· επομένως, ένας ιδιώτης μπορούσε να την επικαλεστεί ενώπιόν του στο πλαίσιο προσφυγής που αποσκοπούσε στον έλεγχο της νομιμότητας κοινοτικής πράξεως.
21 Η Danisco Sugar τονίζει, ακολούθως, ότι ο lageravgiftslag έχει επίπτωση στην κοινοτική νομοθεσία που εφαρμόζεται στον τομέα της ζάχαρης, εφόσον παρήγαγε αποτελέσματα μόνο μετά την προσχώρηση. Συνιστά παράνομη ανάμειξη του Βασιλείου της Σουηδίας στην κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, επί των οποίων η Κοινότητα διαθέτει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 28 του κανονισμού 1785/81, αποκλειστική αρμοδιότητα.
22 Κατά τη Σουηδική Κυβέρνηση, ο lageravgiftslag διέπει αποκλειστικώς μια κατάσταση που προϋπήρχε της προσχωρήσεως της Σουηδίας στην Ευρωπαϋκή Ένωση, εφόσον αφορά ζάχαρη παραχθείσα από τεύτλα που καλλιεργήθηκαν υπό το καθεστώς της εθνικής οργανώσεως που ίσχυε προ της 1ης Ιανουαρίου 1995. Πρόκειται, επομένως, για εθνικό μέτρο που δεν εμπίπτει στην κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης. Η εν λόγω κυβέρνηση υπενθυμίζει περαιτέρω ότι, εφόσον ο lageravgiftslag είχε ως σκοπό την πρόληψη του σχηματισμού υπέρογκων αποθεμάτων, ήταν σύμφωνος προς την Πράξη Προσχωρήσεως.
23 Η Επιτροπή αναφέρει επίσης ότι το σουηδικό τέλος επί της αποθεματοποιήσεως της ζάχαρης είναι μέτρο προγενέστερο της προσχωρήσεως του Βασιλείου της Σουηδίας στην Ευρωπαϋκή Ένωση, που αφορά ποσότητες ζάχαρης που παρήχθησαν εξ ολοκλήρου κατά τον προ της προσχωρήσεως αυτής χρόνο, σύμφωνα με την τότε ισχύουσα εθνική οργάνωση της αγοράς της ζάχαρης. Όπως κάθε άλλη εθνική οργάνωση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ασυμβίβαστη προς τις διατάξεις της Συνθήκης περί των γεωργικών προϋόντων και, ειδικότερα, προς τις αφορώσες την κοινή οργάνωση αγορών, εκτός εάν αντιβαίνει προς τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής ή παρακωλύει τη λειτουργία των μηχανισμών που χρησιμοποιούνται προς επίτευξή τους. Η διάταξη αυτή, καθ' όσον αποσκοπούσε στην αποφυγή του σχηματισμού υπέρογκων αποθεμάτων, συμβαδίζει προς την Πράξη Προσχωρήσεως. Όσο για τον σκοπό να αποκομίσουν το μεγαλύτερο όφελος από την προσχώρηση οι σακχαροβιομηχανίες, αυτός δεν αντιβαίνει προς την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, οι διατάξεις της οποίας δεν επιδιώκουν να εξασφαλίσουν στους Σουηδούς σακχαροβιομηχάνους ή στους Σουηδούς τευτλοπαραγωγούς κάποιο ορισμένο ύψος εισοδήματος για τη ζάχαρη που παρήγαγαν πριν από την προσχώρηση.
24 Για να πιστοποιηθεί αν ένας νόμος που θεσπίζει τέλος επί της αποθεματοποιήσεως της ζάχαρης, όπως ο lageravgiftslag, αντιβαίνει ή όχι προς τις κοινοτικές διατάξεις περί της κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα της ζάχαρης, πρέπει να εξετασθεί αν ο νόμος αυτός αφορά αντικείμενο που ρυθμίζεται εξαντλητικά από την κοινοτική ρύθμιση ή αν εμποδίζει την ομαλή λειτουργία των μηχανισμών της κοινής οργανώσεως αγορών, ιδίως μέσω του τρόπου με τον οποίο επηρεάζει τη διαμόρφωση των τιμών ή τη διάρθρωση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων (βλ. αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1983, 222/82, Apple and Pear Development Council, Συλλογή 1983, σ. 4083, σκέψεις 23 και 31, και της 25ης Νοεμβρίου 1986, 218/85, Cerafel, Συλλογή 1986, σ. 3513, σκέψη 13).
25 Συναφώς, επισημαίνεται προκαταρκτικώς ότι ο lageravgiftslag κατέλαβε μια αντικειμενική πραγματική κατάσταση, όπως είχε πριν από την προσχώρηση στην Ευρωπαϋκή Ένωση. Συγκεκριμένα, υπόχρεως καταβολής του τέλους αποθεματοποιήσεως προς το Σουηδικό Δημόσιο καθίσταται όποιος κατείχε αποθέματα ζάχαρης στις 31 Δεκεμβρίου 1994. Η εξέταση του κατά πόσον το τέλος αυτό συμβιβάζεται προς τις εφαρμοστέες στον τομέα της ζάχαρης κοινοτικές διατάξεις πρέπει να γίνει μόνον κατά το μέτρο που αυτό μπορούσε να επηρεάσει την κατάσταση του γεωργικού προϋόντος που ήταν αποθεματοποιημένο την 1η Ιανουαρίου 1995.
26 Ως προς τη ζάχαρη που βρίσκεται εντός των ορίων των κανονικών αποθεμάτων μεταφοράς, ο κανονισμός 3300/94 προβλέπει ότι οι διατάξεις του κανονισμού 1785/81 περί του καθεστώτος αυτοχρηματοδοτήσεως του τομέα ή περί του καθεστώτος των επιστροφών λόγω εξαγωγής δεν εφαρμόζονται για τις ποσότητες ζάχαρης που παρήχθησαν στα νέα κράτη μέλη πριν από την 1η Ιουλίου 1995, άπαξ η παραγωγή ζάχαρης στα κράτη αυτά συντελέστηκε εξ ολοκλήρου υπό το εθνικό καθεστώς, μέγα δε μέρος της είχε ήδη εκποιηθεί προ της 1ης Ιανουαρίου 1995.
27 Όσον αφορά το καθεστώς των τιμών, το τέλος επί της αποθεματοποιήσεως της ζάχαρης δεν μπορεί να επηρέασε καθ' οποιονδήποτε τρόπο τη θέση των σακχαροπαραγωγών, των οποίων το μεν κόστος αποθεματοποιήσεως, συμπεριλαμβανομένων των τελών, ασφαλώς αυξήθηκε λόγω του τέλους, η δε τιμή πωλήσεως του προϋόντος αυξήθηκε ισόποσα λόγω της προσχωρήσεως, για να ευθυγραμμιστεί προς την τιμή πωλήσεως της ζάχαρης, η οποία είναι υψηλότερη εντός της Κοινότητας. Επομένως, έναντι αυτών, δεν υπήρξε επίδραση του τέλους.
28 Αντιθέτως, αν η ζάχαρη που ήταν αποθεματοποιημένη κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως δεν υφίστατο επιβάρυνση, οι Σουηδοί σακχαροπαραγωγοί θα περιέρχονταν σε πλεονεκτικότερη θέση από τους κοινοτικούς σακχαροπαραγωγούς, εφόσον θα επωφελούντο έτσι των υψηλοτέρων κοινοτικών τιμών πωλήσεως, χωρίς να έχουν συμμετάσχει στο καθεστώς αυτοχρηματοδοτήσεως του τομέα. Γι' αυτόν τον λόγο, τόσο η Πράξη Προσχωρήσεως όσο και ο κανονισμός 3300/94 περιείχαν διατάξεις σκοπούσες στην πρόληψη της κερδοσκοπικής συγκεντρώσεως αποθεμάτων. Αν αποφασίστηκε να εφαρμοστεί, στη ζάχαρη που παρήχθη κατά την περίοδο εμπορίας 1994/95, η κοινοτική τιμή πωλήσεως, χωρίς αυτή να έχει υπαχθεί, σε αντιστάθμισμα, στο καθεστώς αυτοχρηματοδοτήσεως, αυτό έγινε διότι ακριβώς μέγα μέρος της είχε ήδη εκποιηθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 1995 (τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3300/94).
29 Η ανοχή, όμως, την οποία επέδειξε η Κοινότητα έναντι μιας ποσότητας ζάχαρης, που σε κοινοτική κλίμακα μπορεί να θεωρηθεί οριακή, δεν σημαίνει ότι οι κοινοτικές διατάξεις απαγόρευαν την έκδοση νόμου ο οποίος εξάλειφε, πριν από την προσχώρηση, το όφελος το οποίο προσδοκούσαν οι Σουηδοί σακχαροπαραγωγοί από την προσχώρηση και από την εξ αυτής απορρέουσα διαφορά τιμής, άπαξ ένας νόμος, όπως ο lageravgiftslag, δεν εμπόδιζε τη λειτουργία μηχανισμών της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης.
30 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από την επελθούσα μεταγενεστέρως τροποποίηση του lageravgiftslag, που είχε ως μοναδικό αντικείμενο τη μείωση του συντελεστή του τέλους.
31 Υπ' αυτές τις συνθήκες, παρέλκει η εξέταση του επιχειρήματος της Danisco Sugar, καθώς και της Δανικής Κυβερνήσεως, ότι το Βασίλειο της Σουηδίας, εκδίδοντας τον lageravgiftslag μετά την υπογραφή της Πράξεως Προσχωρήσεως, παραβίασε την αρχή της καλής πίστεως, δυνάμει της οποίας ένα κράτος υποχρεούται να απέχει από την έκδοση πράξεων δυναμένων να στερήσουν μια συνθήκη του αντικειμένου ή του σκοπού της, αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 18 της Συμβάσεως της Βιέννης της 23ης Μαου 1969 περί του δικαίου των συνθηκών.
32 Πρέπει, επομένως, να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 137, παράγραφος 2, και 145, παράγραφος 2, της Πράξεως Προσχωρήσεως, καθώς και τα άρθρα 39 και 40 της Συνθήκης, ο κανονισμός 1785/81 και ο κανονισμός 3300/94, δεν κωλύουν ένα κράτος που προσχωρεί στην Ευρωπαϋκή Ένωση να εκδώσει, λίγο πριν από την προσχώρησή του, νόμο με τον οποίο θεσπίζει τέλος επί της ζάχαρης που βρισκόταν αποθεματοποιημένη, την παραμονή της προσχωρήσεως, στο κράτος αυτό.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
33 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Σουηδική και η Δανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 26ης Ιανουαρίου 1996 το Lδnsrδtten i Jφnkφpings lδn, αποφαίνεται:
Τα άρθρα 137, παράγραφος 2, και 145, παράγραφος 2, της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση, καθώς και τα άρθρα 39 και 40 της Συνθήκης ΕΚ, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, και ο κανονισμός (ΕΚ) 3300/94 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων στον τομέα της ζάχαρης λόγω της προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας, δεν κωλύουν ένα κράτος που προσχωρεί στην Ευρωπαϋκή Ένωση να εκδώσει, λίγο πριν από την προσχώρησή του, νόμο με τον οποίο θεσπίζει τέλος επί της ζάχαρης που βρισκόταν αποθεματοποιημένη, την παραμονή της προσχωρήσεως, στο κράτος αυτό.
Full & Egal Universal Law Academy