Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κοινωνική ασφάλιση διακινουμένων εργαζομένων - Ασφάλιση γήρατος και θανάτου - Ασφάλιση αναπηρίας - Υπολογισμός των παροχών - Εθνική νομοθεσία καθορίζουσα την παροχή σε συνάρτηση με τη μέση βάση εισφοράς κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αναφοράς - Λεπτομέρειες εφαρμογής στην περίπτωση ενός εργαζομένου ο οποίος παύει τη δραστηριότητά του σε κράτος μέλος εφαρμόζον διαφορετική νομοθεσία και ο οποίος δεν κατέβαλε εισφορές βάσει της εφαρμοστέας νομοθεσίας κατά την περίοδο αναφοράς - Υπολογισμός του μέσου όρου της εισφοράς με βάση τις πραγματικά καταβληθείσες εισφορές σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία, με αναπροσαρμογή και προσαύξηση, σύμφωνα με υποτιθέμενη εξακολούθηση της δραστηριότητας υπό το κράτος της εφαρμοστέας νομοθεσίας, του θεωρητικού ποσού της αντίστοιχης παροχής - Παρέκκλιση - Διμερής σύμβαση περί κοινωνικής ασφαλίσεως προγενέστερη της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού στο οικείο κράτος μέλος και πλεονεκτικότερη για τους ενδιαφερομένους εργαζομένους
(Κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, άρθρο 47 § 1, στοιχ. εε)
Περίληψη
Το στοιχείο εε του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 2001/83, προσαρμόστηκε με το παράρτημα Ι, μέρος VIII, της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών, το οποίο κατέστη το σημείο ζζ μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 1248/92, συνεπάγεται ότι, αφενός, κατά την εκκαθάριση των συντάξεων γήρατος και αναπηρίας κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας κράτους μέλους, κατά την οποία το ποσό των συντάξεων υπολογίζεται σύμφωνα με τη μέση βάση εισφοράς που αντιστοιχεί στον λαμβανόμενο μισθό κατά τη διάρκεια ορισμένων ετών που προηγούνται της συνταξιοδοτήσεως ή της επελεύσεως της αναπηρίας, ο υπολογισμός της μέσης βάσεως εισφοράς στηρίζεται, στην περίπτωση των εργαζομένων οι οποίοι, αφού είχαν υπαχθεί στη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους, άρχισαν εκ νέου και εξακολούθησαν να ασκούν έως το τέλος της επαγγελματικής τους ζωής μισθωτές δραστηριότητες σε άλλο κράτος μέλος, μόνο στο ποσό των εισφορών που έχουν πράγματι καταβληθεί βάσει της οικείας νομοθεσίας και, αφετέρου, το θεωρητικό ποσό της παροχής που προκύπτει με τη μέθοδο αυτή αναπροσαρμόζεται δεόντως και προσαυξάνεται ως εάν οι ενδιαφερόμενοι είχαν συνεχίσει να ασκούν τη δραστηριότητά τους στο εν λόγω κράτος υπό τις ίδιες προϋποθέσεις.
Πάντως, στην περίπτωση κατά την οποία η εφαρμογή της διατάξεως αυτής, ερμηνευόμενης κατ' αυτόν τον τρόπο, θα αποδεικνυόταν λιγότερο ευνοϋκή για τους εργαζομένους οι οποίοι ασκούσαν ήδη, πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού στο εν λόγω κράτος μέλος, τις μισθωτές δραστηριότητές τους σε άλλο κράτος μέλος, απ' ό,τι η εφαρμογή προγενέστερης συμβάσεως συναφθείσας με το τελευταίο αυτό κράτος, το αρμόδιο δικαστήριο πρέπει, κατά παρέκκλιση, να εφαρμόσει τους κανόνες που προβλέπονται στη σύμβαση αυτή.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-31/96, C-32/96 και C-33/96,
που έχουν ως αντικείμενο τρεις αιτήσεις του Tribunal Superior de Justicia de la Comunidad de Extremadura, Cαceres (Ισπανία), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Antonio Naranjo Arjona
και
Instituto Nacional de la Seguridad Social (INSS),
μεταξύ
Francisco Vicente Mateos
και
Instituto Nacional de la Seguridad Social (INSS), Tesorerνa General de la Seguridad Social (TGSS),
και μεταξύ
Instituto Nacional de la Seguridad Social (INSS)
και
Laura Garcνa Lαzaro,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), και προσαρμόστηκε με το παράρτημα Ι, μέρος VIII, της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών (ΕΕ 1985, L 302, σ. 23), ακολούθως δε τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992 (ΕΕ L 136, σ. 7),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, προεδρεύοντα του τμήματος, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet (εισηγητή), P. Jann και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. La Pergola
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι Naranjo Arjona και Vicente Mateos, καθώς και η Garcνa Lαzaro, εκπροσωπούμενοι από τον Abelardo Vαzquez Conde, δικηγόρο Orense,
- η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Alberto Josι Navarro Gonzαlez, γενικό διευθυντή συντονισμού νομικών και θεσμικών κοινοτικών υποθέσεων, και τη Rosario Silva de Lapuerta, abogado del Estado, της Νομικής Υπηρεσίας του Κράτους,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τις Isabel Martνnez del Peral και Μαρία Πατακιά, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των Naranjo Arjona και Vicente Mateos, καθώς και της Garcνa Lαzaro, της Ισπανικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 17ης Απριλίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Ιουνίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διατάξεις της 15ης και 17ης Ιανουαρίου 1996, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 7 Φεβρουαρίου 1996, το Tribunal Superior de Justicia de la Comunidad Εxtremadura, Cαceres, υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), και προσαρμόστηκε με το παράρτημα Ι, μέρος VIII, της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών (ΕΕ 1985, L 302, σ. 23, στο εξής: κανονισμός), ακολούθως δε τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992 (ΕΕ L 136, σ. 7).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο τριών διαφορών μεταξύ, πρώτον, του Naranjo Arjona και του Instituto Nacional de la Seguridad Social (στο εξής: INSS), δεύτερον, του Vicente Mateos και του ΙΝSS και της Τesorerνa General de la Seguridad Social (στο εξής: TGSS) και, τέλος, του INSS και της Garcνa Lαzaro, όσον αφορά τον υπολογισμό των συντάξεων γήρατος ή αναπηρίας.
3 Με διάταξη του Προέδρου της 12ης Μαρτίου 1996, οι τρεις αυτές υποθέσεις ενώθηκαν προς διευκόλυνση της έγγραφης και προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση ενιαίας αποφάσεως.
4 Από τις δικογραφίες που διαβίβασε το εθνικό δικαστήριο προκύπτει ότι, σύμφωνα με την ισπανική νομοθεσία, το ποσό των συντάξεων γήρατος και μόνιμης αναπηρίας των μισθωτών εργαζομένων δεν ποικίλλει ανάλογα με τον αριθμό των περιόδων εισφοράς ή τη διάρκεια της σταδιοδρομίας των ενδιαφερομένων, αλλά προκύπτει από τη συνεκτίμηση της μέσης βάσεως της εισφοράς που αντιστοιχεί στον λαμβανόμενο μισθό κατά τη διάρκεια ορισμένων ετών που προηγούνται της συνταξιοδοτήσεως ή της επελεύσεως της αναπηρίας. Ακριβέστερα, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του νόμου 26/85, της 31ης Ιουλίου 1985, που ίσχυε κατά τον χρόνο των περιστατικών των κυρίων δικών, «η κύρια βάση των συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου και μόνιμης αναπηρίας που οφείλεται σε συνήθη ασθένεια είναι ίση προς το πηλίκον που προκύπτει από τη διαίρεση διά του 112 των βάσεων εισφοράς του ενδιαφερομένου κατά τη διάρκεια των 96 μηνών που προηγούνται αμέσως του μήνα της επελεύσεως του κινδύνου». Κατά τη διάταξη αυτή, οι βάσεις που αντιστοιχούν στους 24 μήνες οι οποίοι προηγήθηκαν εκείνου της επελεύσεως του κινδύνου υπολογίζονται με την ονομαστική τους αξία, ενώ οι υπόλοιποι επανεκτιμώνται σύμφωνα με την εξέλιξη του δείκτη τιμών καταναλωτή. Εξάλλου, η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου διευκρινίζει ότι, στην περίπτωση της μη υποχρεωτικής καταβολής εισφορών καθ' όλη την εξεταζόμενη περίοδο ή μέρος αυτής, τα κενά συμπληρώνονται κατ' εφαρμογή των κατωτάτων βάσεων που έχουν εφαρμογή στους συμπληρώσαντες το 18ο έτος της ηλικίας τους εργαζομένους.
5 Στην υπόθεση C-31/96, o Naranjo Arjona, Ισπανός εργαζόμενος, άσκησε μισθωτές δραστηριότητες στην Ισπανία από το 1952 έως το 1965, εν συνεχεία στη Γερμανία από το 1966 έως το 1991, ενώ συγχρόνως εξακολουθούσε να καταβάλλει εισφορές στην ισπανική κοινωνική ασφάλιση έως το 1968. Το 1994, το ΙΝSS του χορήγησε, με ισχύ από 1ης Απριλίου 1991, σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου υπολογισθείσα βάσει των εισφορών οι οποίες είχαν καταβληθεί στην Ισπανία μεταξύ 1962 και 1968, της οποίας ο ενδιαφερόμενος αμφισβήτησε το ποσό, υποστηρίζοντας ότι η περίοδος αναφοράς που έπρεπε να ληφθεί υπόψη ήταν η περιλαμβανόμενη μεταξύ 1982 και 1991, δηλαδή του τέλους της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας στη Γερμανία.
6 Στην υπόθεση C-32/96, ο Vicente Mateos, Ισπανός εργαζόμενος, άσκησε και αυτός μισθωτές δραστηριότητες στην Ισπανία από το 1942 έως το 1962, εν συνεχεία στη Γερμανία από το 1963 έως το 1989. Ο αρμόδιος φορέας του τελευταίου αυτού κράτους του αναγνώρισε το δικαίωμα συντάξεως μόνιμης αναπηρίας, με ισχύ από 1ης Φεβρουαρίου 1989. Στην Ισπανία, το ΙΝSS του χορήγησε σύνταξη αναπηρίας μόνο στο πλαίσιο του παλαιού καθεστώτος της ισπανικής κοινωνικής ασφαλίσεως, αντιστοιχούσα σε βάση αποκλειστικά εθνική και σε ένα πάντοτε σταθερό ποσό. Ο ενδιαφερόμενος αμφισβήτησε το ποσό της συντάξεως αυτής υποστηρίζοντας ότι έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι περίοδοι καταβολής εισφορών στη Γερμανία.
7 Στην υπόθεση C-33/96, η Garcνa Lαzaro, Iσπανίδα υπήκοος, άσκησε και αυτή μισθωτές δραστηριότητες στην Ισπανία από το 1961 έως το 1964, εν συνεχεία στη Γερμανία από το 1961 έως το 1987. Αφού ο αρμόδιος φορέας στη Γερμανία της αναγνώρισε το 1987 το δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας, η Lazaro ζήτησε από το ΙΝSS σύνταξη μόνιμης αναπηρίας, η αίτησή της όμως απορρίφθηκε το 1992. Ωστόσο, η Garcνa Lαzaro άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής και το επιληφθέν δικαστήριο αναγνώρισε στην προσφεύγουσα το δικαίωμα συντάξεως πλήρους μόνιμης αναπηρίας για το σύνηθες επάγγελμά της, το δε ποσό της συντάξεως υπολογίστηκε με βάση τα ανώτατα όρια εισφορών που ίσχυαν στην Ισπανία στην επαγγελματική κατηγορία της προσφεύγουσας για τις περιόδους καταβολής εισφορών στη Γερμανία.
8 Το Tribunal Superior de Justicia de la Comunidad de Extremadura, το οποίο έχει επιληφθεί κατ' έφεση των διαφορών αυτών, υπέβαλε στο Δικαστήριο, στις τρεις υποθέσεις, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Με τη φράση του άρθρου 47, παράγραφος 1, στοιχείο εε, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 - νυν 47, παράγραφος 1, στοιχείο ζζ - "καθορίζει αυτόν τον μέσο όρο σε συνάρτηση με τις περιόδους ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία αυτού του κράτους και μόνον" νοείται:
1) η μέγιστη, ελάχιστη ή η μέση θεωρητική βάση την οποία η νομοθεσία ενός κράτους μέλους ορίζει για κάθε χρονική περίοδο προς καταβολή των αντίστοιχων εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως, ή
2) ο μέσος όρος των πραγματικών εισφορών, συγκεκριμένα του πραγματικά καταβληθέντος ποσού από το ενδιαφερόμενο άτομο, ανεξάρτητα από το ποσό το οποίο όφειλε να καταβάλει ως εισφορές για τις περιόδους που εργάστηκε στην Ισπανία σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού;»
Επί του κανονιστικού πλαισίου των διαφορών των κυρίων δικών
9 Πριν δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει να υπομνησθεί το περιεχόμενο των επίμαχων, στις διαφορές των κυρίων δικών, διατάξεων του κανονισμού.
10 Όπως προκύπτει από τις δικογραφίες, οι νομοθεσίες των δύο κρατών μελών στα οποία οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να λάβουν παροχές αναπηρίας δεν είναι του ίδιου τύπου. Όπως εκτίθεται στο παράρτημα IV του κανονισμού, η ισπανική νομοθεσία είναι μία από εκείνες οι οποίες μνημονεύονται στο άρθρο 37, παράγραφος 1, κατά τις οποίες το ποσό των παροχών αναπηρίας είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως. Αντιθέτως, η γερμανική νομοθεσία δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των νομοθεσιών αυτών.
11 Το άρθρο 40, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει ότι, όσον αφορά τους εργαζομένους που πλήττονται από αναπηρία και έχουν υπαχθεί διαδοχικά σε αυτούς τους δύο τύπους νομοθεσιών, εφαρμόζονται κατ' αναλογία οι διατάξεις του κεφαλαίου του κανονισμού σχετικά με τις συντάξεις γήρατος και θανάτου, δηλαδή τα άρθρα 44 έως 51. Επομένως, οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή τόσο στην υπόθεση C-31/96, η οποία αφορά σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου, όσο και στις υποθέσεις C-32/96 και C-33/96, οι οποίες αφορούν συντάξεις αναπηρίας.
12 Το άρθρο 46 του κανονισμού ορίζει τους κανόνες που αφορούν την εκκαθάριση των παροχών. Η παράγραφος 2 περιλαμβάνει ειδικότερα τον ακόλουθο κανόνα:
«α) ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει το θεωρητικό ποσό της παροχής την οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει ο ενδιαφερόμενος, αν όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες των κρατών μελών στις οποίες είχε υπαχθεί ο μισθωτός ή μη μισθωτός είχαν πραγματοποιηθεί στο σχετικό κράτος μέλος και υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον εν λόγω φορέα κατά την ημερομηνία της εκκαθαρίσεως της παροχής. Αν, κατά τη νομοθεσία αυτή, το ποσό της παροχής είναι ανεξάρτητο της διάρκειας των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν, το ποσό αυτό λαμβάνεται ως το θεωρητικό ποσό που αναφέρεται στο παρόν εδάφιο.»
13 Το άρθρο 47 θεσπίζει συμπληρωματικούς κανόνες όσον αφορά τον υπολογισμό των παροχών. Η παράγραφος 1 προβλέπει ειδικές διατάξεις για τον υπολογισμό του θεωρητικού ποσού που διαλαμβάνεται στο άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο αα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται ιδίως η ακόλουθη:
«ε) ο αρμόδιος φορέας ενός κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου προβλέπει ότι ο υπολογισμός των παροχών βασίζεται σε έναν μέσο όρο εισφορών, καθορίζει αυτό τον μέσο όρο σε συνάρτηση με τις περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία αυτού του κράτους και μόνον.»
14 Τέλος, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι, ως έχει ο κανονισμός μετά τον κανονισμό 1248/92, το στοιχείο εε του άρθρου 47, παράγραφος 1, κατέστη το στοιχείο ζζ της ίδιας παραγράφου. Εξάλλου, το παράρτημα VΙ το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 89 του κανονισμού, αναφέρει τις ειδικές περιπτώσεις εφαρμογής των νομοθεσιών ορισμένων κρατών μελών, συμπληρώθηκε ως εξής, στο τμήμα Δ. Ισπανία:
«4. α) Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 47 του κανονισμού, το θεωρητικό ποσό της ισπανικής παροχής υπολογίζεται επί των πραγματικών βάσεων εισφοράς του ασφαλισμένου, κατά τα έτη πριν από την καταβολή της τελευταίας εισφοράς υπέρ της ισπανικής κοινωνικής ασφάλισης.
β) Το ποσό αυτής της σύνταξης θα αυξηθεί κατά το ποσό των προσαυξήσεων και αναπροσαρμογών που υπολογίζονται για κάθε μεταγενέστερο έτος μέχρι το έτος που προηγείται της επέλευσης του κινδύνου, για τις συντάξεις της ιδίας φύσεως.»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
15 Με το ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά ουσιαστικά αν η μέση βάση εισφοράς που αναφέρει το στοιχείο εε του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού, το οποίο κατέστη το στοιχείο ζζ μετά τον κανονισμό 1248/92, πρέπει να προσδιοριστεί σύμφωνα με τις θεωρητικές βάσεις της εισφοράς (μέγιστη, ελάχιστη ή μέση) ή σύμφωνα με τις πραγματικές βάσεις εισφορών του ασφαλισμένου.
16 Οι Naranjo Arjona και Vicente Mateos, καθώς και η Garcνa Lαzaro θεωρούν ότι οι διάφορες εκδοχές που προτείνει το εθνικό δικαστήριο είναι αδύνατο να εφαρμοστούν, ειδικότερα διότι η έννοια των «μισθολογικών βάσεων» είναι γνωστή στην ισπανική νομοθεσία μόλις από το 1974 και οι διακινούμενοι εργαζόμενοι για τους οποίους ισχύει περίοδος αναφοράς προγενέστερη της εν λόγω ημερομηνίας βρίσκονται έτσι σε μειονεκτική θέση. Κατά συνέπεια, οι ενδιαφερόμενοι προτείνουν στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι το στοιχείο εε του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού, το οποίο κατέστη το σημείο ζζ με τον κανονισμό 1248/92, καθώς και το παράρτημα VI, Δ (Ισπανία), σημείο 4, στοιχείο αα, του ίδιου τροποποιηθέντος κανονισμού, αντιβαίνουν προς το άρθρο 51 της Συνθήκης, καθόσον προβλέπουν σύστημα υπολογισμού των παροχών διαφορετικό από εκείνο που προβλέπεται στην ισπανική νομοθεσία και που δεν λαμβάνει υπόψη τις περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως σε άλλο κράτος μέλος.
17 Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι, από τις διευκρινίσεις που έγιναν στο σημείο 4 του τμήματος Δ του παραρτήματος VΙ, προκύπτει σαφώς ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 47 του κανονισμού, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές βάσεις εισφορών του ασφαλισμένου κατά τα αμέσως προηγούμενα έτη από την καταβολή της τελευταίας εισφοράς στην ισπανική κοινωνική ασφάλιση και το κατ' αυτόν τον τρόπο λαμβανόμενο ποσό της συντάξεως να προσαρμόζεται στο επίπεδο που αντιστοιχεί στην ημερομηνία επελεύσεως του κινδύνου.
18 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι κανένας από τους κανόνες του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού δεν έχει εφαρμογή στον υπολογισμό του ποσού της συντάξεως αναπηρίας σε ένα σύστημα σύμφωνα με το οποίο το ποσό αυτό είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως. Όσον αφορά τις συντάξεις γήρατος και θανάτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι λαμβάνεται υπόψη το ποσό των πραγματικών μισθών των αμέσως προηγουμένων της στιγμής επελεύσεως του κινδύνου ανεξάρτητα από το κράτος μέλος εισπράξεώς τους, κατά τρόπον ώστε το αποτέλεσμα από την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας, ερμηνευόμενης υπό το φως των στόχων των άρθρων 48 και 51 της Συνθήκης, να μη θέτει σε μειονεκτική μοίρα τον εργαζόμενο ο οποίος άσκησε το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας σε σχέση με εκείνον που δεν το άσκησε.
19 Επιβάλλεται καταρχάς η υπόμνηση ότι, αντίθετα προς ό,τι υποστήριξε η Επιτροπή, και όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 1996, C-251/94, Lafuente Nieto (Συλλογή 1996, σ. Ι-4187), το στοιχείο εε του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού, επαναλαμβανόμενο υπό το στοιχείο ζζ ως ισχύει σήμερα ο κανονισμός, αφορά ένα σύστημα υπολογισμού των παροχών αναπηρίας το οποίο στηρίζεται σε ένα μέσο όρο εισφορών, όπως το προβλεπόμενο από την ισπανική νομοθεσία. Πράγματι, η διάταξη αυτή δεν έχει μόνον εφαρμογή στα συνταξιοδοτικά συστήματα γήρατος και θανάτου, αλλά εφαρμόζεται επίσης, κατ' αναλογία, δυνάμει του άρθρου 40, παράγραφος 1, του κανονισμού, στα συστήματα παροχών αναπηρίας, όταν ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος έχει υπαχθεί διαδοχικά σε νομοθεσίες διαφορετικού τύπου, όπως στις υποθέσεις των κυρίων δικών (προπαρατεθείσα απόφαση Lafuente Nieto, σκέψη 28).
20 Επιβάλλεται επίσης η υπόμνηση ότι η ίδια διάταξη αποτελεί συμπληρωματικό κανόνα για τον υπολογισμό του θεωρητικού ποσού της παροχής περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο αα, του κανονισμού. Επομένως, ο κανόνας αυτός πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με την τελευταία αυτή διάταξη και, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, C-406/93, Reichling (Συλλογή 1994, σ. Ι-4061), σε συνάρτηση με τον σκοπό του άρθρου 51 της Συνθήκης, πράγμα που σημαίνει ιδίως ότι οι διακινούμενοι εργαζόμενοι δεν πρέπει να υφίστανται μείωση του ποσού των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω του ότι άσκησαν το δικαίωμά τους περί ελεύθερης κυκλοφορίας.
21 Πάντως, αντίθετα προς ό,τι διατείνονται οι ενδιαφερόμενοι, μια τέτοια υποχρέωση δεν σημαίνει ότι η επίδικη διάταξη είναι οπωσδήποτε αντίθετη προς τον προμνησθέντα στόχο διότι δεν επιτρέπει να ληφθεί υπόψη, για τον προσδιορισμό του μέσου όρου των εισφορών, το ποσό των εισφορών που έχουν καταβληθεί εντός άλλου κράτους μέλους. Η υποχρέωση αυτή συνεπάγεται μόνον ότι ο εν λόγω μέσος όρος είναι ο ίδιος για τον διακινούμενο εργαζόμενο μόνον αν αυτός δεν είχε ασκήσει το δικαίωμά του περί ελεύθερης κυκλοφορίας.
22 Έτσι, σε περιπτώσεις όπως αυτές οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο των κυρίων δικών, ναι μεν δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη - σύμφωνα με τα οριζόμενα στο στοιχείο εε του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού, το οποίο κατέστη το στοιχείο ζζ με τον κανονισμό 1248/92 - παρά μόνο το ποσό των εισφορών που έχουν καταβληθεί δυνάμει της οικείας νομοθεσίας, το ποσό αυτό όμως πρέπει να προσαρμόζεται και να επανεκτιμάται, ώστε να αντιστοιχεί προς εκείνο το οποίο θα είχε καταβάλει πράγματι ο ενδιαφερόμενος, αν είχε συνεχίσει να ασκεί υπό τις ίδιες προϋποθέσεις τη δραστηριότητά του εντός του οικείου κράτους μέλους (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Lafuente Nieto, σκέψεις 39 και 40).
23 Η ερμηνεία αυτή αντιστοιχεί προς τις νέες διατάξεις που προσέθεσε ο κανονισμός 1248/92 στο παράρτημα VI, τμήμα Δ, σημείο 4, του κανονισμού, κατά τις οποίες «το θεωρητικό ποσό της ισπανικής παροχής υπολογίζεται επί των πραγματικών βάσεων εισφοράς του ασφαλισμένου κατά τα έτη που προηγούνται της καταβολής της τελευταίας εισφοράς υπέρ της ισπανικής κοινωνικής ασφάλισης» και «το ποσό αυτής της σύνταξης θα αυξηθεί κατά το ποσό των προσαυξήσεων και αναπροσαρμογών που υπολογίζονται για κάθε μεταγενέστερο έτος μέχρι το έτος που προηγείται της επέλευσης του κινδύνου, για τις συντάξεις της ιδίας φύσεως».
24 Βεβαίως, οι νέες αυτές διατάξεις δεν έχουν καταρχήν εφαρμογή στις συντάξεις οι οποίες έχουν εκκαθαριστεί πριν από την 1η Ιουνίου 1992, υπό την επιφύλαξη ωστόσο της δυνατότητας που αναγνωρίζει στους ενδιαφερομένους το άρθρο 95α του τροποποιηθέντος κανονισμού να ζητήσουν αναθεώρηση των δικαιωμάτων τους, αφού ληφθούν υπόψη οι κανόνες αυτοί. Εν πάση όμως περιπτώσει, όπως παρατήρησε ήδη το Δικαστήριο στη σκέψη 42 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Lafuente Nieto, οι εν λόγω διατάξεις, οι οποίες περιορίζονται στη διασαφήνιση των μεθόδων εφαρμογής του κανονισμού, προβλέποντας ότι ο μέσος όρος των βάσεων υπολογισμού των εισφορών καθορίζεται μόνο σε συνάρτηση με τις περιόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν υπό την οικεία νομοθεσία, χωρίς ωστόσο να τροποποιούν το περιεχόμενο του άρθρου 47, παράγραφος 1, στοιχείο εε, αποσκοπούν μόνο στη διασφάλιση της συμφωνίας του άρθρου αυτού προς τις αρχές του άρθρου 51 της Συνθήκης.
25 Ωστόσο, η Επιτροπή υποστήριξε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν θα πρέπει να σημαίνει απώλεια των πλεονεκτημάτων απορρέουσα από τη μη εφαρμογή, μετά την έναρξη ισχύος των εν λόγω κανόνων, της συμβάσεως κοινωνικής ασφαλίσεως η οποία συνήφθη μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Βασιλείου της Ισπανίας στις 4 Δεκεμβρίου 1973 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 1977 (στο εξής: η σύμβαση). Κατά την Επιτροπή, συγκεκριμένα, η εφαρμογή του άρθρου 25, παράγραφος 1, στοιχείο b, της συμβάσεως αυτής, που παρέχει τη δυνατότητα να λαμβάνεται υπόψη το ύψος της βάσεως της εισφοράς στο οποίο φθάνει ο εργαζόμενος στο τέλος της σταδιοδρομίας του στη Γερμανία, ενώ συγχρόνως παραπέμπει στις βάσεις εισφοράς που ισχύουν στην Ισπανία για την οικεία επαγγελματική κατηγορία, θα κατέληγε σε πλεονεκτικότερο αποτέλεσμα για τους ενδιαφερομένους απ' ό,τι το απορρέον από τις διατάξεις του κανονισμού.
26 Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, με την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1991, C-227/89, Rφnfeldt (Συλλογή 1991, σ. Ι-323), το Δικαστήριο έκρινε ότι τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης δεν επιτρέπουν την απώλεια κοινωνικοασφαλιστικών πλεονεκτημάτων απορρέουσα από τη μη εφαρμογή, κατόπιν της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 1408/71, των συμβάσεων που ίσχυαν μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών και είχαν ενσωματωθεί στην εθνική τους νομοθεσία. Με την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-475/93, Thιvenon (Συλλογή 1995, σ. Ι-3813), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η αρχή αυτή δεν μπορεί, πάντως, να έχει εφαρμογή στους εργαζομένους οι οποίοι δεν είχαν ασκήσει το δικαίωμα περί ελεύθερης κυκλοφορίας τους παρά μόνο μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού.
27 Στις υποθέσεις των κυρίων δικών δεν αμφισβητείται ότι οι ενδιαφερόμενοι ασκούσαν ήδη τις μισθωτές δραστηριότητές τους στη Γερμανία πριν από την έναρξη ισχύος στην Ισπανία, την 1η Ιανουαρίου 1986, του κανονισμού, του οποίου οι διατάξεις αντικατέστησαν κανονικά, σύμφωνα με το άρθρο 6, τις διατάξεις της γερμανοϋσπανικής συμβάσεως. Δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι η αντικατάσταση αυτή μπορεί, ενδεχομένως, να στερήσει τους ενδιαφερομένους από τα δικαιώματα και πλεονεκτήματα που απορρέουν γι' αυτούς από την εν λόγω σύμβαση.
28 Ωστόσο, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η θέση της Επιτροπής ότι η εφαρμογή της συμβάσεως θα είναι ευνοϋκότερη για τους ενδιαφερομένους απ' ό,τι η εφαρμογή του κανονισμού αμφισβητήθηκε από την Ισπανική Κυβέρνηση. Όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 37 των προτάσεών του, η αναπροσαρμογή των εισφορών, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού όπως τις ερμήνευσε το Δικαστήριο και τις υπενθυμίζει στη σκέψη 21 της παρούσας αποφάσεως, επιδιώκει άλλωστε τους ίδιους στόχους με εκείνους της συμβάσεως και, κανονικά, πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα επιτεύξεώς τους.
29 Επομένως, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν η εφαρμογή της συμβάσεως αυτής αποδεικνύεται όντως περισσότερο ή λιγότερο ευνοϋκή για τους ενδιαφερομένους εργαζομένους απ' ό,τι η εφαρμογή του κανονισμού. Στην πρώτη περίπτωση, θα πρέπει να εφαρμοστούν, κατά παρέκκλιση και σύμφωνα με τη διακηρυχθείσα αρχή στην προπαρατεθείσα απόφαση Rφnfeldt, οι κανόνες που προβλέπονται στη σύμβαση. Στην αντίθετη περίπτωση, οι κανόνες που θέτει ο κανονισμός, όπως ερμηνεύθηκαν από το Δικαστήριο, πρέπει να τύχουν εφαρμογής.
30 Επομένως, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το στοιχείο εετου άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού, το οποίο κατέστη το στοιχείο ζζ μετά τον κανονισμό 1248/92, συνεπάγεται ότι, σε καταστάσεις όπως εκείνες που αποτελούν αντικείμενο των διαφορών των κυρίων δικών, ο υπολογισμός του μέσου όρου των εισφορών στηρίζεται μόνο στο ποσό των εισφορών που έχουν πράγματι καταβληθεί δυνάμει της οικείας νομοθεσίας και ότι το θεωρητικό ποσό της παροχής που προκύπτει με τη μέθοδο αυτή πρέπει να αναπροσαρμόζεται όντως και να προσαυξάνεται ως εάν οι ενδιαφερόμενοι είχαν συνεχίσει να ασκούν τη δραστηριότητά τους στο εν λόγω κράτος μέλος υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Πάντως, στην περίπτωση κατά την οποία η εφαρμογή της διατάξεως αυτής, ερμηνευόμενης κατ' αυτόν τον τρόπο, αποδεικνυόταν λιγότερο ευνοϋκή για τους εργαζομένους οι οποίοι, πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού στο εν λόγω κράτος μέλος, ασκούσαν ήδη τις μισθωτές δραστηριότητές τους σε άλλο κράτος μέλος απ' ό,τι η εφαρμογή προγενέστερης συμβάσεως συναφθείσας με το τελευταίο αυτό κράτος, το αρμόδιο δικαστήριο πρέπει, κατ' εξαίρεση, να εφαρμόσει τους κανόνες που προβλέπονται στη σύμβαση αυτή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κυρίων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διατάξεις της 15ης και της 17ης Ιανουαρίου 1996 το Tribunal Superior de Justicia de la Comunidad de Extremadura, Cαceres, αποφαίνεται:
Το στοιχείο εε του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, και προσαρμόστηκε με το παράρτημα Ι, μέρος VIII, της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών, το οποίο κατέστη το στοιχείο ζζ ύστερα από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992, συνεπάγεται ότι, σε καταστάσεις όπως εκείνες που αποτελούν αντικείμενο των διαφορών των κυρίων δικών, ο υπολογισμός του μέσου όρου των εισφορών στηρίζεται μόνο στο ποσό των εισφορών που έχουν πράγματι καταβληθεί δυνάμει της οικείας νομοθεσίας και ότι το θεωρητικό ποσό της παροχής που προκύπτει με τη μέθοδο αυτή πρέπει να αναπροσαρμόζεται δεόντως και να προσαυξάνεται ως εάν οι ενδιαφερόμενοι είχαν συνεχίσει να ασκούν τη δραστηριότητά τους στο εν λόγω κράτος μέλος υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Πάντως, στην περίπτωση κατά την οποία η εφαρμογή της διατάξεως αυτής, ερμηνευόμενης κατ' αυτόν τον τρόπο, αποδεικνυόταν λιγότερο ευνοϋκή για τους εργαζομένους οι οποίοι, πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού στο εν λόγω κράτος μέλος, ασκούσαν ήδη τις μισθωτές δραστηριότητές τους σε άλλο κράτος μέλος απ' ό,τι η εφαρμογή προγενέστερης συμβάσεως συναφθείσας με το τελευταίο αυτό κράτος, το αρμόδιο δικαστήριο πρέπει, κατά παρέκκλιση, να εφαρμόσει τους κανόνες που προβλέπονται στη σύμβαση αυτή.
Full & Egal Universal Law Academy