Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Διαδικασία - Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα - Τρόπος παρουσιάσεως
2 Κοινωνική πολιτική - Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι - Ισότητα αμοιβών - Αποκλεισμός των μερικώς απασχολουμένων εργαζομένων από επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα - Μέτρο που πλήττει σημαντικά υψηλότερο ποσοστό γυναικών παρά ανδρών - Δεν επιτρέπεται αν δεν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι - Δυνατότητα επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) - Διαχρονικός περιορισμός - Συνυπολογισμός μόνον των προγενέστερων της αποφάσεως της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, περιόδων - Περιορισμός ο οποίος προκύπτει από την απόφαση της 17ης Μαου 1990, C-262/88 - Δεν έχει εφαρμογή
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 119 (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ)· πρωτόκολλο αριθ. 2 αναφορικά με το άρθρο 119]
3 Κοινωνική πολιτική - Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι - Ισότητα αμοιβών - Άρθρο 119 της Συνθήκης (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) - Διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως της 8ης Απριλίου 1976, 43/75 - Δεν αντιβαίνουν προς διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που προβλέπουν δικαίωμα αναδρομικής υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 119 (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ)]
4 Κοινωνική πολιτική - Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι - Ισότητα αμοιβών - Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και άρθρο 119 της Συνθήκης (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) - Δεν αντιβαίνουν προς διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που προβλέπουν δικαίωμα αναδρομικής υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, παρά τον κίνδυνο στρεβλώσεως του ανταγωνισμού - Προηγείται ο κοινωνικός σκοπός του άρθρου 119 της Συνθήκης
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 119 (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ)]
Περίληψη
1 Η παρουσίαση της κατακλείδας των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα στο πλαίσιο ακροάσεως ενώπιον τμήματος διαφορετικού από εκείνο που αποφαίνεται επί της οικείας υποθέσεως δεν συνεπάγεται καμία παραβίαση των εφαρμοστέων ενώπιον του Δικαστηρίου κανόνων ούτε των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στους διαδίκους στο πλαίσιο της διαδικασίας της κύριας δίκης. Πράγματι, οι δικαστές του οικείου τμήματος μπορούν να λάβουν γνώση των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα διά της καταθέσεώς τους στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, η δε δημοσιότητα των προτάσεων αυτών διασφαλίζεται, μεταξύ άλλων, διά της αναγνώσεως της τελικής προτάσεως σε δημόσια συνεδρίαση και διά της προαναφερθείσας καταθέσεώς τους στη Γραμματεία.
(βλ. σκέψεις 20-21)
2 Ο αποκλεισμός των μερικώς απασχολουμένων εργαζομένων από επαγγελματικό σύστημα συντάξεων συνιστά έμμεση διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 119 της Συνθήκης (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) όταν το μέτρο αυτό πλήττει, κατά ποσοστό, σημαντικά υψηλότερο αριθμό γυναικών εργαζομένων από ό,τι ανδρών εργαζομένων και δεν δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.
Στην περίπτωση αυτή, η δυνατότητα επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης περιορίζεται διαχρονικώς, υπό την έννοια ότι οι περίοδοι υπηρεσίας των εν λόγω εργαζομένων λαμβάνονται υπόψη μόνον από της 8ης Απριλίου 1976, ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως 43/75, Defrenne II, όσον αφορά την αναδρομική υπαγωγή τους σ' ένα τέτοιο σύστημα και τον υπολογισμό των παροχών που δικαιούνται, εξαιρουμένων εκείνων των εργαζομένων και των ελκόντων εξ αυτών δικαιώματα οι οποίοι, πριν από την ημερομηνία αυτή, άσκησαν ένδικη προσφυγή ή υπέβαλαν ισοδύναμη ένσταση.
Από της απόψεως αυτής, ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων του άρθρου 119 της Συνθήκης, που προκύπτει τόσο από την απόφαση της 17ης Μαου 1990, C-262/88, Barber, όσο και από το πρωτόκολλο αριθ. 2 αναφορικά με το άρθρο 119, δεν αφορά παρά μόνον εκείνες τις μορφές διακρίσεων τις οποίες οι εργοδότες και τα συνταξιοδοτικά συστήματα μπορούσαν, ενόψει των μεταβατικού χαρακτήρα εξαιρέσεων που προβλέπονται από τις δυνάμενες να εφαρμοστούν σε θέματα επαγγελματικών συντάξεων διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, να θεωρηθούν ευλόγως ως ανεκτές. Όσον αφορά το δικαίωμα υπαγωγής σε επαγγελματικά συστήματα, κανένα στοιχείο δεν επέτρεπε να θεωρηθεί ότι οι ενδιαφερόμενοι επαγγελματικοί κύκλοι ήταν δυνατόν να παραπλανηθούν ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης, δεδομένου ότι, από της εκδόσεως της αποφάσεως της 13ης Μαου 1986, 170/84, Bilka, είναι σαφές ότι διάκριση λόγω φύλου κατά την αναγνώριση του πιο πάνω δικαιώματος συνιστά παράβαση της εν λόγω διατάξεως.
Εφόσον η δεύτερη αυτή απόφαση δεν προέβλεψε κανένα διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της, ο μόνος σχετικός περιορισμός είναι εκείνος που προκύπτει από την απόφαση Defrenne II.
(βλ. σκέψεις 29, 35-38, 40-41, διατακτικό 1-2)
3 Ο διαχρονικός περιορισμός της δυνατότητας επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ), που προκύπτει από την απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne II, δεν εμποδίζει την εφαρμογή διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που καθιερώνουν μια αρχή ισότητας, δυνάμει της οποίας, σε περιπτώσεις όπως αυτή της κύριας δίκης, οι μερικώς απασχολούμενοι εργαζόμενοι δικαιούνται να υπαχθούν αναδρομικώς σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα και να λάβουν σύνταξη στο πλαίσιο αυτού του συστήματος.
Από αυτής της απόψεως, ο εν λόγω περιορισμός ουδόλως απέβλεπε στον αποκλεισμό της δυνατότητας των ενδιαφερομένων εργαζομένων να στηριχθούν σε διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που καθιερώνουν μια αρχή ισότητας. Πράγματι, διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που αποβλέπουν στη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων συμβάλλουν στην εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η αρχή της ασφαλείας δικαίου που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής εννόμου τάξεως, η οποία μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο, κατ' εξαίρεση, να περιορίσει τη δυνατότητα επικλήσεως μιας ερμηνευθείσας από αυτό διατάξεως, δεν έχει εφαρμογή και δεν εμποδίζει την εφαρμογή διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που διασφαλίζουν αποτέλεσμα σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο.
(βλ. σκέψεις 46-48, 50, διατακτικό 3)
4 Το κοινοτικό δίκαιο, και ιδίως η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας και το άρθρο 119 της Συνθήκης (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ), δεν απαγορεύουν την εφαρμογή διατάξεων της νομοθεσίας κράτους μέλους που καθιερώνουν μια αρχή ισότητας δυνάμει της οποίας, σε περιπτώσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, οι μερικώς απασχολούμενοι εργαζόμενοι δικαιούνται να υπαχθούν αναδρομικώς σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα και να λάβουν σύνταξη στο πλαίσιο αυτού του συστήματος, παρά τον κίνδυνο στρεβλώσεως του ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρηματιών διαφόρων κρατών μελών εις βάρος εργοδοτών εγκατεστημένων στο πρώτο κράτος μέλος.
Αφενός, πράγματι, δεν μπορεί να θεωρείται ως αντίθετη προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων η εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας εκ μόνου του λόγου ότι άλλα κράτη μέλη εφαρμόζουν διατάξεις λιγότερο αυστηρές.
Αφετέρου, ο οικονομικός σκοπός που επιδιώκεται με το άρθρο 119 της Συνθήκης και ο οποίος συνίσταται στην άρση των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού μεταξύ εγκατεστημένων σε διάφορα κράτη μέλη επιχειρήσεων, έχει δευτερεύοντα χαρακτήρα σε σχέση με τον επιδιωκόμενο με την εν λόγω διάταξη σκοπό, ο οποίος συνιστά έκφραση του θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου να μην υφίσταται διακρίσεις λόγω του φύλου του.
(βλ. σκέψεις 52, 56-57, 59, διατακτικό 4)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-50/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Landesarbeitsgericht Hamburg (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Deutsche Telekom AG, πρώην Deutsche Bundespost Telekom,
και
Lilli Schrφder,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ), καθώς και του πρωτοκόλλου σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϋκής Κοινότητας που έχει προσαρτηθεί ως παράρτημα στη Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen (εισηγητή), πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, G. Hirsch και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Deutsche Telekom AG, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο Αμβούργου G. Engelbrecht,
- η L. Schrφder, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο Αμβούργου R. Mendel,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. E. Collins, Assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενo από τον N. Paines, barrister,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον P. Hillenkamp και την M. Wolfcarius, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρουμένους από τον δικηγόρο Αμβούργου K. Bertelsmann,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Deutsche Telekom AG, της L. Schrφder, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 1ης Ιουλίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Οκτωβρίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 25ης Οκτωβρίου 1995, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Φεβρουαρίου 1996, το Landesarbeitsgericht Hamburg υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), έξι προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ), καθώς και του πρωτοκόλλου σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Κοινότητας (στο εξής: πρωτόκολλο), που έχει επισυναφθεί ως παράρτημα στη Συνθήκη ΕΚ.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της L. Schrφder και της Deutsche Bundesport Telekom, νυν Deutsche Telekom AG (στο εξής: Deutsche Telekom), αναφορικά με τους όρους υπαγωγής σε επαγγελματικό σύστημα συμπληρωματικής συντάξεως και τη χορήγηση συντάξεως στο πλαίσιο αυτού του συστήματος.
Το εθνικό κανονιστικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 έως 3, του Grundgesetz fόr die Bundesrepublik Deutschland (Θεμελιώδους Νόμου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, στο εξής: Θεμελιώδης Νόμος) ορίζει ότι:
«1. Όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.
2. Οι άνδρες και οι γυναίκες έχουν ίσα δικαιώματα. Το κράτος προωθεί την πραγμάτωση της ισότητας δικαιωμάτων μεταξύ ανδρών και γυναικών και ενεργεί για την απάλειψη των υφισταμένων διαφορών.
3. Ουδείς θίγεται ή ευνοείται λόγω του φύλου του, της καταγωγής του, της φυλετικής προελεύσεως, της γλώσσας του, της πατρίδας του και της καταγωγής του, του πιστεύω του, των θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεών του. Ουδείς αντιμετωπίζεται δυσμενώς λόγω της αναπηρίας του.»
4 Το άρθρο 1 του Gesetz όber die Gleichbehandlung von Mδnnern und Frauen am Arbeitsplatz (νόμου του 1980 περί ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στον τόπο εργασίας) προσέθεσε στο άρθρο 612 του Bόrgerliches Gesetzbuch (γερμανικού αστικού κώδικα) μια νέα παράγραφο 3, η οποία ορίζει τα εξής:
«Σε μια σχέση εργασίας δεν επιτρέπεται να προβλέπεται, λόγω του φύλου του εργαζομένου, κατώτερη αμοιβή απ' αυτή που παρέχεται σε εργαζόμενο του άλλου φύλου, για την ίδια εργασία ή για εργασία ίσης αξίας. Συμφωνία περί κατώτερης αμοιβής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι εφαρμόζονται ειδικές διατάξεις προστασίας ένεκα του φύλου του εργαζομένου (...)».
5 Το 1985 εκδόθηκε ο Gesetz όber arbeitsrechtliche Vorschriften zur Beschδftigungsfφrderung (νόμος περιέχων διατάξεις εργατικού δικαίου προς ενίσχυση της απασχολήσεως, στο εξής: BeschFG), τα άρθρα 2 έως 6 του οποίου ρυθμίζουν τη μερική απασχόληση. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, απαγορεύει σε εργοδότη να μεταχειρίζεται μερικώς απασχολούμενο εργαζόμενο κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο των εργαζομένων πλήρους απασχολήσεως, εκτός αν η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Εντούτοις, το άρθρο 6 προβλέπει ότι οι διατάξεις μιας συλλογικής συμβάσεως μπορούν να περεκκλίνουν από τα οριζόμενα στο παρόν τμήμα, έστω και αν η παρέκκλιση αυτή είναι εις βάρος του μισθωτού.
6 Δυνάμει του άρθρου 24 της Tarifvertrag fόr Arbeiter der Deutschen Bundespost (συλλογικής συμβάσεως των εργαζομένων της Deutschen Bundespost), οι εργαζόμενοι οφείλουν να υπαχθούν στον Versorgungsanstalt der Deutschen Bundespost (συνταξιοδοτικό φορέα της Deutsche Bundespost, στο εξής: VAP) κατά τους όρους που προβλέπει η ισχύουσα Tarifvertrag όber die Versorgung der Arbeitnehmer der Deutschen Bundespost (συλλογική σύμβαση περί συντάξεων των μισθωτών της Deutsche Bundespost, στο εξής: συνταξιοδοτική σύμβαση).
7 Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1987, το άρθρο 3 της συνταξιοδοτικής συμβάσεως όριζε ότι:
«Ο μισθωτός οφείλει να ασφαλιστεί στον VAP, σύμφωνα με το καταστατικό και τις συμπληρωματικές του διατάξεις, εφόσον (...) ο προβλεπόμενος από τη σύμβαση εργασίας του μέσος εβδομαδιαίος χρόνος απασχολήσεως ανέρχεται τουλάχιστον στο ήμισυ του προβλεπόμενου εκάστοτε κανονικού εβδομαδιαίου χρόνου απασχολήσεως ενός πλήρως απασχολουμένου σε αντίστοιχη θέση εργαζομένου (...)».
8 Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε ως εξής από 1ης Ιανουαρίου 1988:
«Οι μισθωτοί εργαζόμενοι οφείλουν να υπαχθούν στον VAP, σύμφωνα με το καταστατικό και τις συμπληρωματικές του διατάξεις εφόσον (...) ο μέσος εβδομαδιαίος χρόνος απασχολήσεως του εργαζομένου ανέρχεται σε 18 τουλάχιστον ώρες.»
9 Με συλλογική σύμβαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1992, το άρθρο 3 της συμβάσεως περί συντάξεων τροποποιήθηκε και πάλι αναδρομικώς από 1ης Απριλίου 1991 προβλέποντας τα εξής:
«Οι μισθωτοί εργαζόμενοι οφείλουν να υπαχθούν στον VAP, σύμφωνα με το καταστατικό και τις συπληρωματικές του διατάξεις εφόσον (...) ο χρόνος απασχολήσεώς τους δεν είναι ελάχιστος, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του Sozialgesetzbuch IV (τέταρτου βιβλίου του γερμανικού κοινωνικού κώδικα)».
Η διαφορά της κύριας δίκης
10 Η L. Schrφder εργάστηκε με μειωμένο ωράριο στην Deutsche Telecom, αρχικώς βάσει συμβάσεων ορισμένου χρόνου, από 9ης Αυγούστου 1974 έως 19ης Μαου 1975, κατόπιν δε, δυνάμει συμβάσεως αορίστου χρόνου, από 20ής Μαου 1975 έως 31ης Μαρτίου 1994, ημερομηνία συνταξιοδοτήσεώς της. Από 1ης Απριλίου 1994 λαμβάνει σύνταξη γήρατος κατά το εκ του νόμου προβλεπόμενο σύστημα.
11 Ως μερικώς απασχολούμενη η L. Schrφder αποκλείστηκε αρχικώς από την υπαγωγή στον VAP. Μετά την τροποποίηση του άρθρου 3 της συμβάσεως περί συντάξεων, από 1ης Απριλίου 1991, υπήχθη στον VAP από της ημερομηνίας αυτής και μέχρι περατώσεως της σταδιοδρομίας της ως μισθωτής εργαζόμενης.
12 Η L. Schrφder προσέφυγε στο Arbeitsgercht Hamburg ζητώντας να υποχρεωθεί η Deutsche Τelekom να της καταβάλλει, από 1ης Απριλίου 1994, συμπληρωματική σύνταξη ύψους ίσου με εκείνο που θα ελάμβανε εάν είχε υπαχθεί στον VAP καθόλη τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ 20ής Μαου 1975 και 31ης Μαρτίου 1994.
13 Ισχυρίστηκε ότι ο αποκλεισμός των μερικώς απασχολουμένων εργαζομένων από το δικαίωμα λήψεως συμπληρωματικής συντάξεως συνιστά διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 119 της Συνθήκης, το άρθρο 3 του Θεμελιώδους Νόμου και το άρθρο 2, παράγραφος 1, του BeschFG. Από τα στοιχεία που προσκόμισε στο εθνικό δικαστήριο προκύπτει ότι το 1991 το 95 % των μερικώς απασχολουμένων στη Deutsche Telekom ήταν γυναίκες.
14 Με απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1994 το Arbeitsgericht δέχθηκε πλήρως το αίτημά της. Υπογράμμισε ότι τη λύση αυτή επέβαλε και μόνο το άρθρο 3, παράγραφος 2, του Θεμελιώδους Νόμου και ότι, κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη νομολογία του Bundesarbeitsgericht, ο διαχρονικός περιορισμός των συνεπειών του άρθρου 119 της Συνθήκης, που προκύπτει τόσο από τη νομολογία του Δικαστηρίου όσο και από το πρωτόκολλο, είναι άνευ σημασίας.
15 Η Deutsche Telekom άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Landesarbeitsgericht Hamburg, ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης υπερισχύει του άρθρου 3 του Θεμελιώδους Νόμου και ότι ο διαχρονικός περιορισμός των συνεπειών του, που προκύπτει από την απόφαση της 17ης Μαου 1990, C-262/88, Barber, Συλλογή 1990, σ. Ι-1889, και το πρωτόκολλο, ισχύει για όλες τις περιπτώσεις δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου στον τομέα των επαγγελματικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως.
16 Η L. Schrφder αντέτεινε ότι το δικαίωμα που επικαλείται, για σύνταξη στο πλαίσιο της επιχειρήσεως, προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, του Θεμελιώδους Νόμου. Συνεπώς, ασχέτως της ερμηνείας που δόθηκε με τη νομολογία του Δικαστηρίου στο άρθρο 119 της Συνθήκης και στο πρωτόκολλο, δεν μπορεί, κατά την άποψή της, να συναχθεί απαγόρευση προς τα κράτη μέλη να ενεργούν προς αποτροπή οποιασδήποτε δυσμενούς διακρίσεως μεταξύ μερικώς και πλήρως απασχολουμένων εργαζομένων, έστω και αν αυτό αφορά περιόδους προγενέστερες της 17ης Μαου 1990.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
17 Το Landesarbeitsgericht έκρινε ότι αδυνατεί να συνταχθεί με τη νομολογία του Bundesarbeitsgericht, κατά την οποία η νομολογία του Δικαστηρίου και το πρωτόκολλο δεν αποκλείουν προφανώς την αναδρομική ισχύ κανόνων της εθνικής νομοθεσίας που θεσπίζουν την αρχή της ισότητας στον τομέα των επαγγελματικών συντάξεων που χορηγούνται στο πλαίσιο επιχειρήσεως.
18 Έχοντας αμφιβολίες ως προς τη διαχρονική ισχύ των συνεπειών της κοινοτικής αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων, ιδίως δε ως προς τις συνέπειες αυτού του περιορισμού σε επίπεδο εσωτερικού δικαίου, το Landesarbeitsgericht Hamburg αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνιστά έμμεση διάκριση εις βάρος των γυναικών, κατά την έννοια της νομολογίας του ΔΕΚ τη σχετική με το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ, ο διατυπωμένος κατά τρόπο ουδέτερο ως προς το κριτήριο του φύλου αποκλεισμός των μερικώς απασχολουμένων που εργάζονται λιγότερο από 18 ώρες εβδομαδιαίως από τη χορήγηση συμπληρωματικής παροχής καταβαλλόμενης στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού συστήματος μιας επιχειρήσεως, όταν το 95 % περίπου των αποκλειομένων εργαζομένων είναι γυναίκες;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, εμπίπτει στο πρωτόκολλο το σχετικό με το άρθρο 119 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Κοινότητας (Πρωτόκολλο Barber) και στην προβλεπόμενη απ' αυτό απαγόρευση της αναδρομικότητας και η περίπτωση μιας έμμεσης διακρίσεως εις βάρος των γυναικών όπως αυτή στην οποία αναφέρεται το πρώτο ερώτημα;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα: η περιεχόμενη στο πρωτόκολλο το σχετικό με το άρθρο 119 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Κοινότητας (Πρωτόκολλο Barber) αρχή της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας υπερισχύει των διατάξεων του γερμανικού συνταγματικού δικαίου (άρθρο 3, παράγραφος 1, του Θεμελιώδους Νόμου), που αποκλείουν ακριβώς την επιβολή απαγορεύσεως αναδρομικότητας σε περίπτωση όπως αυτή στην οποία αναφέρεται το πρώτο ερώτημα;
4) Σε μια περίπτωση όπως αυτή στην οποία αναφέρεται το πρώτο ερώτημα όπου επιτρέπεται κατά τις διατάξεις του γερμανικού συνταγματικού δικαίου (άρθρο 3, παράγραφος 1, του Θεμελιώδους Νόμου) η αναδρομική ισχύς, συντρέχει παράνομη παραβίαση της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας που προβλέπει το πρωτόκολλο το σχετικό με το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ, όταν η εθνική νομοθεσία αντίθετα από ό,τι το κοινοτικό δίκαιο, σε μια τέτοια περίπτωση, προς τον σκοπό επίσης της επιτεύξεως της ίσης μεταχειρίσεως στο πλαίσιο συνταξιοδοτικών συστημάτων επιχειρήσεων, επιτρέπει την αναδρομική ισχύ υπέρ των εργαζομένων, ειδικότερα δε υπέρ των υφισταμένων εμμέσως δυσμενείς διακρίσεις γυναικών;
5) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα, συνιστά η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 2, παράγραφος 1, του Beschδftigungsfφrderungsgesetz (γερμανικού νόμου περί προωθήσεως της απασχολήσεως), της 26ης Απριλίου 1985, το οποίο επιτρέπει την αναδρομική ισχύ μέχρι και τις 26 Απριλίου 1985, παράνομη παραβίαση της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας που προβλέπει το πρωτόκολλο το σχετικό με το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ (Πρωτόκολλο Barber);
6) Η επιτρεπόμενη κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του Θεμελιώδους Νόμου αναδρομική ισχύς σε μια περίπτωση όπως αυτή στην οποία αναφέρεται το πρώτο ερώτημα συνιστά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου υπό την έννοια της δυσανάλογης διακρίσεως εις βάρος των ημεδαπών, δηλαδή των γερμανικών επιχειρήσεων, της μη σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας ή της παραβιάσεως άλλης αρχής του κοινοτικού δικαίου; Έχει δε, στην περίπτωση αυτή, το κοινοτικό δίκαιο υπεροχή έναντι του εθνικού δικαίου;»
Επί του αιτήματος επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας
19 Με επιστολή της 10ης Νοεμβρίου 1998 η Deutsche Telekom ζήτησε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας. Ισχυρίζεται, αφενός, ότι οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα αναπτύχθηκαν παρατύπως, λόγω του ότι η κατακλείδα τους αναγνώστηκε στο πλαίσιο ακροάσεως του πέμπτου τμήματος και όχι στο πλαίσιο ακροάσεως του έκτου τμήματος, το οποίο έχει επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης. Αφετέρου, ζήτησε να διατυπώσει παρατηρήσεις, στο πλαίσιο της αιτηθείσας επαναλήψεως, ως προς το περιεχόμενο αυτών των προτάσεων, ιδίως υπό το πρίσμα της διατάξεως που εξέδωσε το Bundesverfassungsgericht στις 5 Αυγούστου 1998, δηλαδή μετά από την προφορική διαδικασία επί της παρούσας υπόθεσης. Κατά την Deutsche Telekom, η μη αποδοχή ότι, μετά την ανάπτυξη των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα, που κατά το άρθρο 59, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, περατώνει την προφορική διαδικασία, μπορεί αυτή η διαδικασία να επαναληφθεί κατ' εξαίρεση ώστε να παρασχεθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να επισημάνουν ορισμένα προφανή λάθη ή παραλείψεις κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών ή τη νομική εκτίμηση, ή ακόμη να αντικρούσουν τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, μπορεί να αποτελέσει παραβίαση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, κατά την έννοια του άρθρου 6 της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, της 4ης Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΣΠΘΕ).
20 Επιβάλλεται σχετικώς να τονιστεί, αφενός, ότι ο τρόπος αναπτύξεως των προτάσεων στην παρούσα υπόθεση ουδόλως συνιστά παραβίαση των κανόνων της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας ούτε προσβολή των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στους διαδίκους στο πλαίσιο της διαδικασίας της κύριας δίκης.
21 Πράγματι, οι δικαστές του έκτου τμήματος, που έχουν επιληφθεί της παρούσας υποθέσεως, έλαβαν γνώση των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα διά της καταθέσεώς τους στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, η δε δημοσιότητα των προτάσεων αυτών διασφαλίστηκε, μεταξύ άλλων, διά της αναγνώσεως της κατακλείδας τους σε δημόσια συνεδρίαση και διά της προαναφερθείσας καταθέσεώς τους στην Γραμματεία.
22 Εξάλλου, από τη διάταξη του Δικαστηρίου, της 4ης Φεβρουαρίου 2000, C-17/98, Emesa Sugar (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 18), προκύπτει ότι, έχοντας ακριβώς υπόψη το άρθρο 6 της ΣΠΘΕ και αυτόν καθαυτόν τον σκοπό στον οποίο αποβλέπει το δικαίωμα παντός ενδιαφερομένου για μια διαδικασία στηριζόμενη στην αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως και για δίκαιη δίκη κατά την έννοια αυτής της διατάξεως, το Δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως, ή κατόπιν προτάσεως του γενικού εισαγγελέα ή αιτήσεως των διαδίκων, να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 61 του Κανονισμού Διαδικασίας, εφόσον κρίνει ότι δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία ή ότι η υπόθεση πρέπει να επιλυθεί βάσει επιχειρήματος επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων.
23 Στην προκειμένη όμως περίπτωση το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, κρίνει ότι η αίτηση της Deutsche Telekom δεν περιλαμβάνει κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η χρησιμότητα ή η αναγκαιότητα μιας επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας.
24 Συνεπώς, το αίτημα της Deutsche Telekom πρέπει να απορριφθεί.
Επί του πρώτου ερωτήματος
25 Με το πρώτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά ουσιαστικώς αν ο αποκλεισμός των μερικώς απασχολουμένων εργαζομένων από επαγγελματικό σύστημα συντάξεων, όπως αυτό για το οποίο πρόκειται στην κύρια δίκη, συνιστά διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 119 της Συνθήκης.
26 Οι διάδικοι συμφωνούν ότι επί του ερωτήματος η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική.
27 Επιβάλλεται σχετικώς να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, συνταξιοδοτικό σύστημα όπως το επίδικο στην κύρια δίκη, το οποίο κατά τα ουσιώδη είναι συνάρτηση της θέσεως την οποία κατείχε ο ενδιαφερόμενος, συνδέεται με την αμοιβή την οποία αυτός ελάμβανε και εμπίπτει στο άρθρο 119 της Συνθήκης (βλ., σχετικώς, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 13ης Μαου 1986, 170/86, Bilka, Συλλογή 1986, σ. 1607, σκέψη 22· Barber, προαναφερθείσα, σκέψη 28, και της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-7/93, Beune, Συλλογή 1994, σ. Ι-4471, σκέψη 46). Συνεπώς, ο αποκλεισμός από ένα τέτοιο σύστημα συντάξεων των μερικώς απασχολουμένων εργαζομένων μπορεί να αντιβαίνει στο άρθρο 119 (βλ., σχετικώς, προαναφερθείσα απόφαση Bilka, σκέψη 29).
28 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι, για να κριθεί αν ένα μέτρο επηρεάζει τόσο διαφορετικά τους άνδρες και τις γυναίκες ώστε να ισοδυναμεί με έμμεση δυσμενή διάκριση υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι ένα αισθητά χαμηλότερο ποσοστό εργαζομένων γυναικών από ό,τι εργαζομένων ανδρών είναι σε θέση να πληροί την επιβαλλόμενη από το εν λόγω μέτρο προϋπόθεση. Αν αυτό συμβαίνει, υφίσταται έμμεση δυσμενής διάκριση βασιζόμενη στο φύλο, εκτός αν το εν λόγω μέτρο δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο (βλ. απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C-167/99, Seymour-Smith και Perez, Συλλογή 1999, σ. Ι-623, σκέψη 65).
29 Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο αποκλεισμός των μερικώς απασχολουμένων εργαζομένων από επαγγελματικό σύστημα συντάξεων, όπως αυτό για το οποίο πρόκειται στην κύρια δίκη, συνιστά έμμεση διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 119 της Συνθήκης όταν το μέτρο αυτό πλήττει, κατά ποσοστό, σημαντικά υψηλότερο αριθμό γυναικών εργαζομένων από ό,τι ανδρών εργαζομένων και δεν δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
30 Με το δεύτερο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά ουσιαστικώς αν, στην περίπτωση που αποκλεισμός των μερικώς απασχολουμένων εργαζομένων από επαγγελματικό σύστημα συντάξεων συνιστά διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 119 της Συνθήκης, η δυνατότητα επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος αυτού του άρθρου περιορίζεται χρονικώς.
31 Επιβάλλεται σχετικώς να υπομνησθεί, αφενός, ότι με την απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne II (Συλλογή τόμος 1976, σ. 175, σκέψη 40), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι μπορεί να γίνεται επίκληση της αρχής της ισότητας των αμοιβών του άρθρου 119 της Συνθήκης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία οφείλουν να εξασφαλίζουν την προάσπιση των δικαιωμάτων που παρέχει η διάταξη αυτή στους ιδιώτες. Εντούτοις, στις σκέψεις 74 και 75 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι επιτακτικοί λόγοι ασφαλείας δικαίου όσον αφορά το σύνολο των διακυβευομένων συμφερόντων, δημοσίων και ιδιωτικών, επιβάλλουν να μη μπορεί να γίνει επίκληση του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 προς υποστήριξη διεκδικήσεων αναγομένων σε περιόδους προγενέστερες της ημερομηνίας της εν λόγω αποφάσεως, δηλαδή της 8ης Απριλίου 1976, εξαιρουμένων των εργαζομένων που άσκησαν προηγουμένως ένδικο βοήθημα ή ισοδύναμο μέσο έννομης προστασίας.
32 Εξάλλου, όσον αφορά τα επαγγελματικά συστήματα συντάξεων, το Δικαστήριο αποφάνθηκε, στις σκέψεις 44 και 45 της προαναφερθείσας αποφάσεως Barber, ότι, για επιτακτικούς λόγους ασφαλείας δικαίου, το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 119 της Συνθήκης δεν μπορεί να προβληθεί για να στηρίξει το αίτημα θεμελιώσεως δικαιώματος συντάξεως, αναδρομικώς, σε χρόνο προγενέστερο της εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως, δηλαδή της 17ης Μαου 1990, με εξαίρεση εκείνων οι οποίοι πριν από την ημερομηνία αυτή άσκησαν ένδικη προσφυγή ή υπέβαλαν ισοδύναμη ένσταση.
33 Όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο στην απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1993, C-109/91, Ten Oever (Συλλογή 1993, σ. Ι-4879, σκέψη 20), βάσει της προαναφερθείσας αποφάσεως Barber, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης, προκειμένου να ζητηθεί η εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα επαγγελματικών συντάξεων παρά μόνο ως προς τις παροχές που οφείλονται βάσει περιόδων απασχολήσεως που έχουν διανυθεί μετά τις 17 Μαου 1990, με την επιφύλαξη της εξαιρέσεως που προβλέπεται υπέρ των εργαζομένων ή των ελκόντων δικαιώματα από αυτούς οι οποίοι, πριν από την ημερομηνία αυτή, είχαν ασκήσει ένδικη προσφυγή ή είχαν υποβάλει ισοδύναμη, κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, ένσταση.
34 Τον ίδιο περιορισμό προβλέπει επίσης το πρωτόκολλο, δυνάμει του οποίου για την εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης, οι δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων παροχές δεν θεωρούνται ως αποδοχές εφόσον αντιστοιχούν σε περιόδους απασχόλησης πριν από τις 17 Μαου 1990, με εξαίρεση τους εργαζόμενους ή τους έλκοντες δικαιώματα οι οποίοι, πριν από αυτή την ημερομηνία, είχαν ασκήσει δικαστική προσφυγή ή καταθέσει αντίστοιχη ένσταση σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο.
35 Εντούτοις, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-57/93, Vroege (Συλλογή 1994, σ. Ι-4541, σκέψεις 20 έως 27), και C-128/93, Fisscher (Συλλογή 1994, σ. Ι-4583, σκέψεις 17 έως 24), και της 11ης Δεκεμβρίου 1997, C-246/96, Magorrian και Cunningham (Συλλογή 1997, σ. Ι-7153, σκέψεις 27 έως 35), ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων του άρθρου 119 της Συνθήκης που προκύπτει τόσο από την προαναφερθείσα απόφαση Barber όσο και από το πρωτόκολλο δεν αφορά παρά μόνον εκείνες τις μορφές διακρίσεων τις οποίες οι εργοδότες και τα συνταξιοδοτικά συστήματα μπορούσαν, ενόψει των μεταβατικού χαρακτήρα εξαιρέσεων που προβλέπονται από τις δυνάμενες να εφαρμοστούν σε θέματα επαγγελματικών συντάξεων διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, να θεωρούν ευλόγως ως ανεκτές (απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-435/93, Dietz, Συλλογή 1996, σ. Ι-5223, σκέψη 19).
36 Όσον αφορά το δικαίωμα υπαγωγής σε επαγγελματικά συστήματα, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι κανένα στοιχείο δεν επέτρεπε να θεωρηθεί ότι οι ενδιαφερόμενοι επαγγελματικοί κύκλοι ήταν δυνατόν να παραπλανηθούν ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης (προαναφερθείσα απόφαση Magorrian και Cunningham, σκέψη 28).
37 Πράγματι, από της εκδόσεως της προαναφερθείσας αποφάσεως Bilka, είναι σαφές ότι διάκριση λόγω φύλου κατά την αναγνώριση του πιο πάνω δικαιώματος συνιστά παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης (προαναφερθείσες αποφάσεις Vroege, σκέψη 29· Fisscher, σκέψη 26· Dietz, σκέψη 20, και Magorrian και Cunningham, σκέψη 29).
38 Επομένως, εφόσον η προαναφερθείσα απόφαση Bilka δεν προέβλεψε κανένα διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της, μπορεί να γίνει επίκληση του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119, προκειμένου να ζητηθεί αναδρομικώς ίση μεταχείριση όσον αφορά το δικαίωμα υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, και μάλιστα από τις 8 Απριλίου 1976, ημερομηνία εκδόσεως της προαναφερθείσας αποφάσεως Defrenne ΙΙ, η οποία για πρώτη φορά αναγνώρισε άμεσο αποτέλεσμα στο εν λόγω άρθρο (προαναφερθείσες αποφάσεις Dietz, σκέψη 21, και Magorrian και Cunningham, σκέψη 30).
39 Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι στη σκέψη 23 της προαναφερθείσας αποφάσεως Dietz, και 33 της προαναφερθείσας αποφάσεως Magorrian και Cunningham, το Δικαστήριο έχει ήδη διευκρινίσει ότι η υπαγωγή σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα ουδόλως θα ενδιέφερε τον εργαζόμενο αν δεν του παρείχε δικαίωμα να λάβει τις παροχές που χορηγεί το εν λόγω σύστημα. Συνεπώς, έκρινε ότι το υφιστάμενο στο πλαίσιο επαγγελματικού συστήματος δικαίωμα λήψεως συντάξεως γήρατος είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με το δικαίωμα υπαγωγής στο σύστημα αυτό. Προσέθεσε, εντούτοις, ότι το γεγονός ότι ένας εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει την αναδρομική υπαγωγή σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των εισφορών που οφείλονται για το χρονικό διάστημα της αναδρομικής υπαγωγής (προαναφερθείσες αποφάσεις Fisscher, σκέψη 37, και Dietz, σκέψη 34).
40 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο μόνος διαχρονικός περιορισμός της δυνατότητας επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης αναφορικά με την υπαγωγή σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, όπως αυτό για το οποίο πρόκειται στην κύρια δίκη, και της, κατά συνέπεια, καταβολής συντάξεως είναι εκείνος που προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση Defrenne II.
41 Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι στην περίπτωση που αποκλεισμός των μερικώς απασχολουμένων εργαζομένων από επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα συνιστά έμμεση διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 119 της Συνθήκης, η δυνατότητα επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του εν λόγω άρθρου περιορίζεται διαχρονικώς, υπό την έννοια ότι οι περίοδοι υπηρεσίας των εν λόγω εργαζομένων λαμβάνονται υπόψη μόνον από της 8ης Απριλίου 1976, ημερομηνίας εκδόσεως της προαναφερθείσας αποφάσεως Defrenne II, όσον αφορά την αναδρομική υπαγωγή τους σ' ένα τέτοιο σύστημα και τον υπολογισμό των παροχών που δικαιούνται, εξαιρουμένων εκείνων των εργαζομένων και των ελκόντων εξ αυτών δικαιώματα οι οποίοι, πριν από την ημερομηνία αυτή, άσκησαν ένδικη προσφυγή ή υπέβαλαν ισοδύναμη ένσταση.
Επί του τρίτου, τετάρτου και πέμπτου ερωτήματος
42 Υπό το πρίσμα της απαντήσεως που δόθηκε στο δεύτερο ερώτημα, το τρίτο, τέταρτο και πέμπτο ερώτημα, τα οποία επιβάλλεται να εξεταστούν από κοινού, πρέπει να εννοηθούν ως αποβλέποντα στο να διευκρινιστεί αν ο διαχρονικός περιορισμός της δυνατότητας επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης, ο οποίος προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση Defrenne II, αποκλείει την εφαρμογή διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που καθιερώνουν μια αρχή ισότητας, δυνάμει της οποίας, σε περιπτώσεις όπως αυτή της κύριας δίκης, οι μερικώς απασχολούμενοι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα αναδρομικής υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα και λήψεως συντάξεως στο πλαίσιο αυτού του συστήματος.
43 Επιβάλλεται σχετικώς να τονιστεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit italiana, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 605, σκέψεις 16 και 17, και 66/79, 127/79 και 128/79, Salumi κ.λπ., Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 627, σκέψεις 9 και 10), η ερμηνεία την οποία, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που του απονέμει το άρθρο 177 της Συνθήκης, το Δικαστήριο δίνει σε κανόνα κοινοτικού δικαίου διασαφηνίζει και ορίζει, όταν παρίσταται ανάγκη, την έννοια και το περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, όπως αυτός πρέπει ή έπρεπε να γίνει αντιληπτός και να εφαρμοστεί από της θέσεώς του σε ισχύ. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις το Δικαστήριο θα μπορούσε, όπως έκρινε στην προαναφερθείσα απόφασή του Defrenne II, κατ' εφαρμογή της γενικής αρχής της ασφαλείας δικαίου που είναι συμφυής με την έννομη κοινοτική τάξη, λαμβάνοντας υπόψη σοβαρές διαταραχές που η απόφασή του θα μπορούσε να έχει για το παρελθόν ως προς τις συναφθείσες καλή τη πίστη έννομες σχέσεις, να οδηγηθεί στο να περιορίσει τη δυνατότητα των ενδιαφερομένων να επικαλεστούν την κατ' αυτόν τον τρόπο ερμηνευθείσα διάταξη για να αμφισβητήσουν τις εν λόγω έννομες σχέσεις.
44 Εξάλλου, στη σκέψη 65 της προαναφερθείσας αποφάσεως Defrenne II το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης έπρεπε να έχει εξασφαλιστεί πλήρως από τα παλαιά κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, από 1ης Ιανουαρίου 1962, ημερομηνίας ενάρξεως του δευτέρου σταδίου της μεταβατικής περιόδου. Όπως επίσης προκύπτει από τη σκέψη 68 της ιδίας αποφάσεως, ακόμη και στους τομείς στους οποίους το άρθρο 119 δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα, η εφαρμογή του μπορεί να προκύπτει, εφόσον είναι αναγκαίο, από τη συνδρομή κοινοτικών και εθνικών διατάξεων.
45 Τέλος, όταν το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Defrenne II αποφάσισε να περιορίσει διαχρονικώς τη δυνατότητα επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης, έκρινε ότι, λόγω της συμπεριφοράς πολλών κρατών μελών και της στάσεως της Επιτροπής, της οποίας έλαβαν επανειλημμένα γνώση οι ενδιαφερόμενοι κύκλοι, σκόπιμο είναι να ληφθεί κατ' εξαίρεση υπόψη το γεγονός ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη αναγκάστηκαν, για παρατεταμένη περίοδο, να τηρούν πρακτική αντίθετη προς το άρθρο 119, αν και μη ακόμη απαγορευόμενη από το εθνικό τους δίκαιο (προαναφερθείσα απόφαση Defrenne II, σκέψη 72).
46 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο περιορισμός της δυνατότητας επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης ουδόλως απέβλεπε στον αποκλεισμό της δυνατότητας των ενδιαφερομένων εργαζομένων να στηριχθούν σε διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που καθιερώνουν μια αρχή ισότητας.
47 Πράγματι, διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που αποβλέπουν στη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων συμβάλλουν στην εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που τα παλαιά κράτη μέλη υπέχουν από 1ης Ιανουαρίου 1962.
48 Σε μια τέτοια περίπτωση, η αρχή της ασφαλείας δικαίου που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής εννόμου τάξεως, η οποία μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο, κατ' εξαίρεση, να περιορίσει τη δυνατότητα επικλήσεως μιας ερμηνευθείσας από αυτό διατάξεως, δεν έχει εφαρμογή και δεν εμποδίζει την εφαρμογή διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που διασφαλίζουν αποτέλεσμα σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο.
49 Δεν έχει σχετικώς σημασία ότι οι διατάξεις αυτές της εθνικής νομοθεσίας ερμηνεύθηκαν κατά σύμφωνη προς το άρθρο 119 της Συνθήκης έννοια μετά την έκδοση της προαναφερθείσας αποφάσεως Defrenne II, εφόσον η ερμηνεία αυτή μπορεί ενδεχομένως να εφαρμοστεί επί καταστάσεων οι οποίες γεννήθηκαν και έλαβαν χώρα προ της ημερομηνίας αυτής. Πράγματι, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί της διαχρονικής εφαρμογής κανόνων του εθνικού δικαίου.
50 Συνεπώς, στο τρίτο, τέταρτο και πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο διαχρονικός περιορισμός της δυνατότητας επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης, που προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση Defrenne II, δεν εμποδίζει την εφαρμογή διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που καθιερώνουν μια αρχή ισότητας, δυνάμει της οποίας, σε περιπτώσεις όπως αυτή της κύριας δίκης, οι μερικώς απασχολούμενοι εργαζόμενοι δικαιούνται να υπαχθούν αναδρομικώς σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα και να λάβουν σύνταξη στο πλαίσιο αυτού του συστήματος.
Επί του έκτου ερωτήματος
51 Με το πρώτο σκέλος του έκτου ερωτήματος το αιτούν δικαστήριο ερωτά ουσιαστικώς αν το κοινοτικό δίκαιο, και ειδικότερα η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας και το άρθρο 119 της Συνθήκης, αποκλείουν διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους που καθιερώνουν μια αρχή ισότητας δυνάμει της οποίας, σε περιπτώσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, οι μερικώς απασχολούμενοι εργαζόμενοι δικαιούνται να υπαχθούν αναδρομικώς σε ιδιωτικό επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα και να λάβουν σύνταξη στο πλαίσιο αυτού του συστήματος, λαμβανομένου υπόψη του κινδύνου στρεβλώσεως του ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρηματιών διαφόρων κρατών μελών εις βάρος εργοδοτών εγκατεστημένων στο πρώτο κράτος μέλος. Αν πράγματι αυτό συμβαίνει, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, με το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, αν το εθνικό δικαστήριο που καλείται να εφαρμόσει, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου υποχρεούται να διασφαλίσει πλήρως το αποτέλεσμα των κανόνων αυτών, αποφεύγοντας, αν παρίσταται ανάγκη, να εφαρμόσει οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας.
52 Όσον αφορά την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, δεν μπορεί να θεωρείται ως αντίθετη προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων η εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας εκ μόνου του λόγου ότι άλλα κράτη μέλη εφαρμόζουν διατάξεις λιγότερο αυστηρές (βλ., μεταξύ άλλων, σχετικώς, αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1969, 14/68, Wilhelm κ.λπ., Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1, σκέψη 13· της 14ης Ιουλίου 1981, 155/80, Oebel, Συλλογή 1981, σ. 1993, σκέψη 9, και της 14ης Ιουλίου 1994, C-379/92, Peralta, Συλλογή 1994, σ. Ι-3453, σκέψη 48).
53 Όσον αφορά το άρθρο 119 της Συνθήκης, το Δικαστήριο έχει βεβαίως αποφανθεί, στις σκέψεις 8 έως 11 της προαναφερθείσας αποφάσεως Defrenne II, ότι επιδιώκει διπλό σκοπό, οικονομικό και κοινωνικό.
54 Αφενός, λαμβανομένου υπόψη του διαφορετικού βαθμού εξελίξεως των κοινωνικών νομοθεσιών των διαφόρων κρατών μελών, στόχος του άρθρου 119 είναι να αποφευχθεί ώστε, στα πλαίσια του ενδοκοινοτικού ανταγωνισμού, οι επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε κράτη που έχουν πράγματι καθιερώσει την αρχή της ισότητας των αμοιβών να τελούν σε μειονεκτική θέση από άποψη ανταγωνισμού έναντι των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε κράτη που δεν έχουν ακόμη εξαλείψει τις δυσμενείς διακρίσεις, από άποψη αμοιβών, εις βάρος των γυναικών εργαζομένων (προαναφερθείσα απόφαση Defrenne II, σκέψη 9).
55 Αφετέρου, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η διάταξη αυτή εντάσσεται στους κοινωνικούς στόχους της Κοινότητας, η οποία δεν περιορίζεται σε μια οικονομική ένωση, αλλά οφείλει να εξασφαλίσει συγχρόνως, με κοινή δράση, την κοινωνική πρόοδο και να επιδιώξει τη σταθερή βελτίωση των όρων διαβιώσεως και απασχολήσεως των ευρωπαϋκών λαών, όπως υπογραμμίζεται στο προοίμιο της Συνθήκης. Ο σκοπός αυτός τονίζεται από το γεγονός ότι το άρθρο 119 περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο που είναι αφιερωμένο στην κοινωνική πολιτική, του οποίου η εναρκτήρια διάταξη, δηλαδή το άρθρο 117 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ), επισημαίνει την ανάγκη να προαχθεί η βελτίωση των όρων διαβιώσεως και εργασίας του εργατικού δυναμικού κατά τρόπο που να επιτρέπει την εναρμόνισή τους με στόχο της πρόοδο (προαναφερθείσα απόφαση Defrenne II, σκέψεις 10 και 11).
56 Εντούτοις, στη μεταγενέστερη νομολογία του, το Δικαστήριο επανειλημμένως υπογράμμισε ότι το δικαίωμα κάθε ατόμου να μην υφίσταται διακρίσεις λόγω του φύλου του αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, των οποίων την προστασία οφείλει να εξασφαλίζει το Δικαστήριο (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 1978, 149/77, Defrenne ΙΙΙ, Συλλογή τόμος 1978, σ. 419, σκέψεις 26 και 27, της 20ής Μαρτίου 1984, 75/82 και 117/82, Razzouk και Beydoun κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 1509, σκέψη 16, και της 30ής Απριλίου 1996, C-13/94, P./S., Συλλογή 1996, σ. Ι-2143, σκέψη 19).
57 Υπό το πρίσμα αυτής της νομολογίας πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο επιδιωκόμενος με το άρθρο 119 της Συνθήκης οικονομικός σκοπός, ο οποίος συνίσταται στην άρση των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού μεταξύ εγκατεστημένων σε διάφορα κράτη μέλη επιχειρήσεων, έχει δευτερεύοντα χαρακτήρα σε σχέση με τον επιδιωκόμενο με την εν λόγω διάταξη σκοπό, ο οποίος συνιστά έκφραση ενός θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου.
58 Υπό τους όρους αυτούς, το γεγονός ότι, πριν από την έκδοση της προαναφερθείσας αποφάσεως Defrenne II, η αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων δεν μπορούσε να προβληθεί έναντι εργοδοτών εγκατεστημένων σε κράτη μέλη πλην της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ούτε κατ' εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας ούτε δυνάμει του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης, δεν επηρεάζει την εφαρμογή εθνικών κανόνων που διασφαλίζουν την τήρηση αυτής της αρχής στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
59 Συνεπώς, στο πρώτο σκέλος του έκτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο, και ιδίως η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας και το άρθρο 119 της Συνθήκης, δεν απαγορεύουν την εφαρμογή διατάξεων κράτους μέλους που καθιερώνουν μια αρχή ισότητας δυνάμει της οποίας, σε περιπτώσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, οι μερικώς απασχολούμενοι εργαζόμενοι δικαιούνται να υπαχθούν αναδρομικώς σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα και να λάβουν σύνταξη στο πλαίσιο αυτού του συστήματος, παρά τον κίνδυνο στρεβλώσεως του ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρηματιών διαφόρων κρατών μελών εις βάρος εργοδοτών εγκατεστημένων στο πρώτο κράτος μέλος.
60 Ενόψει αυτής της απαντήσεως παρέλκει απάντηση στο δεύτερο σκέλος του αυτού ερωτήματος.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
61 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 25ης Οκτωβρίου 1995 το Landesarbeitsgericht Hamburg, αποφαίνεται:
1) Ο αποκλεισμός των μερικώς απασχολουμένων εργαζομένων από επαγγελματικό σύστημα συντάξεων, όπως αυτό για το οποίο πρόκειται στην κύρια δίκη, συνιστά έμμεση διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) όταν το μέτρο αυτό πλήττει, κατά ποσοστό, σημαντικά υψηλότερο αριθμό γυναικών εργαζομένων από ό,τι ανδρών εργαζομένων και δεν δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.
2) Στην περίπτωση που αποκλεισμός των μερικώς απασχολουμένων εργαζομένων από επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα συνιστά έμμεση διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 119 της Συνθήκης, η δυνατότητα επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του εν λόγω άρθρου περιορίζεται διαχρονικώς, υπό την έννοια ότι οι περίοδοι υπηρεσίας των εν λόγω εργαζομένων λαμβάνονται υπόψη μόνον από της 8ης Απριλίου 1976, ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως Defrenne II (43/75), όσον αφορά την αναδρομική υπαγωγή τους σ' ένα τέτοιο σύστημα και τον υπολογισμό των παροχών που δικαιούνται, εξαιρουμένων εκείνων των εργαζομένων και των ελκόντων εξ αυτών δικαιώματα οι οποίοι, πριν από την ημερομηνία αυτή, άσκησαν ένδικη προσφυγή ή υπέβαλαν ισοδύναμη ένσταση.
3) Ο διαχρονικός περιορισμός της δυνατότητας επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης, που προκύπτει από την απόφαση Defrenne II, δεν εμποδίζει την εφαρμογή διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που καθιερώνουν μια αρχή ισότητας, δυνάμει της οποίας, σε περιπτώσεις όπως αυτή της κύριας δίκης, οι μερικώς απασχολούμενοι εργαζόμενοι δικαιούνται να υπαχθούν αναδρομικώς σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα και να λάβουν σύνταξη στο πλαίσιο αυτού του συστήματος.
4) Το κοινοτικό δίκαιο, και ιδίως η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας και το άρθρο 119 της Συνθήκης, δεν απαγορεύουν την εφαρμογή διατάξεων κράτους μέλους που καθιερώνουν μια αρχή ισότητας δυνάμει της οποίας, σε περιπτώσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, οι μερικώς απασχολούμενοι εργαζόμενοι δικαιούνται να υπαχθούν αναδρομικώς σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα και να λάβουν σύνταξη στο πλαίσιο αυτού του συστήματος, παρά τον κίνδυνο στρεβλώσεως του ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρηματιών διαφόρων κρατών μελών εις βάρος εργοδοτών εγκατεστημένων στο πρώτο κράτος μέλος.
Full & Egal Universal Law Academy