Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενοι - Δικαίωμα των μελών της οικογενείας να έχουν πρόσβαση σε μισθωτή δραστηριότητα - Κοινοτική κανονιστική ρύθμιση - Μη εφαρμογή της σε καθαρά εσωτερική κατάσταση κράτους μέλους - Υπήκοος τρίτης χώρας νυμφευμένος με υπήκοο κράτους μέλους ο οποίος ουδέποτε άσκησε το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας
(Κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου, άρθρο 11)
Περίληψη
Οι σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων διατάξεις της Συνθήκης και οι κανονισμοί που εκδόθηκαν για την εκτέλεσή τους δεν εφαρμόζονται σε δραστηριότητες που δεν έχουν κανένα συνδετικό στοιχείο με οποιαδήποτε από τις καταστάσεις που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο και των οποίων όλα τα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό μόνο ενός κράτους μέλους.
Από αυτό προκύπτει ότι άτομο που έχει την ιθαγένεια τρίτης χώρας και είναι νυμφευμένο με εργαζόμενο υπήκοο κράτους μέλους δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 11 του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, όταν ο εν λόγω εργαζόμενος ουδέποτε άσκησε το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Κοινότητας.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-64/96 και C-65/96,
που έχουν ως αντικείμενο δύο αιτήσεις του Landesarbeitsgericht Hamm (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Land Nordrhein-Westfalen
και
Kari Ueckerκαι μεταξύ
Vera Jacquet
και
Land Nordrhein-Westfalen,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ και των άρθρων 7, παράγραφος 1, και 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann και J.-P. Puissochet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- το Land Nordrhein-Westfalen, ενάγον της κύριας δίκης στην υπόθεση C-64/96, εκπροσωπούμενο από τον Freiherr von Boeselager, δικηγόρο Hamm,
- η V. Jacquet, ενάγουσα της κύριας δίκης στην υπόθεση C-65/96, εκπροσωπουμένη από τον Manfred Nagel II, δικηγόρο Bochum,
- η Κ. Uecker, εναγομένη της κύριας δίκης στην υπόθεση C-64/96, εκπροσωπουμένη από τους Erhard Hesselink και Reinhold Brandt, δικηγόρους Mόnster,
- το Land Nordrhein-Westfalen, εναγόμενο της κύριας δίκης στην υπόθεση C-65/96, εκπροσωπούμενο από τον Jφrg Wόnnenberg, δικηγόρο Bochum,
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον Ernst Rφder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και τη Sabine Maaί, Regierungsrδtin zur Anstellung στο ίδιο Υπουργείο,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από την Catherine de Salins, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Claude Chavance, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στην ίδια διεύθυνση,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Peter Hillenkamp, νομικό σύμβουλο, και τον Pieter van Nuffel, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Φεβρουαρίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διατάξεις της 26ης Ιανουαρίου 1996 (C-64/96) και της 1ης Μαρτίου 1996 (C-65/96), που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 8 Μαρτίου 1996, το Landesarbeitsgericht Hamm υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα πανομοιότυπα και στις δύο υποθέσεις, ως προς την ερμηνεία του άρθρου 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ και των άρθρων 7, παράγραφος 1, και 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δύο διαφορών μεταξύ, αφενός, Κ. Uecker και V. Jacquet και, αφετέρου, του Land Nordrhein-Westfalen.
3 Η Uecker, Νορβηγίδα υπήκοος, και η Jacquet, Ρωσίδα υπήκοος, καθηγήτριες νορβηγικής και ρωσικής γλώσσας, αντιστοίχως, σε γερμανικά πανεπιστήμια, είναι παντρεμένες με Γερμανούς υπηκόους και ζουν στη Γερμανία. Από τη δικογραφία της κύριας δίκης προκύπτει ότι οι σύζυγοί τους ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα στη Γερμανία.
4 Οι Uecker και Jacquet συνήψαν συμβάσεις εργασίας με το Land Nordrhein-Westfalen για να εργασθούν ως λέκτορες ξένης γλώσσας στις 24 Σεπτεμβρίου 1990 στο Πανεπιστήμιο του Mόnster και στις 14 Μαρτίου 1994 στο Πανεπιστήμιο του Bochum, αντιστοίχως. Για διαφόρους λόγους, ιδίως δε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 57b, παράγραφος 3, του γερμανικού Hochschulrahmengesetz (νόμου-πλαισίου περί των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, στο εξής: ΗRG), η διάρκεια των συμβάσεων αυτών είχε ως χρονικό όριο, όσον αφορά την πρώτη, την 30ή Σεπτεμβρίου 1994 και, όσον αφορά τη δεύτερη, την 30ή Σεπτεμβρίου 1996.
5 Το άρθρο 57b, παράγραφος 3, του ΗRG, ορίζει:
«Υφίσταται επίσης αντικειμενικός λόγος που δικαιολογεί τη σύναψη συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου με καθηγητή ξένης γλώσσας, επιφορτισμένο με ιδιαίτερα καθήκοντα, οσάκις το έργο που του ανατίθεται αφορά ουσιαστικά τη διδασκαλία ξένης γλώσσας (με την ιδιότητα του λέκτορα).»
6 Οι Uecker και Jacquet άσκησαν αγωγές ενώπιον του Arbeitsgericht Mόnster και του Arbeitsgericht Bochum, αντιστοίχως, ζητώντας να διαπιστωθεί, όσον αφορά την Uecker, το ανίσχυρο της συμβάσεως περί περιορισμού της διάρκειας της συμβάσεως εργασίας και, όσον αφορά τη Jacquet, η ύπαρξη μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας.
7 Επικαλούμενη τη απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Οκτωβρίου 1993, C-272/92, Spotti (Συλλογή 1993, σ. I-5185), η Uecker ισχυρίσθηκε, προς στήριξη της αγωγής της, ότι το άρθρο 57b, παράγραφος 3, του ΗRG είναι αντίθετο προς το άρθρο 28 της Συμφωνίας περί του Ευρωπαϋκού Οικονομικού Ξώρου, της 2ας Μαου 1992, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1994 (στο εξής: Συμφωνία ΕΟΞ), και προς το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Το γεγονός ότι η σύμβασή της εργασίας είχε συναφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος της Συμφωνίας ΕΟΞ δεν είχε, κατ' αυτήν, καμία σημασία, εφόσον έπρεπε να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου.
8 Η Jacquet προέβαλε επίσης, προς στήριξη της αγωγής της, τον ισχυρισμό ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 57b, παράγραφος 3, του ΗRG δεν μπορεί πλέον να έχει εφαρμογή, στηριζόμενη περαιτέρω στο δικαίωμα της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπεται από τα άρθρα 11 του κανονισμού 1612/68 και 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1251/70 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1970, περί του δικαιώματος των εργαζομένων να παραμένουν στην επικράτεια κράτους μέλους μετά την άσκηση σ' αυτό ορισμένης εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 64).
9 Η αγωγή της Uecker έγινε δεκτή με απόφαση του Arbeitsgericht Mόnster της 23ης Σεπτεμβρίου 1994, η οποία στηρίχθηκε επίσης στο άρθρο 11 του κανονισμού 1612/68. Το Land Nordrhein-Westfalen άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Landesarbeitsgericht Hamm.
10 H αγωγή της Jacquet, αντιθέτως, απορρίφθηκε με απόφαση του Αrbeitsgericht Βochum της 28ης Απριλίου 1995, η οποία στηρίχθηκε στο άρθρο 57b, παράγραφος 3, του ΗRG. Η Jacquet άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Landesarbeitsgericht Hamm.
11 Το Landesarbeitsgericht Hamm προσδιορίζει στις διατάξεις περί παραπομπής ότι δεν συμμερίζεται την άποψη που εξέφρασε το Oberverwaltungsgericht Mόnster με την απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1990 (12 Α 2363/87 NVwΖ 1990, σ. 889), κατά την οποία το άρθρο 11 του κανονισμού 1612/68 δεν έχει εφαρμογή όταν αλλοδαπός, ο οποίος δεν έχει ο ίδιος την ιθαγένεια κράτους μέλους, ζει με τον σύζυγό του που έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους στο έδαφος του εν λόγω κράτους, στο οποίο ο σύζυγος αυτός ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα. Το άρθρο 11 προϋπόθετει ότι ο υπήκοος κράτους μέλους ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα και ζει με τον σύζυγό του εντός άλλου κράτους μέλους, διαφορετικού από το κράτος καταγωγής. Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση στην οποία στηρίζεται η άποψη αυτή, κατά την οποία ο υπήκοος κράτους μέλους δεν μπορεί να επικαλείται τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου περί ελεύθερης κυκλοφορίας έναντι του κράτους του οποίου έχει την ιθαγένεια, δεδομένου ότι οι έννομες σχέσεις κράτους μέλους με τους υπηκόους του εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
12 Παρατηρεί εξάλλου ότι είναι αμφίβολο αν οι θεμελιώδεις αρχές μιας Κοινότητας που εξελίσσεται σε Ευρωπαϋκή ήΕνωση επιτρέπουν ακόμη την εκ μέρους κράτους μέλους εφαρμογή σε βάρος των υπηκόων του εθνικής διατάξεως αντίθετης προς το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
13 Το Landesarbeitsgericht Hamm, θεωρώντας ότι η απόφαση που καλείται να εκδώσει εξαρτάται από την ερμηνεία διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα που παρέχει το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, και ο μη έχων την ιθαγένεια κράτους μέλους σύζυγος υπηκόου του κράτους μέλους στο οποίο κατοικούν και οι δύο σύζυγοι και στο οποίο ο υπήκοος αυτός ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Εμπεριέχει το δικαίωμα του μη έχοντος την ιθαγένεια κράτους μέλους συζύγου να ασκεί στο σύνολο της επικρατείας του οικείου κράτους μέλους "οποιαδήποτε μισθωτή δραστηριότητα" και το δικαίωμά του να τυγχάνει από τον εργοδότη του στο οικείο κράτος μέλος, όσον αφορά τους όρους απασχολήσεως και εργασίας και, ιδίως, τις προϋποθέσεις ισχύος του περιορισμού της διάρκειας της σχέσεως εργασίας, της ίδιας μεταχειρίσεως την οποία ο εργοδότης αυτός θα όφειλε να επιφυλάξει στον σύζυγο που έχει την ιθαγένεια του κράτους μέλους;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα:
Απονέμει το άρθρο 7, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68, σε συνδυασμό με το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, σε έναν εργαζόμενο, υπήκοο του κράτους μέλους στο οποίο εργάζεται, το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως, το οποίο παρέχεται στους εργαζομένους στο εν λόγω κράτος μέλος οι οποίοι είναι υπήκοοι άλλου κράτους μέλους, οπότε μια διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στους εν λόγω εργαζομένους, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή ούτε στους υπηκόους του οικείου κράτους μέλους και στους συζύγους τους, οι οποίοι δεν έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους;»
14 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 21ης Μαρτίου 1996 αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των δύο αυτών υποθέσεων προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί του πρώτου ερωτήματος
15 Με το πρώτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν ένα άτομο, με ιθαγένεια τρίτης χώρας και νυμφευμένο με εργαζόμενο υπήκοο κράτους μέλους, μπορεί να επικαλείται το δικαίωμα που απορρέει από το άρθρο 11 του κανονισμού 1612/68 επί του εδάφους αυτού του ίδιου κράτους, όταν ο εν λόγω εργαζόμενος ασκεί εκεί επαγγελματική δραστηριότητα.
16 αΟπως προκύπτει από πάγια νομολογία, οι σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων διατάξεις της Συνθήκης και οι κανονισμοί που εκδόθηκαν για την εκτέλεσή τους δεν εφαρμόζονται σε δραστηριότητες που δεν έχουν κανένα συνδετικό στοιχείο με οποιαδήποτε από τις καταστάσεις που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο και των οποίων όλα τα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό μόνο ενός κράτους μέλους (αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1982, 35/82 και 36/82, Morson και Jhanjan, Συλλογή 1982, σ. 3723, σκέψη 16· της 17ης Δεκεμβρίου 1987, 147/87, Zaoui, Συλλογή 1987, σ. 5511, σκέψη 15· της 28ης Ιανουαρίου 1992, C-332/90, Steen, Συλλογή 1992, σ. I-341, σκέψη 9· της 22ας Σεπτεμβρίου 1992, C-153/91, Petit, Συλλογή 1992, σ. I-4973, σκέψη 8, και της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-206/91, Koua Poirrez, Συλλογή 1992, σ. I-6685, σκέψη 11).
17 Επομένως, η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων δεν μπορεί να εφαρμόζεται σε περίπτωση εργαζομένων οι οποίοι ουδέποτε άσκησαν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας στο εσωτερικό της Κοινότητας.
18 ςΟμως, από τις διατάξεις περί παραπομπής προκύπτει ότι οι σύζυγοι των Uecker και Jacquet είναι Γερμανοί υπήκοοι κατοικούντες στη Γερμανία, οι οποίοι εργάζονται στο έδαφος του κράτους αυτού και ουδέποτε άσκησαν το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας στο εσωτερικό της Κοινότητας.
19 Υπό τις συνθήκες αυτές, ένα μέλος της οικογενείας εργαζομένου υπηκόου κράτους μέλους δεν μπορεί να επικαλεστεί το κοινοτικό δίκαιο για να αμφισβητήσει το κύρος του περιορισμού της διαρκείας της συμβάσεώς του εργασίας στο έδαφος αυτού του ίδιου κράτους όταν ο εν λόγω εργαζόμενος ουδέποτε άσκησε το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Κοινότητας.
20 Δεν μπορεί να μεταβάλει το συμπέρασμα αυτό το γεγονός ότι στο γερμανικό κείμενο του άρθρου 11 του κανονισμού 1612/68 δεν αναφέρεται, όπως συμβαίνει, αντιθέτως, με τις άλλες γλωσσικές αποδόσεις της διατάξεως αυτής (αγγλική, δανική, ισπανική, σουηδική και φινλανδική), ότι πρόκειται για τον σύζυγο και τα συντηρούμενα τέκνα υπηκόου κράτους μέλους ο οποίος ασκεί «στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους» μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα και ότι διαλαμβάνεται μόνον η φράση «στην επικράτεια κράτους μέλους».
21 Πράγματι, η χορήγηση στον σύζυγο εργαζομένου υπηκόου κράτους μέλους του δικαιώματος προσβάσεως σε εργασία εντός του κράτους αυτού, στο οποίο ο εν λόγω εργαζόμενος ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα, δεν θα ήταν σύμφωνη προς τον σκοπό του άρθρου 48 της Συνθήκης, στην εφαρμογή του οποίου αποβλέπει ο κανονισμός 1612/68, που έγκειται ιδίως στο να παράσχει τη δυνατότητα στους εργαζομένους να μετακινούνται ελεύθερα στο έδαφος των άλλων κρατών μελών και να διαμένουν σ' αυτά με σκοπό να εργαστούν εκεί.
22 Τέλος, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν οι θεμελιώδεις αρχές μιας Κοινότητας που εξελίσσεται σε Ευρωπαϋκή ήΕνωση επιτρέπουν ακόμη να εξακολουθεί να εφαρμόζει ένα κράτος μέλος, έναντι των ιδίων του υπηκόων και των συζύγων τους καταγωγής τρίτων χωρών, εθνική διάταξη που αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο, καθόσον προσκρούει προς το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
23 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η ιθαγένεια της Ενώσεως, που προβλέπεται από το άρθρο 8 της Συνθήκης ΕΚ, δεν έχει ως σκοπό την επέκταση του καθ' ύλην πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης και σε εσωτερικές καταστάσεις, οι οποίες δεν έχουν κανένα συνδετικό στοιχείο με το κοινοτικό δίκαιο. Εξάλλου, το άρθρο Μ της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή ήΕνωση προβλέπει ότι καμία διάταξη της εν λόγω Συνθήκης δεν θίγει τις Συνθήκες για την ίδρυση των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, με την επιφύλαξη των διατάξεων που τροποποιούν ρητά τις Συνθήκες αυτές. Οι ενδεχόμενες δυσμενείς διακρίσεις τις οποίες ενδεχομένως υφίστανται οι υπήκοοι κράτους μέλους έναντι του δικαίου του εν λόγω κράτους εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου αυτού, οπότε πρέπει να επιλύονται στο πλαίσιο του εσωτερικού νομικού συστήματος του ως άνω κράτους.
24 Επομένως, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι άτομο που έχει την ιθαγένεια τρίτης χώρας και είναι νυμφευμένο με εργαζόμενο υπήκοο κράτους μέλους δεν μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα που απορρέει από το άρθρο 11 του κανονισμού 1612/68 όταν ο εν λόγω εργαζόμενος ουδέποτε άσκησε το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Κοινότητας.
25 Δεδομένης της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα, τα οποία υποβλήθηκαν για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διατάξεις της 26ης Ιανουαρίου και της 1ης Μαρτίου 1996 το Landesarbeitsgericht Hamm, αποφαίνεται:
Άτομο που έχει την ιθαγένεια τρίτης χώρας και είναι νυμφευμένο με εργαζόμενο υπήκοο κράτους μέλους δεν μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα που απορρέει από το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, όταν ο εν λόγω εργαζόμενος ουδέποτε άσκησε το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Κοινότητας.
Full & Egal Universal Law Academy