Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Προσέγγιση των νομοθεσιών - Επισήμανση και παρουσίαση των τροφίμων - Οδηγία 79/112 - Υποχρέωση αναγραφής των στοιχείων ενός των υπευθύνων της παραγωγής ή της εμπορίας του τροφίμου - Η υποχρέωση να αναφέρεται επιχειρηματίας εγκατεστημένος στο εσωτερικό της Κοινότητας αφορά μόνο τον πωλητή
(Οδηγία 79/112 του Συμβουλίου, άρθρο 3 § 1, σημ. 6)
Περίληψη
Από τις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, σημείο 6, της οδηγίας 79/112, περί επισημάνσεως και παρουσιάσεως των τροφίμων, που προβλέπει ότι η επισήμανση των τροφίμων περιλαμβάνει «το όνομα ή την εμπορική επωνυμία και τη διεύθυνση του κατασκευαστή ή του συσκευαστή ή ενός πωλητή εγκατεστημένου στο εσωτερικό της Κοινότητας», καθώς και από τη γενική οικονομία και τον σκοπό της οδηγίας προκύπτει ότι η έκφραση «εγκατεστημένου στο εσωτερικό της Κοινότητας» αναφέρεται μόνο στον πωλητή και όχι στον παραγωγό ή τον συσκευαστή, τα στοιχεία των οποίων μπορούν να αναγράφονται αδιακρίτως είτε αυτοί είναι είτε δεν είναι εγκατεστημένοι στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-83/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Corte suprema di cassazione (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Provincia autonoma di Trento και Ufficio del medico provinciale di Trento
και
Dega di Depretto Gino Snc,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, σημείο 6, της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους L. Sevσn, πρόεδρο τμήματος, P. Jann και M. Wathelet (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Lιger
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον καθηγητή Umberto Leanza, προϋστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Danilo Del Gaizo, avvocato dello Stato,
- η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον Βασίλειο Κοντόλαιμο και τη Μαρία Μπασδέκη, πάρεδρο και δικαστική αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους αντιστοίχως,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τους Antonio Aresu και Paolo Stancanelli, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την Rιgine Loosli-Surrans, chargι de mission στη Διεύθυνση Νομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Danilo Del Gaizo, της Ελληνικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Βασίλειο Κοντόλαιμο, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Paolo Stancanelli, κατά τη συνεδρίαση της 17ης Απριλίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Μαου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 4ης Δεκεμβρίου 1995, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Μαρτίου 1996, το Corte suprema di cassazione υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, σημείο 6, της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33, στο εξής: οδηγία).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Provincia autonoma di Trento (Αυτόνομης Επαρχίας του Trento) και της Ufficio del medico provinciale di Trento (Υγειονομικής Υπηρεσίας της Επαρχίας του Trento) (στο εξής: διοικητικές αρχές της Επαρχίας του Trento), αφενός, και της ομόρρυθμης εταιρίας Dega di Depretto Gino (στο εξής: Dega), αφετέρου, όσον αφορά την εκ μέρους της τελευταίας μη τήρηση της ιταλικής νομοθεσίας περί επισημάνσεως.
3 Η Dega εμπορεύεται στην Ιταλία συσκευασμένο ανανά, επί των δε συσκευασιών αναγράφονται μόνο το όνομα και η διεύθυνση του παραγωγού-συσκευαστή, ο οποίος είναι εγκατεστημένος εκτός της Κοινότητας.
4 Στις 13 Ιουνίου 1988 επεβλήθη στην Dega διοικητικό πρόστιμο για τον λόγο ότι οι επισημάνσεις αυτές δεν περιελάμβαναν τα στοιχεία επιχειρηματία εγκατεστημένου εντός της Κοινότητας.
5 Προς στήριξη της αποφάσεως αυτής, οι διοικητικές αρχές της Επαρχίας του Trento επικαλέστηκαν το άρθρο 3, στοιχείο h, του διατάγματος του Προέδρου της Δημοκρατίας αριθ. 322, της 18ης Μαου 1982 (GURI αριθ. 156 της 9ης Ιουνίου 1982, σ. 4167, στο εξής: διάταγμα αριθ. 322), σύμφωνα με το οποίο η επισήμανση των ειδών διατροφής πρέπει να περιλαμβάνει ειδικότερα «το όνομα ή την εμπορική επωνυμία ή το σήμα κατατεθέν και την έδρα του κατασκευαστή ή του συσκευαστή ή ενός πωλητή εγκατεστημένου εντός της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας.»
6 Η διάταξη αυτή μεταφέρει στο ιταλικό δίκαιο το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 6, της οδηγίας, το ελληνικό κείμενο του οποίου έχει ως εξής:
«1. Η επισήμανση των τροφίμων περιλαμβάνει, σύμφωνα με τους όρους και υπό την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στα άρθρα 4 έως 14, τις ακόλουθες μόνο υποχρεωτικές ενδείξεις:
(...)
6) το όνομα ή την εμπορική επωνυμία και τη διεύθυνση του κατασκευαστή ή του συσκευαστή ή ενός πωλητή εγκατεστημένου στο εσωτερικό της Κοινότητας.
(...)»
Αντιθέτως προς το ελληνικό και το ιταλικό κείμενο, το γαλλικό κείμενο της οδηγίας έχει κόμμα μεταξύ της λέξεως «κατασκευαστή» και της φράσεως «ή ενός πωλητή εγκατεστημένου στο εσωτερικό της Κοινότητας».
7 Με απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 1990, ο Pretore di Rovereto δέχθηκε την προσφυγή της Dega κατά της αποφάσεως των διοικητικών αρχών της Επαρχίας του Trento και ακύρωσε την απόφαση περί επιβολής διοικητικού προστίμου. Έκρινε ότι η έκφραση «εγκατεστημένου στο εσωτερικό της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας», που χρησιμοποιεί το άρθρο 3, στοιχείο h, του διατάγματος αριθ. 322, αναφέρεται μόνο στην κατηγορία των πωλητών, ώστε αρκεί η μνεία μόνο, όπως εν προκειμένω, του ονόματος και της διευθύνσεως του εγκατεστημένου σε τρίτη χώρα παραγωγού-συσκευαστή.
8 Με δικόγραφο της 3ης Ιουνίου 1992, οι διοικητικές αρχές της Επαρχίας του Trento άσκησαν αναίρεση κατά της αποφάσεως του Pretore di Rovereto. Ισχυρίστηκαν ότι η προστασία του τελικού καταναλωτή διασφαλίζεται πλήρως μόνον όταν στην επισήμανση του προϋόντος περιλαμβάνονται τα στοιχεία τουλάχιστον ενός επιχειρηματία εγκατεστημένου στην Κοινότητα, είτε αυτός είναι ο παραγωγός είτε ο συσκευαστής είτε ο πωλητής.
9 Επειδή η αμφισβητουμένη εθνική διάταξη επαναλαμβάνει σχεδόν κατά λέξη το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 6, της οδηγίας, το Corte suprema di cassazione έκρινε αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 6, της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η περιεχόμενη σ' αυτό έκφραση "εγκατεστημένου στο εσωτερικό της Κοινότητας" αναφέρεται μόνο στον πωλητή ή μήπως, ελλείψει πωλητή εγκατεστημένου εντός της Κοινότητας, αναφέρεται και στον παρασκευαστή και/ή στον συσκευαστή; Έχει, επομένως, η παραπάνω διάταξη την έννοια ότι, ελλείψει πωλητή εγκατεστημένου στο εσωτερικό της Κοινότητας, πρέπει να είναι εγκατεστημένος στην Κοινότητα ο παρασκευαστής και/ή ο συσκευαστής;»
10 Η Ιταλική και η Ελληνική Κυβέρνηση θεωρούν ότι η επισήμανση των προϋόντων που αφορά η οδηγία πρέπει πάντοτε να περιλαμβάνει τα στοιχεία επιχειρηματία εγκατεστημένου στην Κοινότητα, ανεξαρτήτως του αν αυτά αφορούν τον παραγωγό, τον παρασκευαστή ή τον πωλητή. Ο όρος «εγκατεστημένος» δηλαδή αναφέρεται αδιακρίτως σε οποιονδήποτε από τους επιχειρηματίες που αναφέρει η οδηγία.
11 Επιπλέον, η ερμηνεία αυτή είναι, κατά τις ανωτέρω κυβερνήσεις, σύμφωνη προς τον σκοπό της ενημερώσεως και της προστασίας των καταναλωτών τον οποίο επιδιώκει η οδηγία. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, αποσκοπεί στον εντοπισμό του επιχειρηματία που είναι ενδεχομένως υπεύθυνος για απάτες, τροφικές λοιμώξεις ή άλλες ζημίες προκαλούμενες από το προϋόν, ώστε να διευκολύνεται τόσο η επιβολή κυρώσεων όσο και η άσκηση αγωγών αποζημιώσεως. Αν επί της συσκευασίας των προϋόντων δεν αναγράφονται τα στοιχεία φυσικού ή νομικού προσώπου εγκατεστημένου στην Κοινότητα, διακυβεύεται σοβαρά η προστασία του καταναλωτή.
12 Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
13 Πρώτον, από το γαλλικό, το δανικό, το αγγλικό, το γερμανικό και το ολλανδικό κείμενο της οδηγίας προκύπτει σαφώς ότι η έκφραση «εγκατεστημένου στο εσωτερικό της Κοινότητας» αφορά μόνο τον πωλητή. Καταρχάς, στο γαλλικό, το δανικό και το αγγλικό κείμενο το κόμμα διαχωρίζει πράγματι τον πωλητή από τους δύο άλλους επιχειρηματίες. Επιπλέον, ο διαχωρισμός του πωλητή ενισχύεται στο αγγλικό κείμενο από το γεγονός ότι του όρου «seller» προηγείται το αόριστο άρθρο «a», ενώ των όρων «manufacturer» και «packager» προηγείται το οριστικό άρθρο «the». Εξάλλου, οι συντακτικές ιδιαιτερότητες του γερμανικού και του ολλανδικού κειμένου καθιστούν ακόμη εμφανέστερο ότι η έκφραση «εγκατεστημένου στο εσωτερικό της Κοινότητας» αναφέρεται μόνο στον πωλητή («den Namen oder die Firma und die Anschrift des Herstellers, des Verpackers oder eines in der Gemeinschaft niedergelassenen Verkδufers», «de naam of de handelsnaam en het adres van de fabrikant of van de verpakker of van een in de Gemeenschap gevestigde verkoper»).
14 Δεύτερον, πρέπει να τονιστεί ότι στο οριστικό κείμενο της οδηγίας δεν ενσωματώθηκαν τα σημεία στίξεως που είχε προτείνει η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή με τη γνώμη της επί της προτάσεως οδηγίας (GU 1976, C 285, σ. 3, σημείο 2.7.1) και τα οποία αποσκοπούσαν ακριβώς στην εφαρμογή της προϋποθέσεως της κοινοτικής εγκαταστάσεως ως προς ένα έκαστο των επιχειρηματιών που απαριθμεί η εν λόγω διάταξη.
15 Τέλος, το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 6, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί βάσει της γενικής οικονομίας και του σκοπού της κανονιστικής ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί στοιχείο (αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 1985, 100/84, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1985, σ. 1169, σκέψη 17· της 7ης Δεκεμβρίου 1995, C-449/93, Rockfon, Συλλογή 1995, σ. Ι-4291, σκέψη 28, και της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-72/95, Kraaijeveld κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. Ι-5403, σκέψη 28).
16 Τόσο από την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας όσο και από το άρθρο της 2 προκύπτει συναφώς ότι αυτή θεσπίστηκε προκειμένου να ενημερώνεται και να προστατεύεται ο τελικός καταναλωτής των τροφίμων, ιδίως όσον αφορά τη φύση, την ταυτότητα, τις ιδιότητες, τη σύνθεση, την ποσότητα, τη διάρκεια, την καταγωγή ή την προέλευση και τον τρόπο παρασκευής ή παραγωγής των εν λόγω προϋόντων.
17 Ειδικότερα, το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 6, της οδηγίας έχει ως «κύριο στόχο να παρασχεθεί στον καταναλωτή η δυνατότητα να έρθει σε επαφή με έναν από τους υπεύθυνους φορείς της παραγωγής ή της εμπορίας των τροφίμων, με στόχο ενδεχομένως να του εκθέσει τις θετικές ή αρνητικές παρατηρήσεις του σχετικά με την αγορά του» (απάντηση της Επιτροπής σε γραπτή ερώτηση, αριθ. Ε-2170/95 της 28ης Ιουλίου 1995, ΕΕ C 340, σ. 19).
18 Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν ο υπεύθυνος του προϋόντος μπορεί εύκολα να εντοπίζεται από τον τελικό καταναλωτή. Ως προς το σημείο αυτό, ο παραγωγός και ο συσκευαστής διακρίνονται των πωλητών. Οι πρώτοι είναι καταρχήν σταθεροί και εντοπίζονται εύκολα, οπότε το γεγονός ότι είναι ενδεχομένως εγκατεσημένοι εκτός της Κοινότητας δεν δημιουργεί δυσχέρειες. Αντιθέτως, οι πωλητές είναι γενικώς επιχειρηματίες μικρότερου μεγέθους και, επομένως, είναι δυσκολότερο να εντοπιστούν, κυρίως εάν είναι εγκατεστημένοι εκτός της Κοινότητας.
19 Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης καθιέρωσε, όσον αφορά την επισήμανση των τροφίμων, διαφορετικούς κανόνες για τους επιχειρηματίες, ανάλογα με το αν πρόκειται για παρασκευαστές ή συσκευαστές, αφενός, ή πωλητές, αφετέρου. Όσον αφορά τους πρώτους, η επισήμανση της συσκευασίας μπορεί να περιλαμβάνει αδιακρίτως τα στοιχεία ενός παρασκευαστή ή ενός συσκευαστή εγκατεστημένου ή όχι εντός της Κοινότητας, ενώ, για τους δεύτερους, η επισήμανση μπορεί να περιλαμβάνει τα στοιχεία ενός πωλητή μόνο αν είναι εγκατεστημένος εντός της Κοινότητας.
20 Εν όψει των προεκτεθεισών σκέψεων, πρέπει, επομένως, να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 6, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η περιλαμβανομένη σ' αυτό έκφραση «εγκατεστημένου στο εσωτερικό της Κοινότητας» αναφέρεται μόνο στον πωλητή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική, η Ελληνική και η Γαλλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Corte suprema di cassazione με διάταξη της 4ης Δεκεμβρίου 1995, αποφαίνεται:
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 6, της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η περιλαμβανομένη σ' αυτό έκφραση «εγκατεστημένου στο εσωτερικό της Κοινότητας» αναφέρεται μόνο στον πωλητή.
Full & Egal Universal Law Academy