Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Προσέγγιση των νομοθεσιών - Ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως - Οδηγία 76/160 - Εκτέλεση από τα κράτη μέλη - Υποχρέωση αποτελέσματος - Παρεκκλίσεις - Έκταση εφαρμογής
(Οδηγία 76/160 του Συμβουλίου, άρθρα 4 § 1 και 5 § 2)
Περίληψη
Η οδηγία 76/160 για την ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οποίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ώστε τα ύδατα αυτά να καταστούν σύμφωνα με τις φυσικοχημικές και μικροβιολογικές τιμές που καθορίζονται από την οδηγία εντός δέκα ετών από της κοινοποιήσεώς της, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να επιτύχουν ορισμένα αποτελέσματα χωρίς να μπορούν να επικαλεστούν, εκτός των παρεκκλίσεων που προβλέπει η οδηγία, ιδιάζουσες περιστάσεις προς δικαιολόγηση της μη τηρήσεως της υποχρεώσεως αυτής.
Το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας προβλέπει μεν ρητώς ότι οι υπερβάσεις των εν λόγω τιμών δεν λαμβάνονται υπόψη όταν είναι αποτέλεσμα εκτάκτων μετεωρολογικών συνθηκών, μπορεί δε να γίνει δεκτό ότι μια ασυνήθιστη περίοδος ξηρασίας, στο μέτρο που καθιστά αδύνατη τη βελτίωση της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως, θα μπορούσε να αποτελέσει έκτακτη μετεωρολογική συνθήκη υπό την έννοια αυτή, η διάταξη, ωστόσο, αυτή αποτελεί εξαίρεση από την υποχρέωση της επιτεύξεως του αποτελέσματος που καθορίζει η οδηγία και, συνεπώς, πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Ειδικότερα, η μετεωρολογική συνθήκη της οποίας γίνεται επίκληση πρέπει να έχει έκτακτο χαρακτήρα, οι δε υπερβάσεις των τιμών πρέπει να αποτελούν συνέπεια της συνθήκης αυτής.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-92/96,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Richard Wainwright, κύριο νομικό σύμβουλο, και Fernando Castillo de la Torre, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου της Ισπανίας, εκπροσωπουμένου από την Gloria Calvo Dνaz, abogado del Estado, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ισπανίας, 4-6, boulevard E. Servais,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε η ποιότητα των εσωτερικών υδάτων κολυμβήσεως στο ισπανικό έδαφος να ανταποκρίνεται στις οριακές τιμές που καθορίζονται από το άρθρο 3 της οδηγίας 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητος των υδάτων κολυμβήσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 108), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, καθώς και από τα άρθρα 5 και 189 της Συνθήκης ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, M. Wathelet, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), P. Jann και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 3ης Ιουλίου 1997, κατά την οποία η Επιτροπή εκπροσωπήθηκε από τον Fernando Castillo de la Torre και το Βασίλειο της Ισπανίας από την Paloma Plaza Garcνa, abogado del Estado,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Οκτωβρίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Μαρτίου 1996, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με αίτημα να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε η ποιότητα των εσωτερικών υδάτων κολυμβήσεως στο ισπανικό έδαφος να ανταποκρίνεται στις οριακές τιμές που καθορίζονται από το άρθρο 3 της οδηγίας 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητος των υδάτων κολυμβήσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 108, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, καθώς και από τα άρθρα 5 και 189 της Συνθήκης ΕΚ.
2 Η οδηγία αποβλέπει, σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική σκέψη της, στην προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας διά της μειώσεως της ρυπάνσεως των υδάτων κολυμβήσεως, καθώς και στην προστασία των υδάτων αυτών από περαιτέρω ρύπανση.
3 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, η οδηγία αφορά την ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως, πλην των υδάτων τα οποία χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς σκοπούς και τα υδάτων που χρησιμοποιούνται στα κολυμβητήρια.
4 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχεία αα και ββ, της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Κατά την έννοια της παρούσης οδηγίας, νοούνται ως:
α) "ύδατα κολυμβήσεως" τα γλυκέα ρέοντα ή λιμνάζοντα ύδατα ή μέρη αυτών, όπως και το ύδωρ της θαλάσσης, στο οποία η κολύμβηση:
- επιτρέπεται [ρητώς] από τις αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους,
ή
- δεν απαγορεύεται και συνηθίζεται από μεγάλο αριθμό λουομένων·
β) "περιοχή κολυμβήσεως" το μέρος στο οποίο υπάρχουν ύδατα κολυμβήσεως.»
5 Η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη να καθορίσουν τις τιμές που ισχύουν για τα ύδατα κολυμβήσεως όσον αφορά τις φυσικοχημικές και μικροβιολογικές παραμέτρους που μνημονεύονται στο παράρτημα της οδηγίας, τιμές οι οποίες δεν μπορούν να είναι λιγότερο αυστηρές από εκείνες που ορίζονται στη στήλη Ι του παραρτήματος (άρθρα 2 και 3).
6 Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, η ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως πρέπει να καταστεί σύμφωνη προς τις τιμές που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 3 εντός προθεσμίας 10 ετών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας.
7 Δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας, για την εφαρμογή του άρθρου 4, τα ύδατα κολυμβήσεως θεωρούνται ότι ανταποκρίνονται στις παραμέτρους που καθορίζει όταν από τα δείγματα, τα οποία λαμβάνονται υπό τις συνθήκες που καθορίζονται στο παράρτημα και από τον ίδιο χώρο δειγματοληψίας, προκύπτει ότι, σε ορισμένο ποσοστό των δειγμάτων, το οποίο καθορίζεται από τη διάταξη αυτή, τα ύδατα ανταποκρίνονται στις τιμές των παραμέτρων ποιότητας του συγκεκριμένου ύδατος.
8 Σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών διενεργούν δειγματοληψίες των οποίων η ελάχιστη συχνότητα καθορίζεται στο παράρτημα.
9 Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή τους προς την οδηγία εντός προθεσμίας δύο ετών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας.
10 Κατά το άρθρο 13 της οδηγίας, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τακτικά, και για πρώτη φορά τέσσερα έτη μετά την κοινοποίηση της οδηγίας, συνοπτική έκθεση για τα ύδατα κολυμβήσεως και τα πλέον σημαντικά χαρακτηριστικά τους. Από 1ης Ιανουαρίου 1993, η συνοπτική αυτή έκθεση πρέπει να καταρτίζεται ετησίως, κατόπιν της τροποποιήσεως της διατάξεως αυτής από την οδηγία 91/692/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1991, για την τυποποίηση και τον εξορθολογισμό των εκθέσεων που αφορούν την εφαρμογή ορισμένων οδηγιών για το περιβάλλον (ΕΕ L 377, σ. 48).
11 Τέλος, ορισμένες διατάξεις προβλέπουν παρεκκλίσεις από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία:
- Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, της οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να επιτρέπουν παρεκκλίσεις από τη δεκαετή προθεσμία που προβλέπεται όσον αφορά την προσαρμογή των υδάτων κολυμβήσεως στις παραμέτρους του παραρτήματος. Οι αιτιολογίες μιας τέτοιας παρεκκλίσεως πρέπει να στηρίζονται σε σχέδιο διαχειρίσεως των υδάτων εντός της συγκεκριμένης περιοχής και να κοινοποιηθούν στην Επιτροπή το αργότερο έξι έτη μετά την κοινοποίηση της οδηγίας.
- Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας, οι υπερβάσεις των τιμών που προβλέπονται στο άρθρο 3 δεν λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό των ποσοστών των δειγμάτων που πρέπει να ανταποκρίνονται στις τιμές αυτές, όταν οι υπερβάσεις αυτές οφείλονται σε πλημμύρες, φυσικές καταστροφές ή έκτακτες μετεωρολογικές συνθήκες.
- Το άρθρο 8 της οδηγίας προβλέπει παρεκκλίσεις για ορισμένες παραμέτρους που αναφέρονται στο παράρτημα λόγω εξαιρετικών μετεωρολογικών ή γεωγραφικών συνθηκών ή όταν τα ύδατα κολυμβήσεως υπόκεινται σε φυσικό εμπλουτισμό με ορισμένες ουσίες, ο οποίος προκαλεί υπέρβαση των ορίων που καθορίζει το παράρτημα. Το κράτος μέλος που κάνει χρήση αυτών των παρεκκλίσεων ενημερώνει αμέσως συναφώς την Επιτροπή, διευκρινίζοντας τους λόγους και τη διάρκεια της παρεκκλίσεως.
12 Δεδομένου ότι το άρθρο 395 της Πράξεως για την Προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϋκές Κοινότητες (ΕΕ 1985, L 302, σ. 23) δεν προβλέπει για το Βασίλειο της Ισπανίας καμία παρέκκλιση όσον αφορά την οδηγία, η ποιότητα των ισπανικών υδάτων κολυμβήσεως έπρεπε να έχει καταστεί, από 1ης Ιανουαρίου 1986, σύμφωνη προς τις οριακές τιμές που καθορίζει η οδηγία.
13 Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 της οδηγίας, οι ισπανικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή, στις 7 Σεπτεμβρίου 1988, το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου με τις οποίες μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η οδηγία, ήτοι το κείμενο του βασιλικού διατάγματος 734/1988, της 1ης Ιουλίου 1988, σχετικά με τις ποιοτικές προδιαγραφές των υδάτων κολυμβήσεως (BOE αριθ. 167, της 13ης Ιουλίου 1988, και διορθωτικά, BOE αριθ. 169, της 15ης Ιουλίου 1988). Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 13 της οδηγίας, οι ισπανικές αρχές κοινοποίησαν επίσης στην Επιτροπή, στις 2 Ιουνίου και στις 3 Νοεμβρίου 1988, τις εκθέσεις για τα ύδατα κολυμβήσεως όσον αφορά τα έτη 1986 και 1987.
14 Αφού εξέτασε τις εκθέσεις αυτές, η Επιτροπή θεώρησε ότι ο τρόπος με τον οποίο το Βασίλειο της Ισπανίας είχε εφαρμόσει την οδηγία δεν ήταν σύμφωνος προς τα άρθρα 3, 4, 5, 6 και 13 της οδηγίας και, με έγγραφο οχλήσεως της 13ης Οκτωβρίου 1989, κάλεσε το Βασίλειο της Ισπανίας να διατυπώσει εντός προθεσμίας δύο μηνών τις παρατηρήσεις του σχετικά με τις διαπιστωθείσες παραβάσεις, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης.
15 Με έγγραφο της 13ης Νοεμβρίου 1989, οι ισπανικές αρχές επικαλέστηκαν κυρίως τον φόρτο εργασίας που είχε δημιουργήσει, το 1988, η ταυτόχρονη κατάρτιση του διατάγματος μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη και των εκθέσεων για τα έτη 1986 και 1987 και δεσμεύθηκαν, για το μέλλον, να αποφύγουν τα κενά που εμφάνιζαν οι εν λόγω εκθέσεις λόγω του εσπευσμένου της καταρτίσεώς τους.
16 Εκτιμώντας ότι οι εξηγήσεις αυτές δεν μετέβαλλαν τη θέση της όσον αφορά τις προσαπτόμενες παραβάσεις, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 27 Νοεμβρίου 1990, αιτιολογημένη γνώμη στο Βασίλειο της Ισπανίας, καλώντας το να λάβει όλα τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί, εντός προθεσμίας δύο μηνών, προς τα άρθρα 3, 4, 5, 6 και 13 της οδηγίας.
17 Με έγγραφο της 15ης Μαρτίου 1991, οι ισπανικές αρχές υπογράμμισαν τις προσπάθειες που είχαν καταβληθεί για τη βελτίωση της ποιότητας των υδάτων και τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις της οδηγίας. Το Βασίλειο της Ισπανίας, ως νέο κράτος μέλος, ζήτησε να του χορηγηθεί, όπως και στα άλλα κράτη μέλη, μακρύτερη προθεσμία προκειμένου να προσαρμοστεί στην οδηγία. Ξωρίς να αμφισβητήσουν τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, οι ισπανικές αρχές υποστήριξαν ότι η έκθεση για το έτος 1990, η οποία επισυναπτόταν στο έγγραφο αυτό, καταδείκνυε ότι είχε τεθεί τέρμα στις παραβάσεις που προσήπτε η Επιτροπή. Στη διάρκεια συσκέψεως που πραγματοποιήθηκε στη Μαδρίτη στις 13 και 14 Οκτωβρίου 1992, οι ισπανικές αρχές ανέλαβαν επίσης τη δέσμευση να παράσχουν στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τις διακυμάνσεις του αριθμού των υδάτων που ορίζονται ως ύδατα κολυμβήσεως, καθώς και να της υποβάλουν τα σχέδια εξυγιάνσεως που προβλέπονταν για τα ύδατα κολυμβήσεως που δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις της οδηγίας. Με έγγραφα της 16ης Δεκεμβρίου 1992, της 1ης Ιουνίου 1993 και της 17ης Μαου 1994, οι ισπανικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή για τους λόγους της διακυμάνσεως του αριθμού των υδάτων που ορίζονται ως εσωτερικά ύδατα κολυμβήσεως, καθώς και για τις ήδη αναληφθείσες ή σχεδιαζόμενες δράσεις προς βελτίωση της ποιότητας των υδάτων στην Ισπανία.
18 Θεωρώντας τις πληροφορίες αυτές ανεπαρκείς, η Επιτροπή υπενθύμισε επανειλημμένως στις ισπανικές αρχές την υποχρέωση κοινοποιήσεως των ειδικών προγραμμάτων εξυγιάνσεως για τα μη ανταποκρινόμενα στην οδηγία εσωτερικά ύδατα κολυμβήσεως.
19 Με τηλεαντίγραφο της 7ης Ιανουαρίου 1996, οι ισπανικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τις ήδη αναληφθείσες πρωτοβουλίες και συνέταξαν, στις 27 Φεβρουαρίου 1996, έκθεση σχετικά με τα μη ανταποκρινόμενα στην οδηγία εσωτερικά ύδατα κολυμβήσεως, την οποία κοινοποίησαν στην Επιτροπή στις 16 Απριλίου 1996.
20 Η Επιτροπή, καίτοι θεώρησε ότι δεν είχε ακόμα τεθεί τέρμα στις προσαπτόμενες παραβάσεις, αποφάσισε να περιορίσει την υπό κρίση προσφυγή στην εκ μέρους του Βασιλείου της Ισπανίας παράβαση της υποχρεώσεως που προβλέπει το άρθρο 4 της οδηγίας και η οποία συνίσταται στη λήψη των αναγκαίων μέτρων ώστε η ποιότητα των εσωτερικών υδάτων κολυμβήσεως στο ισπανικό έδαφος να ανταποκρίνεται στις οριακές τιμές που καθορίστηκαν δυνάμει του άρθρου 3 της εν λόγω οδηγίας.
21 Παρατηρείται καταρχάς ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής οι οποίοι δεν αμφισβητήθηκαν από την Ισπανική Κυβέρνηση, οι οριακές τιμές που καθορίζει η οδηγία δεν τηρήθηκαν σε σημαντικό αριθμό ζωνών κολυμβήσεως σε γλυκά ύδατα εντός του ισπανικού εδάφους.
22 Η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει τεσσάρων ειδών ισχυρισμούς προς δικαιολόγηση της μη τηρήσεως των οριακών τιμών που καθορίστηκαν δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας.
23 Πρώτον, η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η ασυνήθιστη ξηρασία που πλήττει την Ισπανία από πενταετίας κατέστησε αδύνατη τη βελτίωση της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως. Μια τέτοια παρατεταμένη περίοδος ξηρασίας συνιστά «έκτακτη μετεωρολογική συνθήκη» υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας και, επομένως, οι συνακόλουθες υπερβάσεις των τιμών που προβλέπονται από το άρθρο 3 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.
24 Δεύτερον, η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, όπως προκύπτει από την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 21ης Φεβρουαρίου 1996, με τίτλο «Η κοινοτική πολιτική στον τομέα των υδάτων» [COM(96) 59 τελικό], ένα μέρος της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα των υδάτων είναι παρωχημένο και ότι οι επιδιωκόμενοι σκοποί θα μπορούσαν εξίσου - αν όχι καλύτερα - να εξυπηρετηθούν με μια προσέγγιση η οποία θα ενσωμάτωνε σε μια οδηγία-πλαίσιο τις διάφορες ρυθμίσεις για τους υδάτινους πόρους. Η Ισπανική Κυβέρνηση παρατηρεί επίσης ότι η Επιτροπή ενέκρινε, στις 16 Φεβρουαρίου 1994, πρόταση νέας οδηγίας του Συμβουλίου περί της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως (ΕΕ C 112, σ. 3), η οποία απλουστεύει την οδηγία και την προσαρμόζει στην τεχνική και επιστημονική πρόοδο.
25 Τρίτον, η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλείται τη στενότατη σχέση που υφίσταται μεταξύ της οδηγίας και της οδηγίας 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων (ΕΕ L 135, σ. 40), η οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων, να μεριμνούν ώστε οι οικισμοί ορισμένου μεγέθους να είναι εφοδιασμένοι με συστήματα συλλογής των αστικών λυμάτων και ώστε τα ύδατα αυτά να καθαρίζονται προτού αποβληθούν εκ νέου. Η Ισπανική Κυβέρνηση τονίζει, ειδικότερα, ότι τα λύματα αποτελούν την κύρια αιτία ρυπάνσεως των ζωνών κολυμβήσεως. Όμως, τα κράτη μέλη διαθέτουν προθεσμία έως τις 31 Δεκεμβρίου του 2005 για να συμμορφωθούν προς ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 91/271. Επομένως, κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, όταν εξετάζεται κατά πόσον η ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της οδηγίας, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προθεσμία που παρέχει η οδηγία 91/271 στα κράτη μέλη για να εξασφαλίσουν τον καθαρισμό των αστικών λυμάτων.
26 Τέταρτον, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πολλές εξετασθείσες ζώνες κολυμβήσεως δεν χρησιμοποιούνται πλέον λόγω μεταβολής των κοινωνικών συνηθειών. Τα ύδατα των ζωνών αυτών δεν θα πρέπει, συνεπώς, να θεωρούνται πλέον ως ύδατα κολυμβήσεως υπό την έννοια της οδηγίας. Ωστόσο, κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, είναι δυνατόν να υπάρξει σύγχυση ως προς τη διατήρηση αυτών των υδάτων ως «υδάτων κολυμβήσεως», λόγω του ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο αα, της οδηγίας ορίζει τα ύδατα κολυμβήσεως ως τα ύδατα «στα οποία η κολύμβηση επιτρέπεται [ρητώς] από τις αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους ή δεν απαγορεύεται και συνηθίζεται από μεγάλο αριθμό λουομένων» χωρίς να διευκρινίζει ούτε την έννοια της φράσεως «μεγάλος αριθμός λουομένων» ούτε τα συγκεκριμένα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να επιβάλλεται διαρκής ή προσωρινή απαγόρευση της κολυμβήσεως στα ύδατα κολυμβήσεως.
27 Παρατηρείται, καταρχάς, ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε η ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως να καταστεί σύμφωνη με τις οριακές τιμές που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 3 της εν λόγω οδηγίας.
28 Πρέπει, στη συνέχεια, να υπογραμμιστεί ότι οι μόνες παρεκκλίσεις από την υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας είναι εκείνες τις οποίες προβλέπουν η παράγραφος 3 της διατάξεως αυτής, καθώς και τα άρθρα 5, παράγραφος 2, και 8 της οδηγίας, το περιεχόμενο των οποίων υπομνήσθηκε ανωτέρω. Συνεπώς, η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να επιτύχουν ορισμένα αποτελέσματα χωρίς να μπορούν να επικαλεστούν, εκτός των παρεκκλίσεων αυτών, ιδιάζουσες περιστάσεις προς δικαιολόγηση της μη τηρήσεως της υποχρεώσεως αυτής (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1993, C-56/90, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1993, σ. Ι-4109, σκέψη 43).
29 Παρατηρείται, συναφώς, ότι ούτε το γεγονός ότι σχεδιάζονται τροποποιήσεις της ισχύουσας νομοθεσίας ούτε η μακρύτερη προθεσμία που παρέχεται στα κράτη μέλη προκειμένου να συμμορφωθούν προς ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 91/271, με την οποία η οδηγία υποτίθεται ότι έχει στενή σχέση, ούτε η μεταβολή των κοινωνικών συνηθειών, λόγω της οποίας πολλές ζώνες κολυμβήσεως εγκαταλείφθηκαν από τους χρήστες τους, περιλαμβάνονται στις παρεκκλίσεις που προβλέπει η οδηγία και, επομένως, αυτοί οι λόγοι δεν μπορούν να προβληθούν βασίμως προς δικαιολόγηση της μη τηρήσεως της υποχρεώσεως που επιβάλλει η οδηγία στα κράτη μέλη όσον αφορά την ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως.
30 Αντιθέτως, το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας προβλέπει ρητώς ότι οι υπερβάσεις των τιμών που προβλέπονται στο άρθρο 3 δεν λαμβάνονται υπόψη όταν είναι αποτέλεσμα εκτάκτων μετεωρολογικών συνθηκών. Παρατηρείται, συναφώς, ότι μια ασυνήθιστη περίοδος ξηρασίας, στο μέτρο που καθιστά αδύνατη τη βελτίωση της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως, θα μπορούσε να αποτελέσει έκτακτη μετεωρολογική συνθήκη υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.
31 Ωστόσο, το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας αποτελεί εξαίρεση από την υποχρέωση της επιτεύξεως του αποτελέσματος που καθορίζει η οδηγία και, συνεπώς, όπως ορθώς ανέφερε η Επιτροπή, πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Ειδικότερα, η μετεωρολογική συνθήκη της οποίας γίνεται επίκληση πρέπει να έχει έκτακτο χαρακτήρα, οι δε υπερβάσεις των τιμών πρέπει να αποτελούν συνέπεια της συνθήκης αυτής.
32 Όμως, στην υπό κρίση περίπτωση, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν παρέσχε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο που να αποδεικνύει, για κάθε επίμαχη περιοχή, αφενός, τον έκτακτο χαρακτήρα της προβαλλομένης ξηρασίας και, αφετέρου, την εξ αυτής προκύψασα αδυναμία των αρχών να επιτύχουν την ελάχιστη ποιότητα των υδάτων την οποία επιβάλλει η οδηγία, έστω και καταβάλλοντας πρόσθετες προσπάθειες. Συναφώς, αρκεί η παρατήρηση ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 28 των προτάσεών του, ένα μεγάλο μέρος των υδάτων κολυμβήσεως που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της οδηγίας βρίσκεται στο βόρειο μέρος της Ισπανίας, το οποίο, σύμφωνα με μη αντικρουσθείσα παρατήρηση της Επιτροπής, επλήγη λιγότερο από την ξηρασία.
33 Επιβάλλεται, συνεπώς, η διαπίστωση ότι η Ισπανική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι το γεγονός ότι τα επίδικα ύδατα κολυμβήσεως δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της οδηγίας οφείλεται εξ ολοκλήρου ή, τουλάχιστον, κατά μεγάλο μέρος σε «έκτακτη μετεωρολογική συνθήκη» υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας.
34 Κατά συνέπεια, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα ώστε η ποιότητα των εσωτερικών υδάτων κολυμβήσεως στο ισπανικό έδαφος να ανταποκρίνεται στις οριακές τιμές που καθορίστηκαν δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
35 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή το Βασίλειο της Ισπανίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο της Ισπανίας, μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα ώστε η ποιότητα των εσωτερικών υδάτων κολυμβήσεως στο ισπανικό έδαφος να ανταποκρίνεται στις οριακές τιμές που καθορίστηκαν δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητος των υδάτων κολυμβήσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy