Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Εταιρίες - Οδηγία 68/151 - Ετήσιοι λογαριασμοί - Κυρώσεις προβλεπόμενες για την περίπτωση της μη τηρήσεως της δημοσιότητας - Εθνική κανονιστική ρύθμιση περιορίζουσα σε ορισμένες κατηγορίες τα πρόσωπα που δικαιούνται να ζητήσουν την εφαρμογή της - Δεν επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 54, § 3, στοιχ. ζζ· οδηγία 68/151 του Συμβουλίου, άρθρα 3 και 6)
2 Προδικαστικά ερωτήματα - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - Ερώτημα με το οποίο ζητείται να εξεταστεί το άμεσο αποτέλεσμα διατάξεως η οποία δημιουργεί υποχρεώσεις σε ιδιώτη - Παρέλκει η απάντηση
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 77· οδηγία 68/151 του Συμβουλίου, άρθρο 6)
Περίληψη
3 Το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας 68/151, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες, έχει την έννοια ότι αποκλείει νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία παρέχει μόνο στους εταίρους, στους πιστωτές, καθώς και στο κεντρικό συμβούλιο εκπροσώπων προσωπικού ή στο συμβούλιο εκπροσώπων προσωπικού της εταιρίας, το δικαίωμα να ζητούν την επιβολή της κυρώσεως που προβλέπει η συγκεκριμένη εθνική νομοθεσία σε περίπτωση μη τηρήσεως εκ μέρους εταιρίας των επιβαλλομένων από την πρώτη οδηγία 68/151 υποχρεώσεων αναφορικά με τη δημοσιότητα των ετησίων λογαριασμών.
Πράγματι, τόσο το άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζζ, της Συνθήκης, το οποίο αναφέρεται στον σκοπό της προστασίας των συμφερόντων των τρίτων γενικώς, χωρίς να διακρίνει ή να αποκλείει ορισμένες κατηγορίες εξ αυτών, όσο και η τέταρτη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 3 της οδηγίας, που επιβεβαιώνουν τη βούληση ενημερώσεως παντός ενδιαφερομένου, αποκλείουν την ερμηνεία του άρθρου 6 της οδηγίας που θα παρείχε μόνο στους πιστωτές της εταιρίας δικαίωμα να ζητούν την επιβολή κυρώσεως.
4 Το Δικαστήριο, καλούμενο να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα, δεν υποχρεούται να εξετάσει αν το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας 68/151 αναπτύσσει άμεσο αποτέλεσμα, εφόσον μια οδηγία δεν μπορεί αφ' εαυτής να δημιουργεί υποχρεώσεις σε ιδιώτη.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-97/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Oberlandesgericht Dόsseldorf (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Verband deutscher Daihatsu-Hδndler eV
και
Daihatsu Deutschland GmbH,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 6 της πρώτης οδηγίας 68/151/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1968, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, M. Wathelet (εισηγητή), J. C. Moitinho de Almeida, D. A. O. Edward και J.-P. Puissochet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ernst Rφder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, και τον A. Dittrich, Regierungsdirector στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης,
- η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Pιrez de Ayala Becerril, abogado del Estado,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Antonio Caeiro και Jόrgen Grunwald, νομικούς συμβούλους,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον A. Dittrich, της Ισπανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον L. Pιrez de Ayala Becerril, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον G. Mignot, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών Υποθέσεων, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον J. Grunwald, κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιουνίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Ιουλίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 22ας Νοεμβρίου 1995, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Μαρτίου 1996, το Oberlandesgericht Dόsseldorf υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας 68/151/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1968, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 80, στο εξής: πρώτη οδηγία).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο αγωγής που άσκησε η Verband deutscher Daihatsu-Hδndler eV (στο εξής: Verband), ένωση Γερμανών αντιπροσώπων των αυτοκινήτων Daihatsu, ενώπιον του Amtsgericht, δικαστηρίου που είναι επιφορτισμένο στη Γερμανία με την τήρηση του εμπορικού μητρώου. Η Verband ζήτησε από το Amtsgericht να υποχρεώσει, επ' απειλή επιβολής χρηματικού προστίμου, την εταιρία Daihatsu Deutschland GmbH, που είναι ο γενικός εισαγωγέας στη Γερμανία αυτοκινήτων Daihatsu, να δημοσιεύσει τους ετήσιους λογαριασμούς της, πράγμα που δεν είχε πράξει από το 1989.
3 Το Amtsgericht Kempen απέρριψε το αίτημα αυτό με απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1994, την οποία επιβεβαίωσε το Landgericht Krefeld, με απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1994.
4 Το Landgericht, όπως και το Amtsgericht, στηρίχθηκε στο άρθρο 335, πρώτη φράση, σημείο 6, του γερμανικού εμπορικού κώδικα, σε συνδυασμό με τη δεύτερη φράση του εν λόγω άρθρου, δυνάμει των οποίων η διαδικασία επιβολής χρηματικού προστίμου μπορεί να κινηθεί μόνο κατόπιν αιτήσεως ενός από τους εταίρους, ενός από τους πιστωτές, του κεντρικού συμβουλίου εκπροσώπων προσωπικού της επιχειρήσεως ή του συμβουλίου εκπροσώπων προσωπικού της εταιρίας. Η Verband δεν εμπίπτει σε καμία από τις κατηγορίες αυτές.
5 Κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως της Verband, το Oberlandesgericht Dόsseldorf επιβεβαίωσε τις αποφάσεις των ανωτέρω δικαστηρίων.
6 Έκρινε, όμως, ότι το άρθρο 335 του γερμανικού εμπορικού κώδικα δεν μετέφερε ορθώς το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας, κατά το οποίο τα κράτη μέλη υποχρεούνται να επιβάλλουν τις κατάλληλες κυρώσεις «σε περίπτωση ελλείψεως της δημοσιότητος του ισολογισμού και των λογαριασμών χρήσεως όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, περίπτωση ζζ»).
7 Κατά την εν λόγω διάταξη:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε η υποχρέωση δημοσιότητος των εταιριών να περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πράξεις και στοιχεία:
(...)
στ) τον ισολογισμό και τον λογαριασμό αποτελεσμάτων κάθε χρήσεως. Το έγγραφο που περιέχει τον ισολογισμό πρέπει να αναφέρει τα ατομικά στοιχεία των προσώπων που, κατά τον νόμο, είναι αρμόδια να τον πιστοποιούν. Εν τούτοις, για τις αναφερόμενες στο άρθρο 1 εταιρίες περιορισμένης ευθύνης του γερμανικού, βελγικού, γαλλικού, ιταλικού ή λουξεμβουργιανού δικαίου, όπως και για τις κλειστές ανώνυμες εταιρίες του ολλανδικού δικαίου, η υποχρεωτική εφαρμογή της παρούσης διατάξεως αναβάλλεται μέχρι της ημερομηνίας εφαρμογής οδηγίας που θα ρυθμίσει τον συντονισμό του περιεχομένου των ισολογισμών και των λογαριασμών αποτελεσμάτων χρήσεως που θα απαλλάσσει από την υποχρέωση δημοσιεύεσεως του συνόλου ή μέρους των εν λόγω εγγράφων τις εταιρίες εκείνες, των οποίων το ύψος του ισολογισμού θα είναι κατώτερο του ποσού που θα ορίσει η οδηγία. Το Συμβούλιο θα εκδώσει την οδηγία αυτή εντός δύο ετών από της εκδόσεως της παρούσης οδηγίας·
(...)»
8 Υπ' αυτές τις συνθήκες το Oberlandesgericht Dόsseldorf υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Αποτελεί το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας περί του δικαίου των εταιριών, της 9ης Μαρτίου 1968, άμεσα ισχύουσα διάταξη, αν, κατά το γερμανικό δίκαιο, ως (μοναδικό) μέτρο για την επιβολή της υποχρεώσεως δημοσιότητας του ετήσιου λογαριασμού χρήσεως μιας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης (GmbH) προβλέπεται ο καθορισμός προστίμου έως 10 000 γερμανικών μάρκων από το Registergericht (δικαστήριο του τόπου της τηρήσεως μητρώου), αλλά το Registergericht επεμβαίνει μόνον κατόπιν αιτήσεως ενός εταίρου, ενός δανειστού, του κεντρικού συμβουλίου εκπροσώπων προσωπικού (Gesamtbetriebsrat) ή του συμβουλίου εκπροσώπων προσωπικού της εταιρίας (Betriebsrat der Gesellschaft), έχει δε η ενδεχόμενη άμεση ισχύς της διατάξεως της οδηγίας ως αποτέλεσμα να μπορεί οποιοσδήποτε, πέραν των κατά το γερμανικό δίκαιο δικαιουμένων να υποβάλουν αίτηση, να ζητεί τον καθορισμό προστίμου ή να έχει το δικαίωμα αυτό τουλάχιστον μία ένωση εμπόρων, η οποία, σύμφωνα με το καταστατικό της, οφείλει να προστατεύει τα συμφέροντα των μελών της, τα οποία έχουν συμβατική σχέση με την εταιρία περιορισμένης ευθύνης που παρέβη την υποχρέωση δημοσιότητας;»
9 Το ερώτημα αυτό θέτει τρία χωριστά προβλήματα.
10 Πρώτον, το εθνικό δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας έχει την έννοια ότι απαγορεύει νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία παρέχει μόνο στους εταίρους, στους πιστωτές, καθώς και στο κεντρικό συμβούλιο εκπροσώπων του προσωπικού και στο συμβούλιο εκπροσώπων του προσωπικού της εταιρίας το δικαίωμα να ζητούν την επιβολή της κυρώσεως που προβλέπει η εν λόγω εθνική νομοθεσία σε περίπτωση μη τηρήσεως εκ μέρους της εταιρίας των εκ της πρώτης οδηγίας υποχρεώσεών της των σχετικών με τη δημοσιότητα των ετησίων λογαριασμών.
11 Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας είναι αρκετά σαφές, επακριβές και απαλλαγμένο αιρέσεων ώστε να αναπτύσσει άμεσο αποτέλεσμα στην εσωτερική έννομη τάξη κράτους μέλους.
12 Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ερωτά αν μπορεί ένας ιδιώτης να στηριχθεί στην πρώτη οδηγία προκειμένου να ζητήσει από την αρμόδια εθνική αρχή την επιβολή κυρώσεως κατά εταιρίας η οποία παρέλειψε να δημοσιεύσει τους ετήσιους λογαριασμούς της, σε περίπτωση που οι κανόνες της εθνικής νομοθεσίας τον αποκλείουν από τον κύκλο των προσώπων που μπορούν να διατυπώσουν ένα τέτοιο αίτημα.
Επί της μεταφοράς της οδηγίας
13 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, προκαταρκτικώς, ότι η υποχρέωση θεσπίσεως καταλλήλων κυρώσεων για την περίπτωση της παραλείψεως δημοσιεύσεως των ισολογισμών και των λογαριασμών χρήσεως που επιβάλλει το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας δεν έχει προς το παρόν εφαρμογή επί των εταιριών περιορισμένης ευθύνης του γερμανικού δικαίου. Πράγματι, ως προς τις εταιρίες αυτές, το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο σττ, της πρώτης οδηγίας ανέβαλε την έναρξη ισχύος της υποχρεώσεως δημοσιότητας «μέχρι της ημερομηνίας εφαρμογής οδηγίας που θα ρυθμίσει τον συντονισμό του περιεχομένου των ισολογισμών και των λογαριασμών αποτελεσμάτων χρήσεως (...)». Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, καμία οδηγία δεν έχει ακόμη εκδοθεί στον τομέα αυτόν.
14 Αρκεί σχετικώς να διαπιστωθεί ότι το νομοθετικό κενό που άφησε η πρώτη οδηγία συμπληρώθηκε με την τέταρτη οδηγία 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζζ, της Συνθήκης και αφορά τους ετήσιους λογαριασμούς εταιριών ορισμένων μορφών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 17, στο εξής: τέταρτη οδηγία).
15 Η οδηγία αυτή, η δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οποίας ρητώς αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο σττ, της πρώτης οδηγίας, προέβη στον συντονισμό των εθνικών διατάξεων που αφορούν τη δομή και το περιεχόμενο των ετησίων λογαριασμών και της ετήσιας εκθέσεως, τις μεθόδους αποτιμήσεως, καθώς και τη δημοσιότητα των εγγράφων για τις κεφαλαιουχικές εταιρίες και, ιδίως, για τις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης του γερμανικού δικαίου (πρώτη αιτιολογική σκέψη της τέταρτης οδηγίας).
16 Ως προς τη δημοσιότητα των ετησίων λογαριασμών, το άρθρο 47, παράγραφος 1, της τέταρτης οδηγίας προβλέπει ότι:
«1. Οι ετήσιοι λογαριασμοί νόμιμα εγκεκριμένοι, η ετήσια έκθεση διαχειρίσεως και το πιστοποιητικό ελέγχου των λογιστικών καταστάσεων δημοσιεύονται όπως προβλέπονται στην εθνική νομοθεσία κάθε κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 68/151/ΕΟΚ.
Εν τούτοις, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν τη μη δημοσίευση της ετησίας εκθέσεως διαχειρίσεως. Στην περίπτωση όμως αυτή η έκθεση θα είναι στη διάθεση του κοινού στην έδρα της εταιρίας. Πρέπει επίσης να υπάρχει δυνατότητα χορηγήσεως αντιγράφων ή αποσπάσματος της εκθέσεως αυτής δωρεάν, μετά από σχετική αίτηση.»
17 Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μετέφερε ορθώς το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζζ, της Συνθήκης ΕΚ, σκοπός της εναρμονίσεως των εθνικών νομοθεσιών περί εταιριών είναι η προστασία των συμφερόντων των μετόχων και των τρίτων. Στους τελευταίους όμως δεν περιλαμβάνονται όλα τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, αλλά μόνον εκείνα που έχουν κάποια νομική σχέση με την εταιρία. Η γερμανική θεωρία αναγνωρίζει γενικώς ότι η έννοια του τρίτου κατά το άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζζ, της Συνθήκης αναφέρεται μόνο στους πιστωτές της εταιρίας.
18 Πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζζ, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη υπό το πρίσμα τόσο των άρθρων 52 και 54 της Συνθήκης ΕΚ, από τα οποία προκύπτει ότι ο συντονισμός των περί εταιριών νομοθετικών διατάξεων εντάσσεται στο γενικό πρόγραμμα καταργήσεως των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως, όσο και του άρθρου 3, στοιχείο ηη, της Συνθήκης ΕΚ, δυνάμει του οποίου η δράση της Κοινότητας περιλαμβάνει την προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών στον βαθμό που απαιτείται για τη λειτουργία της κοινής αγοράς.
19 Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι ακόμα και το γράμμα του άρθρου 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζζ, της Συνθήκης αναφέρεται στον σκοπό της προστασίας των συμφερόντων των τρίτων γενικώς, χωρίς να διακρίνει ή να αποκλείει ορισμένες κατηγορίες εξ αυτών.
20 Συνεπώς, η κατά το άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζζ, της Συνθήκης έννοια του τρίτου δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στους πιστωτές της εταιρίας.
21 Εξάλλου, ο σκοπός της άρσεως των περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως, που το άρθρο 54, παράγραφοι 1 και 2 υπό ευρύτατη έννοια αναθέτει στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, δεν μπορεί να φαλκιδευτεί από τις διατάξεις του άρθρου 54, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Πράγματι, οι διατάξεις αυτές περιορίζονται στη μη αποκλειστική απαρίθμηση των μέτρων που πρέπει να ληφθούν προς επίτευξη αυτού του σκοπού, όπως βεβαιώνει η χρήση του όρου «ιδίως» στο άρθρο 54, παράγραφος 3.
22 Όσον αφορά το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας, από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη αυτής της οδηγίας προκύπτει ότι σκοπός της δημοσιότητας των ετήσιων λογαριασμών είναι η ενημέρωση των τρίτων, οι οποίοι δεν γνωρίζουν ή δεν γνωρίζουν επαρκώς τη λογιστική και οικονομική κατάσταση της εταιρίας. Οι διατάξεις του άρθρου 3 της οδηγίας, που προβλέπουν την τήρηση δημοσίου μητρώου στο οποίο πρέπει να καταχωρίζονται όλες οι πράξεις και τα στοιχεία που υπόκεινται σε δημοσιότητα, καθώς και τη δυνατότητα οποιουδήποτε προσώπου να ζητεί αντίγραφο των ετησίων λογαριασμών δι' αλληλογραφίας, επιβεβαιώνουν τη βούληση διασφαλίσεως της ενημερώσεως παντός ενδιαφερομένου. Η βούληση αυτή εκφράζεται και στις αιτιολογικές σκέψεις της τέταρτης οδηγίας στις οποίες διαπιστώνεται η ανάγκη διαμορφώσεως εντός της Κοινότητας ισοδυνάμων ελαχίστων νομικών προϋποθέσεων σχετικά με την έκταση των δημοσιευομένων από τις ανταγωνιστικές εταιρίες οικονομικών πληροφοριών (βλ., ιδίως, τρίτη αιτιολογική σκέψη).
23 Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας έχει την έννοια ότι δεν αποκλείει νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία παρέχει μόνο στους εταίρους, στους πιστωτές, καθώς και στο κεντρικό συμβούλιο εκπροσώπων προσωπικού ή στο συμβούλιο εκπροσώπων προσωπικού της εταιρίας, το δικαίωμα να ζητούν την επιβολή της κυρώσεως που προβλέπει η συγκεκριμένη εθνική νομοθεσία σε περίπτωση μη τηρήσεως εκ μέρους εταιρίας των επιβαλλομένων από την πρώτη οδηγία υποχρεώσεων αναφορικά με τη δημοσιότητα των ετησίων λογαριασμών.
Ως προς τον ανεπιφύλακτο και επαρκώς ακριβή χαρακτήρα του άρθρου 6 της πρώτης οδηγίας και ως προς τη δυνατότητα ιδιώτη να την επικαλεστεί προκειμένου να ζητήσει από τη δημόσια αρχή την επιβολή κυρώσεων κατά ιδιωτικής εταιρίας
24 Εφόσον κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου μια οδηγία δεν μπορεί αφ' εαυτής να δημιουργεί υποχρεώσεις σε ιδιώτη και, συνεπώς, δεν μπορεί να προβάλλεται, ως τοιαύτη, εις βάρος αυτού (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall I, Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 48· της 14ης Ιουλίου 1994, C-91/92, Faccini Dori, Συλλογή 1994, σ. Ι-3325, σκέψη 20, και της 7ης Μαρτίου 1996, C-192/94, El Corte Inglιs, Συλλογή 1996, σ. Ι-1281, σκέψη 15), παρέλκει να εξεταστεί αν το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας μπορεί να αναπτύξει άμεσο αποτέλεσμα εντός της εσωτερικής έννομης τάξης κράτους μέλους.
25 Ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν προδικάζει την ενδεχόμενη εφαρμογή της αρχής ότι το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει στα κράτη μέλη να αποκαθιστούν τις ζημίες που προκάλεσαν στους ιδιώτες λόγω της μη μεταφοράς ή λόγω της μη ορθής μεταφοράς μιας οδηγίας (αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, C-46/93 και C-48/93, Brasserie du pκcheur και Factortame, Συλλογή 1996, σ. Ι-1029, σκέψη 51, και της 26ης Μαρτίου 1996, C-392/93, British Telecommunications, Συλλογή 1996, σ. Ι-1631, σκέψη 39).
26 Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται να δοθεί στο εθνικό δικαστήριο η απάντηση ότι, εφόσον μια οδηγία δεν μπορεί αφ' εαυτής να δημιουργεί υποχρεώσεις σε ιδιώτη και, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνεται επίκληση των διατάξεών της εις βάρος του, παρέλκει να εξεταστεί αν το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας αναπτύσσει άμεσο αποτέλεσμα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
27 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική Κυβέρνηση, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 22ας Νοεμβρίου 1995 το Oberlandesgericht Dόsseldorf, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας 68/151/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1968, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες, έχει την έννοια ότι δεν αποκλείει νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία παρέχει μόνο στους εταίρους, στους πιστωτές, καθώς και στο κεντρικό συμβούλιο εκπροσώπων προσωπικού ή στο συμβούλιο εκπροσώπων προσωπικού της εταιρίας, το δικαίωμα να ζητούν την επιβολή της κυρώσεως που προβλέπει η συγκεκριμένη εθνική νομοθεσία σε περίπτωση μη τηρήσεως εκ μέρους εταιρίας των επιβαλλομένων από την πρώτη οδηγία υποχρεώσεων αναφορικά με τη δημοσιότητα των ετησίων λογαριασμών.
2) Εφόσον μια οδηγία δεν μπορεί αφ' εαυτής να δημιουργεί υποχρεώσεις σε ιδιώτη και, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνεται επίκληση των διατάξεών της εις βάρος του, παρέλκει να εξεταστεί αν το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας 68/151 αναπτύσσει άμεσο αποτέλεσμα.
Full & Egal Universal Law Academy