Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Εταιρίες - Οδηγία 68/151 - Πεδίο εφαρμογής - Αντιτάξιμο έναντι των τρίτων των πράξεων που διενεργούν τα μέλη των οργάνων της εταιρίας που βρίσκονται σε κατάσταση συγκρούσεως συμφερόντων με την εταιρία - Αποκλείεται
(Οδηγία 68/151 του Συμβουλίου, άρθρο 9 § 1, εδ. 1)
Περίληψη
Το σύστημα που διέπει το έναντι των τρίτων αντιτάξιμο των πράξεων που διενεργούν τα μέλη των οργάνων της εταιρίας, που βρίσκονται σε κατάσταση συγκρούσεως συμφερόντων με την εκπροσωπούμενη εταιρία, δεν εμπίπτει στο κανονιστικό πλαίσιο της πρώτης οδηγίας 68/151, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες, αλλά εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη.
Πράγματι, όπως προκύπτει τόσο από το γράμμα όσο και από το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 9, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της πρώτης οδηγίας, η διάταξη αυτή αφορά τα όρια των εξουσιών όπως αυτές κατανέμονται από τον νόμο μεταξύ των διαφόρων οργάνων της εταιρίας και δεν σκοπεί τον συντονισμό των εφαρμοστέων εθνικών νομοθεσιών στην περίπτωση που μέλος ενός οργάνου βρίσκεται προσωπικώς σε κατάσταση συγκρούσεως συμφερόντων με την εταιρία που εκπροσωπεί.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-104/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Coφperatieve Rabobank «Vecht en Plassengebied» BA
και
Erik Aarnoud Minderhoud (σύνδικος πτωχεύσεως της εταιρίας Mediasafe BV),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 68/151/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1968, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 80),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους H. Ragnemalm (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. La Pergola
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Coφperatieve Rabobank «Vecht en Plassengebied» BA, εκπροσωπούμενη από τους J. C. van Oven και A. P. Schoonbrood-Wessels δικηγόρους Ξάγης,
- η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την R. Silva de Lapuerta, abogado del Estado,
- η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Η. Rotkirch, προϋστάμενο της υπηρεσίας νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών,
- η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από την L. Nordling, rδttschef στο τμήμα εξωτερικού εμπορίου του Υπουργείου Εξωτερικών,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους A. Caeiro, νομικό σύμβουλο, και Β. J. Drijber, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Coφperatieve Rabobank «Vecht en Plassengebied» BA, που εκπροσωπήθηκε από τον J. C. van Oven, του Minderhoud, συνδίκου πτωχεύσεως της Mediasafe BV, που εκπροσωπήθηκε από τον J. J. Feenstra, δικηγόρο Ρότερνταμ, της Ισπανικής Κυβερνήσεως, που εκπροσωπήθηκε από την R. Silva de Lapuerta, και της Επιτροπής, που εκπροσωπήθηκε από τον B. J. Drijber, κατά τη συνεδρίαση της 8ης Ιανουαρίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Μαρτίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 22ας Μαρτίου 1996, που περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Απριλίου 1996, το Hoge Raad der Nederlanden υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 68/151/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1968, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 80, στο εξής: πρώτη οδηγία).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Coφperatieve Rabobank «Vecht en Plassengebied» BA (στο εξής: Rabobank), οργανισμού που χρηματοδοτούσε την εταιρία χαρτοφυλακίου Holland Data Groep BV (στο εξής: HDG), πέντε από τις θυγατρικές εταιρίες της και την εταιρία Mediasafe BV (στο εξής: Mediasafe), και του συνδίκου πτωχεύσεως της Mediasafe, σχετικά με την αμφισβήτηση από τον τελευταίο του κύρους μιας συμφωνίας περί συμψηφισμού μεταξύ χρεωστικών και πιστωτικών υπολοίπων λογαριασμού που συνήφθη μεταξύ, αφενός, της ΗDG, των πέντε εταιριών και της Mediasafe και, αφετέρου, της Rabobank.
3 Στην απόφαση περί παραπομπής ιστορείται ότι στις 23 Οκτωβρίου 1989, η Rabobank συνήψε, με την HDG και τις πέντε θυγατρικές εταιρίες, συμφωνία για τον υπολογισμό των τόκων επί των καταθέσεων σε κοινούς λογαριασμούς και τον συμψηφισμό μεταξύ των χρεωστικών και των πιστωτικών υπολοίπων, βάσει της οποίας οι εταιρίες ευθύνονταν αλληλεγγύως έναντι της Rabobank.
4 Στις 21 Νοεμβρίου 1989 η ΗDG και το Stichting Nieuwegein σύστησαν την εταιρία Mediasafe, στην οποία η HDG κατείχε 99 μερίδια και το Stichting Nieuwegein 1 μερίδιο. Η ΗDG ονομάστηκε μοναδικός διευθυντής της εταιρίας και ορίστηκαν δύο επιθεωρητές που πρότεινε το Stichting Nieuwegein. Οι επιθεωρητές είχαν ως καθήκον να ελέγχουν, για λογαριασμό του Stichting Nieuwegein, τη διεύθυνση και την εν γένει πορεία των δραστηριοτήτων της Mediasafe.
5 Στις 11 Δεκεμβρίου 1989 η Rabobank συνήψε νέα συμφωνία περί συμψηφισμού μεταξύ χρεωστικών και πιστωτικών υπολοίπων λογαριασμών, με περιεχόμενο και έκταση εφαρμογής αντίστοιχα με εκείνα της συμφωνίας της 23ης Οκτωβρίου 1989. Η Mediasafe εκπροσωπήθηκε από την HDG, μοναδικό διευθυντή της. Με τη συμφωνία αυτή όλες οι εταιρίες του ομίλου HDG, μεταξύ των οποίων και η Mediasafe, δήλωσαν ότι ευθύνονται αλληλεγγύως για τα χρέη τους έναντι της Rabobank.
6 Στις 22 Μαου 1990 η Mediasafe κηρύχθηκε σε πτώχευση. Σύνδικος ορίστηκε ο Minderhoud. Η Mediasafe είχε τότε λογαριασμό στη Rabobank με πιστωτικό υπόλοιπο 447 117,60 ολλανδικών φιορινίων (HFL).
7 Με επιστολή της 5ης Ιουνίου 1990, η Rabobank πληροφόρησε τον σύνδικο ότι, κατ' εφαρμογήν της συμφωνίας της 11ης Δεκεμβρίου 1989 και του άρθρου 53 του Faillessementswet (ολλανδικού νόμου περί πτωχεύσεων), προετίθετο να προβεί σε συμψηφισμό μεταξύ των χρεωστικών και των πιστωτικών υπολοίπων των λογαριασμών όψεως των άλλων εταιριών της HDG με τις οποίες η Μediasafe ήταν εις ολόκληρον συνοφειλέτης. Η Rabobank ανέφερε ότι μετά τον συμψηφισμό η πίστωση της Μediasafe στη Rabobank κατά τον χρόνο της πτωχεύσεως ανερχόταν σε 67 337,36 HFL.
8 Με απόφαση της 31ης Ιουλίου 1990, η HDG και οι πέντε εταιρίες της κηρύχθηκαν σε πτώχευση.
9 Ο σύνδικος ζήτησε από τη Rabobank να του καταβάλει τη διαφορά μεταξύ του θετικού υπολοίπου της Mediasafe πριν και μετά τον εν λόγω συμφηφισμό, ήτοι το ποσό των 379 780,24 HFL. Κατά την άποψή του, η περί συμψηφισμού συμφωνία της 11ης Δεκεμβρίου 1989 δεν είχε καμιά ισχύ διότι, μεταξύ της HDG - που συνήψε τις συμφωνίες, μεταξύ άλλων επ' ονόματι της Mediasafe ως μοναδικός διευθυντής της - και της Mediasafe, υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων, κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφοι 3 και 4, του καταστατικού της Mediasafe και του άρθρου 2:256 του ολλανδικού Αστικού Κώδικα. Κατά συνέπεια, η HDG δεν εκπροσωπούσε τη Mediasafe κατά τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας.
10 Τα άρθρα του ολλανδικού Αστικού Κώδικα 2:146 που έχει εφαρμογή στις naamloze vennootschappen (ανώνυμες εταιρίες) και 2:256 που έχει εφαρμογή στις besloten vennootschappen met beperkte aansprakelijkheid (εταιρίες περιορισμένης ευθύνης) προβλέπουν ότι, οσάκις, στο πλαίσιο συνάψεως νομικής πράξεως, υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ, αφενός, της εταιρίας και, αφετέρου, των μελών του διοικητικού συμβουλίου, η πράξη αυτή μπορεί να συναφθεί μόνον από τους επιθεωρητές της εταιρίας.
11 Αυτή η διάταξη του νόμου υπάρχει εξάλλου και στο άρθρο 12, παράγραφοι 3 και 4, του καταστατικού της Μediasafe κατά το οποίο:
«3. Σε περίπτωση συγκρούσεως συμφερόντων μεταξύ της εταιρίας και ενός ή περισσοτέρων διευθυντών, ο ή οι λοιποί διευθυντές έχουν την εξουσία να δεσμεύουν την εταιρία.
4. Οσάκις υπάρχει ένας μόνο διευθυντής ή όταν η σύγκρουση συμφερόντων αφορά όλους τους διευθυντές, την εταιρία εκπροσωπεί το συμβούλιο των επιθεωρητών.»
12 Με απόφαση της 4ης Αυγούστου 1993, το Arrondissementsrechtbank te Utrecht έκρινε ότι, λόγω της συγκρούσεως συμφερόντων κατά την έννοια του άρθρου 2:256 του Αστικού Κώδικα, η HDG δεν είχε την εξουσία να συνάψει, επ' ονόματι της Mediasafe, τη συμφωνία περί συμψηφισμού με τη Rabobank, η οποία, λόγω της επαγγελματικής της ιδιότητας, πρέπει να θεωρηθεί ως δεόντως ενημερωμένη σχετικά με αυτή τη σύγκρουση συμφερόντων. Κατά συνέπεια, το Arrondissementsrechtbank δέχθηκε την αγωγή του συνδίκου.
13 Το Gerechtshof te Amsterdam επικύρωσε την απόφαση αυτή με το ίδιο σκεπτικό.
14 Ενώπιον του Hoge Raad der Nederlanden, η Rabobank υποστήριξε ότι σύγκρουση συμφερόντων κατά την έννοια του άρθρου 2:256 του Αστικού Κώδικα υπάρχει μόνον όταν πρόκειται για πράξη συναπτομένη μεταξύ της εταιρίας και του διευθυντή της. Το Hoge Raad απέρριψε το επιχείρημα αυτό. Το εν λόγω δικαστήριο διερωτάται πάντως μήπως η εκ μέρους εταιρίας επίκληση του άρθρου 2:256 του Αστικού Κώδικα έναντι τρίτου προσκρούει στο άρθρο 9 της πρώτης οδηγίας κατά το οποίο:
«1. Η εταιρία δεσμεύεται έναντι τρίτων από τις πράξεις των οργάνων της, έστω και αν οι εν λόγω πράξεις δεν εμπίπτουν στον εταιρικό σκοπό, εκτός αν οι πράξεις αυτές αποτελούν υπέρβαση των εξουσιών που ο νόμος παρέχει ή επιτρέπει να παρέχονται στα όργανα αυτά.
Τα κράτη μέλη δύνανται εντούτοις να προβλέπουν ότι η εταιρία δεν δεσμεύεται όταν οι εν λόγω πράξεις υπερβαίνουν τα όρια του εταιρικού σκοπού, εφόσον η εταιρία αποδεικνύει ότι ο τρίτος εγνώριζε την υπέρβαση ή δεν ηδύνατο, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, να την αγνοεί. Μόνη όμως η δημοσίευση του καταστατικού δεν αποτελεί επαρκή απόδειξη.
2. Οι εκ του καταστατικού ή εξ αποφάσεως των αρμοδίων οργάνων περιορισμοί της εξουσίας των οργάνων της εταιρίας δεν δύνανται να αντιταχθούν κατά τρίτων, έστω και αν έχουν δημοσιευθεί.
3. Αν η εθνική νομοθεσία προβλέπει ότι η εξουσία εκπροσωπήσεως της εταιρίας δύναται, κατά παρέκκλιση από τη σχετική νομική ρύθμιση, να παρέχεται από το καταστατικό σε ένα μόνο πρόσωπο ή σε περισσότερα πρόσωπα ενεργούντα από κοινού, η νομοθεσία αυτή δύνανται να προβλέπει το αντιτάξιμο της εν λόγω διατάξεως του καταστατικού κατά τρίτων, υπό τον όρο ότι θα αφορά τη γενική εξουσία εκπροσωπήσεως. Το αντιτάξιμο μιας τέτοιας καταστατικής διατάξεως κατά τρίτων ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 3.»
15 Εκτιμώντας ότι το άρθρο 2:256 του Αστικού Κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της πρώτης οδηγίας, το Hoge Raad der Nederlanden υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Σε περίπτωση που ο διευθυντής μιας εταιρίας, καταρχήν εξουσιοδοτημένος να την εκπροσωπεί, συνάπτει, στο όνομα της εταιρίας, συμφωνία με τρίτον, συνάδει προς τις διατάξεις της πρώτης οδηγίας η δυνατότητα της εταιρίας να αντιτάξει έναντι του τρίτου την έλλειψη εξουσιοδοτήσεως του εν λόγω διευθυντή με την αιτιολογία ότι υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ αυτού και αυτής όσον αφορά την εν λόγω συμφωνία;
2) Πρέπει η απάντηση στο ερώτημα 1 να είναι καταφατική μόνον οσάκις ο τρίτος γνώριζε τη σύγκρουση συμφερόντων κατά τον χρόνο της συνάψεως της συμφωνίας ή μπορούσε ευλόγως να τη γνωρίζει, βάσει των στοιχείων που είχε τότε στη διάθεσή του;
3) Πρέπει η απάντηση στο ερώτημα 1 να είναι καταφατική μόνον οσάκις η σύγκρουση συμφερόντων είναι, κατά τον χρόνο της συνάψεως της συμφωνίας, τόσο προφανής ώστε ουδείς συνετός τρίτος θα μπορούσε να θεωρήσει ότι δεν υπάρχει τέτοια σύγκρουση;»
16 Ο Minderhoud και η Σουηδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν ρυθμίζει την περίπτωση στην οποία αναφέρεται το προδικαστικό ερώτημα του Hoge Raad der Nederlanden και ότι ούτε το άρθρο 9 ούτε καμιά άλλη διάταξη της πρώτης οδηγίας αφορούν το ζήτημα της δεσμεύσεως μιας εταιρίας σε περίπτωση παραβιάσεως ενός κανόνα ο οποίος, όπως ο εφαρμοζόμενος στην υπόθεση της κύριας δίκης, περιορίζει αυτή την αρμοδιότητα.
17 Η Rabobank, η Ισπανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή φρονούν ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας δεν επιτρέπει σε μια εταιρία να επικαλείται έναντι τρίτου, με τον οποίο ο διευθυντής συνήψε νομική πράξη δεσμευτική για την εταιρία, την αναρμοδιότητα του διευθυντή για τον λόγο ότι αυτός είχε συμφέρον αντιτιθέμενο προς το δικό της, οσάκις η αναρμοδιότητα αυτή δεν προκύπτει από δεσμευτική διάταξη νόμου. Είναι, συναφώς, αδιάφορο το αν ο τρίτος γνώριζε την υφισταμένη σύγκρουση συμφερόντων ή αν η ύπαρξη της συγκρούσεως συμφερόντων ήταν καταφανής.
18 Η Φινλανδική και, επικουρικώς, η Σουηδική Κυβέρνηση φρονούν ότι η οδηγία δεν εμποδίζει ενδεχομένη εθνική διάταξη κατά την οποία μια εταιρία μπορεί να επικαλεστεί λόγο ακυρότητας στηριζόμενο σε σύγκρουση συμφερόντων, αν ο τρίτος γνώριζε ή δεν μπορούσε να αγνοεί την ύπαρξη συγκρούσεως συμφερόντων. Κατ' αυτόν τον τρόπο, γίνεται δίκαιη εξισορρόπηση μεταξύ των αναγκών, αφενός, της ασφάλειας των εμπορικών συναλλαγών και, αφετέρου, της προστασίας της εταιρίας.
19 Πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη οδηγία σκοπεί τον συντονισμό των εγγυήσεων που επιβάλλονται στα κράτη μέλη από τις ανώνυμες εταιρίες και τις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης κατά την έννοια του άρθρου 1, με στόχο την προστασία ιδίως των συμφερόντων των τρίτων.
20 Προς τούτο η πρώτη οδηγία περιλαμβάνει στο τμήμα ΙΙ διατάξεις που περιορίζουν, στο μέτρο του δυνατού, τους λόγους ακυρότητας των δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται επ' ονόματι της εταιρίας, όπως προκύπτει από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη.
21 Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της πρώτης οδηγίας προβλέπει ότι η εταιρία δεσμεύεται έναντι τρίτων από τις πράξεις των οργάνων της, έστω και αν οι εν λόγω πράξεις δεν εμπίπτουν στον εταιρικό σκοπό, εκτός αν αυτές αποτελούν υπέρβαση των εξουσιών που ο νόμος παρέχει ή επιτρέπει να παρέχονται στα όργανα αυτά.
22 Υπογραμμίζεται πάντως ότι, όπως προκύπτει τόσο από το γράμμα όσο και από το περιεχόμενό της, η διάταξη αυτή αφορά τα όρια των εξουσιών όπως αυτές κατανέμονται από τον νόμο μεταξύ των διαφόρων οργάνων της εταιρίας και δεν σκοπεί τον συντονισμό των εφαρμοστέων εθνικών νομοθεσιών στην περίπτωση που μέλος ενός οργάνου βρίσκεται προσωπικώς σε κατάσταση συγκρούσεως συμφερόντων με την εταιρία που εκπροσωπεί.
23 Επιπλέον, το αντιτάξιμο που προβλέπει η διάταξη αυτή αφορά τις εξουσίες τις οποίες ο νόμος παρέχει ή επιτρέπει να παρέχονται στα όργανα της εταιρίας, τον οποίο νόμο μπορούν να επικαλεστούν οι τρίτοι, και όχι το ζήτημα αν ένας τρίτος γνώριζε ή δεν μπορούσε να αγνοεί τη σύγκρουση συμφερόντων, λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων περιστάσεων.
24 Επομένως, διαπιστώνεται ότι το σύστημα που διέπει το έναντι των τρίτων αντιτάξιμο των πράξεων που διενεργούν μέλη των οργάνων της εταιρίας υπό τέτοιες περιστάσεις δεν εμπίπτει στο κανονιστικό πλαίσιο της πρώτης οδηγίας αλλά στην αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη.
25 Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται εξάλλου από την πρόταση πέμπτης οδηγίας περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 58, παράγραφος 2, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, όσον αφορά τη δομή των ανωνύμων εταιριών καθώς και τις εξουσίες και υποχρεώσεις των οργάνων τους (PΒ 1972, C 131, σ. 49).
26 Πράγματι, όπως προκύπτει από το άρθρο 10, παράγραφος 1, της προτάσεως πέμπτης οδηγίας, για κάθε συμφωνία στην οποία η εταιρία είναι συμβαλλομένη και στην οποία έχει συμφέρον, έστω και έμμεσο, κάποιο από τα μέλη του οργάνου που ασκεί τη διεύθυνση ή την εποπτεία της εταιρίας απαιτείται η έγκριση τουλάχιστον του οργάνου εποπτείας.
27 Επιπλέον, το άρθρο 10, παράγραφος 4, της προτάσεως πέμπτης οδηγίας ορίζει:
«Η έλλειψη εγκρίσεως του οργάνου εποπτείας ή η παρατυπία της αποφάσεως με την οποία παρέχεται η έγκριση αυτή δεν είναι αντιτάξιμη έναντι των τρίτων παρά μόνον αν η εταιρία αποδεικνύει ότι ο τρίτος γνώριζε την έλλειψη εγκρίσεως ή την παρατυπία της αποφάσεως ή δεν μπορούσε να την αγνοεί, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων.»
28 Επομένως, στο προδικαστικό ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι το σύστημα που διέπει το έναντι των τρίτων αντιτάξιμο των πράξεων που διενεργούν τα μέλη των οργάνων της εταιρίας σε περιπτώσεις όπου υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των μελών αυτών και της εκπροσωπουμένης εταιρίας δεν εμπίπτει στο κανονιστικό πλαίσιο της πρώτης οδηγίας, αλλά υπάγεται στην αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
29 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ισπανική, η Φινλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 22ας Μαρτίου 1996 το Hoge Raad der Nederlanden, αποφαίνεται:
Το σύστημα που διέπει το έναντι των τρίτων αντιτάξιμο των πράξεων που διενεργούνται από τα μέλη των οργάνων της εταιρίας σε περιπτώσεις όπου υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των μελών αυτών και της εκπροσωπουμένης εταιρίας δεν εμπίπτει στο κανονιστικό πλαίσιο της πρώτης οδηγίας 68/151/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1968, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες, αλλά υπάγεται στην αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη.
Full & Egal Universal Law Academy