Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Προϋπολογισμός της Ευρωπαϋκής Ενώσεως - Εκτέλεση - Δέσμευση για σημαντικές δαπάνες - Ανάγκη υπάρξεως προηγούμενης βασικής πράξεως - Μη σημαντική δράση - Η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως - Απόφαση περί χρηματοδοτήσεως, βάσει της συγκεκριμένης θέσεως προϋπολογισμού και χωρίς βασική πράξη, προγράμματος στον τομέα του κοινωνικού αποκλεισμού - Αναρμοδιότητα της Επιτροπής - Παράνομος χαρακτήρας
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 4 § 1, 205 και 209· δημοσιονομικός κανονισμός, άρθρο 22, § 1)
2 Προσφυγή ακυρώσεως - Απόφαση περί ακυρώσεως - Αποτελέσματα - Περιορισμός από το Δικαστήριο - Περίπτωση αποφάσεως
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 173 και 174, εδ. 2)
Περίληψη
1 Από τα άρθρα 205 και 209 της Συνθήκης καθώς και 22, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του δημοσιονομικού κανονισμού, καθώς και από τον τίτλο IV, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της κοινής δηλώσεως του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1982, προκύπτει ότι η εκτέλεση των κοινοτικών δαπανών των σχετικών με κάθε σημαντική κοινοτική δράση προϋποθέτει όχι μόνο την εγγραφή της αντίστοιχης πιστώσεως στον προϋπολογισμό της Κοινότητας, πράγμα που εμπίπτει στην αρμόδια επί του προϋπολογισμού αρχή, αλλά και την έκδοση προηγούμενης βασικής πράξεως εγκρίνουσας τις εν λόγω δαπάνες, πράξεως η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητα της νομοθετικής αρχής, ενώ η εκτέλεση των πιστώσεων του προϋπολογισμού για τις κοινοτικές δράσεις που δεν εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή, δηλαδή τις μη σημαντικές κοινοτικές δράσεις, δεν απαιτεί την προηγούμενη έκδοση τέτοιας βασικής πράξεως.
Συναφώς, η απαίτηση εκδόσεως προηγούμενης βασικής πράξεως απορρέει ευθέως από το σύστημα της Συνθήκης, στο πλαίσιο του οποίου οι προϋποθέσεις ασκήσεως της κανονιστικής εξουσίας και οι προϋποθέσεις ασκήσεως της δημοσιονομικής εξουσίας δεν είναι οι ίδιες, το δε γεγονός ότι η εκτέλεση μιας δαπάνης βάσει απλής εγγραφής στον προϋπολογισμό των αντιστοίχων πιστώσεων αποτελεί παρέκκλιση από αυτόν τον θεμελιώδη κανόνα συνεπάγεται ότι ο μη σημαντικός χαρακτήρας μιας κοινοτικής δράσεως δεν προεικάζεται, οπότε στην Επιτροπή εναπόκειται η προσκόμιση της σχετικής αποδείξεως.
Προκειμένου περί των πιστώσεων που έχουν εγγραφεί στη θέση Β3-4103 του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 1995, πιστώσεις οι οποίες επρόκειτο να καλύψουν τις δαπάνες τις σχετικές με το πρόγραμμα καταπολεμήσεως της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού που αποτελεί το αντικείμενο προτάσεως της Επιτροπής, δαπάνες που το όργανο αυτό, καθώς δεν ψηφίστηκε από το Συμβούλιο η πρότασή του, αποφάσισε να δεσμεύσει για τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων καταπολεμήσεως του κοινωνικού αποκλεισμού που είχαν προαναγγελθεί στο ανακοινωθέν Τύπου (IP/96/67) της 23ης Ιανουαρίου 1996, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι τα εν λόγω προγράμματα αποτελούσαν μη σημαντικές δράσεις. Κατά συνέπεια, δεν ήταν αρμόδια για την ανάληψη των εν λόγω δαπανών και, ως εκ τούτου, παρέβη το άρθρο 4, παράγραφος 1, της Συνθήκης, οπότε η απόφασή της πρέπει να ακυρωθεί.
2 Ενόψει του γεγονότος ότι η ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής που μνημονευόταν στο ανακοινωθέν της Τύπου (IP/96/67), της 23ης Ιανουαρίου 1996, με το οποίο προανήγγειλε τη χορήγηση επιδοτήσεων υπέρ ευρωπαϋκών προγραμμάτων καταπολεμήσεως του κοινωνικού αποκλεισμού γίνεται σε μια στιγμή όπου έχει πραγματοποιηθεί το σημαντικότερο μέρος, αν όχι η ολότητα, των αντιστοίχων πληρωμών, σημαντικοί λόγοι ασφάλειας δικαίου, ανάλογοι προς αυτούς που υφίστανται σε περίπτωση ακυρώσεως ορισμένων κανονισμών, δικαιολογούν να ασκήσει το Δικαστήριο την εξουσία που του παρέχει το άρθρο 174, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης σε περίπτωση ακυρώσεως κανονισμού και να αποφασίσει ότι η ακύρωση δεν θα θίγει το κύρος των πραγματοποιηθεισών πληρωμών ούτε το κύρος των δεσμεύσεων που ανελήφθησαν δυνάμει των αποτελουσών το αντικείμενο της επίμαχης χρηματοδοτήσεως συμβάσεων.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-106/96,
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τους John E. Collins, του Assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενο από τον Derrick Wyatt, QC, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Ηνωμένου Βασιλείου, 14, boulevard Roosevelt,
προσφεύγον,
υποστηριζόμενο από την
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον Ernst Rφder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, και τον Bernd Kloke, Oberregierungsrat στο ίδιο υπουργείο,
από το
Συμβούλιο της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από την Jill Aussant, διευθύντρια της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Fιlix Van Craeyenest, νομικό σύμβουλο στην ίδια υπηρεσία, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Alessandro Morbilli, γενικό διευθυντή της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϋκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer,
και από το
Βασίλειο της Δανίας, εκπροσωπούμενο, αρχικώς, από τον Peter Biering, προϋστάμενο τμήματος στο Υπουργείο Εξωτερικών, και, στη συνέχεια, από τον Jψrgen Molde, προϋστάμενο τμήματος στο ίδιο υπουργείο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Δανίας, 4, boulevard Royal,
παρεμβαίνοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τη Μαρία Πατακιά και τον Peter Oliver, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζομένης από το
Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους Christian Pennera και Auke Baas, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Γενική Γραμματεία του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, bβtiment Tour, Kirchberg,
παρεμβαίνον,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της ή των αποφάσεων που αναφέρονται στο ανακοινωθέν Τύπου (IP/96/67) της Επιτροπής, της 23ης Ιανουαρίου 1996, με το οποίο προαναγγέλθηκε η χορήγηση επιδοτήσεων για ευρωπαϋκά προγράμματα καταπολεμήσεως του κοινωνικού αποκλεισμού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, C. Gulmann, H. Ragnemalm, M. Wathelet και R. Schintgen, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), J. L. Murray, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet, G. Hirsch, P. Jann και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 4ης Νοεμβρίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Ιανουαρίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Απριλίου 1996, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ, την ακύρωση της ή των αποφάσεων που αναφέρονται στο ανακοινωθέν Τύπου (IP/96/67) της Επιτροπής, της 23ης Ιανουαρίου 1996, με το οποίο προαναγγέλθηκε η χορήγηση επιδοτήσεων για ευρωπαϋκά προγράμματα καταπολεμήσεως του κοινωνικού αποκλεισμού (στο εξής: επίδικο ανακοινωθέν).
2 Μετά το ψήφισμα του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 1974, σχετικά με πρόγραμμα κοινωνικής δράσεως (OJ C 13, σ. 1), το εν λόγω όργανο ενέκρινε διάφορα προγράμματα καταπολεμήσεως της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, στηριζόμενα στο άρθρο 235 της Συνθήκης ΕΚ.
3 Έτσι, το Συμβούλιο εξέδωσε, πρώτον, την απόφαση 75/458/EΟΚ, της 22ας Ιουλίου 1975, περί του προγράμματος σχεδίων και μελετών-οδηγών για την καταπολέμηση της πενίας (OJ L 199, σ. 34), όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, πρώτον, με την απόφαση 80/1270/EOK του Συμβουλίου, της της 22ας Δεκεμβρίου 1980, περί συμπληρωματικού προγράμματος καταπολεμήσεως της πενίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 48), που κάλυπτε την περίοδο μεταξύ Δεκεμβρίου 1975 και Νοεμβρίου 1981, στη συνέχεια με την απόφαση 85/8/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1984, για ειδική κοινοτική δράση καταπολέμησης της φτώχειας (ΕΕ 1985, L 2, σ. 24), που εκάλυπτε την περίοδο μεταξύ Ιανουαρίου 1985 και 31ης Δεκεμβρίου 1988, και, τέλος, με την απόφαση 89/457/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1989, για την καθιέρωση μεσοπρόθεσμου προγράμματος κοινοτικής δράσης για την οικονομική και κοινωνική ένταξη των λιγότερο ευνοημένων κοινωνικών ομάδων (ΕΕ L 224, σ. 10), με την οποία θεσπίστηκε πρόγραμμα για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιουλίου 1989 και 30ής Ιουνίου 1994 (στο εξής: πρόγραμμα Φτώχεια 3).
4 Σύμφωνα με το άρθρο του 2, το πρόγραμμα Φτώχεια 3 είχε ως στόχους να εξασφαλίσει τη συνοχή του συνόλου των κοινοτικών δράσεων που έχουν επίδραση στις οικονομικά και κοινωνικά λιγότερο ευνοημένες ομάδες, τηρώντας τους κανόνες που ισχύουν για κάθε μία από τις δράσεις αυτές (στοιχείο αα), να συμβάλει στην εκπόνηση προληπτικών μέτρων υπέρ των ομάδων που κινδυνεύουν να καταστούν λιγότερο ευνοημένες καθώς και διορθωτικών δράσεων για να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες που προκαλούνται από τη μεγάλη φτώχεια (στοιχείο ββ), να δημιουργήσει, στο πλαίσιο μιας πολυδιάστατης προοπτικής, καινοτόμα υποδείγματα οργάνωσης για την ενσωμάτωση των οικονομικά και κοινωνικά λιγότερο ευνοημένων ομάδων με τη συμμετοχή όλων των οικονομικών και κοινωνικών φορέων (στοιχείο γγ), να πραγματοποιήσει δράση ενημέρωσης, συντονισμού, αξιολόγησης και ανταλλαγής εμπειριών σε κοινοτικό επίπεδο (στοιχείο δδ) και, τέλος, να συνεχίσει την εξέταση των χαρακτηριστικών των εν λόγω ομάδων (στοιχείο εε).
5 Προς επίτευξη των στόχων αυτών, η Επιτροπή μπορούσε, δυνάμει του άρθρου 3 του ίδιου προγράμματος, να προωθήσει και/ή να ενισχύσει οικονομικώς την εφαρμογή πρότυπων δράσεων που θα βασίζονταν στον τοπικό κοινωνικό ιστό και θα αποσκοπούσαν στην οικονομική και κοινωνική ενσωμάτωση των οικείων ομάδων ατόμων, συντονίζοντας τις πρωτοβουλίες σε τοπικό επίπεδο με τις πολιτικές που ακολουθούνται σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο· αυτές οι δράσεις έπρεπε να ανταποκρίνονται στις συγκεκριμένες ανάγκες των ατόμων αυτών δίνοντάς τους τη δυνατότητα να συμμετέχουν ενεργά για να επιτύχουν την πραγματική τους ενσωμάτωση στην κοινωνία (στοιχείο αα). Η Επιτροπή μπορούσε επίσης να προωθήσει και να ενισχύσει νεωτεριστικές πρωτοβουλίες που στοχεύουν στην οικονομική και κοινωνική ενσωμάτωση ορισμένων ομάδων ατόμων που πλήττονται από ειδικές μορφές αποκλεισμού, πρωτοβουλίες αναλαμβανόμενες ιδίως από μη κυβερνητικές οργανώσεις (στοιχείο ββ), την αξιολόγηση των εμπειριών, την ενδοκοινοτική ανταλλαγή γνώσεων και τη διαβίβαση μεθόδων, μέσω ενός δικτύου μονάδων έρευνας και ανάπτυξης τα μέλη του οποίου ορίζονται από την Επιτροπή σε συνεννόηση με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη (στοιχείο γγ) και, τέλος, την τακτική ανταλλαγή συγκρίσιμων δεδομένων σχετικά με τις οικονομικά και κοινωνικά λιγότερο ευνοημένες ομάδες των εν λόγω ατόμων καθώς και τη βελτίωση των γνώσεων σχετικά με το φαινόμενο αυτό (στοιχείο δδ).
6 Σύμφωνα με το σημείο Ι του παραρτήματος της ίδιας αποφάσεως, η πρότυπη δράση έπρεπε να αφορά τις διάφορες διαστάσεις της κατάστασης των λιγότερο ευνοημένων ατόμων και να συνεπάγεται τη συμμετοχή ως εταίρων ιδιωτών ή συλλογικών φορέων καθώς και των δημοσίων αρχών. Εξάλλου, δυνάμει του σημείου ΙΙ του ίδιου παραρτήματος, έπρεπε, κατά την επιλογή, να λαμβάνεται ιδίως υπόψη ο βαθμός κατά τον οποίο η δράση ενθαρρύνει την ανεξαρτησία και την αυτοπεποίθηση των ατόμων που αφορά, παρουσιάζει ενδιαφέρον για την κατάσταση της απασχόλησης, κατευθύνει τη βοήθεια στα άτομα που βρίσκονται στην πλέον μειονεκτική θέση και δίνει ιδιαίτερη σημασία σε ζώνες κοινωνικά και οικονομικά υποβαθμισμένες.
7 Προκειμένου να συνεχιστεί και να επεκταθεί η δράση αυτή, η Επιτροπή υπέβαλε, στις 22 Σεπτεμβρίου 1993, πρόταση αποφάσεως προς το Συμβούλιο σχετικά με τη θέσπιση μεσοπρόθεσμου προγράμματος δράσεως για την καταπολέμηση του αποκλεισμού και την προώθηση της αλληλεγγύης: νέο πρόγραμμα στήριξης και ενθάρρυνσης καινοτομιών 1994-1999 [COM(93) 435 τελικό, που δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, στο εξής: πρόταση Φτώχεια 4]. Η πρόταση αυτή προέβλεπε πρόγραμμα που έπρεπε να εκτελεστεί μεταξύ της 1ης Ιουλίου 1994 και της 31ης Δεκεμβρίου 1999.
8 Κατά το άρθρο 2 της προτάσεως Φτώχεια 4, οι δράσεις για την καταπολέμηση του αποκλεισμού και την προώθηση της αλληλεγγύης έπρεπε να αφορούν την οικονομική ή κοινωνική ενσωμάτωση των λιγότερο ευνοημένων οικονομικώς και κοινωνικώς ομάδων καθώς και των απειλουμένων από κοινωνικό αποκλεισμό προσώπων κυρίως στις αστικές ζώνες. Η ενσωμάτωση έπρεπε να γίνει μέσω μιας συνεκτικής στρατηγικής αφορώσας το σύνολο των οικείων τομέων δράσεως, ενδεικτικός κατάλογος των οποίων περιλαμβανόταν σε σχετικό παράρτημα. Μεταξύ αυτών των τομέων δράσεως αναφέρονταν η απασχόληση και η επιμόρφωση.
9 Σύμφωνα με το άρθρο 3 της προτάσεως Φτώχεια 4, το πρόγραμμα σκοπούσε, μεταξύ άλλων, στην προώθηση, μέσω προτύπων δράσεων, της καταρτίσεως προληπτικών και διορθωτικών μέτρων σε τοπικό, εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο (στοιχείο αα) καθώς και στη δημιουργία και ανάπτυξη διακρατικών δικτύων προγραμμάτων που θα εκτελεσθούν στο πλαίσιο εταιρικής σχέσης (στοιχείο ββ).
10 Προς επίτευξη των στόχων αυτών, τα προβλεπόμενα μέτρα έπρεπε, δυνάμει του άρθρου 4 της προτάσεως Φτώχεια 4, να συνίστανται, π.χ., στην εκτέλεση προτύπων δράσεων, σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, στο πλαίσιο εταιρικών σχέσεων όπου θα συνεργάζονταν δημόσιος και ιδιωτικός τομέας.
11 Σύμφωνα με το παράρτημα Ι της προτάσεως Φτώχεια 4, κατά την επιλογή των προτύπων δράσεων, έπρεπε κυρίως να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι οι δράσεις αυτές έπρεπε να προβλέπουν αποτελεσματικά μέσα για τη διοχέτευση της ενισχύσεως προς τις έχουσες τη μεγαλύτερη ανάγκη κατηγορίες πληθυσμού, να ευνοούν την αυτονομία και την αυτοπεποίθηση των οικείων ατόμων, να βελτιώνουν τις δυνατότητες απασχολήσεως και να επικεντρώνονται στις μειονεκτούσες κοινωνικώς και οικονομικώς περιοχές.
12 Από τα τέλη Ιουνίου 1995 κατεφάνη ότι το Συμβούλιο δεν θα υιοθετούσε την πρόταση Φτώχεια 4.
13 Εξάλλου, η σχετική με δαπάνες θέση Β3-4103 του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϋκής Ενώσεως για το οικονομικό έτος 1995 (ΕΕ 1994, L 369, σ. 1) προέβλεπε 20 εκατομμύρια ECU για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Σύμφωνα με τις σχετικές προς τη θέση αυτή σημειώσεις του προϋπολογισμού, η εν λόγω θέση επρόκειτο να καλύψει τις δαπάνες για το πρόγραμμα που αποτελούσε το αντικείμενο της προτάσεως Φτώχεια 4 καθώς και άλλες, εκτός του πλαισίου του προγράμματος αυτού, δαπάνες.
14 Όπως προκύπτει από το επίδικο ανακοινωθέν, η Επιτροπή αποφάσισε, κατά τη διάρκεια του 1995, να χρηματοδοτήσει, βάσει της θέσεως προϋπολογισμού Β3-4103, 86 προγράμματα καταπολεμήσεως του κοινωνικού αποκλεισμού, απαριθμούμενα σε σχετικό παράρτημα, συνολικού ύψους 6 περίπου εκατομμυρίων ECU.
15 Της αποφάσεως αυτής προηγήθηκε, ειδικότερα, το ανακοινωθέν Τύπου της Επιτροπής, της 11ης Αυγούστου 1995, με το οποίο προαναγγέλθηκε πρόγραμμα στον τομέα του κοινωνικού αποκλεισμού για το 1995 [IP (95) 918], καθώς και ενημερωτικό σημείωμα του ίδιου οργάνου, της 16ης Αυγούστου 1995, με τίτλο «Ευρωπαϋκή χρηματοδότηση προγραμμάτων δράσεως κατά του κοινωνικού αποκλεισμού - 1995», το οποίο περιελάμβανε οδηγό προς χρήση των δυνητικώς ενδιαφερομένων για το εν λόγω πρόγραμμα οργανισμών. Στον οδηγό αυτό περιγράφονταν, μεταξύ άλλων, οι επιλέξιμοι για χρηματοδότηση τύποι πρωτοβουλιών και επεξηγούνταν οι διαδικασίες που έπρεπε να ακολουθήσουν οι δυνητικοί δικαιούχοι.
16 Σύμφωνα με αυτό το ενημερωτικό σημείωμα, «είναι δυνατή η χορήγηση χρηματικής στηρίξεως σε δραστηριότητες σκοπούσες στον προσδιορισμό και στην ενθάρρυνση των καλυτέρων πρακτικών στους ακόλουθους τομείς:
i) αναζωογόνηση του αστικού περιβάλλοντος/ενθάρρυνση της κοινωνικής ενσωμάτωσης στις πόλεις και τα προάστια που πάσχουν από υψηλό ποσοστό ανεργίας και κοινωνικού αποκλεισμού·
ii) ενίσχυση των κοινωνικώς αποκλεισμένων ατόμων με στόχο την πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας.
Οι τομείς ενδιαφέροντος θα έπρεπε να προηγηθούν της απασχολήσεως, αυτής καθεαυτής, και να συνδεθούν με τη μείωση του βαθμού αποκλεισμού που συχνά εμποδίζει τις ομάδες-στόχους να διαβούν και τα προκαταρκτικά έστω στάδια της αναζητήσεως απασχολήσεως.
Η Επιτροπή μπορεί να στηρίξει τη δημιουργία και την ανάπτυξη ανταλλαγών και δικτύων αλληλοενισχύσεως (π.χ. για τις μονογονικές οικογένειες, τις γυναίκες που υποφέρουν από φτώχεια, τους από μακρού χρόνου ανέργους, τις οικογένειες σε κατάσταση έσχατης ένδειας), τη βελτίωση της κοινωνικής ενσωματώσεως στις αστικές κοινότητες, τη βελτίωση της αστικής υποδομής και την πρόσβαση στις υπηρεσίες εντός αστικής ζώνης, και τούτο από την άποψη των αποκλειομένων πληθυσμών.
Συγκεκριμένα, εν προκειμένω, παραδείγματα θα μπορούσαν να είναι: η μείωση της απομόνωσης σε αστικές ζώνες, καινοτόμες διευθετήσεις στις συγκοινωνίες επιτρέπουσες στα αποκλειόμενα πρόσωπα να προσεγγίσουν την αγορά εργασίας (διευκόλυνση της προσβάσεως στα σημεία ενημερώσεως σχετικά με την απασχόληση και την επιμόρφωση), συμμετοχή σε κοινωνικές δραστηριότητες για να παύσει να υφίσταται η απομόνωση, η δημιουργία ομάδων αλληλοενισχύσεως ή κέντρων υποδοχής/διελεύσεως, βελτίωση των φροντίδων υγείας και της προσβάσεως στις δημόσιες υπηρεσίες όπως τις σχετικές με τη στέγη, την κοινωνική αρωγή, την πληροφόρηση, τον σύμβουλο πολιτών και τον νομικό σύμβουλο.
Ο κατάλογος αυτός δεν είναι εξαντλητικός αλλά μάλλον ενδεικτικός. Οι δράσεις αυτές πρέπει να συντελέσουν στη γένεση νέων χρησίμων ιδεών στα κοινωνικώς αποκλειόμενα άτομα που πρόκειται να αντιμετωπίσουν πολλές δυσχέρειες. Οι εν λόγω δράσεις πρέπει επίσης να λειτουργήσουν ως κίνητρο για την προώθηση άλλων σχεδίων για τον τερματισμό του κοινωνικού αποκλεισμού.»
17 Προς στήριξη της προσφυγής της ακυρώσεως της ή των αποφάσεων χρηματοδοτήσεως των 86 προγραμμάτων που μνημονεύονται στο επίδικο ανακοινωθέν, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προβάλλει δύο λόγους αντλούμενους, αφενός, από την αναρμοδιότητα της Επιτροπής και την παράβαση του άρθρου 4 της Συνθήκης ΕΚ και, αφετέρου, την παράβαση ουσιώδους τύπου.
Όσον αφορά τον λόγο που αντλείται από την αναρμοδιότητα της Επιτροπής και την παράβαση του άρθρου 4 της Συνθήκης
18 Σύμφωνα με το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο υποστηρίζεται από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο της Δανίας και το Συμβούλιο, η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα σχετικά με τις δαπάνες χρηματοδοτήσεως των 86 επίμαχων προγραμμάτων βάσει της θέσεως προϋπολογισμού Β3-4103. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το εν λόγω όργανο παρέβη επίσης το άρθρο 4 της Συνθήκης, κατά το οποίο κάθε όργανο δρα μέσα στα όρια των εξουσιών που του έχουν ανατεθεί με τη Συνθήκη αυτή.
19 Πράγματι, για κάθε κοινοτική δαπάνη απαιτείται μια διττή νομική βάση, συγκεκριμένα η εγγραφή της στον προϋπολογισμό και, κατά γενικό κανόνα, η προηγούμενη έκδοση πράξεως παραγώγου δικαίου εγκρίνουσας την εν λόγω δαπάνη. Η μόνη εξαίρεση από αυτή τη δεύτερη επιταγή είναι η χρηματοδότηση μη σημαντικών δράσεων, συγκεκριμένα μελετών-πιλότων και προπαρασκευαστικών δράσεων σκοπουσών στην εκτίμηση των υπέρ και κατά, από πολιτική άποψη, μιας προτάσεως για έκδοση βασικής πράξεως. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η νομική βάση συνίσταται στην εξουσία πρωτοβουλίας της Επιτροπής, που απορρέει ευθέως από τη Συνθήκη. Όμως, είναι πρόδηλον ότι τα επίδικα προγράμματα δεν αποτελούν μέρος τέτοιων μη σημαντικών δράσεων, λαμβανομένου, εξάλλου, υπόψη ότι δεν έχει εκδοθεί από το Συμβούλιο καμιά βασική πράξη εγκρίνουσα τη χρηματοδότησή τους.
20 Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Κοινοβούλιο, μολονότι παραδέχεται ότι μόνον οι μη σημαντικές κοινοτικές δράσεις μπορούν να χρηματοδοτούνται βάσει μόνης της εγγραφής της αντίστοιχης πιστώσεως στον προϋπολογισμό, φρονεί ωστόσο ότι τα επίδικα προγράμματα εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή, οπότε αυτή ήταν αρμόδια να αποφασίσει για τη χρηματοδότησή τους.
21 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στην επιχειρηματολογία των διαδίκων, υπενθυμίζεται, προκαταρκτικώς, ότι, δυνάμει του άρθρου 205 της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού που εκδίδεται σε εκτέλεση του άρθρου 209 της ίδιας Συνθήκης, με δική της ευθύνη και εντός των ορίων των εγκρινομένων πιστώσεων.
22 Εξάλλου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, υπ' αυτήν την έννοια, τις αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1985, 87/77, 130/77, 22/83, 9/84 και 10/84, Salerno κ.λπ. κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, Συλλογή 1985, σ. 2523, σκέψη 56· της 23ης Απριλίου 1986, 294/83, Les Verts κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1986, σ. 1339, σκέψη 28· της 30ής Μαου 1989, 242/87, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1989, σ. 1425, σκέψη 18, και της 24ης Οκτωβρίου 1989, 16/88, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1989, σ. 3457, σκέψεις 15 έως 19), προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του συστήματος της Συνθήκης, η εκτέλεση μιας δαπάνης από την Επιτροπή προϋποθέτει, καταρχήν, εκτός από την εγγραφή στον προϋπολογισμό της σχετικής πιστώσεως, πράξη παραγώγου δικαίου (κοινώς γνωστή ως «βασική πράξη»), από την οποία απορρέει η δαπάνη αυτή.
23 Εκδοθείς βάσει του άρθρου 209 της Συνθήκης, ο δημοσιονομικός κανονισμός, της 21ης Δεκεμβρίου 1977, εφαρμοζόμενος επί του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 77, στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚΑΞ, ΕΟΚ) 610/90 του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 1990 (ΕΕ L 70, σ. 1), διευκρινίζει, στο άρθρο του 22, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ότι: «Η εκτέλεση των πιστώσεων που εγγράφονται στον προϋπολογισμό για κάθε νέα σημαντική κοινοτική δράση απαιτεί την προηγούμενη έκδοση βασικής πράξης, σύμφωνα με τη διαδικασία και τις διατάξεις του τίτλου IV, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Κοινής Δήλωσης της 30ής Ιουνίου 1982».
24 Ο τίτλος IV, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Κοινής Δήλωσης του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1982, όσον αφορά διάφορα μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί καλύτερη λειτουργία της διαδικασίας του προϋπολογισμού (ΕΕ C 194, σ. 1), ορίζει ότι
«Η εκτέλεση εγγεγραμμένων πιστώσεων για κάθε νέα σημαντική κοινοτική δράση απαιτεί την προηγούμενη έκδοση βασικού κανονισμού. Σε περίπτωση εγγραφής πιστώσεων του είδους αυτού πριν από την υποβολή προτάσεως κανονισμού, η Επιτροπή καλείται να υποβάλει πρόταση προ του τέλους Ιανουαρίου το αργότερο.
Το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο αναλαμβάνουν την υποχρέωση να κάνουν ό,τι είναι δυνατό για να εκδοθεί ο εν λόγω κανονισμός το αργότερο μέχρι το τέλος Μαου.
Σε περίπτωση, πάντως, που ο κανονισμός δεν είναι δυνατό να εκδοθεί εντός της προθεσμίας αυτής, η Επιτροπή υποβάλλει εναλλακτικές προτάσεις (μεταφορές) προκειμένου να εξασφαλισθεί η χρησιμοποίηση των εν λόγω πιστώσεων κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους.»
25 Σε δήλωση συνημμένη στη διοργανική συμφωνία, της 29ης Οκτωβρίου 1993, για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη βελτίωση της διαδικασίας του προϋπολογισμού (ΕΕ C 331, σ. 1), το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή επιβεβαίωσαν την προσήλωσή τους στις αρχές αυτές, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την υποχρέωση να βελτιώσουν τον τρόπο εφαρμογής τους.
26 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εκτέλεση των κοινοτικών δαπανών σχετικά με κάθε σημαντική κοινοτική δράση προϋποθέτει όχι μόνο την εγγραφή της αντίστοιχης πιστώσεως του προϋπολογισμού της Κοινότητας, πράγμα που εμπίπτει στην αρμόδια επί του προϋπολογισμού αρχή, αλλά και την έκδοση προηγούμενης βασικής πράξεως εγκρίνουσας τις εν λόγω δαπάνες, η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητα της νομοθετικής αρχής, ενώ η εκτέλεση των πιστώσεων του προϋπολογισμού για τις κοινοτικές δράσεις που δεν εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή, δηλαδή τις μη σημαντικές κοινοτικές δράσεις, δεν απαιτεί την προηγούμενη έκδοση τέτοιας βασικής πράξεως.
27 Βεβαίως, ούτε ο προπαρατεθείς δημοσιονομικός κανονισμός ούτε οι προαναφερθείσες διοργανικές δηλώσεις του 1982 και του 1993 δίδουν τον ορισμό της εννοίας της σημαντικής κοινοτικής δράσεως.
28 Πάντως, επιβάλλεται να υπομνηστεί εν προκειμένω ότι η προϋπόθεση εκδόσεως βασικής πράξεως πριν από την εκτέλεση εγγεγραμμένης στον προϋπολογισμό πιστώσεως απορρέει ευθέως από το σύστημα της Συνθήκης, στο πλαίσιο του οποίου οι προϋποθέσεις ασκήσεως της κανονιστικής εξουσίας και οι προϋποθέσεις ασκήσεως της δημοσιονομικής εξουσίας δεν είναι οι ίδιες (προπαρατεθείσα απόφαση της 30ής Μαου 1989, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψη 18).
29 Εξάλλου, σύμφωνα με δήλωση που περιλαμβάνεται στο πρακτικό της συνεδριάσεως της 28ης Ιουνίου 1982 μεταξύ του Συμβουλίου, του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής, στο πλαίσιο του διοργανικού τριμερούς διαλόγου, που προηγήθηκε κατά δύο ημέρες της εκδόσεως της προπαρατεθείσας διοργανικής δηλώσεως του 1982, η προϋπόθεση εκδόσεως βασικής πράξεως πριν από την εκτέλεση εγγεγραμμένων στον προϋπολογισμό πιστώσεων όσον αφορά τις σημαντικές κοινοτικές δράσεις πρέπει να επιτρέπει στην Επιτροπή, σύμφωνα με την υφιστάμενη συνήθεια, να αναλαμβάνει τα συμφυή με τα καθήκοντά της έργα και, ιδίως, με την άσκηση της εξουσίας της αναπτύξεως πρωτοβουλίας, προβαίνοντας, με δική της ευθύνη, στις μελέτες ή πειράματα που είναι αναγκαία για την κατάρτιση των προτάσεών της.
30 Επιπλέον, όπως άλλωστε και η Επιτροπή έχει παραδεχθεί στην ανακοίνωσή της, της 6ης Ιουλίου 1994, προς την αρμόδια επί του προϋπολογισμού αρχή σχετικά με τις νομικές βάσεις και τα ανώτατα ποσά [SEC (94) 1106 τελικό], από το γεγονός ότι η εκτέλεση μιας δαπάνης βάσει απλής εγγραφής στον προϋπολογισμό των αντιστοίχων πιστώσεων αποτελεί παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της εκδόσεως προηγουμένης βασικής πράξεως προκύπτει ότι ουδόλως προεικάζεται ο μη σημαντικός χαρακτήρας μιας κοινοτικής δράσεως, οπότε στην Επιτροπή εναπόκειται να προσκομίσει την απόδειξη του μη σημαντικού χαρακτήρα της σχεδιαζομένης δράσεως.
31 Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν μπόρεσε να ανατρέψει τον ισχυρισμό της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τον οποίο τα μνημονευόμενα στο επίδικο ανακοινωθέν προγράμματα καλύπτουν, στην πραγματικότητα, δράσεις που ήδη προβλέπονταν από το πρόγραμμα Φτώχεια 3 και θα μπορούσαν να υιοθετηθούν βάσει του προγράμματος Φτώχεια 4, προγράμματα τα οποία αναμφισβήτητα προβλέπουν σημαντικές κοινοτικές δράσεις και για τα οποία, ως εκ τούτου, χρειάζεται η έκδοση βασικής πράξεως για την εκτέλεση των αντιστοίχων πιστώσεων.
32 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, μεταξύ των συμβάσεων που αποτέλεσαν, το 1995, το αντικείμενο κοινοτικής χρηματοδοτήσεως βάσει μόνο της θέσεως προϋπολογισμού Β3-4103, αυτές που μνημονεύθηκαν κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας από την Επιτροπή προς στήριξη της θέσεώς της αφορούν, αντιστοίχως, ένα πρόγραμμα κατά του αναλφαβητισμού για οικογένειες που διαβιούν σε υποβαθμισμένες ζώνες με σκοπό την καλύτερη ενσωμάτωση στον κόσμο της εργασίας, ένα πρόγραμμα επιμορφώσεως για νεαρούς ανέργους που διαβιούν σε ζώνη με υψηλό βαθμό ανεργίας όσον αφορά τους νέους και ένα πρόγραμμα αρωγής για την κοινωνική επανένταξη ανέργων αγάμων μητέρων και αλκοολικών ανέργων.
33 Όμως, τέτοιες ακριβώς δράσεις καλύπτονται από το πρόγραμμα Φτώχεια 3 και την πρόταση για το πρόγραμμα Φτώχεια 4. Έτσι, το άρθρο 3, στοιχεία αα και ββ, του προγράμματος Φτώχεια 3 επέτρεπε στην Επιτροπή να προωθήσει ή να ενισχύσει χρηματικώς πρότυπες δράσεις βασιζόμενες στον τοπικό κοινωνικό ιστό και αποσκοπούσες στην οικονομική και κοινωνική ενσωμάτωση των οικονομικώς και κοινωνικώς λιγότερο ευνοημένων ομάδων ατόμων, καθώς και νεωτεριστικές πρωτοβουλίες σκοπούσες στην οικονομική και κοινωνική ενσωμάτωση ορισμένων ομάδων ατόμων που πλήττονται από ειδικές μορφές αποκλεισμού. Ομοίως, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 2 της προτάσεως Φτώχεια 4, σε συνδυασμό με το παράρτημά της, η εν λόγω πρόταση προέβλεπε την εκτέλεση από την Επιτροπή δράσεων σκοπουσών στην οικονομική και κοινωνική ενσωμάτωση των λιγότερο ευνοημένων ομάδων και των εκτιθεμένων στον κοινωνικό αποκλεισμό ατόμων με επεμβάσεις, ιδίως, στον τομέα της επιμορφώσεως προς αύξηση των πιθανοτήτων ευρέσεως εργασίας.
34 Κατά συνέπεια, τα προπαρατεθέντα προγράμματα δεν σκοπούσαν, αντίθετα προς όσα ισχυρίζεται η Επιτροπή, στην προπαρασκευή μελλοντικής κοινοτικής δράσεως ή στο ξεκίνημα δράσεων-πιλότων, αλλά προορίζονταν, ενόψει των σχεδιαζομένων δραστηριοτήτων, των επιδιωκομένων στόχων και των δικαιούχων τους, για τη συνέχιση των πρωτοβουλιών που προβλέπονταν από το πρόγραμμα Φτώχεια 3, σε μια χρονική συγκυρία όπου ήταν πρόδηλον ότι το Συμβούλιο δεν επρόκειτο να υιοθετήσει την πρόταση Φτώχεια 4, με την οποία σκοπούνταν η συνέχιση και επέκταση της κοινοτικής δράσεως για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού.
35 Προς στήριξη της θέσεώς της ότι τα επίδικα προγράμματα αποτελούν μη σημαντικές δράσεις, η Επιτροπή παρατηρεί ότι τα εν λόγω προγράμματα αφορούν βραχυπρόθεσμες δραστηριότητες, μεγίστης διαρκείας ενός έτους, οι οποίες είναι ασυντόνιστες μεταξύ τους και συνεπάγονται πολύ λιγότερες δαπάνες απ' ό,τι οι πολυετείς δράσεις που προβλέπουν το πρόγραμμα Φτώχεια 3 και η πρόταση Φτώχεια 4, όπου προβλέπεται η θέσπιση ενός Παρατηρητηρίου των εθνικών πολιτικών για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού, με σκοπό τον συντονισμό των δράσεων αυτών.
36 Η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, τίποτα δεν επιτρέπει να αποκλειστεί ότι μια σημαντική κοινοτική δράση θα συνεπάγεται περιορισμένες δαπάνες ούτε ότι τα αποτελέσματά της θα είναι διαχρονικώς περιορισμένα. Εξάλλου, αναγνώριση του αντιθέτου θα κατέληγε στο να επιτρέπεται στην Επιτροπή να αποφεύγει την εφαρμογή της αρχής της εκδόσεως προηγουμένης βασικής πράξεως περιορίζοντας απλώς την έκταση της σχετικής δράσεως ενώ ταυτόχρονα θα την ανανέωνε κατ' έτος. Ομοίως, ο σημαντικός ή μη χαρακτήρας μιας δράσεως δεν μπορεί να εξαρτάται από τον βαθμό συντονισμού αυτής σε κοινοτικό επίπεδο.
37 Κατά συνέπεια, πρέπει να συναχθεί ότι η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια για την ανάληψη των δαπανών που ήσαν αναγκαίες για τη χρηματοδότηση των μνημονευομένων στο επίδικο ανακοινωθέν προγραμμάτων βάσει της θέσεως προϋπολογισμού Β3-4103 και ότι το εν λόγω κοινοτικό όργανο παρέβη το άρθρο 4, παράγραφος 1, της Συνθήκης, οπότε η απόφαση περί αναλήψεως των δαπανών αυτών πρέπει να ακυρωθεί.
38 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν παρίσταται ανάγκη να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από την έλλειψη αιτιολογίας.
Όσον αφορά τον περιορισμό των αποτελεσμάτων ακυρώσεως
39 Το Ηνωμένο Βασίλειο, υποστηριζόμενο από το Βασίλειο της Δανίας, επισήμανε ότι δεν θα αντετίθεντο, προκειμένου να μη διαψευσθούν οι θεμιτές προσδοκίες των ατόμων που έτυχαν εκ μέρους της Επιτροπής επιδοτήσεων βάσει των προγραμμάτων τους καταπολεμήσεως του κοινωνικού αποκλεισμού, στο να κάνει το Δικαστήριο χρήση, σε περίπτωση που θα έκανε δεκτή την προσφυγή του, της εξουσίας που διαθέτει από το άρθρο 174 της Συνθήκης ΕΚ και να αποφασίσει να διατηρήσει σε ισχύ τα αποτελέσματα των ακυρουμένων αποφάσεων. Την ίδια ευχή εξέφρασε το Κοινοβούλιο.
40 Έχει σημασία να σημειωθεί ότι η ακύρωση της αποφάσεως περί αναλήψεως των συνδεομένων με τις επίμαχες συμβάσεις δαπανών επέρχεται σε μια στιγμή όπου το σημαντικότερο μέρος, αν όχι το σύνολο, των αντιστοίχων πληρωμών έχει πραγματοποιηθεί.
41 Έτσι, σημαντικοί λόγοι ασφάλειας δικαίου, ανάλογοι προς αυτούς που συντρέχουν σε περίπτωση ακυρώσεως ορισμένων κανονισμών, δικαιολογούν να ασκήσει το Δικαστήριο την εξουσία που του παρέχει το άρθρο 174, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης σε περίπτωση ακυρώσεως κανονισμού και να προσδιορίσει τα αποτελέσματα της ακυρουμένης αποφάσεως που πρέπει να διατηρηθούν σε ισχύ (σχετικά με οδηγία, βλ., π.χ., την απόφαση της 5ης Ιουλίου 1995, C-21/94, Κοινοβούλιο κατά υμβουλίου, Συλλογή 1995, σ. Ι-1827, σκέψη 31).
42 Υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει ότι η ακύρωση δεν θίγει ούτε το κύρος των πληρωμών που έχουν πραγματοποιηθεί ούτε τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί δυνάμει των επιμάχων συμβάσεων.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
43 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει υποβάλει σχετικό αίτημα και η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 4, πρώτο εδάφιο, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο της Δανίας, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, που άσκησαν παρέμβαση στη διαφορά, φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
44 Ακυρώνει την απόφαση που μνημονεύεται στο ανακοινωθέν Τύπου (IP/96/67) της Επιτροπής, της 23ης Ιανουαρίου 1996, με το οποίο προαναγγέλθηκε η χορήγηση επιδοτήσεων για ευρωπαϋκά προγράμματα καταπολεμήσεως του κοινωνικού αποκλεισμού.
45 Η ακύρωση της προπαρατεθείσας αποφάσεως δεν θίγει ούτε το κύρος των πληρωμών που έχουν πραγματοποιηθεί ούτε τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί δυνάμει των επιμάχων συμβάσεων.
46 Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
47 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο της Δανίας, το Συμβούλιο της Ευρωπαϋκής Ενώσεως και το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy