Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κοινωνική πολιτική - Προσέγγιση των νομοθεσιών - Προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη - Οδηγία 80/987 - Αρμόδιος οργανισμός εγγυήσεως - Εργαζόμενος που κατοικεί ή διαμένει και ασκεί τη μισθωτή δραστηριότητά του σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο της εγκαταστάσεως του εργοδότη - Αρμοδιότητα του οργανισμού εγγυήσεως του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου είτε αποφασίστηκε η κίνηση διαδικασίας συλλογικής ικανοποιήσεως των πιστωτών είτε διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση του εργοδότη έχει κλείσει οριστικά
(Οδηγία 80/987 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 1 και άρθρο 3)
Περίληψη
οΟταν ο εργοδότης είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος κατοικεί ή διαμένει και ασκούσε τη μισθωτή δραστηριότητά του, αρμόδιος για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του εργαζομένου αυτού σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη του είναι, κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 80/987 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, ο οργανισμός εγγυήσεως του κράτους στο έδαφος του οποίου, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, είτε αποφασίστηκε η κίνηση διαδικασίας συλλογικής ικανοποιήσεως των πιστωτών είτε διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση του εργοδότη έχει κλείσει οριστικά.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-117/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Ψstre Landsret (Δανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Danmarks Aktive Handelsrejsende, ενεργούσας για λογαριασμό της Carina Mosbζk,
και
Lψnmodtagernes Garantifond,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, L. Sevόn, D. A. O. Edward, P. Jann και M. Wathelet (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο Lψnmodtagernes Garantifond, εκπροσωπούμενος από τον U. Andersen και την Α. Rubach-Larsen, δικηγόρους Κοπεγχάγης,
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Ε. Rφder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και Β. Kloke, Oberregierungsrat στο ίδιο υπουργείο,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. de Salins, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον C. Chavance, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στην ίδια διεύθυνση,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την S. Ridley, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τον Ν. Green, barrister,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Η. Stψvlbζk και τη Μ. Πατακιά, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Danmarks Aktive Handelsrejsende, ενεργούσας για λογαριασμό της Carina Mosbζk, εκπροσωπουμένης από τον C. Elmquist-Clausen, δικηγόρο Κοπεγχάγης, του Lψnmodtagernes Garantifond, εκπροσωπουμένου από τον U. Andersen, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον C. Chavance, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένης από την S. Ridley, επικουρούμενη από τον Ν. Green, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Η. Stψvlbζk, κατά τη συνεδρίαση της 24ης Απριλίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Μαου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 27ης Μαρτίου 1996, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Απριλίου 1996, το Ψstre Landsret υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35, στο εξής: οδηγία).
2 Το ερώτημα αυτό τέθηκε στο πλαίσιο διαφοράς που ανέκυψε, κατόπιν της επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη τής C. Mosbζk, μεταξύ αυτής και του Lψnmodtagernes Garantifond, του οργανισμού εγγυήσεως (στο εξής: οργανισμός) που είναι σύμφωνα με την οδηγία αρμόδιος στη Δανία για την ικανοποίηση των ανεξόφλητων απαιτήσεων.
3 Η C. Mosbζk, η οποία κατοικεί στη Δανία, προσελήφθη την 1η Ιουνίου 1993 από την εταιρία αγγλικού δικαίου Colorgen Ltd (στο εξής: Colorgen) ως εμπορική διευθύντρια για τη Δανία, τη Νορβηγία, τη Σουηδία, τη Φινλανδία και, στη συνέχεια, τη Γερμανία.
4 Η Colorgen, της οποίας η καταστατική έδρα βρισκόταν στο Warrington (Αγγλία), ούτε είχε εγκατασταθεί στη Δανία ούτε είχε καταχωρηθεί εκεί ως επιχείρηση ή για οποιονδήποτε άλλον λόγο, και συγκεκριμένα δεν είχε καταχωρηθεί στα μητρώα των φορολογικών ή τελωνειακών αρχών. Εκπροσωπείτο στη Δανία μόνον από την C. Mosbζk. Για την άσκηση των δραστηριοτήτων της C. Mosbζk, η Colorgen είχε μισθώσει ένα γραφείο.
5 Καθ' όλη τη διάρκεια της σχέσεως εργασίας, η αμοιβή καταβαλλόταν από την Colorgen απ' ευθείας στην ενδιαφερόμενη χωρίς να γίνεται από τον εργοδότη καμία παρακράτηση φόρου ή συνταξιοδοτικών ή άλλων εισφορών βάσει της δανικής νομοθεσίας.
6 Τον Ιούλιο του 1994 η Colorgen κηρύχθηκε σε πτώχευση και οι μισθωτοί της, μεταξύ των οποίων και η C. Mosbζk, απολύθηκαν. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας, η C. Mosbζk ανήγγειλε, τόσο στον οργανισμό όσο και στον νΑγγλο σύνδικο της πτωχεύσεως, μια ανεξόφλητη απαίτηση 471 996 δανικών κορωνών (DKR), η οποία αντιπροσώπευε μισθούς, προμήθειες και αποδοτέα επαγγελματικά έξοδα.
7 Ο οργανισμός αρνήθηκε να ικανοποιήσει την απαίτηση, με το αιτιολογικό ότι αρμόδιος προς τούτο είναι ο οργανισμός εγγυήσεως του κράτους της έδρας του εργοδότη, εν προκειμένω ο National Insurance Fund.
8 Στις 19 Δεκεμβρίου 1994 η C. Mosbζk άσκησε κατά του οργανισμού αγωγή ενώπιον του retten i Hillerψd (Δανία).
9 Στη συνέχεια, η υπόθεση παραπέμφθηκε, κατόπιν αιτήσεως του οργανισμού, στο Ψstre Landsret, το οποίο έκρινε αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Στην περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης δεν είναι εγκατεστημένος στο κράτος μέλος στο οποίο ο εργαζόμενος έχει την κατοικία του και αντιπροσωπεύεται στο κράτος μέλος της κατοικίας του εργαζομένου αποκλειστικώς μέσω των εργασιών του εν λόγω εργαζομένου, οι οποίες παρέχονται, ιδίως, από γραφείο που έχει μισθώσει ο εργοδότης για να το χρησιμοποιεί ο εργαζόμενος, υποχρεούται τότε ο οργανισμός εγγυήσεως της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένος ο εργοδότης ή ο οργανισμός εγγυήσεως της χώρας στην οποία έχει την κατοικία του ο εργαζόμενος να διασφαλίζει, δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ, την ικανοποίηση των χρηματικών απαιτήσεων του εργαζομένου που απορρέουν από την ως άνω εργασιακή σχέση;»
10 Πρέπει να υπομνησθεί εκ προοιμίου ότι η οδηγία σκοπεί να εξασφαλίσει στους μισθωτούς ένα κοινοτικό κατώτατο όριο προστασίας σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, υπό την επιφύλαξη των ευνοϋκοτέρων διατάξεων που υφίστανται στα κράτη μέλη. Προς τούτο, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να συστήσουν έναν οργανισμό που να εγγυάται στους εργαζομένους, των οποίων ο εργοδότης έχει καταστεί αφερέγγυος, την ικανοποίηση των ανεξόφλητων απαιτήσεων.
11 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1:
«Η παρούσα οδηγία ισχύει για τις απαιτήσεις μισθωτών από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας κατά εργοδοτών σε κατάσταση αφερεγγυότητος κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1.»
12 Εξάλλου, το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει:
«Για τους σκοπούς της παρούσης οδηγίας, ένας εργοδότης θεωρείται ότι ευρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητος:
α) αν έχει ζητηθεί η έναρξη διαδικασίας προβλεπομένης από τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις του ενδιαφερομένου κράτους μέλους κατά της περιουσίας του εργοδότη, με σκοπό τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του, και η οποία επιτρέπει να ληφθούν υπόψη απαιτήσεις αναφερόμενες στο άρθρο 1, παράγραφος 1, και
β) η αρμόδια αρχή δυνάμει των ανωτέρω νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων:
- είτε αποφάσισε την έναρξη της διαδικασίας,
- είτε διεπίστωσε ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση του εργοδότη έκλεισε οριστικά και ότι η ανεπάρκεια των διαθεσίμων ενεργητικών στοιχείων δεν δικαιολογεί την έναρξη της διαδικασίας.»
13 Το άρθρο 3 της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να θεσπίσουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι οργανισμοί εγγυήσεως να διασφαλίζουν την ικανοποίηση των απαιτήσεων των μισθωτών οι οποίες απορρέουν από συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας και αφορούν την αμοιβή για περίοδο πριν από ορισμένη ημερομηνία.
14 Τέλος, κατά το άρθρο 5:
«Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους τρόπους οργανώσεως, χρηματοδοτήσεως και λειτουργίας των οργανισμών εγγυήσεως, τηρώντας κυρίως τις ακόλουθες αρχές:
α) η περιουσία των οργανισμών εγγυήσεως πρέπει να είναι ανεξάρτητη από το κεφάλαιο εκμεταλλεύσεως των εργοδοτών και να έχει συσταθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη μπορεί να θιγεί από διαδικασίες σε περίπτωση αφερεγγυότητος·
β) οι εργοδότες πρέπει να συνεισφέρουν στη χρηματοδότηση, εκτός αν αυτή διασφαλίζεται στο σύνολό της από τις δημόσιες αρχές·
γ) η υποχρέωση πληρωμής εκ μέρους των οργανισμών είναι ανεξάρτητη από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων συνεισφοράς στη χρηματοδότηση.»
15 Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία ποιος οργανισμός εγγυήσεως είναι αρμόδιος κατά το άρθρο 3 της οδηγίας να διασφαλίσει την ικανοποίηση των απαιτήσεων ενός εργαζομένου σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη του, όταν ο εργοδότης είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος κατοικεί ή διαμένει και ασκούσε τη μισθωτή δραστηριότητά του.
16 Πρέπει βέβαια να επισημανθεί ευθύς εξ αρχής ότι η οδηγία δεν περιέχει διατάξεις που να αφορούν ρητώς την περίπτωση που αναφέρει το προδικαστικό ερώτημα. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να συναχθεί εξ αυτού ότι η οδηγία δεν έχει εφαρμογή επί των απαιτήσεων των μισθωτών που κατοικούν ή διαμένουν και ασκούν ή έχουν ασκήσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα εντός άλλου κράτους μέλους από εκείνο της εγκαταστάσεως του εργοδότη τους.
17 Συγκεκριμένα, η οδηγία έχει σκοπό να εγγυηθεί ένα κατώτατο όριο προστασίας στους μισθωτούς που πλήττονται από την αφερεγγυότητα του εργοδότη τους, χωρίς να έχει προβλεφθεί, ειδικότερα δε στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας, το οποίο οριοθετεί το πεδίο εφαρμογής της, κανένας περιορισμός για την περίπτωση που ο τόπος διαμονής ή κατοικίας του εργαζομένου ή ο τόπος όπου αυτός ασκεί τη μισθωτή δραστηριότητά του δεν συμπίπτει με τον τόπο εγκαταστάσεως του εργοδότη.
18 Η πρακτική αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου, το οποίο άλλωστε εγγυάται την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων εντός της Κοινότητας και, επομένως, ευνοεί τη δημιουργία καταστάσεων που, όπως αυτή στην κύρια δίκη, περιέχουν στοιχεία αλλοδαπότητας, απαιτεί μια τέτοια ερμηνεία της οδηγίας, η οποία, κατά τη δεύτερη αιτιολογική της σκέψη, αποσκοπεί στον περιορισμό των υφισταμένων μεταξύ των κρατών μελών αποκλίσεων, οι οποίες «δύνανται να έχουν άμεση επίπτωση στη λειτουργία της κοινής αγοράς».
19 Συνεπώς, πρέπει να προσδιοριστεί ο οργανισμός εγγυήσεως που είναι αρμόδιος για την ικανοποίηση των απαιτήσεων όταν ο εργοδότης είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο της κατοικίας ή διαμονής του εργαζομένου ή του τόπου όπου ο εργαζόμενος αυτός ασκούσε τη μισθωτή δραστηριότητά του.
20 Συναφώς, η οικονομία της οδηγίας επιβάλλει να θεωρηθεί ως αρμόδιος ο οργανισμός εγγυήσεως του κράτους στο έδαφος του οποίου, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, είτε αποφασίστηκε η κίνηση διαδικασίας συλλογικής ικανοποιήσεως των πιστωτών είτε διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση του εργοδότη έχει κλείσει οριστικά.
21 Συγκεκριμένα, πρέπει πρωτίστως να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, για να έχει εφαρμογή η οδηγία πρέπει να έχουν επέλθει δύο γεγονότα: πρώτον, να έχει υποβληθεί στην αρμόδια εθνική αρχή αίτηση κινήσεως διαδικασίας συλλογικής ικανοποιήσεως των πιστωτών και, δεύτερον, είτε να έχει ληφθεί απόφαση κινήσεως της διαδικασίας είτε να έχει διαπιστωθεί το κλείσιμο της επιχειρήσεως, σε περίπτωση ανεπαρκείας του ενεργητικού (αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1997, C-94/95 και C-95/95, Bonifaci κ.λπ. και Berto κ.λπ., που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 35, και C-373/95, Maso κ.λπ., που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 45).
22 Συνεπώς, όπως τόνισαν ο οργανισμός, η Γαλλική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, η θέση σε εφαρμογή του συστήματος εγγυήσεως που καθιερώθηκε από την οδηγία και, επομένως, η παρέμβαση του οργανισμού εγγυήσεως εξαρτώνται, κατά πρώτο λόγο, από την υποβολή αιτήσεως κινήσεως διαδικασίας συλλογικής ικανοποιήσεως των πιστωτών παρέχουσας τη δυνατότητα να ληφθούν υπόψη οι απαιτήσεις των μισθωτών.
23 Στην πράξη, η κίνηση της διαδικασίας αυτής ζητείται συνήθως εντός του κράτους στο έδαφος του οποίου είναι εγκατεστημένος ο εργοδότης. Η θέση σε ισχύ της συμβάσεως περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 23 Νοεμβρίου 1995 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων), της οποίας το άρθρο 3, παράγραφος 1, ανάγει σε κύριο κριτήριο αρμοδιότητας «το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του οφειλέτη», θα ενισχύσει τη γενική αυτή τάση.
24 Στη συνέχεια, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5, στοιχείο ββ, της οδηγίας, το σύστημα εγγυήσεως το οποίο αυτή σκοπεί να θέσει σε εφαρμογή χρηματοδοτείται από τους εργοδότες, εκτός αν η χρηματοδότησή του εξασφαλίζεται στο σύνολό της από τις δημόσιες αρχές. Ελλείψει αντίθετης ενδείξεως στην οδηγία, συνάδει με την οικονομία της το να είναι αρμόδιος για την ικανοποίηση των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών ο οργανισμός εγγυήσεως που εισέπραξε ή τουλάχιστον έπρεπε να εισπράξει τις εισφορές του αφερέγγυου εργοδότη. Τούτο δεν συμβαίνει στην περίπτωση του οργανισμού εγγυήσεως του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος κατοικεί ή διαμένει και άσκησε τη μισθωτή δραστηριότητά του χωρίς ο εργοδότης του να διαθέτει στο κράτος αυτό οποιαδήποτε εγκατάσταση ή εμπορική παρουσία.
25 αΕτσι, το άρθρο 5, στοιχείο ββ, της οδηγίας επιβεβαιώνει τον σύνδεσμο μεταξύ της υποχρεώσεως πληρωμής που υπέχει ο οργανισμός εγγυήσεως και του τόπου εγκαταστάσεως του εργοδότη, ο οποίος, κατά κανόνα, συμβάλλει στη χρηματοδότηση του οργανισμού. Μάλιστα δε, όπως έχει ήδη υπογραμμιστεί στη σκέψη 23 της παρούσας αποφάσεως, το κράτος εγκαταστάσεως του εργοδότη είναι συνήθως το κράτος στο έδαφος του οποίου ζητείται η κίνηση της δικαδικασίας.
26 Τέλος, το γεγονός ότι η οδηγία δεν προέβλεψε ένα σύστημα αντισταθμίσεως ή αποδόσεως των καταβληθέντων μεταξύ των οργανισμών εγγυήσεως των διαφόρων κρατών μελών συνηγορεί υπέρ του ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, την παρέμβαση του οργανισμού εγγυήσεως ενός μόνον κράτους μέλους, και τούτο για να αποτραπούν ανώφελες εμπλοκές των εθνικών συστημάτων και, ειδικότερα, η δημιουργία καταστάσεων όπου ο εργαζόμενος θα μπορούσε να αξιώσει την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις της οδηγίας εντός περισσοτέρων του ενός κρατών μελών.
27 Κατά συνέπεια, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, όταν ο εργοδότης είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος κατοικεί ή διαμένει και ασκούσε τη μισθωτή δραστηριότητά του, αρμόδιος για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του εργαζομένου αυτού σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη του είναι, κατά το άρθρο 3 της οδηγίας, ο οργανισμός εγγυήσεως του κράτους στο έδαφος του οποίου, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, είτε αποφασίστηκε η κίνηση διαδικασίας συλλογικής ικανοποιήσεως των πιστωτών είτε διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση του εργοδότη έχει κλείσει οριστικά.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική και η Γαλλική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 27ης Μαρτίου 1996 το Ψstre Landsret, αποφαίνεται:
ιΟταν ο εργοδότης είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος κατοικεί ή διαμένει και ασκούσε τη μισθωτή δραστηριότητά του, αρμόδιος για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του εργαζομένου αυτού σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη του είναι, κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, ο οργανισμός εγγυήσεως του κράτους στο έδαφος του οποίου, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, είτε αποφασίστηκε η κίνηση διαδικασίας συλλογικής ικανοποιήσεως των πιστωτών είτε διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση του εργοδότη έχει κλείσει οριστικά.
Full & Egal Universal Law Academy