Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Γάλα και γαλακτοκομικά προϋόντα - Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος - Επιλογή της εναλλακτικής λύσεως Α - Ποσόν της εισφοράς που, ενδεχομένως, οφείλεται - Έννοια - Πράγματι οφειλόμενο ποσό από τον παραγωγό λόγω πραγματικής υπερβάσεως της ποσότητάς του αναφοράς - Ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται απαιτητό
(Κανονισμός 1546/88 της Επιτροπής, άρθρο 15 § 4)
Περίληψη
Το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, σύμφωνα με το οποίο οι αγοραστές γάλακτος καταβάλλουν στον αρμόδιο οργανισμό το ποσό της εισφοράς που, ενδεχομένως, οφείλεται, έχει την έννοια ότι το ποσό αυτό, αφενός, αφορά, στο πλαίσιο της εναλλακτικής λύσεως Α που προβλέπει ότι ο αγοραστής εισπράττει την εισφορά από κάθε γαλακτοπαραγωγό, το ποσό που πράγματι οφείλει ο γαλακτοπαραγωγός λόγω πραγματικής υπερβάσεως της ποσότητάς του αναφοράς, ακόμα και όταν το ακριβές ποσό αποδεικνύεται μόνον κατόπιν ελέγχου των παραδοθεισών ποσοτήτων και, αφετέρου, καθίσταται απαιτητό κατά την ημερομηνία που καθορίζει η εν λόγω διάταξη, δηλαδή το αργότερο τρεις μήνες μετά το τέλος εκάστης συγκεκριμένης δωδεκάμηνης περιόδου, δηλαδή στις 30 Ιουνίου του οικείου έτους.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-125/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Hessisches Finanzgericht, Kassel (Γερμανία), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Hartmut Simon
και
Hauptzollamt Frankfurt am Main,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ L 139, σ. 12),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen, πρόεδρο τμήματος, H. Ragnemalm και G. F. Mancini (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. B. Elmer
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο H. Simon, εκπροσωπούμενος από τον Frank Schulze, δικηγόρο Mόnster,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Klaus-Dieter Borchardt, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Simon και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 1ης Ιουλίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Ιουλίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 26ης Μαρτίου 1996, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Απριλίου 1996, το Hessisches Finanzgericht, Kassel, υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ L 139, σ. 12).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Simon, παραγωγού γάλακτος, και του Hauptzollamt Frankfurt am Main (στο εξής: Hauptzollamt) ως προς την πληρωμή τόκων επί ποσού οφειλομένου λόγω συμπληρωματικής εισφοράς και, ειδικότερα, ως προς την ημερομηνία κατά την οποία το εν λόγω ποσό καθίσταται απαιτητό.
3 Κατά το άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82), το οποίο προστέθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 (ΕΕ L 90, σ. 10), συμπληρωματική εισφορά οφείλεται, σύμφωνα με την εναλλακτική λύση Α που εφαρμόζεται στη Γερμανία, από κάθε παραγωγό γάλακτος επί των ποσοτήτων γάλακτος και/ή ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσε σε έναν αγοραστή και οι οποίες, κατά την οικεία περίοδο των δώδεκα μηνών, υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί.
4 Η σχετική διατύπωση του άρθρου 5γ, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68 έχει ως εξής:
«1. (...) καθιερώνεται συμπληρωματική εισφορά που επιβαρύνει τους παραγωγούς (...) γάλακτος αγελάδος (...).»
5 Ως προς την είσπραξη των ποσών που οφείλονται λόγω συμπληρωματικής εισφοράς ο κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (EOK) 804/68 (ΕΕ L 90, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 774/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987 (ΕΕ L 78, σ. 3), προβλέπει, στα άρθρα του 4α, παράγραφος 3α, και 10, τρίτο εδάφιο, ότι «η εισφορά εισπράττεται επί όλων των ποσοτήτων που υπερβαίνουν τις ατομικές ποσότητες αναφοράς, ύστερα από ενδεχόμενη διόρθωσή τους».
6 Το άρθρο 9 του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1305/85 του Συμβουλίου, της 23ης Μαου 1985 (ΕE L 137, σ. 12), ορίζει:
«1. Για την εφαρμογή των εναλλακτικών λύσεων Α και Β, η εισφορά εισπράττεται μέσω ετήσιων καταβολών. Για τον σκοπό αυτό, γίνεται, για κάθε υπόχρεο, εκκαθάριση μετά το τέλος της οικείας περιόδου των δώδεκα μηνών, με βάση την πραγματική υπέρβαση της ετήσιας ποσότητας αναφοράς του, κατά την ίδια αυτή περίοδο (...).
2. Σε περίπτωση εφαρμογής της εναλλακτικής λύσης Α, η εισφορά εισπράττεται σε κάθε παραγωγό από τον αγοραστή.»
7 Το άρθρο 15, παράγραφοι 2 και 4, του κανονισμού 1546/88 προβλέπει:
«1. (...)
2. Οι αγοραστές, σε 45 ημέρες μετά το τέλος κάθε δωδεκάμηνης περιόδου, απευθύνουν στον αρμόδιο οργανισμό δήλωση που αναφέρει:
- σε περίπτωση εφαρμογής της εναλλακτικής λύσης Α, για κάθε ενδιαφερόμενο παραγωγό ξεχωριστά, τις ποσότητες γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος:
- που παραδόθηκαν συνολικά κατά τη διάρκεια της εν λόγω δωδεκάμηνης περιόδου,
- κατά περίπτωση, τις ποσότητες που υπερβαίνουν την ετήσια ποσότητα αναφοράς του ενδιαφερόμενου παραγωγού,
(...).
4. Οι αγοραστές, που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, σε προθεσμία τριών μηνών μετά το τέλος κάθε δωδεκάμηνης περιόδου, καταβάλλουν στον αρμόδιο οργανισμό το ποσό της εισφοράς που, ενδεχομένως, οφείλεται.
(...)»
8 Μετά από διοικητικούς ελέγχους προέκυψε ότι ο Simon είχε παραδώσει κατά τη διάρκεια της δωδεκάμηνης περιόδου 1988/89 ποσότητα γάλακτος υπερβαίνουσα κατά 14 619 κιλά την ποσότητά του αναφοράς. Η υπέρβαση αυτή δεν προέκυπτε από τις δηλώσεις του αγοραστή.
9 Κατόπιν αυτού, το Hauptzollamt καθόρισε, με απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1993, το οφειλόμενο ποσό της συμπληρωματικής εισφοράς σε 9 709,94 γερμανικών μάρκων (DM), το οποίο εξοφλήθηκε από τον Simon στις 20 Δεκεμβρίου 1993.
10 Με απόφαση της 21ης Ιουνίου 1994, το Hauptzollamt ζήτησε την πληρωμή του ποσού των 4 274,63 DΜ για τόκους υπολογισθέντες κατ' εφαρμογήν του άρθρου 14 του Marktordnungsgesetz (νόμο περί εφαρμογής της κοινής οργανώσεως των αγορών). Για τον υπολογισμό αυτό, το Hauptzollamt καθόρισε την περίοδο, για την οποία οφείλονταν οι τόκοι, από 1ης Ιουλίου 1989 έως 20 Δεκεμβρίου 1993, ημερομηνία της πληρωμής από τον Simon της συμπληρωματικής εισφοράς.
11 Ενώπιον του Hessisches Finanzgericht, ο Simon προέβαλε την έλλειψη νομιμότητας της κατ' αυτού αξιώσεως για την πληρωμή των τόκων, στηριζόμενος στην απόφαση του Bundesfinanzhof της 17ης Αυγούστου 1993, σύμφωνα με την οποία, στις 30 Ιουνίου κάθε έτους που έπεται του λήξαντος έτους γαλακτοπαραγωγής, καθίσταται απαιτητό μόνον το ποσό της συμπληρωματικής εισφοράς που προκύπτει από τη δήλωση του αγοραστή, αλλ' όχι αυτό που αποτελεί αντικείμενο μιας εκ των υστέρων εισπράξεως.
12 Επειδή έκρινε ότι η λύση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88, το Hessisches Finanzgericht ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, την έννοια ότι ως "ποσό της εισφοράς που (...) οφείλεται" πρέπει να θεωρηθεί το ποσό της συμπληρωματικής εισφοράς το οποίο θα έπρεπε να καταβληθεί αν τα δηλωθέντα πραγματικά στοιχεία, βάσει των οποίων υπολογίζεται το ύψος των εισφορών που οφείλονται λόγω της υπερβάσεως της ποσότητας αναφοράς, είχαν δεόντως εξακριβωθεί και είχαν ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της συμπληρωματικής εισφοράς στον οποίο προέβη ο αγοραστής
ή
καλύπτει η διατύπωση αυτή μόνον το ποσό το οποίο προκύπτει, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ακρίβεια των στοιχείων, από τα πραγματικά περιστατικά που δήλωσε ο αγοραστής και βάσει των οποίων υπολογίστηκε η συμπληρωματική εισφορά;
2) Σε περίπτωση που πρέπει να γίνει δεκτή η πρώτη από τις προαναφερθείσες ερμηνείες της εν λόγω διατάξεως: καθίσταται ολόκληρο το κατά νόμον οφειλόμενο ποσό της συμπληρωματικής εισφοράς απαιτητό κατά τον χρόνο που αναφέρεται στον εν λόγω κανονισμό - τότε, στις 30 Ιουνίου - οπότε, σε περίπτωση μερικής μόνον καταβολής, οφειλομένης στο γεγονός ότι τα στοιχεία που δήλωσε ο αγοραστής υπελείποντο της πραγματικότητας, υποχρεούται ο οφειλέτης της συμπληρωματικής εισφοράς (στη Γερμανία πρόκειται για τον παραγωγό γάλακτος) να καταβάλλει τους κατά την εθνική νομοθεσία τόκους, επί του υπολοίπου ποσού, από 1ης Ιουλίου του οικείου έτους;»
13 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο ερμήνευσε την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1994, C-352/92, Milchwerke Kφln-Wuppertal (Συλλογή 1994, σ. Ι-3385), υπό την έννοια ότι, ως «ποσό που οφείλεται» κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88, πρέπει να θεωρείται το ποσό που πράγματι οφείλει ο παραγωγός να καταβάλει το αργότερο τρεις μήνες μετά το τέλος εκάστης περιόδου δώδεκα μηνών, δηλαδή, στις 30 Ιουνίου που έπεται αυτής· συνεπώς, το εν λόγω εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η ημερομηνία είναι επίσης η ημερομηνία της προθεσμίας λήξεως για την καταβολή των ποσών της εισφοράς που απαιτούνται εκ των υστέρων.
Επί του παραδεκτού
14 Ο Simon θεωρεί, εκ προοιμίου, ότι το προδικαστικό αίτημα είναι απαράδεκτο εφόσον το εθνικό δικαστήριο δεν απέδειξε το λυσιτελές της ερμηνείας του άρθρου 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88, προκειμένου να απαντήσει στο ερώτημα πότε ο γαλακτοπαραγωγός είναι οφειλέτης της συμπληρωματικής εισφοράς. Η διάταξη αυτή, σύμφωνα με το γράμμα της, αφορά μόνον την υποχρέωση πληρωμής στην οποία υπόκειται ο αγοραστής.
15 Αρκεί να υπομνηστεί συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο υποχρεούται κατ' αρχήν να αποφαίνεται, εφόσον τα υποβληθέντα από το εθνικό δικαστήριο ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία κοινοτικής διατάξεως (αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-134/94, Esso Espaρola, Συλλογή 1995, σ. Ι-4223, και της 5ης Οκτωβρίου 1995, C-125/94, Aprile, Συλλογή 1995, σ. Ι-2919, σκέψη 17). Αντιθέτως, η απόρριψη αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου είναι δυνατή μόνον όταν είναι πρόδηλον ότι η αιτουμένη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της κύριας δίκης (απόφαση της 28ης Μαρτίου 1996, C-129/94, Ruiz Bernαldez, Συλλογή 1996, σ. Ι-1829, σκέψη 7).
16 Δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88 αποτελεί μέρος της κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικά με τη συμπληρωματική εισφορά και ορίζει τις λεπτομέρειες διευθετήσεως όσον αφορά το ποσό που ο οφειλέτης οφείλει για τον λόγο αυτό.
17 Επομένως, πρέπει να δοθεί απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα.
Επί της ουσίας
18 Με τα δύο ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν μαζί, το Hessisches Finanzgericht ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88 έχει την έννοια ότι το ποσό της εισφοράς που ενδεχομένως οφείλεται, αφενός, αφορά, στο πλαίσιο της εναλλακτικής λύσεως Α, το ποσό που πράγματι οφείλει ο γαλακτοπαραγωγός λόγω πραγματικής υπερβάσεως της ποσότητάς του αναφοράς, ακόμα και όταν το ακριβές ποσό αποδεικνύεται μόνον κατόπιν ελέγχου των παραδοθεισών ποσοτήτων και, αφετέρου, καθίσταται ληξιπρόθεσμο κατά την ημερομηνία που καθορίζει η διάταξη αυτή, δηλαδή το αργότερο στις 30 Ιουνίου εκάστου έτους που έπεται συγκεκριμένης περιόδου δώδεκα μηνών.
19 Πρέπει να τονιστεί, πρώτον, ότι, στο πλαίσιο της εναλλακτικής λύσεως Α του συστήματος της συμπληρωματικής εισφοράς, το άρθρο 5γ, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68 διατυπώνει την αρχή σύμφωνα με την οποία ο γαλακτοπαραγωγός είναι ο μόνος υπεύθυνος για την υπέρβαση της ποσότητας αναφοράς και, συνεπώς, ο μόνος οφειλέτης της συμπληρωματικής εισφοράς.
20 Αντιθέτως, όπως το Δικαστήριο έκρινε με τις σκέψεις 15 και 16 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Milchwerke Kφln-Wuppertal, ένας αγοραστής γάλακτος δεν είναι οφειλέτης της συμπληρωματικής εισφοράς και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί οφειλέτης της δυνάμει, ιδίως, του άρθρου 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88, το οποίο υποχρεώνει τους αγοραστές να καταβάλουν στον αρμόδιο φορέα το ποσό της εισφοράς που εισέπραξαν από κάθε παραγωγό. Από το άρθρο 9 του κανονισμού 857/84 προκύπτει συναφώς ότι ο αγοραστής υποχρεούται να κάνει εκκαθάριση πριν από την είσπραξη.
21 ηΟσον αφορά το ακριβές ποσό που οφείλει ο παραγωγός, από τo άρθρo 9, παράγραφος 1, όπως και από το άρθρο 4α, παράγραφος 3α, τα οποία αφορούν μόνον τις μη χρησιμοποιηθείσες και, εξ αυτού του λόγου, ανακατανεμηθείσες ποσότητες, απορρέει η αρχή σύμφωνα με την οποία η ποσότητα γάλακτος την οποία πράγματι παρέδωσε ο παραγωγός κατά την τελευταία δωδεκάμηνη περίοδο συνιστά τη βάση υπολογισμού της υπερβάσεως της ποσότητας αναφοράς· η πρώτη αυτή ποσότητα γάλακτος συγκρίνεται, στη συνέχεια, με την ατομική ποσότητα αναφοράς και λαμβάνεται υπόψη καθόσον υπερβαίνει πράγματι την τελευταία.
22 Η αρχή αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, μεταξύ των λεπτομερειών εισπράξεως, δεν περιλαμβάνονται κανόνες σχετικοί με την περίπτωση κατά την οποία η πράγματι παραδοθείσα ποσότητα γάλακτος δεν αντιστοιχεί με εκείνη που ελήφθη υπόψη από τον αγοραστή στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84.
23 Πράγματι, η Επιτροπή στηρίχθηκε στην αρχή ότι οι ποσότητες που ελήφθησαν υπόψη από τον αγοραστή στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, και ανακοινώθηκαν στον αρμόδιο οργανισμό δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 1546/88 είναι ίσες προς τις ποσότητες που πράγματι παραδόθηκαν από τον παραγωγό.
24 Πάντως, σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ των δύο ποσοτήτων, ουδόλως επιτρέπεται παρέκκλιση από την αρχή ότι μόνον οι πράγματι παραδοθείσες ποσότητες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
25 Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 1546/88, το οποίο επιβάλλει στον αγοραστή να ανακοινώνει στον αρμόδιο οργανισμό τις ποσότητες που παραδόθηκαν συνολικά, καθώς και εκείνες που υπερβαίνουν τις ποσότητες αναφοράς. Η υποχρέωση αυτή δεν θα είχε καμία αξία αν, κατά τον υπολογισμό του ποσού, έπρεπε να ληφθούν υπόψη μόνον οι ποσότητες που δήλωσε ο αγοραστής. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, ο αγοραστής, και όχι ο αρμόδιος οργανισμός, θα ήταν αυτός που θα είχε την τελευταία λέξη για την ορθή καταβολή του οφειλομένου ποσού της συμπληρωματικής εισφοράς.
26 Συνεπώς, ενδεχομένως οφείλεται, κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88, το ποσό το οποίο αντιστοιχεί στις ποσότητες που πράγματι παρέδωσε ο παραγωγός, καθόσον αυτές υπερβαίνουν πράγματι την ποσότητά του αναφοράς.
27 Τέλος, ως προς την ημερομηνία κατά την οποία το ποσό καθίσταται απαιτητό, πρέπει να τονιστεί ότι η κανονιστική ρύθμιση δεν περιέχει σχετικώς ρητή αναφορά.
28 Πάντως, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88, ο αγοραστής υποχρεούται να καταβάλει στον αρμόδιο οργανισμό το ποσό της πράγματι οφειλομένης εισφοράς εντός προθεσμίας τριών μηνών από το τέλος της προηγουμένης περιόδου γαλακτοπαραγωγής. ςΟμως, αυτός μπορεί να απαλλαγεί της υποχρεώσεώς του δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88 μόνον αφού εισπράξει ο ίδιος το ποσό από τον παραγωγό. Ο τελευταίος είναι, επομένως, υποχρεωμένος να εξοφλήσει το ποσό αυτό το αργότερο στις 30 Ιουνίου που έπεται του τέλους της προηγουμένης περιόδου γαλακτοπαραγωγής.
29 Σύμφωνα με την άποψη που διατύπωσαν το αιτούν δικαστήριο και η Επιτροπή, μόνο μία ερμηνεία σύμφωνα με την οποία η προθεσμία πληρωμής εκ μέρους του παραγωγού λήγει το αργότερο στις 30 Ιουνίου που έπεται του τέλους της προηγουμένης περιόδου γαλακτοπαραγωγής επιτρέπει να εξασφαλιστεί η ίση μεταχείριση των παραγωγών ως προς την οικονομική επιβάρυνση σε περίπτωση υπερβάσεως της ποσότητας αναφοράς. ςΕτσι, οι παραγωγοί από τους οποίους έχει πράγματι εισπραχθεί ένα μέρος του πράγματι οφειλομένου ποσού, λόγω εσφαλμένου υπολογισμού, δεν μπορούν, διά της εκ των υστέρων εισπράξεως, να επωφεληθούν από την καθυστερημένη πληρωμή καθόσον, μετά την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας του άρθρου 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88, οφείλουν τόκους υπερημερίας.
30 Ενόψει των προεκτεθέντων, πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88 έχει την έννοια ότι το ποσό της εισφοράς που ενδεχομένως οφείλεται, αφενός, αφορά, στο πλαίσιο της εναλλακτικής λύσεως Α, το ποσό που πράγματι οφείλει ο γαλακτοπαραγωγός λόγω πραγματικής υπερβάσεως της ποσότητάς του αναφοράς, ακόμα και όταν το ακριβές ποσό αποδεικνύεται μόνον κατόπιν ελέγχου των παραδοθεισών ποσοτήτων και, αφετέρου, καθίσταται απαιτητό κατά την ημερομηνία που καθορίζει η εν λόγω διάταξη, δηλαδή το αργότερο τρεις μήνες μετά το τέλος εκάστης συγκεκριμένης δωδεκάμηνης περιόδου, δηλαδή στις 30 Ιουνίου του οικείου έτους.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 26ης Μαρτίου 1996 το Hessisches Finanzgericht, Kassel, αποφαίνεται:
Το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, έχει την έννοια ότι το ποσό της εισφοράς που ενδεχομένως οφείλεται, αφενός, αφορά, στο πλαίσιο της εναλλακτικής λύσεως Α, το ποσό που πράγματι οφείλει ο γαλακτοπαραγωγός λόγω πραγματικής υπερβάσεως της ποσότητάς του αναφοράς, ακόμα και όταν το ακριβές ποσό αποδεικνύεται μόνον κατόπιν ελέγχου των παραδοθεισών ποσοτήτων και, αφετέρου, καθίσταται απαιτητό κατά την ημερομηνία που καθορίζει η εν λόγω διάταξη, δηλαδή το αργότερο τρεις μήνες μετά το τέλος εκάστης συγκεκριμένης δωδεκάμηνης περιόδου, δηλαδή στις 30 Ιουνίου του οικείου έτους.
Full & Egal Universal Law Academy