Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Προσφυγή ακυρώσεως - Πράξεις δεκτικές προσφυγής - Πρακτική κοινοτικού οργάνου - Εξαιρείται
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 173)
2 Κοινή εμπορική πολιτική - Ρύθμιση από τα κοινοτικά όργανα - Κανονισμός 3030/93 περί κοινών κανόνων εισαγωγής ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων καταγωγής τρίτων χωρών - Εκτελεστικές αρμοδιότητες που μεταβιβάζει το Συμβούλιο στην Επιτροπή - Όρια - Ερμηνεία με γνώμονα τους γενικούς στόχους της οικείας ρυθμίσεως - Στενή ερμηνεία των διατάξεων που συνιστούν παρέκκλιση από το γενικό σύστημα
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 145· κανονισμός 3030/93 του Συμβουλίου, άρθρο 8)
Περίληψη
3 Δεδομένου ότι το άρθρο 173 της Συνθήκης δεν επιτρέπει την ακύρωση πρακτικής ορισμένου κοινοτικού οργάνου, είναι απαράδεκτη η προσφυγή που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της πρακτικής των «εξαιρετικών μέτρων ελαστικότητας», την οποία ακολούθησε η Επιτροπή κατά τη διαχείριση των ποσοτικών ορίων εισαγωγής στην Κοινότητα κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων και ειδών ενδύσεως από τρίτες χώρες.
4 Από την όλη οικονομία της Συνθήκης και από τις απαιτήσεις της πρακτικής προκύπτει ότι, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που μεταβιβάζει το Συμβούλιο στην Επιτροπή για την εκτέλεση των κανόνων που θεσπίζει, η έννοια της εκτελέσεως πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως. Επειδή η Επιτροπή είναι η μόνη που μπορεί να παρακολουθεί τη διεθνή εξέλιξη των αγορών και να ενεργεί με την ταχύτητα που απαιτεί η κατάσταση, τα όρια των αρμοδιοτήτων που της μεταβιβάζει το Συμβούλιο στον τομέα αυτό πρέπει να εκτιμώνται κυρίως με γνώμονα τους ουσιώδεις γενικούς στόχους της οικείας ρυθμίσεως.
Στο άρθρο 8 του κανονισμού 3030/93, περί κοινών κανόνων εισαγωγής ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων καταγωγής τρίτων χωρών, δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο στενή έννοια, διότι το άρθρο αυτό επιτρέπει στην Επιτροπή να παρέχει πρόσθετες δυνατότητες εισαγωγών κατά παρέκκλιση από το γενικό σύστημα που καθιερώνεται με τον κανονισμό αυτό, ιδίως όταν συντρέχουν περιστάσεις που μπορούν να δικαιολογήσουν την παροχή πρόσθετων δυνατοτήτων εισαγωγών. Η έκδοση από τις κινεζικές αρχές πιστοποιητικών εξαγωγής καθ' υπέρβαση των προβλεπόμενων στον εν λόγω κανονισμό ποσοτικών ορίων, ως κύρια αιτιολογία της οποίας προβλήθηκε η βλάβη του συστήματος πληροφορικής των αρχών αυτών, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τις πρόσθετες δυνατότητες εισαγωγών που παρασχέθηκαν με απόφαση της Επιτροπής. Πράγματι, η υπέρβαση των ποσοτικών ορίων οφείλεται στη διαχείριση του συστήματος διπλού ελέγχου, το οποίο καθιερώθηκε με τη Συμφωνία ΕΟΚ-Κίνας, και συνεπώς πρέπει κατ' αρχήν να χαρακτηριστεί όχι ως ασύνηθες ή απρόβλεπτο γεγονός, αλλά ως κίνδυνος συμφυής προς τη διαδικασία ελέγχου των ποσοτικών ορίων. Κατά συνέπεια, η απόφαση που εξέδωσε η Επιτροπή σχετικά με την εισαγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων και ειδών ενδύσεως καταγωγής Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας πρέπει να ακυρωθεί.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-159/96,
Πορτογαλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Luνs Fernandes, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της γενικής διευθύνσεως Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, και την καθηγήτρια Maria Luνsa Duarte, νομική σύμβουλο στην ίδια διεύθυνση, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Πορτογαλίας 33, allιe Scheffer,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Marc de Pauw και Francisco de Sousa Fialho, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της πρακτικής των «εξαιρετικών μέτρων ελαστικότητας», την οποία ακολούθησε η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων κατά τη διαχείριση των ποσοτικών ορίων εισαγωγής στην Κοινότητα κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων και ειδών ενδύσεως από τρίτες χώρες, και, ειδικότερα, της αποφάσεως την οποία εξέδωσε η Επιτροπή κατόπιν της συνεδριάσεως της επιτροπής κλωστοϋφαντουργικών της 6ης Μαρτίου 1996 σχετικά με τα κλωστοϋφαντουργικά προϋόντα καταγωγής Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, G. Hirsch, G. F. Mancini, H. Ragnemalm και Κ. Μ. Ιωάννου, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Saggio
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιουλίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Μαου 1996, η Πορτογαλική Δημοκρατία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ, την ακύρωση της πρακτικής των «εξαιρετικών μέτρων ελαστικότητας», την οποία ακολούθησε η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων κατά τη διαχείριση των ποσοτικών ορίων εισαγωγής στην Κοινότητα κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων και ειδών ενδύσεως από τρίτες χώρες, και, ειδικότερα, της αποφάσεως την οποία εξέδωσε η Επιτροπή κατόπιν της συνεδριάσεως της επιτροπής κλωστοϋφαντουργικών της 6ης Μαρτίου 1996 σχετικά με τα κλωστοϋφαντουργικά προϋόντα καταγωγής Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
Νομικό πλαίσιο
2 Βάσει του άρθρου 4 του πολυμερούς διακανονισμού της 20ής Δεκεμβρίου 1973, ο οποίος αφορούσε το διεθνές εμπόριο κλωστοϋφαντουργικών και ο οποίος αποκαλείται συνήθως «συμφωνία πολυϋνών», στην οποία προσχώρησε η Κοινότητα με την απόφαση 74/214/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1974 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/006, σ. 141), η Κοινότητα και η Λαϋκή Δημοκρατία της Κίνας (στο εξής: Κίνα) υπέγραψαν στις 9 Δεκεμβρίου 1988 τη συμφωνία για το εμπόριο κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων, η οποία τέθηκε προσωρινά σε εφαρμογή με την απόφαση 88/656/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988 (ΕΕ L 380, σ. 1, στο εξής: Συμφωνία ΕΟΚ-Κίνας).
3 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της συμφωνίας αυτής προβλέπει την καθιέρωση ποσοτικών ορίων για την εξαγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων από την Κίνα προς την Κοινότητα, τα οποία προσδιορίζονται επακριβώς στο παράρτημα ΙΙΙ της Συμφωνίας. Η εισαγωγή των κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων στην Κοινότητα υπόκειται σε ένα σύστημα διπλού ελέγχου. Συγκεκριμένα, οι κινεζικές αρχές χορηγούν πιστοποιητικά εξαγωγής και τα αρμόδια όργανα στην Κοινότητα χορηγούν, όταν ο εισαγωγέας τούς προσκομίσει το πρωτότυπο του πιστοποιητικού εξαγωγής, τις αντίστοιχες άδειες εισαγωγής.
4 Το άρθρο 5 της Συμφωνίας ΕΟΚ-Κίνας, όπως έχει τροποποιηθεί, προβλέπει επίσης τη δυνατότητα «ελαστικής» εφαρμογής των ποσοτικών ορίων, καθόσον ορίζει ότι οι κινεζικές αρχές μπορούν, εφόσον τηρούν ορισμένα ανώτατα όρια, να χρησιμοποιήσουν προκαταβολικά κατά το τρέχον έτος το ποσοτικό όριο του επομένου έτους, να μεταφέρουν λογιστικά τις ποσότητες που δεν χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους στην ποσότητα του επομένου έτους και να μεταφέρουν τις διαθέσιμες ποσότητες από ορισμένες κατηγορίες προϋόντων σε άλλες.
5 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3030/93 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, περί κοινών κανόνων εισαγωγής ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων καταγωγής τρίτων χωρών (ΕΕ L 275, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 3289/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ L 349, σ. 85, στο εξής: κανονισμός), ορίζει το καθεστώς εισαγωγής στην Κοινότητα κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων καταγωγής ορισμένων τρίτων χωρών οι οποίες είτε είναι συνδεδεμένες με την Κοινότητα με συμφωνίες, πρωτόκολλα ή διακανονισμούς είτε είναι μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στο εξής: ΠΟΕ).
6 Έτσι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, ο κανονισμός εφαρμόζεται στις εισαγωγές των προϋόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, καταγωγής τρίτων χωρών που παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙ και με τις οποίες η Κοινότητα έχει συνάψει διμερείς συμφωνίες, πρωτόκολλα ή άλλους διακανονισμούς. Η Κίνα, που δεν είναι μέλος του ΠΟΕ, μνημονεύεται στο παράρτημα αυτό.
7 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού προβλέπει ότι η εισαγωγή στην Κοινότητα κλωστοϋφαντουργικών του παραρτήματος V καταγομένων από μία των προμηθευτριών χωρών του παραρτήματος αυτού υπόκειται στα ετήσια ποσοτικά όρια του παραρτήματος αυτού. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα των προϋόντων που εισάγονται στο πλαίσιο ποσοτικών ορίων που παρατίθενται στο παράρτημα V προϋποθέτει την προσκόμιση άδειας εισαγωγής, εκδιδομένης από τις αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 12.
8 Το άρθρο 2, παράγραφος 7, του κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι ποσότητες για τις οποίες εκδίδονται άδειες εισαγωγής δεν υπερβαίνουν σε καμία στιγμή τα συνολικά κοινοτικά ποσοτικά όρια για κάθε κατηγορία κλωστοϋφαντουργικών και για κάθε τρίτη χώρα, οι αρμόδιες αρχές εκδίδουν άδεια εισαγωγής μόνο αφού λάβουν από την Επιτροπή τη διαβεβαίωση ότι εξακολουθούν να υπάρχουν διαθέσιμες ποσότητες από τα συνολικά κοινοτικά ποσοτικά όρια για τις συγκεκριμένες κατηγορίες κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων και για τις συγκεκριμένες τρίτες χώρες, για τις οποίες εισαγωγέας ή εισαγωγείς υπέβαλαν αίτηση στις εν λόγω αρχές.»
9 Η διαδικασία για την έκδοση των αδειών εισαγωγής καθορίζεται από το άρθρο 12 του κανονισμού. Η διάταξη αυτή προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«1. Για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 2, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, πριν εκδώσουν άδειες εισαγωγής, κοινοποιούν στην Επιτροπή τα ποσά των αιτήσεων αδειών εισαγωγής, που καλύπτονται από πρωτότυπα πιστοποιητικά εξαγωγής, τις οποίες έλαβαν. Εις απάντηση η Επιτροπή κοινοποιεί την επιβεβαίωσή της ότι το αιτούμενο ποσό ή τα αιτούμενα ποσά ή ποσότητες είναι διαθέσιμα προς εισαγωγή, κατά τη χρονολογική σειρά παραλαβής των κοινοποιήσεων των κρατών μελών (βάσει της αρχής κατά την οποία "όποιος παρουσιάζεται πρώτος, εξυπηρετείται πρώτος"). Σε έκτακτες, ωστόσο, περιπτώσεις, όταν υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι οι αναμενόμενες αιτήσεις αδειών εισαγωγών είναι δυνατόν να υπερβούν τα ποσοτικά όρια, η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17, μπορεί να περιορίζει το ποσό που θα έπρεπε να διατεθεί βάσει της αρχής κατά την οποία "όποιος παρουσιάζεται πρώτος, εξυπηρετείται πρώτος", στο 90 % των εν λόγω ποσοτικών ορίων. Στις περιπτώσεις αυτές, μόλις συμπληρωθεί αυτό το ποσοστό, η διάθεση του υπολοίπου αποφασίζεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 17.
(...)
4. Κατά το δυνατόν, η Επιτροπή επιβεβαιώνει στις αρχές το πλήρες ποσό που αναγράφεται στις αιτήσεις που έχουν κοινοποιηθεί για κάθε κατηγορία προϋόντων και κάθε συγκεκριμένη τρίτη χώρα. Κοινοποιήσεις από κράτη μέλη, για τις οποίες δεν είναι δυνατόν να δοθεί επιβεβαίωση, διότι τα αιτούμενα ποσά δεν είναι πλέον διαθέσιμα μέσα στο κοινοτικό ποσοτικό όριο, φυλάσσονται από την Επιτροπή κατά τη χρονολογική σειρά παραλαβής τους και επιβεβαιώνονται κατά την ίδια σειρά μόλις καταστούν διαθέσιμα και άλλα ποσά, παραδείγματος χάρη, κατόπιν εφαρμογής των διατάξεων ελαστικότητας του άρθρου 7. Επιπλέον, η Επιτροπή έρχεται αμέσως σε επαφή με τις αρχές της οικείας προμηθεύτριας χώρας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι κοινοποιούμενες αιτήσεις υπερβαίνουν τα ποσοτικά όρια, ώστε να δίδονται διευκρινίσεις και να επιτυγχάνεται σύντομη λύση.
(...)
8. Η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται από το άρθρο 17, να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.»
10 Τα άρθρα 7 και 8 του κανονισμού αφορούν την εφαρμογή των διατάξεων περί ελαστικότητας σε σχέση με τις εισαγόμενες ποσότητες.
11 Συγκεκριμένα, το άρθρο 7 προβλέπει ότι οι προμηθεύτριες χώρες μπορούν, εφόσον απευθύνουν εκ των προτέρων κοινοποίηση στην Επιτροπή, να πραγματοποιούν μεταφορές μεταξύ των ποσοτικών ορίων που απαριθμούνται στο παράρτημα V στην έκταση και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παράρτημα VIII. Οι διατάξεις ελαστικότητας μπορούν να συνίστανται, εφόσον τηρούνται ορισμένα ανώτατα όρια που προβλέπονται στο τελευταίο αυτό παράρτημα, στην προκαταβολική χρησιμοποίηση του ποσοτικού ορίου που έχει καθοριστεί για το επόμενο έτος ποσοστώσεων, στη λογιστική μεταφορά των μη χρησιμοποιηθεισών ποσοτήτων στο ποσοτικό όριο του επόμενου έτους και στη μεταφορά ποσοτήτων μεταξύ διαφόρων κατηγοριών.
12 Το άρθρο 8 του κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Παρά τις διατάξεις του παραρτήματος V, όταν, υπό ιδιαίτερες περιστάσεις, απαιτούνται πρόσθετες εισαγωγές, η Επιτροπή μπορεί να ανοίξει πρόσθετες δυνατότητες για εισαγωγές στη διάρκεια συγκεκριμένου έτους ποσόστωσης. Αυτές οι πρόσθετες δυνατότητες εισαγωγών δεν λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 7.
Σε επείγουσες περιπτώσεις, η Επιτροπή αρχίζει τις διαβουλεύσεις στα πλαίσια της επιτροπής που συνιστάται με το άρθρο 17 εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και αποφαίνεται εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ίδια ημερομηνία.
Τα μέτρα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17.»
13 Τέλος, το άρθρο 17 του κανονισμού προβλέπει τη σύσταση μιας «επιτροπής κλωστοϋφαντουργικών», η οποία αποτελείται από αντιπροσώπους των κρατών μελών και προεδρεύεται από αντιπρόσωπο της Επιτροπής. Κατά το άρθρο 17, παράγραφος 4, ο πρόεδρος υποβάλλει στην επιτροπή αυτή σχέδιο των μέτρων που κρίνει ότι πρέπει να ληφθούν και η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της επί του σχεδίου αυτού. Η Ευρωπαϋκή Επιτροπή θεσπίζει τα προτεινόμενα μέτρα, όταν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της ανωτέρω επιτροπής.
Πραγματικά περιστατικά
14 Κατά την Πορτογαλική Δημοκρατία, η Επιτροπή εφάρμοσε επανειλημμένα κατά τη διάρκεια του 1995 «εξαιρετικά μέτρα ελαστικότητας», τα οποία είχαν ως συνέπεια την υπέρβαση των ποσοτικών ορίων εισαγωγής κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων και προϋόντων ενδύσεως τα οποία είχαν τεθεί με τις διμερείς συμφωνίες που είχαν συναφθεί με διάφορες τρίτες χώρες, και συγκεκριμένα τη Λευκορωσία, την Κίνα, την Ινδία, την πρώην Γιουγκοσλαβία, το Πακιστάν, τη Σρι-Λάνκα και το Βιετνάμ.
15 Όσον αφορά συγκεκριμένα την Κίνα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Επιτροπή, κατά τους πρώτους μήνες του 1996, διαπίστωσε ότι οι αρμόδιες κινεζικές αρχές είχαν εκδώσει πιστοποιητικά εξαγωγής που υπερέβαιναν, όσον αφορά ορισμένες κατηγορίες κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων, τα ποσοτικά όρια που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ της Κοινότητας και της Κίνας για το έτος ποσοστώσεων 1995. Κατά συνέπεια, για τα προϋόντα που αποστέλλονταν από την Κίνα δεν μπορούσαν να χορηγηθούν άδειες εισαγωγής και τα προϋόντα αυτά παρέμεναν ακινητοποιημένα στα εξωτερικά όρια του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας.
16 Με ρηματική διακοίνωση της 9ης Φεβρουαρίου 1996 και με έγγραφο της 4ης Μαρτίου 1996, η Επιτροπή επέκρινε τις υπερβάσεις αυτές και ζήτησε από τις κινεζικές αρχές να διορθώσουν την κακή αυτή διαχείριση των ποσοτικών ορίων που είχαν καθοριστεί με τη Συμφωνία ΕΟΚ-Κίνας. Επιπλέον, ζήτησε να ενταθεί η χρήση του δικτύου πληροφορικής που συνδέει το κινεζικό με το κοινοτικό σύστημα, ώστε να βελτιωθεί η διαβίβαση των δεδομένων σχετικά με τη χορήγηση των πιστοποιητικών εξαγωγής και των αδειών εισαγωγής.
17 Με έγγραφο της 5ης Μαρτίου 1996 οι κινεζικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι, αν και η υπέρβαση των ποσοστώσεων οφειλόταν σε βλάβη του συστήματος πληροφορικής των κινεζικών αρχών, υπήρχαν και ορισμένοι άλλοι παράγοντες που είχαν συμβάλει στη δυσχέρανση του ελέγχου της τηρήσεως των ποσοτικών ορίων, και συγκεκριμένα η πλαστογράφηση των πιστοποιητικών εξαγωγής και τα εσφαλμένα στοιχεία που είχαν καταχωριστεί στο κοινοτικό σύστημα πληροφορικής διαχειρίσεως των αδειών εισαγωγής. Οι κινεζικές αρχές δέχθηκαν πάντως να βελτιώσουν τη σύνδεση των δύο συστημάτων πληροφορικής. Παράλληλα όμως ζήτησαν να ισχύσουν, για ορισμένες κατηγορίες προϋόντων, οι συνήθεις κανόνες ελαστικότητας που προβλέπονται στη Συμφωνία ΕΟΚ-Κίνας και πρότειναν, όσον αφορά ορισμένες άλλες κατηγορίες, να εφαρμοστούν ορισμένα εξαιρετικά μέτρα ελαστικότητας προκαταβολικώς, σε συνάρτηση με τις ποσότητες που προβλέπονταν για τις ποσοστώσεις του 1996.
18 Την ίδια ημέρα η Επιτροπή συγκάλεσε επειγόντως την επιτροπή κλωστοϋφαντουργικών για τις 6 Μαρτίου 1996. Κατά τη συνεδρίαση της εν λόγω επιτροπής, η Ευρωπαϋκή Επιτροπή ανέφερε ότι οι κινεζικές αρχές είχαν δεχθεί να βελτιώσουν τη σύνδεση μεταξύ του κινεζικού και του κοινοτικού συστήματος πληροφορικής. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή πρότεινε στην επιτροπή κλωστοϋφαντουργικών να ρυθμίσει τις υπερβάσεις, κατόπιν εφαρμογής όλων των συνήθων μέτρων ελαστικότητας που θα μπορούσαν ακόμη να ληφθούν, με καταλογισμό των υπερβάσεων επί των ποσοστώσεων του 1996 και, όσον αφορά ορισμένες κατηγορίες προϋόντων, με λογιστική μεταφορά ή με μεταφορές μεταξύ κατηγοριών. Λόγω των επιφυλάξεων που εξέφρασαν ορισμένες αντιπροσωπείες, η Επιτροπή πρότεινε τον καταλογισμό των υπερβάσεων στις ποσοστώσεις του 1996 για όλες τις κατηγορίες στις οποίες υπήρχε στις 6 Μαρτίου 1996 υπέρβαση των ποσοστώσεων.
19 Η επιτροπή κλωστοϋφαντουργικών εξέδωσε γνώμη με την οποία συμφωνούσε με την πρόταση αυτή. Το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Ελληνική Δημοκρατία εξέφρασαν επιφυλάξεις, λόγω του ότι οι υπερβάσεις ήσαν πολύ μεγάλες και επανειλημμένες. Η Πορτογαλική Δημοκρατία ψήφισε κατά της προτάσεως της Επιτροπής, «λόγω του ότι είναι κατ' αρχήν αντίθετη προς τα εξαιρετικά μέτρα ελαστικότητας και λόγω της ζημίας που έχει υποστεί η κοινοτική βιομηχανία».
20 Κατόπιν της συνεδριάσεως αυτής της 6ης Μαρτίου 1996, η Επιτροπή, βασιζόμενη στη θετική γνώμη της επιτροπής κλωστοϋφαντουργικών, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή επέτρεψε, όσον αφορά το έτος ποσοστώσεως 1995, την εισαγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων από την Κίνα καθ' υπέρβαση της συνολικής ποσότητας που προβλεπόταν στη Συμφωνία ΕΟΚ-Κίνας και στον κανονισμό, ενώ παράλληλα μείωσε ανάλογα τις ποσότητες που μπορούσαν να εισαχθούν κατά το έτος ποσοστώσεων 1996. Η αύξηση των ποσοστώσεων για το έτος 1995 αφορούσε οκτώ κατηγορίες προϋόντων και το ποσοστό της κυμαινόταν μεταξύ 1,1 και 11,7 % των ποσοστώσεων που είχαν ανοιχθεί για το έτος 1995 για τις κατηγορίες αυτές.
21 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Πορτογαλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή ήταν αναρμόδια να θέσει σε εφαρμογή την πρακτική των εξαιρετικών μέτρων ελαστικότητας και να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υφίσταται παράβαση της Συμφωνίας ΕΟΚ-Κίνας και ότι παραβιάστηκαν οι αρχές περί κατανομής αρμοδιοτήτων, περί θεσμικής ισορροπίας και περί προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
22 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, καθόσον το αίτημά της είναι η ακύρωση της «πρακτικής» των εξαιρετικών μέτρων ελαστικότητας η οποία εφαρμόστηκε, κατά την προσφεύγουσα, για τη διαχείριση των ποσοτικών ορίων εισαγωγής στην Κοινότητα κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων από διάφορες τρίτες χώρες.
23 Η ένσταση αυτή πρέπει να γίνει δεκτή.
24 Πράγματι, το άρθρο 173 της Συνθήκης δεν επιτρέπει την άσκηση προσφυγής με αίτημα την ακύρωση πρακτικής ορισμένου κοινοτικού οργάνου. Κατά συνέπεια, η προσφυγή είναι παραδεκτή μόνον ως προς το αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως που εξέδωσε η Επιτροπή κατόπιν της συνεδριάσεως της επιτροπής κλωστοϋφαντουργικών της 6ης Μαρτίου 1996 σχετικά με τα κλωστοϋφαντουργικά προϋόντα καταγωγής Κίνας.
Επί της ουσίας
Επί του λόγου ακυρώσεως που στηρίζεται στον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας της Επιτροπής
25 Η Πορτογαλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός δεν παρείχε στην Επιτροπή την εξουσία να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία προβλέφθηκαν για το έτος ποσοστώσεων 1995 πρόσθετες δυνατότητες εισαγωγής για ορισμένες κατηγορίες προϋόντων καταγωγής Κίνας, πέραν των ποσοτήτων που καθορίζονταν στο παράρτημα V του κανονισμού, πράγμα που σημαίνει ότι το εν λόγω κοινοτικό όργανο παρέβη τον κανονισμό.
26 Η Πορτογαλική Δημοκρατία ισχυρίζεται κατ' αρχάς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 7 του κανονισμού, διότι τα εξαιρετικά μέτρα ελαστικότητας που προέβλεπε η εν λόγω απόφαση υπερέβαιναν τα όρια που είχαν χαραχθεί με την εν λόγω διάταξη και με το παράρτημα VIII του κανονισμού.
27 Δεύτερον, ούτε το άρθρο 8 του κανονισμού μπορεί να αποτελεί νόμιμο έρεισμα για την προσβαλλόμενη απόφαση. Η διάταξη αυτή, η οποία προβλέπει εξαίρεση, δεν μπορεί να ερμηνευθεί τόσο διασταλτικά, ώστε να θεωρηθεί ότι παρέχει πλήρη διακριτική ευχέρεια κατά τη διαχείριση των ποσοτικών ορίων που προβλέπει ο κανονισμός. Οι πρόσθετες εισαγωγές τις οποίες αφορά το άρθρο 8 εξαρτώνται από τη διαπίστωση της συνδρομής «ιδιαίτερων περιστάσεων», οι οποίες δεν είναι δυνατόν να συνίστανται στην απλή υπέρβαση των ποσοτικών ορίων, ανεξαρτήτως του λόγου της υπερβάσεως (ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για βλάβη του συστήματος πληροφορικής, για απάτη ή για αμελή διαχείριση).
28 Τέλος, η αρμοδιότητα της Επιτροπής για τη διαχείριση των κοινοτικών ποσοτικών ορίων είναι, κατά την Πορτογαλική Δημοκρατία, καθαρά εκτελεστικής φύσεως και πρέπει επομένως να ασκείται εντός των ορίων και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι διμερείς συμφωνίες και η κοινοτική νομοθεσία που καλείται να εφαρμόζει το εν λόγω κοινοτικό όργανο. Η Επιτροπή δεν μπορεί συνεπώς να εκδίδει αποφάσεις περί εξαιρετικών μέτρων ελαστικότητας που να τροποποιούν τα ποιοτικά όρια που προβλέπουν η Συμφωνία ΕΟΚ-Κίνας και ο κανονισμός, ειδάλλως θα υπήρχε αντιποίηση των αποκλειστικών εξουσιών του Συμβουλίου. Σκοπός των διατάξεων του άρθρου 12, παράγραφοι 4 και 8, του κανονισμού, οι οποίες ρυθμίζουν τις εκτελεστικές εξουσίες της Επιτροπής, είναι αποκλειστικά και μόνο η διασφάλιση της τηρήσεως των προβλεπόμενων ποσοτικών ορίων και όχι η παροχή της δυνατότητας πραγματοποιήσεως πρόσθετων εισαγωγών για την απορρόφηση των υπερβολικών ποσοτήτων για τις οποίες είχαν εκδοθεί παράτυπα πιστοποιητικά εξαγωγής.
29 Η Επιτροπή ομολογεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στηρίχθηκε στο άρθρο 7 του κανονισμού. Ισχυρίζεται εντούτοις ότι, όταν επέτρεψε τις πρόσθετες εισαγωγές για το έτος ποσοστώσεων 1995, οι οποίες θα καταλογίζονταν στις ποσοστώσεις του 1996, άσκησε τις εκτελεστικές εξουσίες που της είχε απονείμει το Συμβούλιο με το άρθρο 8 ή το άρθρο 12, παράγραφοι 4 και 8, του κανονισμού.
30 Κατά την Επιτροπή, εν προκειμένω συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις της ασκήσεως της αρμοδιότητας που της απονέμει το άρθρο 8 του κανονισμού. Η άφιξη στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας εμπορευμάτων για τα οποία είχαν εκδοθεί κινεζικά πιστοποιητικά εξαγωγής, η καλή πίστη των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών και το αίτημα ορισμένων κρατών μελών περί αποδεσμεύσεως των εμπορευμάτων που είχαν ακινητοποιηθεί στα σύνορα αποτελούσαν περιστάσεις που καθιστούσαν αναγκαία την εισαγωγή πρόσθετων ποσοτήτων, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να υποστούν ζημία οι επιχειρηματίες και να θεσπίσουν ορισμένα κράτη μέλη μέτρα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τη συνοχή του όλου συστήματος των ποσοτικών περιορισμών που έχουν καθιερωθεί σε κοινοτικό επίπεδο. Η ιδιαιτερότητα των περιστάσεων αυτών συνίστατο στο ότι η υπέρβαση των ποσοτικών ορίων οφειλόταν σε βλάβη του κινεζικού συστήματος πληροφορικής και είχε εμφανιστεί τόσο αιφνίδια, ώστε η Επιτροπή δεν είχε μπορέσει να λάβει τα αναγκαία προληπτικά μέτρα.
31 Ομοίως, η έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως δικαιολογείται, κατά την Επιτροπή, από την άποψη της εκτελεστικής αρμοδιότητας που της απονέμει το άρθρο 12, παράγραφοι 4 και 8, του κανονισμού. Βάσει της διατάξεως αυτής η Επιτροπή έχει την εξουσία να εγκρίνει την εισαγωγή πρόσθετων ποσοτήτων για συγκεκριμένο έτος ποσοστώσεων, εφόσον η έγκριση αυτή αποτελεί τη «λύση» του προβλήματος που έχει δημιουργήσει η υπέρβαση των ποσοστώσεων. Εν προκειμένω, για τη λύση που δόθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθησαν υπόψη τα συμφέροντα της κοινοτικής βιομηχανίας, ενώ παράλληλα διασφαλίσθησαν τα δικαιώματα των καλόπιστων επιχειρηματιών. Επιπλέον, αν η λύση στο πρόβλημα της υπερβάσεως των ποσοστώσεων δεν μπορούσε να βαίνει πέραν της απλής εφαρμογής των συνήθων μέτρων ελαστικότητας του άρθρου 7, το άρθρο 12, παράγραφος 8, του κανονισμού θα στερούνταν κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας.
32 Κατ' αρχάς επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως δέχονται επίσης οι διάδικοι, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκδόθηκε βάσει του άρθρου 7 του κανονισμού.
33 Προκειμένου να εξακριβωθεί αν η Επιτροπή ήταν αρμόδια να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση βάσει του άρθρου 8 ή του άρθρου 12, παράγραφοι 4 και 8, του κανονισμού, πρέπει να εξεταστούν οι εξουσίες που έχει η Επιτροπή ως προς τη διαχείριση των ποσοστώσεων εισαγωγής κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων.
34 Ενώ το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΚ απονέμει στο Συμβούλιο την αρμοδιότητα να θέσει σε εφαρμογή, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, την κοινή εμπορική πολιτική, τα άρθρα 145 και 155 της Συνθήκης αυτής επιτρέπουν στο Συμβούλιο να αναθέτει στην Επιτροπή, με τις πράξεις που εκδίδει, τις αρμοδιότητες εκτελέσεως των κανόνων που θεσπίζει το ίδιο το Συμβούλιο.
35 Με τον επίμαχο εν προκειμένω κανονισμό το Συμβούλιο θέσπισε ένα καθεστώς κοινοτικών ποσοτικών ορίων, το οποίο ισχύει για τις εισαγωγές κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων από ορισμένες προμηθεύτριες χώρες. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η τήρηση των κοινοτικών ποσοτικών ορίων, το άρθρο 12 του κανονισμού προβλέπει μια ιδιαίτερη διαδικασία διαχειρίσεως, κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών κοινοποιούν στην Επιτροπή τις ποσότητες τις οποίες αφορούν οι αιτήσεις αδειών εισαγωγής που τους έχουν υποβληθεί.
36 Επομένως, το Συμβούλιο ανέθεσε στην Επιτροπή τον έλεγχο της τηρήσεως των κοινοτικών ποσοτικών ορίων.
37 Σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού, η Επιτροπή οφείλει, μεταξύ άλλων, να επιβεβαιώνει ότι οι αιτούμενες ποσότητες είναι διαθέσιμες προς εισαγωγή. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 7, σκοπός αυτής της διαδικασίας επιβεβαιώσεως είναι να διασφαλίζεται ότι οι ποσότητες για τις οποίες εκδίδονται άδειες εισαγωγής δεν υπερβαίνουν σε κανένα χρονικό σημείο τα συνολικά κοινοτικά ποσοτικά όρια. Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, η Επιτροπή μπορεί μάλιστα, σε έκτακτες περιπτώσεις, όταν δηλαδή υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι οι αναμενόμενες αιτήσεις αδειών εισαγωγής είναι δυνατόν να υπερβούν τα ποσοτικά όρια, να περιορίζει την προς κατανομή ποσότητα στο 90 % των εν λόγω ποσοτικών ορίων.
38 Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 4, του κανονισμού, οι κοινοποιήσεις των κρατών μελών για τις οποίες δεν είναι δυνατόν να δοθεί επιβεβαίωση, λόγω του ότι οι αιτούμενες ποσότητες δεν είναι πλέον διαθέσιμες εντός των κοινοτικών ποσοτικών ορίων, φυλάσσονται από την Επιτροπή κατά τη χρονική σειρά παραλαβής τους και επιβεβαιώνονται κατά την ίδια σειρά μόλις καταστούν διαθέσιμες νέες ποσότητες, π.χ. κατόπιν εφαρμογής των διατάξεων ελαστικότητας του άρθρου 7. Επιπλέον, η Επιτροπή έρχεται αμέσως σε επαφή με τις αρχές της οικείας προμηθεύτριας χώρας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι κοινοποιούμενες αιτήσεις υπερβαίνουν τα ποσοτικά όρια, ώστε να δίδονται διευκρινίσεις και να εξευρίσκεται ταχέως λύση. Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 8, η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται από το άρθρο 17, να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου.
39 Επιπλέον, κατά το άρθρο 8 του κανονισμού, το Συμβούλιο ανέθεσε στην Επιτροπή, πέραν των εξουσιών της ως προς τον έλεγχο της τηρήσεως των κοινοτικών ποσοτικών ορίων, την εξουσία να επιτρέπει, «όταν, υπό ιδιαίτερες περιστάσεις, απαιτούνται πρόσθετες εισαγωγές», την εισαγωγή ποσοτήτων καθ' υπέρβαση των εν λόγω ορίων και κατά παρέκκλιση από τους συνήθεις κανόνες περί ελαστικότητας που προβλέπει το άρθρο 7 του εν λόγω κανονισμού.
40 Από την όλη οικονομία της Συνθήκης, ενόψει της οποίας πρέπει να εξεταστεί το άρθρο 145, το οποίο ορίζει ότι «το Συμβούλιο αναθέτει στην Επιτροπή, με τις πράξεις που εκδίδει, αρμοδιότητες εκτέλεσης των κανόνων που θεσπίζει», καθώς και από τις απαιτήσεις της πρακτικής προκύπτει ότι η έννοια της εκτελέσεως πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως (βλ. συναφώς απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1975, 23/75, Rey Soda κ.λπ., Συλλογή τόμος 1975, σ. 399, σκέψη 10).
41 Επειδή η Επιτροπή είναι η μόνη που μπορεί να παρακολουθεί σταθερά και προσεκτικά τη διεθνή εξέλιξη των αγορών και να ενεργεί με την ταχύτητα που απαιτεί η κατάσταση, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να της αναθέσει ευρείες αρμοδιότητες στον τομέα αυτό. Κατά συνέπεια, τα όρια των αρμοδιοτήτων αυτών πρέπει να εκτιμώνται με γνώμονα τους ουσιώδεις γενικούς στόχους της οικείας ρυθμίσεως. Έτσι, η Επιτροπή έχει την εξουσία να θεσπίζει όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για να θέτει σε εφαρμογή τη βασική ρύθμιση, αρκεί να μην αντίκεινται προς τη ρύθμιση αυτή ή προς τους εκτελεστικούς κανόνες του Συμβουλίου (βλ., όσον αφορά τη γεωργική πολιτική, την απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-478/93, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. Ι-3081, σκέψεις 30 και 31).
42 Εν προκειμένω, από την όλη οικονομία του καθεστώτος που έχει καθιερώσει ο κανονισμός προκύπτει ότι, όπως εξάλλου τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 59 των προτάσεών του, το άρθρο 12 του κανονισμού αφορά μόνο τη διαδικασία ελέγχου της τηρήσεως των κοινοτικών ποσοτικών ορίων και συνεπώς δεν αναθέτει στην Επιτροπή την εξουσία τροποποιήσεως του ύψους των ορίων αυτών.
43 Συνεπώς, οι επαφές στις οποίες έρχεται η Επιτροπή με τις αρχές της οικείας προμηθεύτριας χώρας, σύμφωνα με την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 12, παράγραφος 4, του κανονισμού, όταν οι κοινοποιούμενες αιτήσεις υπερβαίνουν τις διαθέσιμες ποσοστώσεις, δεν μπορούν να καταλήγουν σε συμφωνία με τις αρχές της τρίτης αυτής χώρας η οποία να προβλέπει παρεκκλίσεις από τα κοινοτικά ποσοτικά όρια που έχει καθορίσει το Συμβούλιο. Ομοίως, σκοπός των μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 12, παράγραφος 8, είναι αποκλειστικά και μόνο η εφαρμογή της διαδικασίας διαχειρίσεως των διαθέσιμων ποσοστώσεων.
44 Αντίθετα, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 8 του κανονισμού προκύπτει ότι ο κανονισμός απονέμει στην Επιτροπή την εξουσία να επιτρέπει την εισαγωγή ποσοτήτων που υπερβαίνουν τις ποσότητες που είναι διαθέσιμες βάσει των συνολικών κοινοτικών ποσοτικών ορίων και των συνήθων διατάξεων ελαστικότητας του άρθρου 7 του κανονισμού.
45 Κατά συνέπεια πρέπει να εξεταστεί αν η Επιτροπή ήταν αρμόδια να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση βάσει του άρθρου 8 του κανονισμού και αν ιδίως συνέτρεχαν περιστάσεις που μπορούσαν να δικαιολογήσουν, υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, την παροχή πρόσθετων δυνατοτήτων εισαγωγών για το έτος ποσοστώσεων 1995.
46 Συναφώς επισημαίνεται ότι στο άρθρο 8 δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο στενή έννοια, διότι το άρθρο αυτό επιτρέπει στην Επιτροπή να παρέχει πρόσθετες δυνατότητες εισαγωγών κατά παρέκκλιση από το γενικό σύστημα που καθιερώνεται με τον κανονισμό.
47 Εν προκειμένω, η έκδοση από τις κινεζικές αρχές πιστοποιητικών εξαγωγής καθ' υπέρβαση των ποσοτικών ορίων, ως κύρια αιτιολογία της οποίας προβλήθηκε η βλάβη του συστήματος πληροφορικής των αρχών αυτών, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τις πρόσθετες δυνατότητες εισαγωγών που παρασχέθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση.
48 Συγκεκριμένα, όταν συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις, η υπέρβαση των ποσοτικών ορίων οφείλεται στη διαχείριση του συστήματος διπλού ελέγχου, το οποίο καθιερώθηκε με τη Συμφωνία ΕΟΚ-Κίνας, και συνεπώς πρέπει κατ' αρχήν να χαρακτηριστεί όχι ως ασύνηθες ή απρόβλεπτο γεγονός, αλλά ως κίνδυνος συμφυής προς τη διαδικασία ελέγχου των ποσοτικών ορίων. Συναφώς η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η κατάσταση που οφειλόταν στην ύπαρξη υπερβολικά μεγάλου αριθμού πιστοποιητικών εξαγωγής το 1995 είχε δημιουργηθεί τόσον αιφνιδίως και ταχέως, ώστε δεν ήταν σε θέση να θεσπίσει τα ενδεικνυόμενα μέτρα, όπως είναι κυρίως τα προβλεπόμενα στο άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού, προκειμένου να προληφθεί η υπέρβαση των ποσοτικών ορίων.
49 Η Επιτροπή δεν μπορεί να προβάλει ως επιχείρημα το γεγονός ότι θα υποστούν ζημία οι καλόπιστες επιχειρήσεις εισαγωγών, δεδομένου ότι δεν απέδειξε ότι ήταν αδύνατο να θεσπιστούν τέτοια μέτρα και συνεπώς να αποφευχθεί η ακινητοποίηση των οικείων προϋόντων στα εξωτερικά όρια του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας.
50 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι άλλοι λόγοι ακυρώσεως που προέβαλε η Πορτογαλική Δημοκρατία.
Επί του περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της ακυρώσεως
51 Η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να περιορίσει τα αποτελέσματα της ενδεχόμενης ακυρώσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
52 Συναφώς επισημαίνεται ότι η ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως χωρίς τη λήψη συνοδευτικών μέτρων θα έθιγε την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την απόφαση αυτή.
53 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο ενδείκνυται, για λόγους ασφάλειας δικαίου, να ασκήσει την εξουσία που του απονέμει το άρθρο 174, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ. Κατά συνέπεια, τα αποτελέσματα της αποφάσεως που ακυρώνεται διατηρούν την ισχύ τους.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
54 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει ως απαράδεκτη την προσφυγή, καθόσον το αίτημά της είναι η ακύρωση της πρακτικής των «εξαιρετικών μέτρων ελαστικότητας» την οποία εφάρμοσε η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων κατά τη διαχείριση των ποσοτικών ορίων εισαγωγής στην Κοινότητα κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων και ειδών ενδύσεως καταγωγής τρίτων χωρών.
2) Ακυρώνει την απόφαση την οποία εξέδωσε η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων κατόπιν της συνεδριάσεως της επιτροπής κλωστοϋφαντουργικών της 6ης Μαρτίου 1996 σχετικά με τα κλωστοϋφαντουργικά προϋόντα και τα είδη ενδύσεως καταγωγής Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας.
3) Τα αποτελέσματα της ακυρωθείσας αποφάσεως διατηρούν την ισχύ τους.
4) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy