Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - Αναλογικότητα - Κύρια υποχρέωση και δευτερεύουσα υποχρέωση - Ίδια κύρωση - Δεν επιτρέπεται
2 Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Ζάχαρη - Παραγωγή εκτός ποσοστώσεως (ζάχαρη Γ) - Ποσό που οφείλεται για τη διατεθείσα στην εσωτερική αγορά ζάχαρη - Είσπραξη σε περίπτωση εισαγωγής, χωρίς όμως να έχουν τηρηθεί οι τελωνειακές διατυπώσεις - Αρχή της αναλογικότητας - Παραβίαση - Δεν συντρέχει
(Κανονισμοί της Επιτροπής 2670/81, άρθρα 2 § 2, και 3, και 3183/80)
Περίληψη
3 Προς διαπίστωση του αν μια διάταξη του κοινοτικού δικαίου συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να εξετάζεται αν τα μέσα που προβλέπει είναι κατάλληλα και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού. Συναφώς, όταν η κοινοτική ρύθμιση διακρίνει μεταξύ μιας κύριας υποχρεώσεως, η εκπλήρωση της οποίας είναι αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, και μιας δευτερεύουσας υποχρεώσεως, κατ' ουσίαν διοικητικής φύσεως, δεν μπορεί να επιβάλλει εξίσου αυστηρές κυρώσεις για την παράβαση της δευτερεύουσας υποχρεώσεως όπως και για την παράβαση της κύριας υποχρεώσεως, χωρίς τούτο να συνεπάγεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
4 Η τήρηση των τελωνειακών διατυπώσεων που προβλέπονται για την εξαγωγή της εκτός ποσοστώσεως παραγωγής στον τομέα της ζάχαρης (ζάχαρη Γ) πρέπει να θεωρείται ως αποτελούσα, όπως και η ίδια η εξαγωγή, μια από τις κύριες υποχρεώσεις που επιβάλλει το εν λόγω καθεστώς, στο μέτρο που οι διατυπώσεις αυτές δεν προορίζονται μόνο να διευκολύνουν τις διοικητικές διαδικασίες, αλλά είναι επίσης αναγκαίες για την ομαλή λειτουργία του καθεστώτος των ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης. Επομένως, δεν μπορούν να συγκαταλέγονται μεταξύ των δευτερευουσών υποχρεώσεων, οι οποίες είναι κατ' ουσίαν διοικητικής φύσεως και των οποίων η μη τήρηση δεν μπορεί να επισύρει εξίσου αυστηρές κυρώσεις με την παράβαση μιας κύριας υποχρεώσεως, χωρίς τούτο να συνεπάγεται την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Κατά συνέπεια, η είσπραξη του ποσού που οφείλεται για τη διατεθείσα στην εσωτερική αγορά ζάχαρη Γ, που προβλέπεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 2670/81, περί θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής για την εκτός ποσοστώσεως παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης, συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, εφόσον, βέβαια, είναι αναμφισβήτητο ότι η επίμαχη ζάχαρη εξήχθη εκτός Κοινότητας, χωρίς όμως να έχουν τηρηθεί οι τελωνειακές διατυπώσεις και, κατά συνέπεια, χωρίς να μπορεί να αποδειχθεί η εξαγωγή αυτή διά της προσκομίσεως του αντιτύπου αριθ. 1 του πιστοποιητικού εξαγωγής, το οποίο φέρει τις απαιτούμενες μνείες περί καταχωρίσεως και θεωρήσεις, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, σε συνδυασμό με τον κανονισμό 3183/80, περί κοινών τρόπων εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϋόντα.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-161/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Sόdzucker Mannheim/Ochsenfurt AG
και
Hauptzollamt Mannheim,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 2670/81 της Επιτροπής, της 14ης Σεπτεμβρίου 1981, περί θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής για την εκτός ποσοστώσεως παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 262, σ. 14), σε συνδυασμό με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3183/80 της Επιτροπής, της 3ης Δεκεμβρίου 1980, περί κοινών τρόπων εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϋόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/022, σ. 66),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), G. F. Mancini, D. A. O. Edward, P. Jann και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Lιger
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Sόdzucker Mannheim/Ochsenfurt AG, εκπροσωπούμενη από τον Hans-Joachim Prieί, δικηγόρο Βρυξελλών,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Klaus-Dieter Borchardt, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,$
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Sόdzucker Mannheim/Ochsenfurt AG και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Νοεμβρίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 19ης Μαρτίου 1996, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Μαου 1996, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 2670/81 της Επιτροπής, της 14ης Σεπτεμβρίου 1981, περί θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής για την εκτός ποσοστώσεως παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 262, σ. 14), σε συνδυασμό με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3183/80 της Επιτροπής, της 3ης Δεκεμβρίου 1980, περί κοινών τρόπων εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϋόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/022, σ. 66).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Sόdzucker Mannheim/Ochsenfurt AG (στο εξής: Sόdzucker), που είναι επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης με έδρα το Mannheim (Γερμανία), και του Hauptzollamt Mannheim (στο εξής: Hauptzollamt), όσον αφορά αίτηση εκ των υστέρων καταβολής του ποσού που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού 2670/81.
Κανονιστικό πλαίσιο
3 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 177, σ. 4, στο εξής: βασικός κανονισμός), επέφερε, όπως προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική του σκέψη, μια αναμόρφωση των θεμελιωδών διατάξεων περί της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης.
4 Οι εγγυήσεις τιμών και διαθέσεως, οι οποίες καθιερώθηκαν με τον βασικό κανονισμό, προκειμένου ιδίως να σταθεροποιηθεί η κοινοτική αγορά της ζάχαρης, ποικίλλουν σε συνάρτηση με τις χορηγούμενες στις επιχειρήσεις ποσοστώσεις παραγωγής. Συγκεκριμένα, ο βασικός κανονισμός καθιέρωσε ένα καθεστώς ποσοστώσεων παραγωγής, που ίσχυσε για τις περιόδους εμπορίας από 1981/1982 μέχρι 1985/1986, με σκοπό τη συγκράτηση της παραγωγής ζάχαρης στην Κοινότητα. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 934/86 του Συμβουλίου, της 24ης Μαρτίου 1986, για την τροποποίηση του κανονισμού 1785/81 (ΕΕ L 87, σ. 1), προέβλεψε τη διατήρηση σε ισχύ του καθεστώτος ποσοστώσεων παραγωγής για τις περιόδους εμπορίας από 1986/1987 μέχρι 1990/1991.
5 Οι ποσότητες που υπάγονται στη χορηγούμενη στις επιχειρήσεις ποσόστωση Α (ζάχαρη Α), οι οποίες δεν επαρκούν για την κάλυψη των κοινοτικών αναγκών, τυγχάνουν εγγυήσεως των τιμών παρεμβάσεως καθώς και μιας ενισχύσεως λόγω εξαγωγής υπό μορφή επιστροφών· οι ποσότητες που παράγονται εντός των ορίων της χορηγουμένης στις επιχειρήσεις ποσοστώσεως Β (ζάχαρη Β) υπάγονται μόνο στο καθεστώς των επιστροφών λόγω εξαγωγής, ενώ το άθροισμα των ποσοστώσεων Α και Β υπερβαίνει κατά κανόνα την κατανάλωση εντός της Κοινότητας.
6 Η χρηματοδότηση των μέτρων στηρίξεως της παραγωγής της ζάχαρης Α και της ζάχαρης Β διασφαλίζεται από τους παραγωγούς μέσω, ιδίως, συνεισφορών στην παραγωγή (άρθρο 28 του βασικού κανονισμού) και στα έξοδα αποθεματοποιήσεως (άρθρο 8). οΟπως υπογραμμίζεται στην ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού, ο κανονισμός αυτός εγκαθιδρύει ένα καθεστώς με σκοπό να διασφαλιστεί με δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο η χρηματοδότηση από τους ίδιους τους παραγωγούς του συνόλου των εξόδων για τη διάθεση των πλεονασμάτων που προκύπτουν από τη σχέση μεταξύ της παραγωγής της Κοινότητας και της καταναλώσεώς της.
7 Τέλος, η εκτός ποσοστώσεως παραγωγή (ζάχαρη Γ), η οποία αντιστοιχεί στην ποσότητα ζάχαρης που παράγεται στο πλαίσιο μιας δεδομένης περιόδου εμπορίας και η οποία υπερβαίνει το άθροισμα των ποσοστώσεων Α και Β που έχει χορηγηθεί σε δεδομένη επιχείρηση, ενώ δεν υπόκειται σε κανέναν ποσοτικό περιορισμό, δεν τυγχάνει καμίας εγγυήσεως τιμής και διαθέσεως. Επιπλέον, η ζάχαρη Γ δεν μπορεί κατ' αρχήν να διατίθεται στην εσωτερική αγορά και πρέπει, κατά συνέπεια, να εξάγεται σε φυσική κατάσταση πριν από την 1η Ιανουαρίου που έπεται του τέλους της οικείας περιόδου εμπορίας (άρθρο 26, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού).
8 Το άρθρο 26, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με την προβλεπομένη στο άρθρο 41 διαδικασία.
Οι λεπτομέρειες αυτές προβλέπουν ιδίως την επιβολή ενός ποσού στη ζάχαρη Γ και στην ισογλυκόζη Γ που αναφέρονται στην παράγραφο 1, των οποίων η εξαγωγή σε φυσική κατάσταση εντός ορισμένης προθεσμίας δεν αποδείχθηκε σε μια τακτή ημερομηνία.»
9 Σύμφωνα με το άρθρο 13 του βασικού κανονισμού, για κάθε εξαγωγή εκτός της Κοινότητας απαιτείται η προσκόμιση ενός πιστοποιητικού εξαγωγής, η έκδοση του οποίου εξαρτάται από την παροχή ασφαλείας, η οποία εξασφαλίζει την υποχρέωση πραγματοποιήσεως της εισαγωγής ή εξαγωγής κατά τη διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού και η οποία καταπίπτει ολικά ή μερικά, αν η πράξη δεν συντελεστεί μέσα στην προθεσμία αυτή ή συντελεστεί μόνο μερικά.
10 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81, που προβλέπει τις λεπτομέρειες εφαρμογής για την εκτός ποσοστώσεως παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης, ορίζει τα εξής:
«Η ζάχαρη Γ και η ισογλυκόζη Γ που αναφέρονται στο άρθρο 26, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 πρέπει να εξάγονται από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου έχουν παραχθεί.
Κάθε βιομήχανος ζάχαρης Γ ή ισογλυκόζης Γ πρέπει να αποδείξει ότι αυτή έχει εξαχθεί:
- ως λευκή ή ακατέργαστη ζάχαρη μη μετουσιωμένη ή ως ισογλυκόζη σε φυσική κατάσταση,
- χωρίς επιστροφή ή εισφορά,
- από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου έχει παραχθεί.
Αν δεν προσάγεται η απόδειξη ότι η ζάχαρη ή η ισογλυκόζη έχει εξαχθεί εκτός της Κοινότητος πριν από την 1η Ιανουαρίου που έπεται του τέλους της περιόδου εμπορίας κατά τη διάρκεια της οποίας έχει παραχθεί η ζάχαρη Γ ή η ισογλυκόζη Γ, η εν λόγω ποσότητα θεωρείται ότι έχει διατεθεί στην εσωτερική αγορά.»
11 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81 προβλέπει τα εξής:
«Για τις ποσότητες που, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, έχουν διατεθεί στην εσωτερική αγορά, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εισπράττει ένα ποσό που είναι ίσο:
α) όσον αφορά τη ζάχαρη Γ, ανά 100 χιλιόγραμμα της εν λόγω ζάχαρης:
- με την υψηλότερη εισφορά κατά την εισαγωγή, η οποία εφαρμόζεται ανά 100 χιλιόγραμμα λευκής ή ακατέργαστης ζάχαρης, κατά περίπτωση, κατά το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνει την περίοδο εμπορίας κατά την οποία παρήχθη η εν λόγω ζάχαρη και τους έξι μήνες που έπονται της περιόδου αυτής,
και
- με 1,25 ECU.»
12 Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, η απόδειξη περί εξαγωγής της ζάχαρης Γ παρέχεται στον αρμόδιο οργανισμό του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει παραχθεί η ζάχαρη αυτή με την προσκόμιση:
«α) πιστοποιητικού εξαγωγής που χορηγείται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2630/81, στον βιομήχανο από τον αρμόδιο οργανισμό του κράτους μέλους που αναφέρεται στην παράγραφο 1·$
β) των εγγράφων που αναφέρονται στο άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3183/80, τα οποία είναι αναγκαία για την αποδέσμευση της ασφαλείας·
γ) δηλώσεως του βιομηχάνου που πιστοποιεί ότι η ζάχαρη Γ ή η ισογλυκόζη Γ έχει παραχθεί από εκείνον».
13 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2630/81 της Επιτροπής, της 10ης Σεπτεμβρίου 1981, περί ειδικών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εισαγωγής και εξαγωγής στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 258, σ. 16), ορίζει ότι «για τη ζάχαρη Γ και την ισογλυκόζη Γ χορηγείται πιστοποιητικό που ισχύει μόνο για την εξαγωγή από το έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο έχει παραχθεί». Συναφώς, το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού διευκρινίζει ότι ο παρασκευαστής οφείλει να αποδείξει ότι η ποσότητα για την οποία ζητεί το πιστοποιητικό έχει παραχθεί πραγματικά πέραν των ποσοστώσεων Α και Β της οικείας επιχειρήσεως.
14 Το άρθρο 30, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, του κανονισμού 3183/80 εξαρτά την αποδέσμευση της ασφάλειας από την προσκόμιση αποδείξεως, «ως προς την εξαγωγή, της συμπληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων των σχετικών με το προϋόν που αφορά, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 22, παράγραφος 1, σημείο ββ· εξάλλου, προσάγεται απόδειξη:
- αν πρόκειται για εξαγωγή εκτός της Κοινότητας (...), ότι το προϋόν εγκαταλείπει την κατά το άρθρο 9 του ως άνω κανονισμού γεωγραφική επικράτεια της Κοινότητας ή φθάνει στον κατά το άρθρο 5 του κανονισμού αυτού προορισμό του, εντός εξήντα ημερών από την ημέρα συμπληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων εξαγωγής, εκτός ανωτέρας βίας,
(...).»
15 Σύμφωνα με το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, πρώτη περίπτωση, του ιδίου αυτού κανονισμού, το αντίτυπο αριθ. 1 του πιστοποιητικού εξαγωγής προσκομίζεται στο γραφείο όπου συμπληρώνονται οι τελωνειακές διατυπώσεις σχετικά με την εκτός Κοινότητας εξαγωγή. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 της διατάξεως αυτής, μετά την καταχώριση και τη θεώρηση από το εν λόγω γραφείο, το αντίτυπο αριθ. 1 του πιστοποιητικού δίδεται στον ενδιαφερόμενο. Εντούτοις, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλουν ή να δεχτούν την καταχώριση του πιστοποιητικού από τον ενδιαφερόμενο· η καταχώριση αυτή εξακριβώνεται και θεωρείται σε όλες τις περιπτώσεις από το αρμόδιο γραφείο.
16 Σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 1, του κανονισμού 3183/80, οι προβλεπόμενες στο άρθρο 30, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, αποδείξεις προσκομίζονται, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2, με την προσκόμιση του αντιτύπου αριθ. 1 του πιστοποιητικού και, ενδεχομένως, του αντιτύπου αριθ. 1 του ή των αποσπασμάτων των πιστοποιητικών που έχουν θεωρηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 ή 23 του ιδίου αυτού κανονισμού.
17 Σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 2, του κανονισμού 3183/80, αν πρόκειται για εξαγωγή από την Κοινότητα, απαιτείται η προσκόμιση συμπληρωματικής αποδείξεως, η οποία, σε περίπτωση όπως η προκείμενη, πρέπει να προσκομίζεται με «το ή τα αντίτυπα ελέγχου που προβλέπονται στο άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 223/77». Το άρθρο 31, παράγραφος 4, του κανονισμού 3183/80 προβλέπει ότι, όταν το προαναφερθέν αντίτυπο ελέγχου δεν έχει προσκομιστεί εντός τριών μηνών από την έκδοσή του εξ αιτίας μη καταλογιστέων στον ενδιαφερόμενο γεγονότων, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να υποβάλει στον αρμόδιο οργανισμό αιτιολογημένη αίτηση εκδόσεως ισοτίμου αντιτύπου, συνοδευόμενη από δικαιολογητικά στοιχεία.
18 Κατά το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 223/77 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1976, περί των διατάξεων εφαρμογής, ως και των μέτρων απλουστεύσεως του καθεστώτος της κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/012, σ. 27), «σΟταν η εφαρμογή κοινοτικού μέτρου περί εισαγωγής ή εξαγωγής εμπορευμάτων ή κυκλοφορίας των εμπορευμάτων αυτών στο εσωτερικό της Κοινότητας εξαρτάται από την απόδειξη ότι τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο του μέτρου τούτου χρησιμοποιήθηκαν για σκοπό και/ή διοχετεύθηκαν στον προορισμό που προβλέπονται ή επιβάλλονται από το μέτρο αυτό, η εν λόγω απόδειξη παρέχεται διά της προσκομίσεως αντιτύπου ελέγχου Τ αριθ. 5.»
Η διαφορά της κύριας δίκης
19 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η Sόdzucker πώλησε σε επιχείρηση εδρεύουσα στη Γερμανία ζάχαρη Γ, την οποία είχε παραγάγει κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας 1986/1987. Η εν λόγω παρτίδα ζάχαρης εξήχθη στην Ελβετία χωρίς να διενεργηθούν οι εργασίες εκτελωνισμού κατά την εξαγωγή και χωρίς να εκδοθεί το αντίτυπο ελέγχου Τ αριθ. 5. Κατά συνέπεια, το πιστοποιητικό εξαγωγής της Sόdzucker δεν καταχωρίστηκε ούτε θεωρήθηκε.
20 Οι αιτήσεις για την εκ των υστέρων έκδοση του αντιτύπου ελέγχου Τ αριθ. 5 και την εκ των υστέρων καταχώριση του πιστοποιητικού εξαγωγής απορρίφθηκαν από το Hauptzollamt. Το Bundesanstalt fόr landwirtschaftliche Marktordnungen (ομοσπονδιακό γραφείο οργανώσεως των αγορών γεωργικών προϋόντων, στο εξής: BALM) δέχθηκε, ωστόσο, ότι τα δικαιολογητικά έγγραφα που προσκόμισε η Sόdzucker, ήτοι τα παραστατικά αποστολής και οι διασαφήσεις εξαγωγής, τα αντίγραφα των φορτωτικών για σιδηροδρομική μεταφορά και οι αποδείξεις τελωνείου που είχαν καταρτίσει οι ελβετικές τελωνειακές αρχές, ήσαν «ισότιμα» με το αντίτυπο ελέγχου Τ αριθ. 5, υπό την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 4, του κανονισμού 3183/80. Το BALM γνωστοποίησε ακολούθως στο Hauptzollamt ότι η εν λόγω ζάχαρη είχε εξαχθεί εκτός Κοινότητας.
21 Το Hauptzollamt, ενώ αρχικά δέχθηκε ότι η Sόdzucker είχε εκπληρώσει την υποχρέωση εξαγωγής που απορρέει από την κοινοτική ρύθμιση, κατόπιν μεταγενέστερου ελέγχου έκρινε ότι η εξαγωγή δεν είχε αποδειχθεί νομοτύπως, ιδίως, δηλαδή, με την προσκόμιση πιστοποιητικού εξαγωγής φέροντος τις απαιτούμενες θεωρήσεις και μνείες περί καταχωρίσεως (άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, του κανονισμού 3183/80). Συγκεκριμένα, κατά το Hauptzollamt, μολονότι τα ισότιμα δικαιολογητικά έγγραφα μπορούν ενδεχομένως να αντικαθιστούν την προσκόμιση του αντιτύπου ελέγχου Τ αριθ. 5, δεν μπορούν να αντικαθιστούν την απόδειξη εξαγωγής της ζάχαρης μέσω της προσκομίσεως πιστοποιητικού εξαγωγής φέροντος τις απαιτούμενες θεωρήσεις και μνείες περί καταχωρίσεως. Κατά συνέπεια, το Hauptzollamt ζήτησε, με απόφαση της 9ης Ιουνίου 1992, η οποία επικυρώθηκε με απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1993, την εκ των υστέρων καταβολή του ποσού που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού 2670/81.
22 Η προσφυγή που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Finanzgericht Baden-Wόrttemberg απορρίφθηκε με απόφαση της 25ης Απριλίου 1995. Ενώπιον του Bundesfinanzhof, που επιλήφθηκε αιτήσεως αναιρέσεως (Revision) κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, η Sόdzucker υποστήριξε ιδίως ότι η υποχρέωση προσκομίσεως πιστοποιητικού εξαγωγής προς απόδειξη της εξαγωγής αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας. Η προσκόμιση του πιστοποιητικού δεν αποτελεί πρόσφορο μέσο για την απόδειξη του ότι η ζάχαρη εγκατέλειψε το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας· δεν είναι αναγκαία προς τούτο, ιδίως όταν ο ενδιαφερόμενος έχει στη διάθεσή του το αντίτυπο ελέγχου Τ αριθ. 5 ή ισότιμα δικαιολογητικά έγγραφα. Ομοίως, η απαίτηση του ποσού που προβλέπεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 2670/81, σε περίπτωση μη τηρήσεως των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο αα, του κανονισμού αυτού, αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που πρόκειται περί παρεπομένης υποχρεώσεως διοικητικής φύσεως, η παράβασή της δεν μπορεί να επισύρει εξίσου αυστηρές κυρώσεις με εκείνες που επιβάλλονται σε περίπτωση μη τηρήσεως της κύριας υποχρεώσεως, που είναι η εξαγωγή της ζάχαρης.
23 Το Bundesfinanzhof θεωρεί ότι η απόφασή του εξαρτάται από το αν η καταβολή του προβλεπόμενου στον κανονισμό 2670/81 ποσού μπορούσε να απαιτηθεί από τη Sόdzucker για τη ζάχαρη Γ της οποίας η εξαγωγή όντως πραγματοποιήθηκε, πλην όμως, ελλείψει τηρήσεως των τελωνειακών διατυπώσεων, δεν αποδείχθηκε διά της προσκομίσεως πιστοποιητικού εξαγωγής φέροντος τις απαιτούμενες μνείες περί καταχωρίσεως και θεωρήσεις.
24 Το Bundesfinanzhof παρατηρεί ότι οι αμφιβολίες του σχετικά με το κύρος της εφαρμοστέας κοινοτικής ρυθμίσεως αφορούν κυρίως την υποχρέωση τηρήσεως των τελωνειακών διατυπώσεων εξαγωγής, των οποίων η μη τήρηση εμπόδισε τη Sόdzucker να προσκομίσει το φέρον τις αναγκαίες τελωνειακές θεωρήσεις πιστοποιητικό. Συγκεκριμένα, το Bundesfinanzhof φρονεί ότι, αντίθετα προς την άποψη που υποστηρίζει η Sόdzucker, το άρθρο 26, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να εξαρτά την απόδειξη εξαγωγής από την τήρηση των αντίστοιχων τελωνειακών διατυπώσεων και από την προσκόμιση του πιστοποιητικού εξαγωγής. Το αιτούν δικαστήριο δεν διακρίνει κανένα λόγο για τον οποίο το εν λόγω πιστοποιητικό δεν θα μπορούσε να αποτελεί ένα - πρόσθετο - μέσο πλήρους αποδείξεως. Για τους ίδιους λόγους, το εν λόγω δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η υποχρέωση αποδείξεως της τηρήσεως των τελωνειακών διατυπώσεων εξαγωγής και η υποχρέωση προσκομίσεως του φέροντος τις απαιτούμενες μνείες περί καταχωρίσεως και θεωρήσεις πιστοποιητικού εξαγωγής, προς αποφυγή της υποχρεώσεως καταβολής του ποσού που προβλέπεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 2670/81, είναι, καθαυτές, δυσανάλογες.
25 Ωστόσο, κατά το Bundesfinanzhof, ανακύπτει κατ' ανάγκην το ερώτημα εάν η υποχρέωση καταβολής του προβλεπομένου στην τελευταία αυτή διάταξη ποσού, ως συνέπεια μιας εξαγωγής που πραγματοποιήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι τελωνειακές διατυπώσεις εξαγωγής, αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας. Το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει συναφώς τη νομολογία του Δικαστηρίου [αποφάσεις της 24ης Σεπτεμβρίου 1985 στην υπόθεση 181/84, Man (Sugar), Συλλογή 1985, σ. 2889, και της 27ης Νοεμβρίου 1986 στην υπόθεση 21/85, Maas, Συλλογή 1986, σ. 3537], κατά την οποία, οσάκις μια κοινοτική ρύθμιση διακρίνει μεταξύ, αφενός, των κυρίων υποχρεώσεων, δηλαδή εκείνων των οποίων η τήρηση έχει θεμελιώδη σημασία για την ομαλή λειτουργία του οικείου καθεστώτος, και, αφετέρου, των δευτερευουσών υποχρεώσεων, δηλαδή εκείνων που είναι κατ' ουσίαν διοικητικής φύσεως, η παράβαση μιας δευτερεύουσας υποχρεώσεως δεν μπορεί να επισύρει εξίσου αυστηρές κυρώσεις με τη μη τήρηση μιας κύριας υποχρεώσεως, ειδάλλως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας.
26 Όμως, κατά το Bundesfinanzhof, εν προκειμένω δεν αμφισβητείται η τήρηση της κύριας υποχρεώσεως, ήτοι η εξαγωγή της ζάχαρης Γ. Το εν λόγω δικαστήριο αμφιβάλλει για το εάν η εν λόγω κύρια υποχρέωση περιλαμβάνει την απόδειξη της τηρήσεως των τελωνειακών διατυπώσεων εξαγωγής και την προσκόμιση του πιστοποιητικού. Αν ως αποκλειστικό κριτήριο πρέπει να γίνει δεκτό το οικονομικό αποτέλεσμα, ήτοι η εξαγωγή, η έλλειψη τελωνειακής μεταχειρίσεως κατά την εξαγωγή και προσκομίσεως του πιστοποιητικού δεν αρκούν, από μόνες τους, για να δικαιολογήσουν την απαίτηση του ποσού που προβλέπεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 2670/81, οπότε η επίδικη κοινοτική ρύθμιση θα μπορούσε να θεωρηθεί ασυμβίβαστη προς την αρχή της αναλογικότητας.
27 Με τις σκέψεις αυτές, το Bundesfinanzhof αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Είναι έγκυρος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2670/81 της Επιτροπής, της 14ης Σεπτεμβρίου 1981, περί θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής για την εκτός ποσοστώσεως παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 262, σ. 14), σε συνδυασμό με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3183/80 της Επιτροπής, της 3ης Δεκεμβρίου 1980, περί κοινών τρόπων εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϋόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/022, σ. 66), ιδίως υπό το φως της κοινοτικής αρχής της αναλογικότητας, καθόσον έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται η ζάχαρη ως διατεθείσα στην εσωτερική αγορά - γεγονός που συνεπάγεται την απαίτηση καταβολής του προβλεπομένου ποσού στην παραγωγή ζάχαρης - αν έχει όντως εξαχθεί, χωρίς όμως να έχουν τηρηθεί οι τελωνειακές διατυπώσεις εξαγωγής, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποδειχθεί η εξαγωγή μέσω της προσκομίσεως του αντιτύπου αριθ. 1 του πιστοποιητικού εξαγωγής, που φέρει τις μνείες περί καταχωρίσεως και τις θεωρήσεις των τελωνειακών αρχών;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
28 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η απαίτηση του προβλεπομένου στο άρθρο 3 του κανονισμού 2670/81 ποσού σε σχέση με τη ζάχαρη Γ συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, οσάκις δεν αμφισβητείται ότι η επίμαχη ζάχαρη εξήχθη από την Κοινότητα, χωρίς όμως να έχουν τηρηθεί οι τελωνειακές διατυπώσεις, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποδειχθεί η εξαγωγή αυτή διά της προσκομίσεως του φέροντος τις απαιτούμενες μνείες περί καταχωρίσεως και θεωρήσεις αντιτύπου αριθ. 1 του πιστοποιητικού εξαγωγής, όπως επιβάλλει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2670/81, σε συνδυασμό με τον κανονισμό 3183/80.
29 Συναφώς, η Sόdzucker διατείνεται ότι οι έννομες συνέπειες της μη τηρήσεως της υποχρεώσεως προσκομίσεως του φέροντος τις απαιτούμενες μνείες περί καταχωρίσεως και θεωρήσεις πιστοποιητικού εξαγωγής αντιβαίνουν προς την αρχή της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα, το άρθρο 26 του βασικού κανονισμού σκοπεί να διασφαλίσει ότι η ζάχαρη Γ πράγματι εξάγεται από την Κοινότητα. Η τήρηση όμως της εν λόγω υποχρεώσεως εξαγωγής - που συνιστά την κύρια υποχρέωση - αποδεικνύεται μέσω του αντιτύπου ελέγχου Τ αριθ. 5 ή των ισοτίμων εγγράφων (άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού 2670/81). Η προσκόμιση του πιστοποιητικού εξαγωγής (άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αα, του κανονισμού 2670/81) σκοπεί να διασφαλίσει την τήρηση της παρεπομένης, διοικητικής φύσεως υποχρεώσεως που απορρέει από το άρθρο 13 του βασικού κανονισμού, το οποίο επιτρέπει τη διενέργεια των σχετικών με την εξαγωγή πράξεων μόνο βάσει των πιστοποιητικών αυτών. Ούτε από τη διατύπωση ούτε από την οικονομία του άρθρου 26, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού μπορεί να συναχθεί ότι υφίσταται και μια περαιτέρω κύρια υποχρέωση, πέραν της υποχρεώσεως εξαγωγής, ήτοι η υποχρέωση αποδείξεως της εξαγωγής διά της προσκομίσεως πιστοποιητικού εξαγωγής.
30 Εντός της προοπτικής αυτής, η Sόdzucker υπενθυμίζει ότι δεν αμφισβητείται ότι τήρησε την υποχρέωσή της εξαγωγής και ότι προσκόμισε τα συναφώς αναγκαία δικαιολογητικά έγγραφα. αΟπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες αποφάσεις Man (Sugar) και Maas, η παράβαση της παρεπομένης υποχρεώσεως προσκομίσεως πιστοποιητικού εξαγωγής δεν μπορεί να κολάζεται με τον ίδιο τρόπο όπως η παράβαση της κύριας υποχρεώσεως, που είναι η εξαγωγή της ζάχαρης Γ εκτός Κοινότητας.
31 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, προς διαπίστωση του αν μια διάταξη του κοινοτικού δικαίου συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να εξετάζεται αν τα μέσα που προβλέπει είναι κατάλληλα και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού. ύΟταν η κοινοτική ρύθμιση διακρίνει μεταξύ μιας κύριας υποχρεώσεως, η εκπλήρωση της οποίας είναι αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, και μιας δευτερεύουσας υποχρεώσεως, κατ' ουσίαν διοικητικής φύσεως, δεν μπορεί να επιβάλλει εξίσου αυστηρές κυρώσεις για την παράβαση της δευτερεύουσας υποχρεώσεως όπως και για την παράβαση της κύριας υποχρεώσεως, ειδάλλως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας [βλ., ιδίως, προαναφερθείσες αποφάσεις Man (Sugar), σκέψη 20, και Maas, σκέψη 15].
32 Δεν αμφισβητείται ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η υποχρέωση εξαγωγής την οποία υπέχουν οι παραγωγοί ζάχαρης Γ και η οποία απορρέει από το άρθρο 26 του βασικού κανονισμού αποτελεί κύρια υποχρέωση υπό την έννοια της προαναφερθείσας νομολογίας.
33 Η επίδικη υποχρέωση προσκομίσεως του αντιτύπου αριθ. 1 του πιστοποιητικού εξαγωγής, το οποίο φέρει τις μνείες περί καταχωρίσεως και τις θεωρήσεις των τελωνειακών αρχών, η οποία επιβάλλεται επί ποινή καταβολής του προβλεπομένου ποσού στην παραγωγή της ζάχαρης Γ, δεν μπορεί να διαχωριστεί από την κύρια υποχρέωση εξαγωγής.
34 Πράγματι, αντίθετα προς την άποψη που υποστηρίζει η Sόdzucker, η υποχρέωση αποδείξεως της τηρήσεως των σχετικών με την εξαγωγή της ζάχαρης Γ προϋποθέσεων, μέσω της προσκομίσεως του πιστοποιητικού εξαγωγής που φέρει τις μνείες περί καταχωρίσεως και θεωρήσεις που γίνονται κατά την εκπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, πέραν της προσκομίσεως του αντιτύπου ελέγχου Τ αριθ. 5 και μιας δηλώσεως του παρασκευαστή της εν λόγω ζάχαρης, είναι αναγκαία για την ομαλή λειτουργία του καθεστώτος των ποσοστώσεων, το οποίο έχει καθιερώσει ο βασικός κανονισμός και το οποίο σκοπεί στη σταθεροποίηση της αγοράς της ζάχαρης με μέτρα στηρίξεως υπέρ της εμπίπτουσας στις ποσοστώσεις Α και Β παραγωγής ζάχαρης, της οποίας η χρηματοδότηση πρέπει να διασφαλίζεται από τους ίδιους τους παραγωγούς.
35 ςΕτσι, η ομαλή λειτουργία του καθεστώτος των ποσοστώσεων προϋποθέτει όχι μόνον ότι η ζάχαρη Γ έχει πράγματι εγκαταλείψει το έδαφος της Κοινότητας, αλλά και ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν στη διάθεσή τους αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία τους παρέχουν τη δυνατότητα να διασφαλίζουν την καταβολή του εν λόγω ποσού από τους παρασκευαστές της ζάχαρης εκτός ποσοστώσεως η οποία δεν έχει εξαχθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου που έπεται του τέλους της οικείας περιόδου εμπορίας.
36 Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Sόdzucker, η απόδειξη της εξαγωγής της ζάχαρης Γ διά της προσκομίσεως του αντιτύπου ελέγχου Τ αριθ. 5 ή δικαιολογητικών εγγράφων που αναγνωρίζονται ως ισότιμα υπό την έννοια του άρθρου 31 του κανονισμού 3183/80 δεν αρκεί προς απόδειξη της τηρήσεως όλων των προϋποθέσεων που συνδέονται με την εξαγωγή της ζάχαρης Γ.
37 Πράγματι, για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει το καθεστώς των ποσοστώσεων, οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους αξιόπιστα και σαφή στοιχεία, αποδεικνύοντα ότι η εξαγωγή πραγματοποιείται από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου παρήχθη η προοριζόμενη για εξαγωγή ζάχαρη, ότι η οικεία ποσότητα ζάχαρης εξήχθη ως λευκή ζάχαρη ή ως ακατέργαστη ζάχαρη μη μετουσιωμένη, ότι δεν εμπίπτει στις ποσοστώσεις Α και Β που έχουν χορηγηθεί στην οικεία επιχείρηση και ότι η εξαγωγή πραγματοποιήθηκε πριν από την 1η Ιανουαρίου που έπεται του τέλους της οικείας περιόδου εμπορίας (βλ. άρθρο 1 του κανονισμού 2670/81).
38 ύΟμως, το πιστοποιητικό εξαγωγής που φέρει τις απαιτούμενες θεωρήσεις και μνείες περί καταχωρίσεως που γίνονται κατά την εκπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων είναι εκείνο ακριβώς που βεβαιώνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές. ςΕτσι, ο κανονισμός 2630/81 περιορίζει, όσον αφορά τη ζάχαρη Γ, την ισχύ του πιστοποιητικού εξαγωγής από το έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο έχει παραχθεί η ζάχαρη (άρθρο 3) και εξαρτά την έκδοση του πιστοποιητικού από την εκ μέρους του παρασκευαστή απόδειξη ότι η ποσότητα για την οποία ζητείται το πιστοποιητικό ή η ισοδύναμη ποσότητα έχει όντως παραχθεί πέραν των ποσοστώσεων Α και Β της οικείας επιχειρήσεως (άρθρο 4). Οι καταχωρίσεις που μνημονεύονται επί του πιστοποιητικού εξαγωγής παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις εξαχθείσες ποσότητες, ενώ οι λοιπές τελωνειακές ενδείξεις επιβεβαιώνουν τον τόπο προελεύσεως και τον τόπο προορισμού της εν λόγω ζάχαρης, καθώς και την ημερομηνία της εξαγωγής της. ςΕτσι, σύμφωνα με το άρθρο 29, στοιχείο ββ, του κανονισμού 3183/80, η υποχρέωση εξαγωγής θεωρείται εκπληρωθείσα την ημέρα της εκπληρώσεως των αναφερομένων στο άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, του ιδίου αυτού κανονισμού τελωνειακών διατυπώσεων, οι οποίες συνίστανται, όσον αφορά τη ζάχαρη Γ, στην προσκόμιση του πιστοποιητικού εξαγωγής στην αρμόδια τελωνειακή υπηρεσία, ώστε να καταχωριστούν οι εξαγόμενες ποσότητες και να αναγραφούν οι λοιπές ενδείξεις.
39 Αντιθέτως, ούτε το αντίτυπο ελέγχου Τ αριθ. 5 ούτε τα δικαιολογητικά έγγραφα που εξομοιώνονται με αυτό μπορούν να παράσχουν τις πληροφορίες που αναγράφονται επί του πιστοποιητικού που φέρει τις απαιτούμενες μνείες περί καταχωρίσεως και θεωρήσεις του αρμοδίου τελωνείου. Ενδεικτικά, το αντίτυπο ελέγχου Τ αριθ. 5 αποδεικνύει μόνον ότι η αναγραφόμενη στο έγγραφο ποσότητα ζάχαρης εγκατέλειψε το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, χωρίς ωστόσο να περιλαμβάνει ενδείξεις σχετικά με την τήρηση των ειδικών προϋποθέσεων που συνδέονται με την εξαγωγή της ζάχαρης Γ.
40 Κατ' αρχάς, δεν περιέχει ενδείξεις σχετικά με τον παραγωγό της ζάχαρης που εξάγεται εκτός Κοινότητας και δεν επιτρέπει να διαπιστώνεται αν η ζάχαρη αυτή προέρχεται πράγματι από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου παρήχθη. Επιπλέον, από το αντίτυπο ελέγχου Τ αριθ. 5 δεν προκύπτει αν, όπως απαιτεί η εφαρμοστέα ρύθμιση, η ζάχαρη Γ εξήχθη πριν από την 1η Ιανουαρίου που έπεται του τέλους της περιόδου εμπορίας κατά τη διάρκεια της οποίας παρήχθη. Τέλος, το αντίτυπο ελέγχου Τ αριθ. 5 δεν παρέχει δυνατότητα καταχωρίσεως των εξαχθεισών ποσοτήτων ζάχαρης, ενώ η καταχώριση αυτή αποδεικνύει ότι ο παραγωγός εκπλήρωσε την υποχρέωσή του εξαγωγής, η οποία επιβάλλεται προς διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του καθεστώτος των ποσοστώσεων.
41 Πρέπει να προστεθεί ότι, αν γίνονταν δεκτά και άλλα μέσα αποδείξεως, όπως τα πιστοποιητικά φορτώσεως, αφού τα εν λόγω προϋόντα θα είχαν ήδη εξαχθεί, τούτο θα στερούσε τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές από κάθε δυνατότητα ελέγχου του υποστατού των ενδείξεων που αναγράφονται σε τέτοια έγγραφα και θα συνεπαγόταν δυσανάλογες διοικητικές δαπάνες για τα κράτη μέλη που θα έπρεπε να προβούν στην εκτίμηση των αποδείξεων αυτών (βλ., υπό την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Μαου 1984 στην υπόθεση 15/83, Denkavit Nederland, Συλλογή 1984, σ. 2171, σκέψη 30).
42 Επομένως, η Επιτροπή ορθώς θεώρησε ότι η προσκόμιση του φέροντος τις απαιτούμενες μνείες περί καταχωρίσεως και θεωρήσεις πιστοποιητικού εξαγωγής είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της τηρήσεως των προϋποθέσεων σε σχέση με την εξαγωγή της ζάχαρης Γ.
43 Υπό τις συνθήκες αυτές, η τήρηση των τελωνειακών διατυπώσεων που προβλέπονται για την εξαγωγή της ζάχαρης Γ πρέπει να θεωρείται ως αποτελούσα, όπως και η ίδια η εξαγωγή, μια από τις κύριες υποχρεώσεις που επιβάλλει το εν λόγω καθεστώς, στο μέτρο που οι διατυπώσεις αυτές δεν προορίζονται μόνο να διευκολύνουν τις διοικητικές διαδικασίες, αλλά είναι επίσης αναγκαίες για την ομαλή λειτουργία του καθεστώτος των ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης. Επομένως, δεν μπορεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των δευτερευουσών υποχρεώσεων, οι οποίες είναι κατ' ουσίαν διοικητικής φύσεως και των οποίων η μη τήρηση δεν μπορεί να επισύρει εξίσου αυστηρές κυρώσεις με την παράβαση μιας κύριας υποχρεώσεως, χωρίς τούτο να συνεπάγεται την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
44 Κατά συνέπεια, στο αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του κανονισμού 2670/81, σε συνδυασμό με τον κανονισμό 3183/80.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
45 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 19ης Μαρτίου 1996 το Bundesfinanzhof, αποφαίνεται:
Από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 2670/81 της Επιτροπής, της 14ης Σεπτεμβρίου 1981, περί θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής για την εκτός ποσοστώσεως παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης, σε συνδυασμό με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3183/80 της Επιτροπής, της 3ης Δεκεμβρίου 1980, περί κοινών τρόπων εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϋόντα.
Full & Egal Universal Law Academy