Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Προσφυγή ακυρώσεως - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - Πράξεις εκδιδόμενες βάσει του άρθρου Κ.3, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση - Όρια
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 100 Γ και 173· Συνθήκη για την Ευρωπαϋκή Ένωση, άρθρα Κ.3 § 2, Λ και Μ)
2 Προσέγγιση των νομοθεσιών - Άρθρο 100 Γ της Συνθήκης ΕΚ - Πεδίο εφαρμογής - Σύστημα θεωρήσεων διελεύσεως μέσω αερολιμένων - Δεν εμπίπτει - Ζήτημα που αφορά κοινή δράση κατά την έννοια του άρθρου Κ.3, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 3, στοιχείο δδ, και 100 Γ § 1· Συνθήκη για την Ευρωπαϋκή Ένωση, άρθρο Κ.3 § 2)
Περίληψη
1 Από το άρθρο Μ της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση προκύπτει ότι διάταξη όπως το άρθρο Κ.3, παράγραφος 2, η οποία προβλέπει τη θέσπιση κοινών δράσεων από το Συμβούλιο στους τομείς που απαριθμούνται στο άρθρο Κ.1, δεν επηρεάζει τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ. Όμως, κατά το άρθρο Λ της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση, οι διατάξεις σχετικά με την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και με την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής έχουν εφαρμογή όσον αφορά το άρθρο Μ. Επομένως, εναπόκειται στο Δικαστήριο να μεριμνά ώστε οι πράξεις τις οποίες το Συμβούλιο διατείνεται ότι εμπίπτουν στο άρθρο Κ.3, παράγραφος 2, να μη θίγουν τις αρμοδιότητες τις οποίες οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ απονέμουν στην Κοινότητα.
Επομένως, όταν επιλαμβάνεται προσφυγής με την οποία επιδιώκεται να αναγνωρισθεί ότι πράξη του Συμβουλίου, θεσπισθείσα βάσει του άρθρου Κ.3, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση εμπίπτει, λόγω του αντικειμένου της, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 100 Γ της Συνθήκης ΕΚ, οπότε θα έπρεπε να στηρίζεται σ' αυτή τη διάταξη, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να προβεί στην εξέταση του περιεχομένου της πράξεως υπό το πρίσμα του άρθρου 100 Γ της Συνθήκης ΕΚ, για να εξακριβώσει αν η πράξη θίγει την αρμοδιότητα της Κοινότητας βάσει της διατάξεως αυτής.
2 Ερμηνευόμενη υπό το φως του άρθρου 3, στοιχείο δδ, της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο αναφέρει, μεταξύ των δράσεων της Κοινότητας για τους σκοπούς που απαριθμούνται στο άρθρο 2, τη δράση που περιλαμβάνει «μέτρα σχετικά με την είσοδο και την κυκλοφορία των προσώπων στην εσωτερική αγορά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 100 Γ», η έκφραση «διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών», του άρθρου 100 Γ, παράγραφος 1, αφορά την εντός αεροδρομίου διέλευση των συνόρων αυτών από σταθμό μεθοριακού ελέγχου, που παρέχει τη δυνατότητα στον κάτοχο της σχετικής θεωρήσεως να εισέλθει και να κυκλοφορήσει εντός της εσωτερικής αγοράς.
Όμως, η θεώρηση διελεύσεως μέσω αερολιμένα, που προβλέφθηκε από την κοινή δράση την οποία θέσπισε το Συμβούλιο βάσει του άρθρου Κ.3, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση, δεν παρέχει στον κάτοχό της το δικαίωμα να διέλθει τα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών κατά την έννοια του άρθρου 100 Γ της Συνθήκης ΕΚ. Επομένως, η προαναφερθείσα κοινή δράση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-170/96,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Pieter van Nuffel, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από το
Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τον Johann Schoo, προϋστάμενο τμήματος στη Νομική Υπηρεσία, και τον Josι-Luis Rufas Quitana, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Γενική Γραμματεία του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, Kirchberg,
παρεμβαίνον,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, εκπροσωπουμένου από τους Julian Schutte, διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και Michael Bishop, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Alessandro Morbilli, γενικό διευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϋκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer,
καθού,
υποστηριζομένου από
το Βασίλειο της Δανίας, εκπροσωπούμενο από τον Peter Biering, προϋστάμενο τμήματος στο Υπουργείο Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Δανίας, 4, boulevard Royal,
τη Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη, αρχικά, από την Catherine de Salins, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και, στη συνέχεια, από την Kareen Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια στην ίδια διεύθυνση, και τον Claude Chavance, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στην ίδια διεύθυνση, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Γαλλίας, 8 B, boulevard Joseph II, και
το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τον John E. Collins, Assistant Treasury Solicitor, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Ηνωμένου Βασιλείου, 14, boulevard Roosevelt,
παρεμβαίνοντες,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της κοινής δράσεως, της 4ης Μαρτίου 1996, που θέσπισε το Συμβούλιο βάσει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση, σχετικά με το καθεστώς διέλευσης μέσω αερολιμένων (96/197/ΔΕΥ) (ΕΕ L 63, σ. 8),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, C. Gulmann, H. Ragnemalm, M. Wathelet και R. Schintgen, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida, P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), J. L. Murray, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet, G. Hirsch, P. Jann, L. Sevσn και K. M. Ιωάννου, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 9ης Δεκεμβρίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Φεβρουαρίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Μαου 1996, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ, την ακύρωση της κοινής δράσεως, της 4ης Μαρτίου 1996, που θέσπισε το Συμβούλιο βάσει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση, σχετικά με το καθεστώς διέλευσης μέσω αερολιμένων (96/197/ΔΕΥ) (ΕΕ L 63, σ. 8, στο εξής: δράση).
2 Από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της πράξεως αυτής προκύπτει ότι σκοπός της είναι η εναρμόνιση των πολιτικών των κρατών μελών σχετικά με τις θεωρήσεις διελεύσεως μέσω αερολιμένα, ώστε να ελέγχονται οι αεροπορικές αφίξεις ατόμων, οι οποίες αποτελούν σημαντικό τρόπο εισόδου με σκοπό ιδίως την παράνομη εγκατάσταση στο έδαφος των κρατών μελών, ιδιαίτερα προκειμένου για αιτήσεις εισόδου ή για de facto εισόδους στο πλαίσιο διελεύσεως μέσω αερολιμένων.
3 Το άρθρο 1 της πράξεως ορίζει τη θεώρηση διελεύσεως μέσω αερολιμένα ως την «άδεια την οποία απαιτείται να έχουν οι υπήκοοι ορισμένων τρίτων χωρών, κατ' εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης διέλευσης που εθέσπισε το παράρτημα 9 της σύμβασης του Σικάγου για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία [που υπεγράφη στις 7 Δεκεμβρίου 1944 (Συλλογή συνθηκών των Ηνωμένων Εθνών, τόμος 15, Νο 102)], όταν πρόκειται να διέλθουν από τη διεθνή ζώνη αερολιμένων των κρατών μελών».
4 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της πράξεως ορίζει ότι «Η θεώρηση διέλευσης μέσω αερολιμένα χορηγείται από τις προξενικές υπηρεσίες των κρατών μελών.» Το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της πράξεως ορίζει τις κύριες προϋποθέσεις για τη χορήγηση θεωρήσεων διελεύσεως μέσω αερολιμένα. Οι οικείες αρχές πρέπει ιδίως να «βεβαιώνονται ότι η αίτηση για θεώρηση διέλευσης μέσω αερολιμένα είναι δικαιολογημένη, λαμβάνοντας υπόψη τα έγγραφα που προσκομίζονται από τον αιτούντα, και ότι αυτά τα έγγραφα εξασφαλίζουν στο μέτρο του δυνατού, ιδίως με την προσκόμιση θεώρησης όταν απαιτείται, την είσοδο στη χώρα τελικού προορισμού».
5 Το άρθρο 3 της πράξεως ορίζει ότι «Κάθε κράτος μέλος απαιτεί θεώρηση διέλευσης μέσω αερολιμένα από τους υπηκόους των τρίτων χωρών που απαριθμούνται στον κοινό κατάλογο του παραρτήματος κατά τη διέλευσή τους από τις διεθνείς ζώνες των ευρισκομένων στην επικράτειά τους αερολιμένων εάν [δεν] διαθέτουν ήδη θεώρηση εισόδου ή διέλευσης σε αυτό το κράτος μέλος.»
6 Το άρθρο 4 της πράξεως παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να προβλέπουν εξαιρέσεις από την υποχρέωση των ενδιαφερομένων να έχουν θεώρηση διελεύσεως μέσω αερολιμένα. Οι σχετικές εξαιρέσεις αφορούν όχι μόνο «τα μέλη των πληρωμάτων αεροσκαφών και πλοίων» και «τους κατόχους διπλωματικών διαβατηρίων, επισήμων ή υπηρεσιακών», αλλά και «τους κατόχους αδειών διαμονής ή εγγράφων ισοδυνάμου αποτελέσματος εκδοθέντων από κράτος μέλος» και «τους κατόχους θεωρήσεων που έχουν εκδοθεί από κράτος μέλος ή από κράτος που συμμετέχει στη συμφωνία για τον Ευρωπαϋκό Οικονομικό Ξώρο».
7 Το άρθρο 5 της πράξεως ορίζει ότι «Κάθε κράτος μέλος αποφασίζει αν πρέπει να απαιτεί θεώρηση διέλευσης μέσω αερολιμένα από τους υπηκόους χωρών που δεν αναγράφονται στον κοινό κατάλογο του παραρτήματος», ενώ το άρθρο 6 ορίζει ότι «Κάθε κράτος μέλος καθορίζει το καθεστώς διέλευσης μέσω αερολιμένα που ισχύει για τους απάτριδες και τους έχοντες το καθεστώς πρόσφυγα.»
8 Τέλος, το άρθρο 7 της πράξεως προβλέπει την προθεσμία ανακοινώσεως των μέτρων που λαμβάνονται μετά την έναρξη της ισχύος της πράξεως αυτής και το άρθρο 10 ορίζει την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της ως άνω πράξεως, καθώς και τη συμπληρωματική προθεσμία που χορηγείται στα κράτη μέλη των οποίων η νομοθεσία δεν προβλέπει ακόμη τη θεώρηση διελεύσεως μέσω αερολιμένων.
9 Με την προσφυγή της η Επιτροπή επιδιώκει να αναγνωρισθεί ότι το Συμβούλιο, θεσπίζοντας την πράξη βάσει του άρθρου Κ.3, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση, παρέβη το άρθρο 100 Γ της Συνθήκης ΕΚ.
10 Το άρθρο 100 Γ, παράγραφοι 1 και 3, ορίζει:
«1. Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα μετά από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο, καθορίζει τις τρίτες χώρες των οποίων οι υπήκοοι πρέπει να διαθέτουν θεώρηση για να διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών.
(...)
3. Από την 1η Ιανουαρίου 1996, το Συμβούλιο λαμβάνει με ειδική πλειοψηφία τις αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Το Συμβούλιο, πριν από την ημερομηνία αυτή, θεσπίζει, με ειδική πλειοψηφία και μετά από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο, τα μέτρα που αφορούν τη θεώρηση ενιαίου τύπου.»
11 Με διάταξη του Προέδρου της 13ης Νοεμβρίου 1996, επετράπη στο Κοινοβούλιο να παρέμβει υπέρ της Επιτροπής. Με διατάξεις της 19ης, της 20ής και της 27ης Νοεμβρίου 1996, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου επέτρεψε, αντίστοιχα, στη Γαλλική Δημοκρατία, στο Βασίλειο της Δανίας και στο Ηνωμένο Βασίλειο να παρέμβουν υπέρ του Συμβουλίου.
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
12 Το Ηνωμένο Βασίλειο διατείνεται ότι το Δικαστήριο είναι δυνάμει του άρθρο Λ της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση αναρμόδιο να επιληφθεί της προσφυγής της Επιτροπής, καθόσον η πράξη, δεδομένου ότι εκδόθηκε βάσει του άρθρου Κ.3, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των πράξεων τις οποίες μπορεί να ακυρώσει το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ.
13 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί καταρχάς ότι με την προσφυγή της Επιτροπής επιδιώκεται να αναγνωριστεί ότι η πράξη του Συμβουλίου εμπίπτει, βάσει του αντικειμένου της, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 100 Γ της Συνθήκης, οπότε θα έπρεπε να στηρίζεται σ' αυτή τη διάταξη.
14 Στη συνέχεια, πρέπει να σημειωθεί ότι από το άρθρο Μ της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση προκύπτει ότι διάταξη όπως το άρθρο Κ.3, παράγραφος 2, η οποία προβλέπει τη θέσπιση κοινών δράσεων από το Συμβούλιο στους τομείς που απαριθμούνται στο άρθρο Κ.1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση, δεν επηρεάζει τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ.
15 Όμως, κατά το άρθρο Λ της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση, οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και με την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής έχουν εφαρμογή όσον αφορά το άρθρο Μ της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση.
16 Επομένως, εναπόκειται στο Δικαστήριο να μεριμνά ώστε οι πράξεις τις οποίες το Συμβούλιο διατείνεται ότι εμπίπτουν στο άρθρο Κ.3, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση να μη θίγουν τις αρμοδιότητες τις οποίες οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ απονέμουν στην Κοινότητα.
17 Επομένως, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να προβεί στην εξέταση του περιεχομένου της πράξεως υπό το πρίσμα του άρθρου 100 Γ της Συνθήκης ΕΚ, για να εξακριβώσει αν η πράξη θίγει την αρμοδιότητα της Κοινότητας βάσει της διατάξεως αυτής και για να την ακυρώσει, εφόσον αποδειχθεί ότι η εν λόγω πράξη έπρεπε να στηριχθεί στο άρθρο 100 Γ της Συνθήκης ΕΚ.
18 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο προς εξέταση της προσφυγής της Επιτροπής.
Επί της ουσίας
19 Κατά την Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Κοινοβούλιο, η έκφραση «διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών» στο άρθρο 100 Γ της Συνθήκης αφορά την είσοδο των υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφος των κρατών μελών. Συναφώς, ισχυρίζεται ότι η διέλευση από τη διεθνή ζώνη αεροδρομίου κράτους μέλους πρέπει να θεωρείται ως είσοδος στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού, δεδομένου ότι οι ταξιδιώτες οι οποίοι ευρίσκονται στη διεθνή ζώνη διήλθαν οπωσδήποτε τα σύνορα του οικείου κράτους μέλους. Επομένως, κατά την Επιτροπή, στην περίπτωση της διελεύσεως από τη διεθνή ζώνη αεροδρομίου, πληρούται το κριτήριο της διελεύσεως των εξωτερικών συνόρων που προβλέπει το άρθρο 100 Γ, οπότε, δυνάμει της ως άνω διατάξεως, η Κοινότητα είναι αρμόδια προς θέσπιση κανόνων σχετικών με το καθεστώς της διελεύσεως μέσω αερολιμένων.
20 Αντιθέτως, το Συμβούλιο, καθώς και οι Κυβερνήσεις της Γαλλίας, της Δανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, θεωρούν ότι το άρθρο 100 Γ αφορά τη διέλευση μεθοριακού σταθμού ελέγχου. Εφόσον η θεώρηση διελεύσεως μέσω αερολιμένων δεν παρέχει τη δυνατότητα στον κατοχό της να διέλθει τα σύνορα του κράτους από το οποίο διέρχεται ώστε να εισέλθει και να κυκλοφορήσει στο έδαφος του ως άνω κράτους μέλους, όπως προκύπτει από την πράξη, από αυτό συνάγεται ότι η αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων στον τομέα της διελεύσεως μέσω αερολιμένων δεν εμπίπτει στο άρθρο 100 Γ της Συνθήκης.
21 Προς προσδιορισμό του περιεχομένου της εκφράσεως «διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών» του άρθρου 100 Γ, παράγραφος 1, της Συνθήκης, οι λέξεις αυτές πρέπει να ερμηνευθούν υπό το φως του άρθρου 3, στοιχείο δδ, της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο αναφέρει, μεταξύ των δράσεων της Κοινότητας για τους σκοπούς που απαριθμούνται στο άρθρο 2, τη δράση που περιλαμβάνει «μέτρα σχετικά με την είσοδο και την κυκλοφορία των προσώπων στην εσωτερική αγορά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 100 Γ».
22 Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το άρθρο 100 Γ της Συνθήκης δεν αφορά μέτρα σχετικά με τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών από υπηκόους τρίτων χωρών παρά μόνον εφόσον τα μέτρα αυτά αφορούν την είσοδο και την κυκλοφορία στην εσωτερική αγορά των ως άνω υπηκόων, οι οποίοι οφείλουν προς τούτο να διαθέτουν σχετική θεώρηση.
23 Όμως, η είσοδος και η κυκλοφορία υπηκόου τρίτης χώρας εντός της εσωτερικής αγοράς σημαίνει οπωσδήποτε όχι μόνον ότι το άτομο αυτό ευρίσκεται στο έδαφος κράτους μέλους αλλά και ότι έλαβε τη σχετική άδεια να κυκλοφορεί στο έδαφος αυτό. Όσον αφορά την είσοδο στο έδαφος κράτους μέλους μέσω αεροδρομίου, η εν λόγω άδεια κυκλοφορίας σημαίνει ότι ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να διέλθει από τον μεθοριακό σταθμό ελέγχου της διεθνούς ζώνης του αεροδρομίου του κράτους μέλους αυτού.
24 Επομένως, το άρθρο 100 Γ, παράγραφος 1, της Συνθήκης αφορά μόνον τις θεωρήσεις οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα στους κατόχους τους να διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα κράτους μέλους από τέτοια σημεία διελεύσεως με σκοπό να διαμείνουν ή να ταξιδεύσουν εντός της εσωτερικής αγοράς κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι θεωρήσεις αυτές.
25 Η ερμηνεία αυτή δεν αποδυναμώνεται από τη διαπίστωση ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, μια θεώρηση, κατά την έννοια του άρθρου 100 Γ της Συνθήκης, δεν παρέχει στον κάτοχό της το δικαίωμα να κυκλοφορεί ελεύθερα στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς και ότι, μάλιστα, το κράτος μέλος που τη χορηγεί έχει τη δυνατότητα να περιορίζει το δικαίωμα αυτό στην κυκλοφορία στο δικό του έδαφος ή, δυνάμει συμφωνιών τις οποίες συνάπτει με άλλα κράτη μέλη, στο σύνολο των εδαφών των οικείων κρατών.
26 Επομένως, η έκφραση «διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών», του άρθρου 100 Γ, παράγραφος 1, ερμηνευόμενη υπό το φως του άρθρου 3, στοιχείο δδ, της Συνθήκης, αφορά την εντός αεροδρομίου διέλευση των συνόρων αυτών από σταθμό μεθοριακού ελέγχου, που παρέχει τη δυνατότητα στον κάτοχο της σχετικής θεωρήσεως να εισέλθει και να κυκλοφορήσει εντός της εσωτερικής αγοράς.
27 Η εξέταση του αν η πράξη έπρεπε να στηριχθεί στο άρθρο 100 Γ πρέπει να γίνει λαμβανομένων υπόψη αυτών των παρατηρήσεων.
28 Δυνάμει του άρθρου 1 της πράξεως, η θεώρηση διελεύσεως μέσω αερολιμένα είναι η άδεια την οποία απαιτείται να έχουν οι υπήκοοι ορισμένων τρίτων χωρών για να διέλθουν από τη διεθνή ζώνη των αερολιμένων των κρατών μελών.
29 Κατά το γράμμα του άρθρου 1, καθώς και κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη της πράξεως, η υποχρέωση των ενδιαφερομένων να έχουν θεώρηση διελεύσεως μέσω αερολιμένα συνιστά εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης διελεύσεως από τη διεθνή ζώνη των αερολιμένων που θεσπίζεται με το παράρτημα 9 της προαναφερθείσας συμβάσεως του Σικάγου.
30 Η θεώρηση διελεύσεως μέσω αερολιμένα αφορά την κατάσταση επιβάτη αεροσκάφους προερχομένου από τρίτη χώρα, ο οποίος παραμένει στον αερολιμένα του κράτους μέλους στο οποίο προσγειώθηκε το αεροσκάφος για να επιβιβαστεί στο ίδιο αεροσκάφος ή σε άλλο αεροσκάφος με προορισμό άλλη τρίτη χώρα. Η βάσει του άρθρου 1 της πράξεως επιβολή στους ενδιαφερομένους της υποχρεώσεως να έχουν σχετική θεώρηση προϋποθέτει, επομένως, ότι ο κάτοχος της θεωρήσεως παραμένει στη διεθνή ζώνη του εν λόγω αερολιμένα χωρίς να δικαιούται να κυκλοφορήσει στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού.
31 Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το άρθρο 3 της πράξεως, από το οποίο προκύπτει ότι η υποχρέωση των ενδιαφερομένων να έχουν θεώρηση διελεύσεως μέσω αερολιμένα δεν ισχύει για τους υπηκόοους τρίτων χωρών οι οποίοι, κατά τη διέλευσή τους από τις διεθνείς ζώνες των αεροδρομίων που ευρίσκονται στο έδαφος των κρατών μελών, έχουν ήδη θεώρηση εισόδου ή θεώρηση διελεύσεως.
32 Επομένως, η θεώρηση διελεύσεως μέσω αερολιμένα δεν παρέχει στον κάτοχό της το δικαίωμα να διέλθει τα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών κατά την έννοια του άρθρου 100 Γ της Συνθήκης ΕΚ
. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η πράξη δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
33 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
34 Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
35 Το Βασίλειο της Δανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και το Κοινοβούλιο, που άσκησαν παρέμβαση, φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
3) Το Βασίλειο της Δανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, καθώς και το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο φέρουν τα δικά τους έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy