Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Φορολογικές διατάξεις - Εναρμόνιση των νομοθεσιών - Φόροι κύκλου εργασιών - Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας - Εισαγωγή αγαθών - Είσοδος στο εσωτερικό της Κοινότητας - Έννοια - Είσοδος σε κράτος μέλος αγαθού προελεύσεως Ολλανδικών Αντιλλών - Υπαγωγή
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 227· οδηγία 77/388 του Συμβουλίου, άρθρο 7 § 1· απόφαση 91/482 του Συμβουλίου)
Περίληψη
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3 και 7 της έκτης οδηγίας 77/388 περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών, προκύπτει ότι η έννοια «εσωτερικό της Κοινότητας» αντιστοιχεί στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης, όπως ορίζεται, για κάθε κράτος μέλος, στο άρθρο 227 της Συνθήκης. Όμως, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, για τις υπερπόντιες χώρες και εδάφη (ΥΞΕ), περιλαμβανομένων των Ολλανδικών Αντιλλών, ισχύει το ιδιαίτερο καθεστώς συνδέσεως που ορίζεται στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης. Στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού, οι γενικές διατάξεις της Συνθήκης δεν έχουν εφαρμογή επί των ΥΞΕ όταν δεν γίνεται ρητή αναφορά στις διατάξεις αυτές. Επομένως, για τον σκοπό εφαρμογής της έκτης οδηγίας η είσοδος σε κράτος μέλος αγαθού προελεύσεως Ολλανδικών Αντιλλών δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ενδοκοινοτική πράξη, εκτός αν το ορίζει ειδική διάταξη. Εφόσον ουδεμία διάταξη αυτού του είδους περιλαμβάνεται στην έκτη οδηγία ούτε στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης ούτε στην απόφαση 91/482 σχετικά με τη σύνδεση των υπερποντίων χωρών και εδαφών, για τον σκοπό εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 1, της έκτης οδηγίας η είσοδος σε κράτος μέλος αγαθού προελεύσεως Ολλανδικών Αντιλλών πρέπει να χαρακτηριστεί ως είσοδος στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-181/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Ξώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
A. J. van der Kooy
και
Staatssecretaris van Financiλn,
"η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 132, παράγραφος 1, και 227 της Συνθήκης ΕΚ, καθώς και του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/680/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1991, για τη συμπλήρωση του κοινού συστήματος φόρου προστιθεμένης αξίας και την τροποποίηση, ενόψει της καταργήσεως των φορολογικών συνόρων, της οδηγίας 77/388 (ΕΕ L 376, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida, C. Gulmann, D. A. O. Edward (εισηγητή) και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο A. J. van der Kooy, εκπροσωπούμενος από τους G. J. Jansen και G. J. van Slooten, δικηγόρους φορολογικών υποθέσεων,
- η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. G. Lammers, αναπληρωτή νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Κ. Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και την A. de Bourgoing, chargι de mission στην ίδια διεύθυνση,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον B. J. Drijber, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον M. Fierstra, αναπληρωτή νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την A. de Bourgoing, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον P. van Nuffel, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, κατά τη συνεδρίαση της 12ης Μαρτίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Απριλίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 7ης Μαου 1997, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Μαου 1997, το Hoge Raad der Nederlanden υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 132, παράγραφος 1, και 227 της ίδιας Συνθήκης, καθώς και του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/680/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1991, για τη συμπλήρωση του κοινού συστήματος φόρου προστιθεμένης αξίας και την τροποποίηση, ενόψει της καταργήσεως των φορολογικών συνόρων, της οδηγίας 77/388 (ΕΕ L 376, σ. 1, στο εξής: έκτη οδηγία).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο προσφυγής που ο A. J. van der Kooy άσκησε κατά της πράξεως επιβολής φόρου προστιθεμένης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ) την οποία η ολλανδική φορολογική αρχή εξέδωσε εις βάρος του για τη φορολόγηση ενός πλοίου προελεύσεως Ολλανδικών Αντιλλών.
Το κοινοτικό δίκαιο
3 Το άρθρο 227 της Συνθήκης ορίζει το εδαφικό πεδίο εφαρμογής της απαριθμώντας στην παράγραφο 1 τα κράτη μέλη, στα οποία περιλαμβάνεται το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών. Οι Ολλανδικές Αντίλλες αποτελούν μέρος του βασιλείου αυτού.
4 Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 227 της Συνθήκης, με το «Πρωτόκολλο περί εφαρμογής της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας στα μη ευρωπαϋκά τμήματα του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών», της 25ης Μαρτίου 1957, η Κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών έλαβε το δικαίωμα να επικυρώσει τη Συνθήκη μόνο για το ευρωπαϋκό τμήμα του Βασιλείου και την ολλανδική Νέα Γουινέα.
5 Το άρθρο 227, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ορίζει ότι «Για τις υπερπόντιες χώρες και εδάφη που αναφέρονται στο παράρτημα IV της παρούσας Συνθήκης ισχύει το ιδιαίτερο καθεστώς συνδέσεως που ορίζεται στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης».
6 Στην αρχή, οι Ολλανδικές Αντίλλες δεν περιλαμβάνονταν στο εν λόγω παράρτημα. Περιελήφθησαν σ' αυτό με τη σύμβαση 64/533/ΕΟΚ, της 13ης Νοεμβρίου 1962, περί αναθεωρήσεως της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας προκειμένου να ισχύσει στις Ολλανδικές Αντίλλες το ιδιαίτερο καθεστώς συνδέσεως που ορίζεται στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης αυτής (ΕΕ ξενόγλωσση έκδοση, 150, σ. 2414), η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 1964.
7 Το τέταρτο μέρος της Συνθήκης φέρει τον τίτλο «Η σύνδεση των υπερποντίων χωρών και εδαφών».
8 Κατά το άρθρο 131, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ, «Τα κράτη μέλη συμφωνούν να συνδέσουν με την Κοινότητα τις μη ευρωπαϋκές χώρες και εδάφη που διατηρούν ιδιαίτερες σχέσεις με το Βέλγιο, τη Δανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, τις Κάτω Ξώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτές οι χώρες και τα εδάφη, που αναφέρονται ακολούθως "ως χώρες και εδάφη", απαριθμούνται στο παράρτημα IV της παρούσας Συνθήκης.»
9 Το άρθρο 132 της Συνθήκης ορίζει:
«Η σύνδεση έχει τους εξής σκοπούς.
1. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν στις εμπορικές τους συναλλαγές με τις χώρες και τα εδάφη το καθεστώς που διέπει τις μεταξύ τους σχέσεις δυνάμει της παρούσας Συνθήκης».
10 Το άρθρο 133 της Συνθήκης ΕΚ διευκρινίζει:
«1. Καταργούνται πλήρως οι δασμοί κατά την εισαγωγή στα κράτη μέλη των καταγομένων εμπορευμάτων από τις χώρες και εδάφη, σύμφωνα με την προοδευτική κατάργηση των δασμών μεταξύ των κρατών μελών, όπως προβλέπεται στην παρούσα Συνθήκη.
2. Οι εισαγωγικοί δασμοί που επιβάλλει κάθε χώρα και έδαφος επί προϋόντων των κρατών μελών και των άλλων χωρών και εδαφών καταργούνται προοδευτικώς κατά τα άρθρα 12, 13, 14, 15 και 17».
11 Το άρθρο 136 της Συνθήκης ΕΚ ορίζει:
«Κατά τη διάρκεια μιας πρώτης περιόδου πέντε ετών από την έναρξη της ισχύος της παρούσας Συνθήκης, οι τρόποι και η διαδικασία της συνδέσεως των χωρών και εδαφών με την Κοινότητα καθορίζονται από τη σχετική σύμβαση εφαρμογής που προσαρτάται στην παρούσα Συνθήκη.
Προ της λήξεως της προβλεπομένης στην ανωτέρω παράγραφο συμβάσεως, το Συμβούλιο καθορίζει ομοφώνως, βάσει των επιτευχθέντων αποτελεσμάτων και των αρχών της παρούσας Συνθήκης, τις διατάξεις που πρέπει να προβλεφθούν για μια νέα περίοδο.»
12 Βάσει του άρθρου 136, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, το Συμβούλιο εξέδωσε σειρά αποφάσεων σχετικά με τη σύνδεση των υπερποντίων χωρών και εδαφών (στο εξής: ΥΞΕ) με την Ευρωπαϋκή Οικονομική Κοινότητα. Η απόφαση 91/482/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη σύνδεση των υπερποντίων χωρών και εδαφών με την Ευρωπαϋκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΕ L 263, σ. 1, στο εξής: έκτη απόφαση ΥΞΕ), ισχύει για περίοδο δέκα ετών από την 1η Μαρτίου 1990. Δεν περιέχει φορολογικές διατάξεις.
13 Το άρθρο 101 της έκτης αποφάσεως ΥΞΕ ορίζει:
«1. Τα προϋόντα καταγωγής των ΥΞΕ εισάγονται στην Κοινότητα άνευ δασμών και φόρων ισοδύναμου αποτελέσματος.
2. Τα προϋόντα που δεν κατάγονται από τις ΥΞΕ, βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία στις ΥΞΕ και επανεξάγονται ως έχουν προς την Κοινότητα, εισάγονται στην Κοινότητα απαλλαγμένα από δασμούς και φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος υπό την προϋπόθεση ότι:
- έχουν καταβληθεί στην οικεία ΥΞΕ δασμοί ή φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος του ιδίου ύψους ή μεγαλύτεροι από τους δασμούς που επιβάλλονται στην Κοινότητα κατά την εισαγωγή αυτών των ιδίων προϋόντων, καταγωγής τρίτων χωρών, στα οποία εφαρμόζεται η ρήτρα του πλέον ευνοουμένου κράτους,
- δεν έχουν τύχει απαλλαγής ή επιστροφής, ολικώς ή μερικώς, δασμών ή φορολογικών επιβαρύνσεων,
- συνοδεύονται από πιστοποιητικό εξαγωγής.
(...)»
14 Το άρθρο 102 της έκτης αποφάσεως ΥΞΕ απαγορεύει την επιβολή ποσοτικών περιορισμών ή μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την εισαγωγή προϋόντων καταγωγής ΥΞΕ.
15 Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, της έκτης οδηγίας, οι εισαγωγές αγαθών υπόκεινται σε ΦΠΑ.
16 Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, ως «εισαγωγή αγαθού» νοείται:
«α) η είσοδος, στο εσωτερικό της Κοινότητας, ενός αγαθού που δεν πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης (...)».
17 Το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της έκτης οδηγίας ορίζεται στο άρθρο 3:
«1. Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας νοείται ως:
- "έδαφος κράτους μέλους": το εσωτερικό της χώρας, όπως ορίζεται, για κάθε κράτος μέλος, στις παραγράφους 2 και 3,
- "Κοινότητα" και "έδαφος της Κοινότητας": το εσωτερικό των κρατών μελών, όπως ορίζεται, για κάθε κράτος μέλος, στις παραγράφους 2 και 3,
- "τρίτο έδαφος" και "τρίτες χώρες": κάθε έδαφος, εκτός από όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 ως εσωτερικό κράτους μέλους.
2. Για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, ως "εσωτερικό της χώρας" νοείται το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας, όπως ορίζεται, για κάθε κράτος μέλος, στο άρθρο 227».
Η διαφορά της κύριας δίκης
18 Το μηχανικής προώσεως πλοίο «Joshua» ναυπηγήθηκε το 1964 στο Haarlem (Κάτω Ξώρες) ως αλιευτικό. Κατόπιν πωλήσεώς του το 1984 στην εταιρία Caribbean Chartering & Sales Ltd του Nassau (Μπαχάμες), εξήλθε του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας.
19 Το 1985 και 1986 το πλοίο μετασκευάστηκε στις Κάτω Ξώρες σε κρουαζιερόπλοιο και στις 22 Απριλίου 1993 πωλήθηκε στους A. J. van der Kooy και J. Wielinga, κατοίκους αντιστοίχως Κάτω Ξωρών και Curaηao (Ολλανδικές Αντίλλες).
20 Από τις παρατηρήσεις της Ολλανδικής Κυβερνήσεως προκύπτει ότι στις 8 Απριλίου 1993 οι εταιρίες A. J. van der Kooy BV, με έδρα το Pijnacker (Κάτω Ξώρες), και van der Vliet Quality Yachts BV, με έδρα το Muiden (Κάτω Ξώρες), συνήψαν σύμβαση πρακτορείας με την οποία η δεύτερη εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει το πλοίο αντί 1 400 000 ολλανδικών φιορινίων (HFL), η δε σύμβαση αυτή προέβλεπε ότι από τις 15 Μαου 1993 το Joshua θα ήταν αγκυροβολημένο στο Scheveningen (Κάτω Ξώρες).
21 Από τις 15 Μαου 1993 το Joshua, υπό βρετανική σημαία, βρισκόταν στο λιμάνι του Scheveningen, με επιβαίνοντα σ' αυτό τον A. J. van der Kooy.
22 Στις 20 Ιουλίου 1993 ο Inspecteur van de Belastingdienst/Douane (επιθεωρητής εφοριών και τελωνείων) της περιοχής του Hoofddorp κάλεσε τον A. J. van der Kooy να καταβάλει το ποσό των 157 500 HFL για φόρο κύκλου εργασιών (το φορολογητέο ποσό καθορίστηκε σε 900 000 HFL), με την αιτιολογία ότι πρόκειται περί εισαγωγής του πλοίου στις Κάτω Ξώρες υπό την έννοια του άρθρου 18 του Wet op de omzetbelasting 1968 (ολλανδικού νόμου περί φόρου κύκλου εργασιών) όπως είχε το 1993, διατάξεως περί θέσεως σε εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της έκτης οδηγίας.
23 Ο Inspecteur van de Belastingdienst/Douane απέρριψε τη διοικητική ένσταση που ο A. J. van der Kooy υπέβαλε κατά της αποφάσεώς του, η οποία επικυρώθηκε από το Gerechtshof te Amsterdam.
24 Κατόπιν αυτού, ο A. J. van der Kooy άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Gerechtshof ενώπιον του Hoge Raad der Nederlanden. Το τελευταίο δικαστήριο εκτιμά, όπως το Gerechtshof, ότι το έδαφος των Ολλανδικών Αντιλλών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «έδαφος κράτους μέλους» υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της έκτης οδηγίας σε συνδυασμό με το άρθρο 227 της Συνθήκης και ότι για την είσπραξη φόρου κύκλου εργασιών δεν μπορεί ούτε να εξομοιωθεί με «έδαφος κράτους μέλους» βάσει του άρθρου 132, παράγραφος 1, της Συνθήκης, αν κανένα άλλο εκτελεστικό μέτρο δεν έχει θεσπιστεί προς τούτο.
Το προδικαστικό ερώτημα
25 Θεωρώντας ότι εν προκειμένω δεν είναι φανερή η ορθή ερμηνεία των άρθρων 132, παράγραφος 1, και 227 της Συνθήκης και των άρθρων 3, παράγραφοι 1 και 2, και 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της έκτης οδηγίας, το Hoge Raad αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της έκτης οδηγίας, όσον αφορά την εισαγωγή πλοίου προερχομένου από την ελεύθερη κυκλοφορία στις Ολλανδικές Αντίλλες, ιδίως υπό το φως των διατάξεων των άρθρων 132, παράγραφος 1, και 227 της Συνθήκης ΕΚ, την έννοια ότι η είσοδος αυτού στις Κάτω Ξώρες πρέπει να θεωρηθεί ως είσοδος στην Κοινότητα αγαθού μη πληρούντος τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης ΕΚ;»
Επί του παραδεκτού
26 Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη καθόσον δεν παρέχει στο Δικαστήριο ούτε στα κράτη μέλη που θα μπορούσαν να υποβάλουν παρατηρήσεις τη δυνατότητα να δώσουν χρήσιμη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Συγκεκριμένα, ο λακωνικότατος χαρακτήρας των πραγματικών στοιχείων που περιλαμβάνονται στην απόφαση περί παραπομπής δεν καθιστά δυνατό να προσδιοριστούν οι λόγοι για τους οποίους το αιτούν δικαστήριο θεωρεί δεδομένη τη σύνδεση του πλοίου με τις Ολλανδικές Αντίλλες ούτε να εξακριβωθεί ο τρόπος χρήσεως του πλοίου αυτού από τον A. J. van der Kooy στις Κάτω Ξώρες.
27 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ανάγκη να δοθεί ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο απαιτεί να καθορίζει το δικαστήριο αυτό το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, να εξηγεί τις πραγματικές καταστάσεις στις οποίες στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά (βλ. ιδίως, την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-320/90 έως C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ., Συλλογή 1993, σ. Ι-393, σκέψη 6· τις διατάξεις της 19ης Μαρτίου 1993, C-157/92, Banchero, Συλλογή 1993, σ. Ι-1085, σκέψη 4· της 30ής Ιουνίου 1997, C-66/97, Banco de Fomento e Exterior, Συλλογή 1997, σ. Ι-3757, σκέψη 7, και της 30ής Απριλίου 1998, C-128/97 και C-137/97, Testa και Modesti, Συλλογή 1998, σ. Ι-2181, σκέψη 5).
28 Επί πλέον, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέχονται με τις αποφάσεις περί παραπομπής δεν χρησιμεύουν μόνο στο να καθιστούν δυνατό στο Δικαστήριο να δίδει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και στο να παρέχουν στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να υποβάλλουν παρατηρήσεις, σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού (ΕΚ) του Δικαστηρίου. Έργο του Δικαστηρίου είναι να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, δυνάμει της προαναφερθείσας διατάξεως, μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στα ενδιαφερόμενα μέρη (προαναφερθείσα διάταξη Banco de Fomento e Exterior, σκέψη 8).
29 Εν προκειμένω, η απόφαση περί παραπομπής, αν και λακωνικότατη, περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία της διαφοράς της κύριας δίκης.
30 Όσον αφορά τις διαπιστώσεις πραγματικών περιστατικών στις οποίες προέβη το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 9 των προτάσεών του, το Δικαστήριο κατ' αρχήν οφείλει να στηρίζεται στα στοιχεία που το αιτούν δικαστήριο θεωρεί αποδεδειγμένα, στα οποία εν προκειμένω περιλαμβάνεται η προηγούμενη σύνδεση του πλοίου με μία από τις ΥΞΕ.
31 Επομένως, η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή.
Επί της ουσίας
32 Με το ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν για τον σκοπό εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 1, της έκτης οδηγίας η είσοδος σε κράτος μέλος αγαθού προελεύσεως Ολλανδικών Αντιλλών πρέπει να χαρακτηριστεί ως είσοδος στο εσωτερικό της Κοινότητας.
33 Η Ολλανδική και η Γαλλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι το έδαφος των Ολλανδικών Αντιλλών δεν μπορεί ούτε να θεωρηθεί ως ανήκον στο έδαφος της Κοινότητας υπό την έννοια των άρθρων 3 και 7 της έκτης οδηγίας και 227 της Συνθήκης ούτε να εξομοιωθεί, για την είσπραξη φόρου κύκλου εργασιών, με το έδαφος της Κοινότητας βάσει του άρθρου 132, παράγραφος 1, της Συνθήκης, αν κανένα άλλο εκτελεστικό μέτρο δεν έχει θεσπιστεί προς τούτο.
34 Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3 και 7 της έκτης οδηγίας προκύπτει ότι η έννοια «εσωτερικό της Κοινότητας» αντιστοιχεί στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης, όπως ορίζεται, για κάθε κράτος μέλος, στο άρθρο 227 της Συνθήκης.
35 Συναφώς, το άρθρο 227 της Συνθήκης παραθέτει, στην παράγραφο 1, κατάλογο των κρατών επί των οποίων έχει εφαρμογή η Συνθήκη και περιέχει, στις επόμενες παραγράφους, ειδικές διατάξεις όσον αφορά συγκεκριμένα εδάφη.
36 Όμως, σύμφωνα με το άρθρο 227, παράγραφος 3, της Συνθήκης και τη σύμβαση 64/533, για τις ΥΞΕ, περιλαμβανομένων των Ολλανδικών Αντιλλών, ισχύει το ιδιαίτερο καθεστώς συνδέσεως που ορίζεται στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης.
37 Στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού, οι γενικές διατάξεις της Συνθήκης δεν έχουν εφαρμογή επί των ΥΞΕ όταν δεν γίνεται ρητή αναφορά στις διατάξεις αυτές (απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1992, C-260/90, Leplat, Συλλογή 1992, σ. Ι-643, σκέψη 10).
38 Επομένως, για τον σκοπό εφαρμογής της έκτης οδηγίας η είσοδος σε κράτος μέλος αγαθού προελεύσεως Ολλανδικών Αντιλλών δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ενδοκοινοτική πράξη, εκτός αν το ορίζει ειδική διάταξη.
39 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ουδεμία διάταξη αυτού του είδους περιλαμβάνεται στην έκτη οδηγία. Επί πλέον, ούτε το τέταρτο μέρος της Συνθήκης ούτε η έκτη απόφαση ΥΞΕ περιέχουν κανόνες σχετικά με την επιβολή ΦΠΑ επί των εισαγωγών προελεύσεως ΥΞΕ.
40 Είναι αλήθεια ότι το άρθρο 101 της έκτης αποφάσεως ΥΞΕ ορίζει ότι τα προϋόντα καταγωγής ΥΞΕ και ορισμένα άλλα προϋόντα που βρίσκονται εκεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εισάγονται στην Κοινότητα άνευ δασμών και επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Όμως, επιβάρυνση όπως ο ΦΠΑ που εισπράττεται λόγω της εισαγωγής προϋόντων σε κράτος μέλος δεν πληροί τα συστατικά στοιχεία της επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος με δασμούς (βλ. την απόφαση της 5ης Μαου 1982, 15/81, Schul I, Συλλογή 1982, σ. 1409, σκέψη 21).
41 Συνεπώς, η έκτη απόφαση ΥΞΕ δεν έχει ως συνέπεια να ενταχθεί το έδαφος των Ολλανδικών Αντιλλών στο εδαφικό πεδίο εφαρμογής της έκτης οδηγίας.
42 Συνεπώς, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι για τον σκοπό εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 1, της έκτης οδηγίας η είσοδος σε κράτος μέλος αγαθού προελεύσεως Ολλανδικών Αντιλλών πρέπει να χαρακτηριστεί ως είσοδος στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
43 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ολλανδική και η Γαλλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με απόφαση της 7ης Μαου 1997 το Hoge Raad der Nederlanden, αποφαίνεται:
Για τον σκοπό εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 1, της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/680/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1991, για τη συμπλήρωση του κοινού συστήματος φόρου προστιθεμένης αξίας και την τροποποίηση, ενόψει της καταργήσεως των φορολογικών συνόρων, της οδηγίας 77/388, η είσοδος σε κράτος μέλος αγαθού προελεύσεως Ολλανδικών Αντιλλών πρέπει να χαρακτηριστεί ως είσοδος στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Full & Egal Universal Law Academy