Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Γάλα και γαλακτοκομικά προϋόντα - Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος - Προσωρινή αναστολή ποσοστού των απαλλασσομένων της εισφοράς ποσοτήτων αναφοράς - Μετατροπή σε οριστική μείωση χωρίς αποζημίωση - Μέτρο που πλήττει επίσης τις αποκτηθείσες από τους παραγωγούς συμπληρωματικές ποσότητες - Δικαίωμα ιδιοκτησίας - Αρχές της αναλογικότητας και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης - Παραβίαση - Δεν υφίσταται
(Κανονισμός 3950/92 του Συμβουλίου, άρθρα 3 § 1 και 4 § 1)
Περίληψη
Τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3950/92 δεν παραβιάζουν, όσον αφορά ειδικότερα τις χορηγηθείσες έναντι πληρωμής συμπληρωματικές ποσότητες, ούτε τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου ούτε το θεμελιώδες δικαίωμα της ιδιοκτησίας, στο μέτρο που οι διατάξεις αυτές μετέτρεψαν, χωρίς να προβλεφθεί αποζημίωση για τους παραγωγούς, την προσωρινή αναστολή ποσοστού της απαλλασσομένης της εισφοράς επί του γάλακτος ποσότητας αναφοράς, υπό την έννοια του κανονισμού 775/87, σε οριστική μείωση της ποσότητας αυτής.
Πράγματι, οι συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς οι οποίες, αφού αποσύρθηκαν από την αγορά, έγιναν εκ νέου δεκτές σ' αυτήν στο πλαίσιο της νέας κατανομής τους σε άλλους παραγωγούς, δεν διακρίνονται από τις αρχικές ποσότητες αναφοράς, υποκείμενες αμφότερες στο ίδιο καθεστώς προσωρινής αναστολής και οριστικής μειώσεως, θα ήταν δε ασύμβατο προς το πνεύμα και τον σκοπό του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς να αποκλείονται από αυτό οι πρώτες.
Ως προς το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, η επίδικη κανονιστική ρύθμιση, η οποία ανταποκρίνεται στους γενικού συμφέροντος στόχους αντιμετωπίσεως της πλεονασματικής καταστάσεως στην αγορά γάλακτος, δεν θίγει την ίδια την ουσία του δικαιώματος αυτού.
Λαμβάνοντας υπόψη τη διαιώνιση της πλεονασματικής καταστάσεως, η οριστική απόσυρση του επίδικου ποσοστού των συμπληρωματικών ποσοτήτων αναφοράς εμφανίζεται ως πρόσφορη και αναγκαία για τον στόχο του μέτρου αυτού, δηλαδή τη διαρκή μείωση των πλεονασμάτων.
Όσον αφορά την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεν προκύπτει κανένα στοιχείο δυνάμενο να επιτρέψει στους παραγωγούς που έλαβαν συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς έναντι πληρωμής να προσδοκούν νομίμως διαφορετική μεταχείριση αυτών των ποσοτήτων λόγω του τρόπου κτήσεώς τους και, επομένως, τον αποκλεισμό τους από το οικείο μέτρο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-186/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Stefan Demand
και
Hauptzollamt Trier,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ L 405, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. Hirsch (εισηγητή), πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, G. F. Mancini, H. Ragnemalm, R. Schintgen και K. M. Ιωάννου, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο Demand, εκπροσωπούμενος από τη Mechtild Dόsing, δικηγόρο Mόnster,
- το Συμβούλιο της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τον Jan-Peter Hix και την Claudia Fischer, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Κlaus-Dieter Borchardt, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,$
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Demand, εκπροσωπουμένου από τη δικηγόρο Mechtild Dόsing, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τους Ernst Rφder, Ministerialrat του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομίας, του Συμβουλίου, εκπροσωπουμένου από τον Jan-Peter Hix, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Klaus-Dieter Borchardt, κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιουνίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Ιουλίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 19ης Μαρτίου 1996, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Ιουνίου 1996, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ L 405, σ. 1).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Demand, γαλακτοπαραγωγού, και του Hauptzollamt Trier (στο εξής: HZA Trier) ως προς τη μείωση κατά 4,74 % της ποσότητάς του αναφοράς παραδόσεως από την 1η Απριλίου 1993.
3 Η μείωση αυτή της ατομικής ποσότητάς του αναφοράς επιβλήθηκε στον Demand κατ' εφαρμογήν των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3950/92 και 4, παράγραφος 1, της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως περί των εγγυημένων ποσοτήτων γάλακτος, δηλαδή της Milch-Garantiemengen-Verordnung (κανονιστική απόφαση περί των ποσοτήτων γάλακτος), όπως τροποποιήθηκε με την 27η τροποποιητική κανονιστική απόφαση (BGBl. 1993 I, σ. 374).
Το κοινοτικό δίκαιο
4 Ο κανονισμός 3950/92 επανεισήγαγε, με το άρθρο του 1 και για περίοδο επτά ετών, το καθεστώς της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, που θεσπίστηκε για πέντε διαδοχικές δωδεκάμηνες χρονικές περιόδους, αρχής γενομένης από την 1η Απριλίου 1984, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ L 90, σ. 10), και έληξε, μετά από πολλές παρατάσεις, στις 31 Μαρτίου 1993.
5 Η συμπληρωματική αυτή εισφορά οφείλεται εφ' όλων των ποσοτήτων γάλακτος που παραδίδονται και υπερβαίνουν την ποσότητα αναφοράς που καθορίζεται για κάθε παραγωγό ή αγοραστή εντός των ορίων μιας συνολικής εγγυημένης ποσότητας, καθοριζομένης για κάθε κράτος μέλος. Η απαλλασσομένη της συμπληρωματικής εισφοράς ποσότητα αναφοράς ήταν, σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 (ΕΕ L 90, σ. 13), ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδόθηκε ή αγοράστηκε, ανάλογα με την προσήκουσα διατύπωση, κατά το έτος αναφοράς. Το έτος αυτό είχε επιλεγεί από τα κράτη μέλη μεταξύ των ετών 1981 έως 1983. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επέλεξε το έτος 1983.
6 Επειδή η παραγωγή γάλακτος εξακολουθούσε να είναι πλεονασματική, η Κοινότητα αναγκάστηκε να μειώσει περαιτέρω την αρχική εγγυημένη ποσότητα των κρατών μελών. Για την πραγματοποίηση των διαφόρων αυτών μειώσεων στο επίπεδο των μεμονωμένων παραγωγών, η Κοινότητα εφάρμοσε, στο πλαίσιο του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς, ποικίλα μέτρα, όπως προγράμματα οριστικής παύσεως της γαλακτοπαραγωγής ή υποχρεωτικής μειώσεως της αρχικώς χορηγηθείσας ποσότητας αναφοράς, ή συνδυασμό των προγραμμάτων αυτών.
7 Έτσι, εκτός μιας μειώσεως της συνολικής εγγυημένης ποσότητας έναντι της καταβολής αποζημιώσεων, που αποφασίστηκε το 1986, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 775/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για την προσωρινή αναστολή μέρους των ποσοτήτων αναφοράς που αναφέρονται στο άρθρο 5γ, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68 (ΕΕ L 78, σ. 5), ανέστειλε προσωρινώς τις ποσότητες αναφοράς κατά 4 % για την περίοδο εμπορίας 1987/1988 και κατά 5,5 % για την επόμενη περίοδο εμπορίας. Για την προσωρινή αυτή αναστολή προβλέπεται η χορήγηση αποζημιώσεως 10 ECU ανά 100 χγρ. για κάθε μία από τις περιόδους αυτές.
8 Στο πλαίσιο της πρώτης παρατάσεως του αρχικού καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1111/88 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 1988, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 775/87 (ΕΕ L 110, σ. 30), διατήρησε έως τις 31 Μαρτίου 1992 την προσωρινή αναστολή του 5,5 % για τις περιόδους εμπορίας μεταξύ του 1989 και του 1992, μεταβάλλοντας ωστόσο τον χαρακτήρα της αντισταθμίσεως. Έκτοτε, αυτή συνίστατο στην καταβολή φθίνουσας αποζημιώσεως απευθείας στον παραγωγό. Έτσι, η φθίνουσα αποζημίωση περιορίστηκε σε 8 ECU ανά 100 χγρ. για την περίοδο εμπορίας 1989/1990, σε 7 ECU ανά 100 χγρ. για την επόμενη περίοδο εμπορίας και σε 6 ECU ανά 100 χγρ. για την περίοδο 1991/1992.
9 Στο πλαίσιο μειώσεως κατά 1 % της συνολικής εγγυημένης ποσότητας, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3882/89 του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού 775/87 (ΕΕ L 378, σ. 6), μείωσε σε 4,5 % το ποσοστό των προσωρινά ανασταλεισών ποσοτήτων αναφοράς, ενώ αύξησε συγχρόνως την αποζημίωση που προβλεπόταν από τον κανονισμό 1111/88. Έτσι, ο συντελεστής αποζημιώσεως περιορίστηκε από 10 ECU ανά 100 χγρ. για την περίοδο εμπορίας 198/1990 σε 8,5 ECU ανά 100 χγρ. για την επομένη περίοδο εμπορίας και σε 7 ECU ανά 100 χγρ. για την περίοδο εμπορίας 1991/1992.
10 Μετά νέα μείωση 2 % των συνολικών εγγυημένων ποσοτήτων, που εισήγαγε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1630/91 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1991, για την τροποποίηση του κανονισμού 804/68 (ΕΕ L 150, σ. 19), ο κανονισμός (ΕΟΚ) 816/92 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού 804/68 (ΕΕ L 86, σ. 83), παρέτεινε τη σχετική με τη συμπληρωματική εισφορά κανονιστική ρύθμιση που έληγε στις 31 Μαρτίου 1992. Η παράταση αυτή περιορίστηκε σε μία μόνο γαλακτοκομική περίοδο εμπορίας λόγω της προθέσεως του Συμβουλίου να εκδώσει νέα κανονιστική ρύθμιση ισχύουσα έως το έτος 2000 στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής.
11 Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού 816/92, που προσέθεσε στον κανονισμό (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82), το άρθρο 5γ, παράγραφος 3, στοιχείο ζζ, οι ποσότητες αναφοράς που ανεστάλησαν προσωρινώς δεν συμπεριελήφθησαν στις συνολικές εγγυημένες ποσότητες. Αυτό είχε ως πρακτική συνέπεια ότι οι ατομικές ποσότητες αναφοράς μειώθηκαν χωρίς αποζημίωση. Πάντως, το Συμβούλιο είχε την πρόθεση να αποφασίσει οριστικώς για το μέλλον των ποσοτήτων αναφοράς που ανεστάλησαν στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής.
12 Εισαχθέν με τον κανονισμό 3950/92, το νέο καθεστώς κωδικοποιεί τις διατάξεις που αφορούν τις ποσότητες αναφοράς και τις συμπληρωματικές εισφορές. Εντούτοις, η αναγγελθείσα στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής κανονιστική ρύθμιση σχετικά με την οριστική αντιμετώπιση των ποσοτήτων αναφοράς που ανεστάλησαν προσωρινώς δεν περιλαμβάνεται στον κανονισμό αυτόν.
13 Ως προς τις ανασταλείσες ποσότητες, το άρθρο 3 του κανονισμού 3950/92 ορίζει:
«Το σύνολο των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς της ίδιας φύσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αντίστοιχες συνολικές ποσότητες που θα καθοριστούν για κάθε κράτος μέλος.
(...)»
14 Το άρθρο 4 του κανονισμού 3950/92 προβλέπει:
«1. Η διαθέσιμη ατομική ποσότητα αναφοράς για μια εκμετάλλευση είναι ίση προς τη διαθέσιμη στις 31 Μαρτίου 1993 ποσότητα και αναπροσαρμόζεται, ενδεχομένως για καθεμία από τις εν λόγω περιόδους, κατά τρόπο ώστε το σύνολο των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς της ίδιας φύσης να μην υπερβαίνει την αντίστοιχη συνολική ποσότητα που αναφέρεται στο άρθρο 3, λαμβανομένων υπόψη των τυχόν μειώσεων που επιβάλλονται για την τροφοδοσία του εθνικού αποθέματος που αναφέρεται στο άρθρο 5.
(...)»
15 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 748/93 του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1993, για την τροποποίηση του κανονισμού 3950/92 (ΕΕ L 77, σ. 16), επίσης δεν έλαβε υπόψη, κατά τον καθορισμό των συνολικών εγγυημένων ποσοτήτων, μόνο για την περίοδο εμπορίας 1993/1994, το 4,5 % των ποσοτήτων αναφοράς που ήδη είχαν αποκλεισθεί από τον κανονισμό 816/92 για την προηγουμένη περίοδο εμπορίας.
16 Στη συνέχεια, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1560/93 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, για την τροποποίηση του κανονισμού 3950/92 /(ΕΕ L 154, σ. 30), όρισε τις συνολικές εγγυημένες ποσότητες κάθε κράτους μέλους διαπιστώνοντας, στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του, ότι «η προσωρινή αναστολή μέρους των ποσοτήτων αναφοράς (...) βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 775/87 κατέστη αναγκαία, εξ αιτίας της κατάστασης στην αγορά, και ότι, για τις ανασταλείσες ποσότητες, χορηγήθηκε στους παραγωγούς φθίνουσα αποζημίωση επί πέντε έτη· ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 816/92, που παρέτεινε το καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς (...) δεν περιέλαβε (...) τις ποσότητες που είχαν προηγουμένως ανασταλεί εξ αιτίας του συνεχιζομένου πλεονάσματος που απαιτούσε τη μετατροπή της κατά 4,5 % αναστολής των ποσοτήτων αναφοράς για τις παραδόσεις σε οριστική πλέον μείωση των συνολικών εγγυημένων ποσοτήτων· ότι στους κανονισμούς που εγκρίθηκαν εν τέλει στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων για να υλοποιηθεί η αναμορφωμένη κοινή γεωργική πολιτική (...) οι οικείες ποσότητες δεν προβλέπονται πλέον».
17 Η ατομική ποσότητα αναφοράς, την οποία διαθέτει ο προσφεύγων και της οποίας η οριστική μείωση αμφισβητείται, περιλαμβάνει ιδίως μια συμπληρωματική ποσότητα αναφοράς που του επέτρεψε να αυξήσει την αρχική ποσότητά του αναφοράς. Είχε αποκτήσει τη συμπληρωματική αυτή ποσότητα, προς 1,60 DM ανά χγρ. γάλακτος, κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας 1990/1991, στο πλαίσιο προγράμματος σε εθνικό επίπεδο, και μάλιστα περιφερειακό, που σκοπούσε στη μείωση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς.
Το γερμανικό δίκαιο και η εθνική διαδικασία
18 Το πρόγραμμα αυτό προβλέφθηκε με διάταγμα (Verwaltungsvorschrift) του Υπουργείου Γεωργίας, Αμπελουργίας και Δασών του ομόσπονδου κράτους του Rheinland-Pfalz, της 19ης Μαρτίου 1991, σχετικά με τη χορήγηση αποζημιώσεως για την οριστική παύση της παραγωγής γάλακτος προοριζομένου για την αγορά και με τη χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς συμπληρωματικής παραδόσεως (MinBl. Rheinland-Pfalz 1991, σ. 163, στο εξής: διάταγμα). Το διάταγμα αυτό εκδόθηκε, όπως προκύπτει από το σημείο του 1.1, βάσει, ιδίως, του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχεία αα και γγ, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1183/90 του Συμβουλίου, της 7ης Μαου 1990 (ΕΕ L 119, σ. 27).
19 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί, ορίζει:
«Για να επιτευχθεί η αναδιάρθρωση της γαλακτοκομικής παραγωγής σε επίπεδο εθνικό, περιφερειακό ή ζωνών συγκεντρώσεως, τα κράτη μέλη μπορούν, στα πλαίσια εφαρμογής των εναλλακτικών λύσεων Α και Β:
α) - να χορηγήσουν στους παραγωγούς που αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εγκαταλείψουν οριστικά ολόκληρη τη γαλακτοκομική παραγωγή τους αποζημίωση που καταβάλλεται σε μία ή περισσότερες ετήσιες δόσεις·
β) - (...)
γ) να χορηγήσουν στους παραγωγούς που ασκούν το γεωργικό επάγγελμα ως κύρια απασχόληση συμπληρωματική ποσότητα αναφοράς, άσχετα αν το ζωικό κεφάλαιο γαλακτοπαραγωγής τους πληροί τις προϋποθέσεις του στοιχείου β) ή όχι.»
20 Δυνάμει του διατάγματος, το πρόγραμμα είχε δύο σκέλη. Κατ' αρχάς, σε κάθε παραγωγό διατεθειμένο να εγκαταλείψει οριστικώς τη γαλακτοπαραγωγή προσφέρθηκε αποζημίωση 1,60 DM ανά χγρ. της εγγυημένης ποσότητάς του.
21 Καθώς το πρόγραμμα κατέληξε σε μείωση μεγαλύτερη από εκείνη που είχε αρχικά προβλεφθεί, οι γερμανικές αρχές προσέφεραν το πλεόνασμα στους παραγωγούς που επιθυμούσαν να αυξήσουν την ποσόστωσή τους με την πληρωμή ποσού ίσου προς το ποσό που κατέβαλε το ομόσπονδο κράτος του Rheinland-Pfalz ως αποζημίωση στους παραγωγούς που εγκατέλειψαν την γαλακτοκομική παραγωγή τους. Προς τον σκοπό αυτό, ο παραγωγός που επιθυμούσε να λάβει συμπληρωματική ποσότητα αναφοράς έπρεπε να συνάψει, δυνάμει της παραγράφου 3.1.2, σύμβαση εκχωρήσεως με εγκαταλείποντα την παραγωγή του παραγωγό και να καταβάλει την τιμή στο αρμόδιο δημόσιο ταμείο.
22 Με απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1993, το HZA Trier επιβεβαίωσε την εφαρμοσθείσα από το αρμόδιο γαλακτοκομείο μείωση του 4,74 %, η οποία πλήττει αδιακρίτως τόσο τις αρχικές ποσότητες αναφοράς όσο και τις συμπληρωματικές που απέκτησε ο προσφεύγων της κύριας δίκης στο πλαίσιο του προγράμματος που εξελίχθηκε κατά την περίοδο εμπορίας 1990/1991.
23 Επειδή η ασκηθείσα κατά της αποφάσεως του HZA Trier προσφυγή απορρίφθηκε με απόφαση του Finanzgericht Rheinland-Pfalz, ο προσφεύγων της κύριας δίκης άσκησε ενώπιον του Bundesfinanzhof αναίρεση (Revision) κατά της αποφάσεως αυτής.
Το προδικαστικό ερώτημα
24 Κρίνοντας ότι η λύση της διαφοράς της οποίας επελήφθη εξηρτάτο από το κύρος των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3950/92, το Bundesfinanzhof υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Συμβιβάζονται με την κοινοτική έννομη τάξη, και ιδίως με το δικαίωμα για προστασία της ιδιοκτησίας, την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, και του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3950/92, που μετέτρεψαν σε διαρκή μείωση, άνευ αποζημιώσεως, τις αναστολές βάσει του άρθρου 5γ, παράγραφος 3, στοιχείο ζζ, του κανονισμού (EOK) 804/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 816/92, μέρους των χορηγηθεισών στους παραγωγούς ποσοτήτων αναφοράς, αυτό δε χωρίς τουλάχιστον να αποκλειστούν από την εν λόγω μείωση οι κτηθείσες από τον παραγωγό ποσότητες αναφοράς;»
25 Το ερώτημα αυτό σχετικά με το κύρος της μετατροπής της προσωρινής αναστολής ενός ποσοστού της ποσότητας αναφοράς σε οριστική μείωση χωρίς αποζημίωση εξετάστηκε ήδη από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 15ης Απριλίου 1997, C-22/94, Irish Farmers Association κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. Ι-1809), η οποία εκκρεμούσε κατά την κατάθεση της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως του Bundesfinanzhof, υποθέσεως στην οποία, εξάλλου, το Bundesfinanzhof αναφέρεται στο σκεπτικό της διατάξεώς του περί παραπομπής.
26 Με την προπαρατεθείσα απόφαση Irish Farmers Association κ.λπ., το Δικαστήριο έκρινε ότι από την εξέταση των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, όπως η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και η αρχή της αναλογικότητας, καθώς και από την εξέταση του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιοκτησίας, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θίξουν το κύρος των διατάξεων του άρθρου 5γ, παράγραφος 3, στοιχείο ζζ, του κανονισμού 804/68, που προστέθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 816/92, και του άρθρου 3 του κανονισμού 3950/92, όπως διατυπώθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού 1560/93, στο μέτρο που, με τις διατάξεις αυτές, η προσωρινή αναστολή ποσοστού της ποσότητας αναφοράς υπό την έννοια του κανονισμού 775/87 μετατράπηκε σε οριστική μείωση χωρίς να προβλεφθεί η καταβολή αποζημιώσεως.$
27 Στις 22 Απριλίου 1997, το Δικαστήριο διαβίβασε αντίγραφο της προπαρατεθείσας αποφάσεως Irish Farmers Association κ.λπ. στο Bundesfinanzhof και το ρώτησε εάν επιμένει στην αίτησή του.
28 Με έγγραφο της 30ής Ιουλίου 1997, το Bundesfinanzhof πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι, ενόψει, ιδίως, των αρχών της προστασίας της ιδιοκτησίας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που ο προσφεύγων της κύριας δίκης επικαλέστηκε ως προς τις συμπληρωματικές ποσοστώσεις γάλακτος κτηθείσες βάσει χορηγήσεων του Land Rheinland-Pfalz, επέμενε στην αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
29 Ενόψει της απαντήσεως αυτής, το υποβληθέν ερώτημα πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά μόνον τις συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς που ο προσφεύγων της κύριας δίκης απέκτησε στην τιμή των 1,60 DM ανά χγρ. γάλακτος.
Επί των συμπληρωματικών ποσοτήτων αναφοράς
30 Πράγματι, όπως ο γενικός εισαγγελέας τόνισε στην παράγραφο 29 των προτάσεών του, από την παρούσα υπόθεση δεν προκύπτει κανένα νέο στοιχείο δυνάμενο να τροποποιήσει το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Irish Farmers Association κ.λπ., όσον αφορά το κύρος του καθεστώτος της μετατροπής και της οριστικής μειώσεως που αμφισβητούνται στην κύρια δίκη.
31 Το κύρος των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού 3950/92 δεν μπορεί κατά μείζονα λόγο να αμφισβητηθεί όσον αφορά τις συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς που ο προσφεύγων της κύριας δίκης μπόρεσε να αποκτήσει μόνο με την πληρωμή 1,60 DM ανά χγρ. στην αρμόδια αρχή.
32 Συναφώς, πρέπει εκ προοιμίου να υπομνησθεί ότι τις συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς δεν αφορούσε μόνον η προπαρατεθείσα απόφαση Irish Farmers Association κ.λπ., αλλά και οι αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 13ης Ιουλίου 1995, Τ-466/93, Τ-469/93, T-473/93, T-474/93 et T-477/93, O'Dwyer κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. II-2071), και της 14ης Ιουλίου 1998, Τ-119/95, Hauer κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (δεν δημοσιεύθηκε ακόμη στη Συλλογή), όπου το κύρος του κανονισμού 816/92 είχε αμφισβητηθεί.
33 Ένα κράτος μέλος δεν διαθέτει τέτοιες ποσότητες αναφοράς για νέα κατανομή παρά μόνον κατά το μέτρο που χορηγηθείσες αρχικά σε άλλους παραγωγούς ποσότητες αναφοράς ελευθερώθηκαν από τους τελευταίους. Πράγματι, όπως προκύπτει από το άρθρο 5γ, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68, όπως προστέθηκε με τον κανονισμό 856/84, το σύνολο των χορηγηθεισών ατομικών ποσοτήτων αναφοράς συνιστά τη συνολική εγγυημένη ποσότητα και δεν μπορεί να την υπερβεί. Έτσι, η αρμόδια γερμανική αρχή δεν μπόρεσε να χορηγήσει στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης παρά μόνον ποσότητες αναφοράς που άλλοι παραγωγοί δεν χρησιμοποιούσαν πλέον.
34 Πάντως, και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι το καταβληθέν από τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης ποσό είναι, εν προκειμένω, ίσο με εκείνο που καταβλήθηκε ως αποζημίωση για την εγκατάλειψη της παραγωγής από την αρμόδια αρχή, το κοινοτικό καθεστώς των ποσοστώσεων γάλακτος δεν δημιουργεί νομικούς δεσμούς μεταξύ των δύο πράξεων.
35 Το κοινοτικό καθεστώς της συμπληρωματικής εισφοράς επιτρέπει, σε ορισμένες περιπτώσεις, στα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της τηρήσεως της συνολικής εγγυημένης ποσότητας, να κατανέμουν εκ νέου ελευθερωμένες ποσότητες αναφοράς, χωρίς μεταβίβαση των εδαφών με τα οποία αυτές συνδέονται, πλην όμως δεν καθορίζει τις λεπτομέρειες μιας τέτοιας νέας κατανομής. Επομένως, στα κράτη μέλη που κάνουν χρήση της δυνατότητας αυτής απόκειται να καθορίζουν τις λεπτομέρειες μιας νέας κατανομής τηρώντας τις γενικές αρχές και τα θεμελιώδη δικαιώματα όπως αναγνωρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1989, 5/88, Wachauf, Συλλογή 1989, σ. 2609, και της 24ης Μαρτίου 1994, C-2/92, Bostock, Συλλογή 1994, σ. I-955) και να αποφαίνονται, στο πλαίσιο αυτό, επί της ενδεχομένης υποχρεώσεως πληρωμής έναντι της νέας κατανομής.
36 Διαπιστώνεται συναφώς ότι, σε περίπτωση αποκτήσεως γεωργικών γαιών, επειδή η ύπαρξη ποσοστώσεως γάλακτος αποτελεί ένα από τα στοιχεία προσδιορισμού της αξίας της γης, οι γεωργικές γαίες με ποσοστώσεις είναι ακριβότερες από εκείνες που δεν έχουν ποσοστώσεις.
37 Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ότι ο τρόπος χορηγήσεως των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς δεν έχει επίπτωση στη νομική τους φύση. Συνεπώς, οι συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς δεν διακρίνονται από τις αρχικές ποσότητες αναφοράς, υπόκεινται δε αμφότερες στο ίδιο καθεστώς προσωρινής αναστολής και οριστικής μειώσεως.
38 Αντιθέτως, θα ήταν ασύμβατο προς το πνεύμα και τον σκοπό του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς να αποκλείονται από ένα πρόγραμμα προσωρινής αναστολής, συνοδευόμενο από οριστική μείωση, οι ποσότητες αναφοράς οι οποίες, αφού αποσύρθηκαν από την αγορά, έγιναν εκ νέου δεκτές σ' αυτήν στο πλαίσιο της νέας κατανομής τους σε άλλους παραγωγούς. Δεδομένου ότι η απόκτηση της συμπληρωματικής ποσότητας αναφοράς αποτελεί οικονομική επιλογή που επιτρέπει στους παραγωγούς να αυξήσουν τον όγκο των παραδόσεών τους, οι παραγωγοί αυτοί συμβάλλουν στην αύξηση του διαρθρωτικού πλεονάσματος του τομέα. Επομένως, δικαιολογημένα υποχρεούνται να μετάσχουν στην προσπάθεια μειώσεως η οποία ζητείται από τους παραγωγούς.
39 Όπως ο γενικός εισαγγελέας διαπίστωσε στην παράγραφο 34 των προτάσεών του, ο προσφεύγων της κύριας δίκης τυγχάνει, υπό τις περιστάσεις αυτές, για τη συμπληρωματική αυτή ποσότητα αναφοράς, των αυτών προνομίων και υπόκειται στους ίδιους περιορισμούς όπως κάθε άλλος παραγωγός κάτοχος αρχικής ποσότητας αναφοράς.
Επί του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και της αρχής της αναλογικότητας
40 Ειδικότερα, ως προς το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, το οποίο κατά τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος της κύριας δίκης προσβλήθηκε, το Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 28 και 29 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Irish Farmers Association κ.λπ., ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση αποτελεί μέρος ενός καθεστώτος στοχεύοντος στην αντιμετώπιση της πλεονασματικής καταστάσεως στην αγορά γάλακτος και, ως εκ τούτου, αποβλέπει σε επιδιωκόμενους από την Κοινότητα σκοπούς οι οποίοι εξυπηρετούν το κοινό συμφέρον, και ότι η μετατροπή της αναστολής σε οριστική μείωση χωρίς αποζημίωση δεν θίγει την ίδια την ουσία του δικαιώματος αυτού.
41 Πρέπει να προστεθεί ότι, ανεξαρτήτως της νομικής φύσεως που πρέπει να αναγνωρισθεί σε μια συμπληρωματική ποσότητα αναφοράς, αλλά λαμβάνοντας υπόψη τη διαιώνιση της πλεονασματικής καταστάσεως, η οριστική απόσυρση του 4,74 % συμπληρωματικής ποσότητας αναφοράς εμφανίζεται ως πρόσφορη και αναγκαία για τον στόχο του μέτρου αυτού, δηλαδή τη διαρκή μείωση των πλεονασμάτων.
42 Επομένως, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν υπερέβη τα όρια της εξουσίας του εκτιμήσεως, δεδομένου ότι η οριστική μείωση του 4,74 % τόσο της αρχικής ποσότητας όσο και της συμπληρωματικής ποσότητας δεν είναι δυσανάλογη σε σχέση με τον στόχο του.
Επί της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
43 Καθόσον ο προσφεύγων της κύριας δίκης επικαλείται παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης με την εφαρμογή του επίδικου μέτρου μετατροπής στις συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς, από τις επίδικες διατάξεις δεν προκύπτει κανένα στοιχείο δυνάμενο να επιτρέψει στους παραγωγούς που βρίσκονται στην κατάσταση του προσφεύγοντος της κύριας δίκης να προσδοκούν νομίμως διαφορετική μεταχείριση μιας τέτοιας συμπληρωματικής ποσότητας αναφοράς λόγω του τρόπου κτήσεώς της και, επομένως, τον αποκλεισμό της από το οικείο μέτρο.
44 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, από την εξέταση των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, και ιδίως από την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και από την εξέταση του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιοκτησίας, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θίξουν το κύρος των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3950/92, στο μέτρο που, με τις διατάξεις αυτές, η προσωρινή αναστολή ποσοστού της συμπληρωματικής ποσότητας αναφοράς που χορηγήθηκε έναντι πληρωμής μετατράπηκε σε οριστική μείωση χωρίς να προβλεφθεί η καταβολή αποζημιώσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
45 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 19ης Μαρτίου 1996 το Bundesfinanzhof, αποφαίνεται:
Από την εξέταση των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, και ιδίως από την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και από την εξέταση του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιοκτησίας, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θίξουν το κύρος των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων, στο μέτρο που, με τις διατάξεις αυτές, η προσωρινή αναστολή ποσοστού της συμπληρωματικής ποσότητας αναφοράς που χορηγήθηκε έναντι πληρωμής μετατράπηκε σε οριστική μείωση χωρίς να προβλεφθεί η καταβολή αποζημιώσεως.
Full & Egal Universal Law Academy