Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής - Αντικείμενο - Προσδιορισμός του αντικειμένου της διαφοράς με την αιτιολογημένη γνώμη
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169)
2 Περιβάλλον - Ρύπανση των υδάτων - Οδηγία 76/464 - Υποχρέωση καταρτίσεως προγραμμάτων με στόχο τη μείωση της προκαλουμένης από διάφορες επικίνδυνες ουσίες ρυπάνσεως - Έκταση
(Οδηγία 76/464 του Συμβουλίου, άρθρο 7 § 1)
Περίληψη
3 Ο σκοπός της πριν από την άσκηση της προσφυγής λόγω παραβάσεως διαδικασίας έγκειται στο να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα αφενός μεν να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και αφετέρου να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή.
Το αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης οριοθετείται επομένως από την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή. Συνεπώς, το δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορεί να στηρίζεται σε αιτιάσεις άλλες πλην εκείνων που διατυπώθηκαν στην αιτιολογημένη γνώμη.
4 Ως «ρύπανση» των υδάτων, της οποίας η μείωση συνιστά τον σκοπό των προγραμμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/464, νοείται, σύμφωνα με τον ορισμό που δίδει το άρθρο 1, παράγραφος 2,στοιχείο εε, της οδηγίας, «η άμεση ή έμμεση απόρριψη από τον άνθρωπο ουσιών ή ενεργείας μέσα στο υδάτινο περιβάλλον, με συνέπειες που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία, να καταστρέψουν τους βιολογικούς πόρους για το υδάτινο οικοσύστημα, να παραβλάψουν την αναψυχή ή να παρεμποδίσουν άλλες νόμιμες χρήσεις των υδάτων». Η υποχρέωση καταρτίσεως των προγραμμάτων κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, καλύπτει συνεπώς τα ύδατα στα οποία γίνονται τέτοιες απορρίψεις.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-206/96,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Richard Wainwright, κύριο νομικό σύμβουλο, και τον Jean-Francis Pasquier, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους ο οποίος έχει τεθεί στη διάθεση της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενου από τον Nicolas Schmit, διευθυντή διεθνών οικονομικών σχέσεων και συνεργασίας στο Υπουργείο Εξωτερικών,
καθού,
">που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη έχοντας καταρτίσει προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως με ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα ή μη έχοντας ανακοινώσει εν περιλήψει στην Επιτροπή τα εν λόγω προγράμματα και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους, κατά παράβαση του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους H. Ragnemalm, πρόεδρο τμήματος, R. Schintgen, G. F. Mancini, J. L. Murray και G. Hirsch (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 15ης Μαου 1997, στην οποία η Επιτροπή εκπροσωπήθηκε από τους Richard Wainwright και Jean-Francis Pasquier και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου από τον Patrick Kinsch, δικηγόρο Λουξεμβούργου,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιουνίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Ιουνίου 1996, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη έχοντας καταρτίσει προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως με ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα ή μη έχοντας ανακοινώσει εν περιλήψει στην Επιτροπή τα εν λόγω προγράμματα και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους, κατά παράβαση του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την ανωτέρω Συνθήκη.
2 Σκοπός της οδηγίας είναι η εξάλειψη της ρυπάνσεως του υδατίνου περιβάλλοντος από ορισμένες ιδιαίτερα επικίνδυνες ουσίες, οι οποίες απαριθμούνται στον κατάλογο I του παραρτήματος της οδηγίας, και η μείωση της ρυπάνσεως του υδάτινου περιβάλλοντος από ορισμένες άλλες επικίνδυνες ουσίες, οι οποίες απαριθμούνται στον κατάλογο II του παραρτήματος. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται, κατά το άρθρο 2 της οδηγίας, να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα προς επίτευξη του σκοπού αυτού.
3 Ο κατάλογος Ι περιλαμβάνει ορισμένες ουσίες οι οποίες έχουν επιλεγεί κυρίως βάσει της τοξικότητάς τους, της ανθεκτικότητάς τους στο περιβάλλον και της βιοσυσσωρεύσεώς τους. Κατά τα άρθρα 3 και 6 της οδηγίας, τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέπουν ότι οποιαδήποτε απόρριψη των ουσιών αυτών στο υδάτινο περιβάλλον υπόκειται σε προηγούμενη άδεια των αρμοδίων αρχών και να καθορίζουν τα πρότυπα αποβολής των ουσιών αυτών, που δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις οριακές τιμές που καθορίζονται από το Συμβούλιο σε συνάρτηση με τις συνέπειες που έχουν οι ουσίες αυτές επί του υδάτινου περιβάλλοντος.
4 Ο κατάλογος IΙ περιλαμβάνει, πρώτον, σύμφωνα με το πρώτο σημείο του, τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο I και για τις οποίες το Συμβούλιο δεν έχει ακόμη καθορίσει οριακές τιμές. Έτσι, στον κατάλογο II περιλαμβάνονται επί του παρόντος 99 ουσίες του καταλόγου I.
5 Δεύτερον, ο κατάλογος IΙ περιλαμβάνει, σύμφωνα με το δεύτερο σημείο του, τις ουσίες των οποίες οι βλαβερές συνέπειες στο υδάτινο περιβάλλον μπορούν να περιοριστούν σε ορισμένη ζώνη και εξαρτώνται από τα χαρακτηριστικά των υδάτων υποδοχής και από την τοποθεσία τους. Κατά τη συνάντηση των εθνικών εμπειρογνωμόνων της 31ης Ιανουαρίου και 1ης Φεβρουαρίου 1989 καταρτίστηκε πίνακας με τέτοιες ουσίες, στις οποίες θεωρήθηκε ότι έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα.
6 Για τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ, άρθρο 7 της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να καταρτίζουν προγράμματα, για την εφαρμογή των οποίων τα κράτη μέλη πρέπει, μεταξύ άλλων, να προβλέπουν ότι οποιαδήποτε απόρριψη των ουσιών του καταλόγου II στο υδάτινο περιβάλλον υπόκειται σε προηγούμενη άδεια και να καθορίζουν ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 6, της οδηγίας, τα προγράμματα και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους ανακοινώνονται περιληπτικώς στην Επιτροπή.
7 Η οδηγία δεν προβλέπει καμία προθεσμία για τη μεταφορά της στα εθνικά δίκαια. Εντούτοις, το άρθρο 12, παράγραφος 2, ορίζει ότι η Επιτροπή διαβιβάζει το Συμβούλιο, αν είναι δυνατόν εντός 27 μηνών από την κοινοποίηση της οδηγίας, τις πρώτες προτάσεις της, κατόπιν συγκριτικής εξετάσεως των προγραμμάτων των κρατών μελών. Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι τα κράτη μέλη δεν θα ήσαν σε θέση να της παράσχουν επαρκή στοιχεία εγκαίρως, πρότεινε στα κράτη μέλη, με έγγραφο της 3ης Νοεμβρίου 1976, να θεωρηθεί η μεν 15η Σεπτεμβρίου 1981 ως ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για την κατάρτιση των προγραμμάτων, η δε 15η Σεπτεμβρίου 1986 ως ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για την εφαρμογή τους.
8 Κατόπιν της συναντήσεως των εμπειρογνωμόνων της 31ης Ιανουαρίου και 1ης Φεβρουαρίου 1989, η Επιτροπή, με έγγραφο της 26ης Σεπτεμβρίου 1989, κάλεσε την Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου να την ενημερώσει για την κατάρτιση των προγραμμάτων σχετικά με τις ουσίες του δεύτερου σημείου του καταλόγου ΙΙ που θεωρήθηκε ότι έχουν προτεραιότητα. Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου δεν απάντησε στο αίτημα της Επιτροπής.
9 Με έγγραφο της 4ης Απριλίου 1990 η Επιτροπή κάλεσε την Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, πρώτον, να της διαβιβάσει ενημερωμένο πίνακα από τον οποίο να προκύπτει ποιες από τις 99 ουσίες του καταλόγου I που εξομοιώνονται, σύμφωνα με το πρώτο σημείο του καταλόγου II, με ουσίες του τελευταίου αυτού καταλόγου εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον του Λουξεμβούργου, δεύτερον, να της ανακοινώσει τους ποιοτικούς στόχους που ίσχυαν κατά τον χρόνο της χορηγήσεως της άδειας για την έκχυση υλικών που ενδεχομένως περιείχαν τέτοιες ουσίες και, τέλος, να της γνωστοποιήσει τους λόγους για τους οποίους δεν είχαν καθοριστεί τέτοιοι στόχοι καθώς και το χρονοδιάγραμμα του καθορισμού των στόχων αυτών. Ούτε στο έγγραφο αυτό δόθηκε καμία απάντηση.
10 Με έγγραφο οχλήσεως της 26ης Φεβρουαρίου 1991 η Επιτροπή κάλεσε την Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της εντός δύο μηνών. Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου δεν έδωσε καμία απάντηση.
11 Στις 25 Μαου 1993 η Επιτροπή απηύθηνε προς την Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη καταρτίζοντας προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως περιέχοντα ποιοτικούς στόχους για τις 99 ουσίες που παρετίθεντο σε προσαρτημένο στην αιτιολογημένη γνώμη κατάλογο ή μη ανακοινώνοντάς της εν περιλήψει τα προγράμματα αυτά και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους, κατά παράβαση του άρθρου 7 της οδηγίας, και παραλείποντας να παράσχει τα ζητηθέντα συναφώς στοιχεία, κατά παράβαση του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΚ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω Συνθήκη. Η προσφεύγουσα ζήτησε από το καθού κράτος να λάβει εντός δύο μηνών τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη. Ούτε στην αιτιολογημένη γνώμη δόθηκε καμία απάντηση.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
12 Κατά το άρθρο 92, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε να εξετάζει αυτεπαγγέλτως το απαράδεκτο για λόγους δημόσιας τάξης.
13 Κατά πάγια νομολογία (βλ. την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1997, C-96/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1997, σ. Ι-1653, σκέψη 22), ο σκοπός της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας έγκειται στο να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα αφενός μεν να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και αφετέρου να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή. Το αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης οριοθετείται επομένως από την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή. Συνεπώς, το δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορεί να στηρίζεται σε αιτιάσεις άλλες πλην εκείνων που διατυπώθηκαν στην αιτιολογημένη γνώμη (βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 23).
14 Εν προκειμένω υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή, με την αιτιολογημένη γνώμη, κατηγόρησε το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ότι δεν κατάρτισε ούτε ανακοίνωσε τα προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως «για τις 99 επικίνδυνες ουσίες που απαριθμούνται στο συνημμένο παράρτημα», δηλαδή για τις ουσίες του καταλόγου I που περιλαμβάνονται προσωρινά στον κατάλογο II (σύμφωνα με το πρώτο σημείο του καταλόγου αυτού) επειδή δεν έχουν καθοριστεί οι οριακές τιμές τους. Αντίθετα, με το δικόγραφο της προσφυγής, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει γενικότερα ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη έχοντας καταρτίσει ή μη έχοντας ανακοινώσει τα προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 7 της οδηγίας.
15 Κατά συνέπεια, η αιτίαση περί παραβάσεως έχει την έννοια ότι αφορά όλες τις ουσίες που εμπίπτουν στο πρώτο και στο δεύτερο σημείο του καταλόγου II και όχι μόνο τις 99 ουσίες του πρώτου σημείου, τις οποίες αφορά η αιτιολογημένη γνώμη. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος κατά το οποίο ζητείται να αναγνωριστεί η εκ μέρους του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 7 της οδηγίας ως προς τις ουσίες που, μολονότι απαριθμούνται στον κατάλογο II, δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των 99 ουσιών που θεωρούνται ότι έχουν προτεραιότητα.
Επί της ουσίας
16 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αφού δεν αμφισβητείται ότι το αποτέλεσμα που πρέπει να επιτευχθεί ως προς τις ουσίες του καταλόγου II είναι η κατάρτιση και η εφαρμογή των προγραμμάτων, καθώς και η ανάλυση και η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων τους στην Επιτροπή, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη έχοντας ποτέ καταρτίσει και εφαρμόσει τέτοια προγράμματα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
17 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, όσον αφορά ειδικότερα τις ουσίες του πρώτου σημείου του καταλόγου II, τα άρθρα 2 και 7 της οδηγίας δεν εφαρμόζονται μόνο στα απορρίμματα που προέρχονται από τον βιομηχανικό ή τον εμπορικό τομέα. Επιπλέον, η ανυπαρξία προγράμματος δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί με το επιχείρημα ότι δεν υπάρχουν τέτοιοι τομείς, αλλά μόνο με το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει ρύπανση του υδάτινου περιβάλλοντος. Ακόμη όμως και στην περίπτωση αυτή το κράτος μέλος, προκειμένου να δικαιολογήσει το ότι δεν θα καταρτίσει προγράμματα, πρέπει να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή τη μη ύπαρξη ρυπάνσεως.
18 Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου ισχυρίζεται ότι δεν κατάρτισε τα προγράμματα που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, διότι δεν υπήρχε καμία ανάγκη προς τούτο. Δηλώνει ότι στο Λουξεμβούργο δεν υφίσταται βιομηχανική ή εμπορική επιχείρηση που να επεξεργάζεται κάποια από τις 99 επίμαχες ουσίες και να δημιουργεί απορρίμματα. Επομένως δεν υπάρχουν απορρίψεις, εκ μέρους επιχειρήσεων του βιομηχανικού ή του εμπορικού τομέα, χρησιμοποιημένων υδάτων που ενδέχεται να περιέχουν τέτοιες ουσίες.
19 Εντούτοις, αν υποβληθεί αίτηση λειτουργίας εγκαταστάσεως επεξεργασίας μιας από τις επίμαχες ουσίες, θα θεσπιστούν οι κατάλληλες διατάξεις για την άδεια εκχύσεως, η κατοχή της οποίας επιβάλλεται, μεταξύ άλλων, από τον νόμο της 29ης Ιουλίου 1993, περί προστασίας και διαχειρίσεως του ύδατος, και από τον νόμο της 9ης Μαου 1990, περί επικίνδυνων, ανθυγιεινών ή οχληρών εγκαταστάσεων· η θέσπιση δε των διατάξεων αυτών θα βασιστεί στην καλύτερη διαθέσιμη τεχνική.
20 Επιβάλλεται να υπενθυμιστεί ότι σκοπός των προγραμμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας είναι η μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων. Ως «ρύπανση» νοείται, σύμφωνα με τον ορισμό που δίδει το άρθρο 1, παράγραφος 2,στοιχείο εε, της οδηγίας, «η άμεση ή έμμεση απόρριψη από τον άνθρωπο ουσιών ή ενεργείας μέσα στο υδάτινο περιβάλλον, με συνέπειες που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία, να καταστρέψουν τους βιολογικούς πόρους για το υδάτινο οικοσύστημα, να παραβλάψουν την αναψυχή ή να παρεμποδίσουν άλλες νόμιμες χρήσεις των υδάτων». Η υποχρέωση καταρτίσεως των προγραμμάτων κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, καλύπτει συνεπώς τα ύδατα στα οποία γίνονται τέτοιες απορρίψεις. Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου και η Επιτροπή συμφωνούν επί του σημείου αυτού.
21 Δεύτερον, όσον αφορά τον βαθμό ρυπάνσεως των υδάτων στο Λουξεμβούργο, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή κάλεσε επανειλημμένα την Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, πρώτον, να της διαβιβάσει ενημερωμένο πίνακα από τον οποίο να προκύπτει ποιες από τις 99 ουσίες του καταλόγου I που εξομοιώνονται, σύμφωνα με το πρώτο σημείο του καταλόγου II, με ουσίες του τελευταίου αυτού καταλόγου εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον του Λουξεμβούργου, δεύτερον, να της ανακοινώσει τους ποιοτικούς στόχους που ίσχυαν κατά τον χρόνο της χορηγήσεως της άδειας για την έκχυση υλικών που ενδεχομένως περιείχαν τέτοιες ουσίες και, τέλος, να της γνωστοποιήσει τους λόγους για τους οποίους δεν είχαν καθοριστεί τέτοιοι στόχοι καθώς και το χρονοδιάγραμμα του καθορισμού των στόχων αυτών. Στις αιτήσεις αυτές της Επιτροπής δεν δόθηκε καμία απάντηση.
22 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο εκπρόσωπος της Κυβερνήσεως του Λουξεμβούργου δεν αντέκρουσε τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι ορισμένες από τις βιομηχανίες που λειτουργούν στο Λουξεμβούργο απορρίπτουν στα ύδατα ουσίες αναφερόμενες στην οδηγία. Ομολόγησε μάλιστα ότι ορισμένες από τις ουσίες αυτές εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον του Λουξεμβούργου, χωρίς όμως να τις προσδιορίσει. Ομολόγησε επίσης ότι η νομοθεσία του Λουξεμβούργου δεν προβλέπει ποιοτικούς στόχους, όπως επιβάλλει το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας.
23 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη έχοντας καταρτίσει προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως για 99 ουσίες του καταλόγου I που εξομοιώνονται, σύμφωνα με το πρώτο σημείο του καταλόγου II, με ουσίες του τελευταίου αυτού καταλόγου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
24 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, αν υπήρχε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Δεδομένου ότι οι ουσιαστικότεροι ισχυρισμοί του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου απορρίφθηκαν, το κράτος αυτό πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
25 Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη έχοντας καταρτίσει τα προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως για 99 ουσίες του καταλόγου I του παραρτήματος της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητος, που εξομοιώνονται, σύμφωνα με το πρώτο σημείο του καταλόγου II, με ουσίες του τελευταίου αυτού καταλόγου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
26 Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
27 Καταδικάζει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy