Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής - Αντικείμενο - Αιτιολογημένη γνώμη - Περιεχόμενο - Οριοθέτηση του αντικειμένου της διαφοράς
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169)
2 Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Παράβαση κράτους μέλους - Διατήρηση σε ισχύ διατάξεως ασυμβίβαστης με το κοινοτικό δίκαιο - Δεν επιτρέπεται, ανεξαρτήτως του αν ο επίμαχος κοινοτικός κανόνας έχει απευθείας εφαρμογή ή όχι
3 Πράξεις των οργάνων - Οδηγίες - Εκτέλεση από τα κράτη μέλη - Οδηγία σκοπούσα στη γένεση δικαιωμάτων υπέρ των ιδιωτών - Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο χωρίς νομοθετική ενέργεια - Δεν επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 189, εδ. 3)
Περίληψη
4 Στο πλαίσιο της προσφυγής λόγω παραβάσεως κράτους μέλους, ο σκοπός της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας έγκειται στο να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα, αφενός μεν, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, αφετέρου δε, να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή.
Επομένως, το αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 καθορίζεται από την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία που προβλέπει η διάταξη αυτή. Συνεπώς, το δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορεί να στηρίζεται σε αιτιάσεις άλλες πλην εκείνων που διατυπώθηκαν στην αιτιολογημένη γνώμη, η οποία πρέπει να περιλαμβάνει συνοπτική και λεπτομερή παράθεση των λόγων που έπεισαν την Επιτροπή ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος παρέβη μια από τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
5 Το ασυμβίβαστο μιας εθνικής νομοθεσίας με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, ακόμα και με αυτές που έχουν απευθείας εφαρμογή, δεν μπορεί να αρθεί οριστικά παρά μόνο με εσωτερικές διατάξεις δεσμευτικού χαρακτήρα που έχουν την ίδια τυπική ισχύ με αυτές που πρέπει να τροποποιηθούν.
6 Οι διατάξεις μιας οδηγίας πρέπει να εφαρμόζονται μέσω κανόνων αναμφισβήτητης δεσμευτικότητας, με την απαιτούμενη ακρίβεια και σαφήνεια, ώστε να πληρούται η απαίτηση της ασφάλειας δικαίου η οποία επιβάλλει, στην περίπτωση όπου μια οδηγία σκοπεί στη γένεση δικαιωμάτων υπέρ των ιδιωτών, να μπορούν οι δικαιούχοι να έχουν πλήρη γνώση των δικαιωμάτων τους.
Τούτο δεν συμβαίνει οσάκις, λόγω της εντός κράτους μέλους διατηρήσεως σε ισχύ μιας νομοθετικής διατάξεως ασυμβίβαστης με διάταξη οδηγίας, οι φορείς του δικαιώματος βρίσκονται σε αβεβαιότητα ως προς τη νομική κατάστασή τους και είναι εκτεθειμένοι σε αδικαιολόγητες ποινικές διώξεις. Πράγματι, η υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της εν λόγω διατάξεως της οδηγίας, αφήνοντας ανεφάρμοστη οποιαδήποτε αντίθετη εθνική διάταξη, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση ενός νομοθετικού κειμένου.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-207/96,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Marie Wolfcarius, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Enrico Altieri, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην εν λόγω υπηρεσία, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον καθηγητή Umberto Leanza, προϋστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adιlaοde,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωρισθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70), και διατηρώντας σε ισχύ, στην εσωτερική έννομη τάξη της, διατάξεις προβλέπουσες απαγόρευση της νυκτερινής εργασίας των γυναικών, κατά παράβαση του άρθρου 5 της εν λόγω οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Wathelet, πρόεδρο του πρώτου τμήματος, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida, D. A. O. Edward (εισηγητή), P. Jann και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Ιουνίου 1996, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70, στο εξής: οδηγία), και διατηρώντας σε ισχύ, στην εσωτερική έννομη τάξη της, διατάξεις προβλέπουσες απαγόρευση της νυκτερινής εργασίας των γυναικών, κατά παράβαση του άρθρου 5 της εν λόγω οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.
2 Σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας, η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τους όρους εργασίας συνεπάγεται την εξασφάλιση των αυτών όρων σε άνδρες και γυναίκες, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο (παράγραφος 1). Προς τούτο, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως να καταργηθούν (παράγραφος 2, στοιχείο αα) ή να αναθεωρηθούν, όταν δεν υφίστανται πλέον οι λόγοι προστασίας που τις δικαιολογούσαν (παράγραφος 2, στοιχείο γγ). Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, η οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα.
3 Δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνταν να θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή τους προς την οδηγία αυτή εντός προθεσμίας 30 μηνών από της κοινοποιήσεώς της και, όσον αφορά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, εντός προθεσμίας τεσσάρων ετών, δηλαδή πριν από τις 14 Φεβρουαρίου 1980.
4 Συναφώς, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, με την απόφασή του της 25ης Ιουλίου 1991, C-345/89, Stoeckel (Συλλογή 1991, σ. Ι-4047), ότι το άρθρο 5 της οδηγίας είναι αρκούντως σαφές ώστε να επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μην καθιερώνουν νομοθετικώς την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας των γυναικών, έστω και αν από την υποχρέωση αυτή δεν λείπουν οι εξαιρέσεις, ενώ ουδεμία υφίσταται απαγόρευση όσον αφορά τη νυχτερινή εργασία των ανδρών. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι η διάταξη αυτή είναι αρκούντως ακριβής και ανεπιφύλακτη ώστε να μπορούν οι ιδιώτες να την επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για να αποκλείουν την εφαρμογή κάθε εθνικής διατάξεως που αντιβαίνει στο εν λόγω άρθρο 5, παράγραφος 1, στο οποίο διατυπώνεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τους όρους εργασίας (προπαρατεθείσα απόφαση Stoeckel, σκέψη 12, καθώς και απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall, Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 55).
5 Στην Ιταλία, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του νόμου 903, της 9ης Δεκεμβρίου 1977, περί της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών στο πλαίσιο της εργασίας (στο εξής: ιταλικός νόμος), ορίζει τα εξής:
«Στα εργοστάσια και στα βιοτεχνικά εργαστήρια, απαγορεύεται η απασχόληση των γυναικών μεταξύ μεσονυκτίου και έκτης πρωϋνής ώρας. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για τις γυναίκες που απασχολούνται σε διευθυντικές θέσεις ούτε για όσες απασχολούνται στις επιφορτισμένες με την υγιεινή υπηρεσίες της επιχειρήσεως.»
6 Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 5 της ίδιας διατάξεως, η απαγόρευση αυτή μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να χαλαρώσει ή να μην εφαρμοστεί, βάσει συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή ειδικής επιχειρησιακής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, αλλά δεν επιτρέπεται καμία παρέκκλιση για τις γυναίκες που βρίσκονται στην αρχή της εγκυμοσύνης ή σε περίοδο λοχείας.
7 ςΕτσι, ο ιταλικός νόμος διατηρεί σε ισχύ την απαγόρευση της νυκτερινής εργασίας των γυναικών, την οποία προέβλεπε ο νόμος 1305, της 22ας Οκτωβρίου 1952, περί κυρώσεως της συμβάσεως αριθ. 89 της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας (στο εξής: ΔΟΕ), της 9ης Ιουλίου 1948, σχετικά με τη νυκτερινή εργασία γυναικών στη βιομηχανία.
8 Το άρθρο 3 της συμβάσεως αυτής ορίζει ότι απαγορεύεται η απασχόληση γυναικών, αδιακρίτως ηλικίας, κατά τη νύκτα σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις, δημόσιες ή ιδιωτικές, ή σε βοηθητικούς χώρους αυτών, με εξαίρεση τις οικογενειακές επιχειρήσεις όπου απασχολούνται αποκλειστικώς και μόνον τα μέλη της ίδιας οικογενείας.
9 Λόγω της υπάρξεως της συμβάσεως αριθ. 89 της ΔΟΕ, το Δικαστήριο διευκρίνισε, με την απόφαση της 2ας Αυγούστου 1993, C-158/91, Levy (Συλλογή 1993, σ. Ι-4287), ότι ο εθνικός δικαστής οφείλει να διασφαλίζει πλήρως τον σεβασμό του άρθρου 5 της οδηγίας, αφήνοντας ανεφάρμοστη οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη του εθνικού δικαίου, εκτός αν η εφαρμογή της αντίθετης αυτής διατάξεως είναι αναγκαία προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση εκ μέρους του ενδιαφερομένου κράτους μέλους υποχρεώσεων απορρεουσών από σύμβαση που είχε συνάψει με τρίτα κράτη πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ΕΟΚ.
10 Μετά την έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Stoeckel, η Ιταλική Δημοκρατία κατήγγειλε τη σύμβαση αριθ. 89 της ΔΟΕ τον Φεβρουάριο του 1992· η καταγγελία αυτή άρχισε να παράγει αποτελέσματα από τον Φεβρουάριο του 1993.
11 Η Επιτροπή, ενόψει των προπαρατεθεισών αποφάσεων Stoeckel και Levy και της καταγγελίας της συμβάσεως αριθ. 89 της ΔΟΕ από την Ιταλική Δημοκρατία, θεώρησε ότι η Ιταλική Δημοκρατία όφειλε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να άρει το ασυμβίβαστο του ιταλικού νόμου προς το άρθρο 5 της οδηγίας. Κατά συνέπεια, κάλεσε, με έγγραφο οχλήσεως της 2ας Μαρτίου 1994, την Ιταλική Κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης.
12 Η Επιτροπή, δεδομένου ότι δεν έλαβε απάντηση στο έγγραφο αυτό, εξέδωσε στις 19 Ιουνίου 1995 αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κάλεσε την Ιταλική Δημοκρατία να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση προς τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
13 Η Επιτροπή, δεδομένου ότι δεν έλαβε απάντηση, άσκησε την παρούσα προσφυγή.
14 Η προσφυγή της Επιτροπής, σύμφωνα με τα αιτήματα του δικογράφου της, στηρίζεται σε δύο αιτιάσεις κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας: η πρώτη αντλείται από την παράλειψη θεσπίσεως, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, των αναγκαίων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων για τη συμμόρφωση προς την οδηγία και η δεύτερη από την παράβαση του άρθρου 5 της ίδιας οδηγίας, λόγω της διατηρήσεως σε ισχύ του ιταλικού νόμου μετά την καταγγελία της συμβάσεως αριθ. 89 της ΔΟΕ.
Επί της πρώτης αιτιάσεως
15 Η Ιταλική Δημοκρατία, χωρίς να προβάλλει τυπικώς ένσταση απαραδέκτου, υπογραμμίζει ότι η πρώτη αιτίαση διατυπώθηκε μόλις στο στάδιο της υποβολής αιτημάτων με το δικόγραφο της προσφυγής.
16 Επισημαίνεται ότι η αιτίαση αυτή λαμβάνει ως δεδομένο ότι, ακόμη και πριν από την καταγγελία της συμβάσεως αριθ. 89 της ΔΟΕ, η Ιταλική Δημοκρατία ήταν υποχρεωμένη να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις της οδηγίας, όσον αφορά τη νυκτερινή εργασία των γυναικών.
17 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, ο σκοπός της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας έγκειται στο να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα, αφενός μεν, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και, αφετέρου, να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή. Επομένως, το αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης καθορίζεται από την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία που προβλέπει η διάταξη αυτή. Συνεπώς, το δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορεί να στηρίζεται σε αιτιάσεις άλλες πλην εκείνων που διατυπώθηκαν στην αιτιολογημένη γνώμη (απόφαση της 20ής Μαρτίου 1997, C-96/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1997, σ. Ι-1653, σκέψεις 22 και 23).
18 Το Δικαστήριο έχει κρίνει εξάλλου ότι η αιτιολογημένη γνώμη πρέπει να περιλαμβάνει συνοπτική και λεπτομερή παράθεση των λόγων που έπεισαν την Επιτροπή ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος παρέβη μια από τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη (προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 24).
19 Εν προκειμένω, μολονότι με το έγγραφο οχλήσεως και την αιτιολογημένη γνώμη υπενθυμίστηκε ότι η Ιταλική Δημοκρατία ήταν υποχρεωμένη να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να καταστήσει τη νομοθεσία της σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο, η Επιτροπή επισήμανε ότι η υποχρέωση αυτή γεννήθηκε μόνον αφότου η Ιταλική Δημοκρατία έπαυσε να δεσμεύεται από τη σύμβαση αριθ. 89 της ΔΟΕ.
20 Εντούτοις, η Επιτροπή ισχυρίστηκε με το δικόγραφο της προσφυγής ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία, μη λαμβάνοντας, εντός της ταχθείσας από την οδηγία αυτή προθεσμίας, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και νομοθετικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την εν λόγω οδηγία.
21 Δεδομένου ότι τόσο κατά την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, όσο και στο δικόγραφο της προσφυγής, δεν εκτίθενται λεπτομερώς και με λογική συνέπεια τα στοιχεία βάσει των οποίων η Επιτροπή έκρινε ότι, ακόμη και πριν από την καταγγελία της συμβάσεως αριθ. 89 της ΔΟΕ, η Ιταλική Δημοκρατία έπρεπε να είχε συμμορφωθεί, όσον αφορά την εργασία των γυναικών, προς τις διατάξεις της οδηγίας, η Ιταλική Δημοκρατία δεν μπορούσε να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς ισχυρισμούς της κατά της αιτιάσεως αυτής.
22 Συνεπώς, η πρώτη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί της δεύτερης αιτιάσεως
23 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, από τον Φεβρουάριο του 1993, η Ιταλική Δημοκρατία, η οποία δεν δεσμευόταν πλέον από τη σύμβαση αριθ. 89 της ΔΟΕ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της οδηγίας, διατηρώντας σε ισχύ στην εσωτερική έννομη τάξη της κανονιστικές ρυθμίσεις προβλέπουσες απαγόρευση της νυκτερινής εργασίας των γυναικών.
24 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται, αφενός, ότι η προβλεπόμενη από τον ιταλικό νόμο απαγόρευση της νυκτερινής εργασίας, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χαλαρώσει, ακόμη και να μην εφαρμοσθεί, διατηρήθηκε σε ισχύ προκειμένου να εξυπηρετηθούν προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες, την αποφασιστική σπουδαιότητα των οποίων υπογραμμίζουν το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας και το ιταλικό Σύνταγμα και, αφετέρου, ότι οι ιδιώτες δικαιούνται να επικαλούνται ευθέως το άρθρο 5 της οδηγίας ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων προκειμένου να μην εφαρμόζεται ο ιταλικός νόμος.
25 Επιβάλλεται κατ' αρχάς η διαπίστωση ότι, μολονότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 5 του ιταλικού νόμου απαγόρευση της νυκτερινής εργασίας, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να χαλαρώσει, ακόμη και να μην εφαρμοσθεί, η Ιταλική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ότι, μετά την εκ μέρους της καταγγελία της συμβάσεως αριθ. 89 της ΔΟΕ, το κοινοτικό δίκαιο δεν επέτρεπε τη διατήρηση του άρθρου αυτού στην ιταλική έννομη τάξη. Εξάλλου, η Ιταλική Δημοκρατία επισημαίνει ότι το ασυμβίβαστο αυτό θα αρθεί το συντομότερο δυνατό.
26 Στη συνέχεια, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι, κατά πάγια νομολογία, το ασυμβίβαστο μιας εθνικής νομοθεσίας με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, ακόμα και με αυτές που έχουν απευθείας εφαρμογή, δεν μπορεί να αρθεί οριστικά παρά μόνο με εσωτερικές διατάξεις δεσμευτικού χαρακτήρα που έχουν την ίδια τυπική ισχύ με αυτές που πρέπει να τροποποιηθούν και, αφετέρου, ότι οι διατάξεις μιας οδηγίας πρέπει να εφαρμόζονται μέσω κανόνων αναμφισβήτητης δεσμευτικότητας, με την απαιτούμενη ακρίβεια και σαφήνεια, ώστε να πληρούται η απαίτηση της ασφάλειας δικαίου η οποία επιβάλλει, στην περίπτωση όπου μια οδηγία σκοπεί στη γένεση δικαιωμάτων για τους ιδιώτες, να μπορούν οι δικαιούχοι να έχουν πλήρη γνώση των δικαιωμάτων τους (απόφαση της 13ης Μαρτίου 1997, C-197/96, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1997, σ. Ι-1489, σκέψεις 14 και 15).
27 Εν προκειμένω, λόγω της διατηρήσεως του ιταλικού νόμου σε ισχύ, οι φορείς του δικαιώματος αυτού βρίσκονται σε αβεβαιότητα ως προς την έννομη κατάστασή τους και είναι εκτεθειμένοι σε αδικαιολόγητες ποινικές διώξεις. Πράγματι, η υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου 5 της οδηγίας, αφήνοντας ανεφάρμοστη οποιαδήποτε αντίθετη εθνική διάταξη, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση ενός νομοθετικού κειμένου.
28 Επομένως, διαπιστώνεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ, στην εσωτερική έννομη τάξη της, διατάξεις προβλέπουσες την απαγόρευση της νυκτερινής εργασίας των γυναικών, κατά παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
29 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε κατ' ουσίαν, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ, στην εσωτερική έννομη τάξη της, διατάξεις προβλέπουσες την απαγόρευση νυκτερινής εργασίας των γυναικών, κατά παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.
2) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy