Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Βόειο κρέας - Μηχανισμοί παρεμβάσεως - Αγορές κατόπιν διαγωνισμών - Σχέσεις μεταξύ των υποβαλλόντων προσφορά - Άρθρο 9 του κανονισμού 859/89 - Ερμηνεία - Αρχή της ανεξαρτησίας των προσφορών - Περιεχόμενο
(Κανονισμός 805/68 του Συμβουλίου, άρθρο 6 § 6· κανονισμοί της Επιτροπής 859/89, άρθρα 9, 12 § 2 και 15, και 2456/93, άρθρο 11)
2 Γεωργία - Κοινή γεωργική πολιτική - Ξρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ - Αρχές - Συμβατό των δαπανών προς τους κοινοτικούς κανόνες - Υποχρέωση ελέγχου που υπέχουν τα κράτη μέλη
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 5· κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 1)
3 Γεωργία - Κοινή γεωργική πολιτική - Ξρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ - Αρχές - Συμβατό των δαπανών προς τους κοινοτικούς κανόνες - Βάρος της αποδείξεως - Κατανομή μεταξύ της Επιτροπής και του ενδιαφερομένου κράτους μέλους
(Κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου, άρθρα 2 και 3)
4 Πράξεις των οργάνων - Αιτιολόγηση - Υποχρέωση - Έκταση - Απόφαση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών των σχετικών με τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 190)
Περίληψη
1 Στο πλαίσιο των μέτρων παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος, ειδικότερα δε του συστήματος αγορών κατόπιν διαγωνισμών, το άρθρο 9 του κανονισμού 859/89 προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι ο υποβάλλων προσφορά πρέπει να αναλάβει να τηρήσει όλες τις εφαρμοστέες διατάξεις και, στην παράγραφο 2, ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν μία μόνον προσφορά ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία. Δεδομένου ότι η επιταγή της ασφαλείας δικαίου συνεπάγεται ότι μια ρύθμιση πρέπει να παρέχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει, το γράμμα της δεύτερης διατάξεως αυτής δεν μπορεί να χρησιμεύσει προς στήριξη της ερμηνείας κατά την οποία, λόγω της διαφορετικής εννοίας των όρων «ενδιαφερόμενοι» και «υποβάλλοντες προσφορά», οι τελευταίοι μπορούν να υποβάλουν μία μόνον προσφορά σε δημοπρασία εφόσον ανήκουν στον ίδιο όμιλο. Συνεπώς, η ερμηνεία αυτή ισοδυναμεί με αναδρομική εφαρμογή του άρθρου 11 του κανονισμού 2456/93, που εισάγει στην κοινοτική ρύθμιση διατάξεις αφορώσες τις σχέσεις μεταξύ των υποβαλλόντων προσφορά.
Βεβαίως, μολονότι η αρχή της ανεξαρτησίας των προσφορών, ουσιώδης επιταγή για το σύννομο και την αποτελεσματικότητα κάθε διαδικασίας δημοπρασίας, στην οποία βασίζονται τα άρθρα 9, παράγραφος 6 (απόρρητο των προσφορών), 12, παράγραφος 2 (απαγόρευση μεταβιβάσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη δημοπρασία), 9, παράγραφος 4, στοιχείο γγ (υποχρέωση κάθε υποβάλλοντος προσφορά να καταθέσει εγγύηση), και 15 (υποχρέωση κάθε υποβαλόντος προσφορά να εισπράξει προσωπικώς το τίμημα) του κανονισμού 859/89 και 6, παράγραφος 6, του κανονισμού 805/68 (ισότητα προσβάσεως όλων των ενδιαφερομένων), δεν εμποδίζει πλείονες εταιρίες του ιδίου ομίλου να μετέχουν συγχρόνως σε δημοπρασία, απαγορεύει όμως στις ίδιες αυτές εταιρίες να συνεννοούνται ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις των αντιστοίχων προσφορών που υποβάλλουν, διότι άλλως νοθεύεται η διεξαγωγή της διαδικασίας.
2 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, το οποίο αποτυπώνει, στον τομέα της γεωργικής πολιτικής, τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 5 της Συνθήκης, ορίζει τις αρχές βάσει των οποίων η Κοινότητα και τα κράτη μέλη οφείλουν να ρυθμίζουν την εφαρμογή των κοινοτικών αποφάσεων περί των γεωργικών παρεμβάσεων που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ και να λαμβάνουν μέτρα προς καταπολέμηση των απατών και των παρανομιών που διαπράττονται σε σχέση με τις ανωτέρω πράξεις. Το άρθρο αυτό επιβάλλει στα κράτη μέλη τη γενική υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων για τη διασφάλιση της πραγματοποιήσεως και του συννόμου των χρηματοδοτουμένων από το ταμείο πράξεων, ακόμη και αν η συγκεκριμένη κοινοτική νομική πράξη δεν προβλέπει ρητά τη θέσπιση του τάδε ή του δείνα μέτρου ελέγχου, κατά μείζονα λόγο εφόσον υπάρχουν στοιχεία που μπορούν να κινήσουν σοβαρές υποψίες περί καταστρατηγήσεως της απαγορεύσεως που θέτει η επίμαχη κοινοτική πράξη.
3 Τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 729/70 επιτρέπουν στην Επιτροπή να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ μόνο με τα ποσά που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί στους διαφόρους τομείς των γεωργικών προϋόντων, αφήνοντας τα κράτη μέλη να φέρουν κάθε άλλη δαπάνη, ιδίως δε τα ποσά που οι εθνικές αρχές κακώς έκριναν ότι μπορούν να καταβάλουν στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών.
Επομένως, μολονότι στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει την ύπαρξη παραβιάσεως των κοινοτικών κανόνων, το κράτος μέλος οφείλει να αποδείξει, κατά περίπτωση, ότι η Επιτροπή έσφαλε ως προς τις χρηματοοικονομικές συνέπειες που πρέπει να συναχθούν.
Εφόσον η Επιτροπή αποδείξει ότι το κράτος μέλος παραβίασε πλείονες κοινοτικούς κανόνες του γεωργικού τομέα και ότι υπάρχει ενδεχόμενο ζημίας εις βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού, τίποτα περισσότερο δεν μπορεί να της ζητηθεί, καθόσον η Επιτροπή δεν μπορεί να προβεί σε συστηματικούς ελέγχους και η ανάλυση της υφισταμένης καταστάσεως σε δεδομένη αγορά εξαρτάται από τα πληροφοριακά στοιχεία που συλλέγουν τα κράτη μέλη.
4 Η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 190 της Συνθήκης, εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξεως και από το πλαίσιο στο οποίο θεσπίστηκε η πράξη αυτή.
Μια απόφαση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ, με την οποία η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με τμήμα των δηλωθεισών δαπανών, δεν απαιτεί λεπτομερή αιτιολογία, δεδομένου ότι η ενδιαφερόμενη κυβέρνηση συνεργάστηκε στενά κατά τη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως και, επομένως, γνώριζε τον λόγο για τον οποίο η Επιτροπή έκρινε ότι δεν πρέπει να επιβαρυνθεί το ΕΓΤΠΕ με τα επίμαχα ποσά.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-209/96,
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τον J. E. Collins, Assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενο από τον G. Barling, QC, και από την H. Davies, barrister, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Ηνωμένου Βασιλείου, 14, boulevard Roosevelt,
προσφεύγoν,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον J. Macdonald Flett, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
"που έχει ως αντικείμενο τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 96/311/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 1996, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1992, καθώς και για ορισμένες δαπάνες για το οικονομικό έτος 1993 (ΕΕ L 117, σ. 19),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, M. Wathelet (εισηγητή), J. C. Moitinho de Almeida, J.-P. Puissochet και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 4ης Φεβρουαρίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Μαρτίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Ιουνίου 1996, το Ηνωμένο Βασίλειο ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 96/311/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 1996, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1992, καθώς και για ορισμένες δαπάνες για το οικονομικό έτος 1993 (ΕΕ L 117, σ. 19, στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση), καθόσον η Επιτροπή αρνήθηκε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το ποσό των 3 356 000 λιρών στερλινών (UΚ£), ως δαπάνες του Ηνωμένου Βασιλείου για το οικονομικό έτος 1992 στο πλαίσιο των αγορών βοείου κρέατος εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως.
2 Οι θεμελιώδεις κανόνες της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72). Το άρθρο 6 του κανονισμού αυτού επιτρέπει στην Επιτροπή να λαμβάνει μέτρα για να διατηρεί σταθερές τις τιμές στις αγορές της Κοινότητας. Ο κανονισμός 805/68, όπως τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 571/89 του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 1989 (ΕΕ L 61, σ. 43, στο εξής: κανονισμός 805/68), έχει εφαρμογή στο χρονικό διάστημα που αφορά η παρούσα υπόθεση (οικονομικό έτος 1992).
3 Μέχρι το 1989 ίσχυε σύστημα αυτόματης αγοράς από τους οργανισμούς παρεμβάσεως οσάκις οι τιμές ήσαν χαμηλότερες από ορισμένα όρια, πράγμα που είχε ως συνέπεια ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως αγόραζαν πολύ μεγάλες ποσότητες σε τιμές υψηλότερες από τις τιμές της ελεύθερης αγοράς.
4 Για να αντιμετωπισθεί η δυσλειτουργία αυτή, επήλθε μεταρρύθμιση το 1989. Διατηρήθηκε μεν σε ισχύ η αυτόματη αγορά σε περίπτωση πολύ μεγάλης πτώσεως των τιμών, αλλά συγχρόνως θεσπίστηκε σύστημα αγορών κατόπιν διαγωνισμών, ώστε οι αγοραζόμενες ποσότητες και τα καταβαλλόμενα τιμήματα να μην υπερβαίνουν τα όρια του αναγκαίου για την εύλογη στήριξη της αγοράς.
5 Έτσι, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 805/68, το Συμβούλιο καθορίζει τιμή παρεμβάσεως μία φορά ετησίως. Οσάκις οι τιμές της ελεύθερης αγοράς εντός της Κοινότητας είναι κατώτερες ορισμένων ποσοστών της τιμής παρεμβάσεως, οι οργανισμοί παρεμβάσεως ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών μπορούν, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, να αγοράζουν ορισμένες κατηγορίες, ποιότητες ή ομάδες ποιοτήτων βοείου κρέατος κοινοτικής καταγωγής.
6 Οι αγορές πραγματοποιούνται με ανοικτούς διαγωνισμούς. Δεν μπορούν, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 805/68, να υπερβούν ποσότητα 220 000 τόνων ετησίως για ολόκληρη την Κοινότητα.
7 Εντούτοις, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού, σε περίπτωση πολύ μεγάλης πτώσεως των τιμών, προβλέπεται διαδικασία κατά την οποία όλες οι προσφορές που είναι ίσες ή κατώτερες του 80 % της τιμής παρεμβάσεως γίνονται δεκτές και δεν καταλογίζονται στη μέγιστη ποσότητα του άρθρου 6, παράγραφος 1 (διαδικασία αποκαλούμενη «δίκτυ ασφαλείας»).
8 Δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 6, του κανονισμού 805/68, οι διαγωνισμοί πρέπει να εξασφαλίζουν την ισότητα προσβάσεως όλων των ενδιαφερομένων και προκηρύσσονται βάσει συγγραφής υποχρεώσεων.
9 Από το άρθρο 6, παράγραφος 7, του κανονισμού 805/68 προκύπτει ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής του συστήματος παρεμβάσεως θεσπίζονται από την Επιτροπή, η οποία αποφασίζει επίσης την προκήρυξη και την αναστολή των διαγωνισμών, αφού ακούσει την επιτροπή διαχειρίσεως. Κατά το χρονικό διάστημα που αφορά η παρούσα υπόθεση, οι εν λόγω λεπτομέρειες διέπονταν από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 859/89 της Επιτροπής, της 29ης Μαρτίου 1989, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 91, σ. 5).
10 Από το άρθρο 7 του κανονισμού 859/89 προκύπτει ότι η απόφαση για τις αγορές μέσω δημοπρασίας δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων το Σάββατο ή την Τρίτη που προηγείται της ημερομηνίας λήξεως της πρώτης προθεσμίας υποβολής προσφορών. Κατά το άρθρο 8 του εν λόγω κανονισμού, κατά τον χρόνο ισχύος της προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών, η προθεσμία για την υποβολή προσφορών λήγει κάθε δεύτερη και τέταρτη Τετάρτη του μήνα, ώρα 12.00 (ώρα Βρυξελλών).
11 Κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 859/89, διάταξη που αποτελεί τον πυρήνα της υπό κρίση διαφοράς:
«1. Ο υποβάλλων προσφορά μπορεί να συμμετέχει στη δημοπρασία μόνο εάν αναλαμβάνει γραπτώς να τηρήσει τις διατάξεις σχετικά με τις εν λόγω αγορές.
2. Οι ενδιαφερόμενοι συμμετέχουν στη δημοπρασία του οργανισμού παρέμβασης των κρατών μελών όπου αυτή έχει αρχίσει, είτε με κατάθεση γραπτής προσφοράς έναντι αποδείξεως παραλαβής είτε με οποιοδήποτε μέσο γραπτής επικοινωνίας με απόδειξη παραλαβής αποδεκτό από τον οργανισμό παρέμβασης· οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν μόνο μία προσφορά ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία.
3. Η προσφορά αναφέρει:
α) το όνομα και τη διεύθυνση του υποβάλλοντος προσφορά·
β) την προσφερόμενη ποσότητα των προϋόντων της ή των κατηγοριών που αναφέρονται στην προκήρυξη της δημοπρασίας, εκφραζόμενη σε τόνους·
γ) την προτεινόμενη τιμή ανά 100 χιλιόγραμμα προϋόντων της ποιότητας R3 (...)·
δ) το ή τα κέντρα παρέμβασης στα οποία ο υποβάλλων προσφορά προτίθεται να παραδώσει το προϋόν.
(...)»
12 Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 4, στοιχείο γγ, του εν λόγω κανονισμού, ο υποβάλλων προσφορά πρέπει να αποδείξει ότι κατέθεσε εγγύηση δημοπρασίας πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή των προσφορών και, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφοι 5 και 6, η προσφορά δεν μπορεί να αποσυρθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής προσφορών και πρέπει να εξασφαλίζεται το απόρρητο των προσφορών.
13 Από το άρθρο 7 του κανονισμού 859/89 προκύπτει ότι, κατά την έναρξη της διαδικασίας δημοπρασίας, μπορεί να καθοριστεί μια ελάχιστη τιμή κάτω από την οποία οι προσφορές δεν μπορούν να γίνουν δεκτές και από το άρθρο 8 προκύπτει ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως διαβιβάζουν τις προσφορές στην Επιτροπή το αργότερο 24 ώρες μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής προσφορών.
14 Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 859/89 ορίζει ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις ληφθείσες προσφορές για κάθε δημοπρασία και αφού ακούσει την επιτροπή διαχειρίσεως, η Επιτροπή καθορίζει μέγιστη τιμή αγοράς· λόγω ειδικών συνθηκών είναι δυνατόν να καθορίζεται διαφορετική τιμή ανά κράτος μέλος ή περιοχή κράτους μέλους σε συνάρτηση με τις μέσες τιμές της αγοράς που έχουν διαπιστωθεί. Κατά την παράγραφο 2 της διατάξεως αυτής, μπορεί επίσης να αποφασισθεί να μη δοθεί συνέχεια στη δημοπρασία και, κατά την παράγραφο 3, εάν το σύνολο των προσφερομένων ποσοτήτων σε τιμή ίση ή κατώτερη της μέγιστης τιμής υπερβαίνει τις ποσότητες που μπορούν να αγορασθούν, οι ποσότητες που έχουν κατακυρωθεί μπορούν να μειωθούν με την εφαρμογή ενός συντελεστή μειώσεως.
15 Το άρθρο 12 του κανονισμού 859/89 ορίζει ότι η προσφορά απορρίπτεται εάν η προτεινόμενη τιμή είναι μεγαλύτερη από τη μέγιστη καθορισθείσα τιμή και το άρθρο 10, παράγραφος 2, ότι η εγγύηση επιστρέφεται ολόκληρη αν δεν γίνει δεκτή η προσφορά.
16 Από το άρθρο 13 του κανονισμού 859/89 προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποδοχής της προσφοράς, η εγγύηση επιστρέφεται ολόκληρη αν η παραδοθείσα ποσότητα αντιπροσωπεύει το 95 % τουλάχιστον της προσφερθείσας ποσότητας. Αν η παραδοθείσα ποσότητα περιλαμβάνεται μεταξύ του 85 % και του 95 % της προσφερθείσας ποσότητας, η εγγύηση καταπίπτει υπέρ των οργανισμών παρεμβάσεως κατ' αναλογίαν της ελλείπουσας ποσότητας, πλην των περιπτώσεων ανωτέρας βίας. Σε όλες τις λοιπές περιπτώσεις, η εγγύηση καταπίπτει στο σύνολό της υπέρ των οργανισμών παρεμβάσεως, υπό την επιφύλαξη της ανωτέρας βίας.
17 Η υποχρέωση καταθέσεως εγγυήσεως θεσπίστηκε για να παύσει η πρακτική των υπερτιμημένων προσφορών.
18 Εξάλλου, κατά το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 859/89, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη δημοπρασία δεν μεταβιβάζονται. Επιπλέον, ο οργανισμός παρεμβάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 15, να καταβάλει στον υπερθεματιστή την τιμή που αναγράφεται στην προσφορά του.
19 Μετά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, ο κανονισμός 859/89 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2456/93 της Επιτροπής, της 1ης Σεπτεμβρίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 805/68 όσον αφορά τα γενικά και ειδικά μέτρα παρέμβασης στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 225, σ. 4). Το άρθρο 9 του κανονισμού 859/89 αντικαταστάθηκε από μια λεπτομερή διάταξη αφορώσα τα πρόσωπα που μπορούν να υποβάλλουν προσφορά, το άρθρο 11, κατά το οποίο:
«1. Μπορούν να υποβάλλουν προσφορές μόνο:
α) τα σφαγεία στον τομέα του βοείου κρέατος που έχουν εγκριθεί κατά την έννοια της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ και για τα οποία δεν ισχύει παρέκκλιση δυνάμει του άρθρου 2 της οδηγίας 91/498/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος τους, καθώς και
β) οι έμποροι ζώων ή κρεάτων που αναθέτουν τη σφαγή στα εν λόγω σφαγεία για λογαριασμό τους και οι οποίοι είναι εγκεκριμένοι σε δημόσιο μητρώο με ατομικό αριθμό.
2. Οι ενδιαφερόμενοι συμμετέχουν στη δημοπρασία του οργανισμού παρέμβασης στο κράτος μέλος όπου αυτή έχει αρχίσει είτε με υποβολή γραπτής προσφοράς έναντι αποδείξεως παραλαβής, είτε με οποιοδήποτε μέσο γραπτής επικοινωνίας, αποδεκτό από τον οργανισμό παρέμβασης, έναντι αποδείξεως παραλαβής.
Οι προσφορές υποβάλλονται ξεχωριστά ανάλογα με τον τύπο της δημοπρασίας.
3. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν μόνο μία προσφορά ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία.
Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν συνδέονται μεταξύ τους από πλευράς διεύθυνσης, προσωπικού και λειτουργίας.
Εφόσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι αυτό δεν συμβαίνει ή όταν μια προσφορά δεν αντιστοιχεί στην οικονομική πραγματικότητα, η αποδοχή της εν λόγω προσφοράς προϋποθέτει προσκόμιση, από τον υποβάλλοντα την προσφορά, πρόσφορων αποδείξεων ως προς την τήρηση της διάταξης του δευτέρου εδαφίου.
Όταν αποδειχτεί ότι ένας ενδιαφερόμενος έχει υποβάλει περισσότερες από μία αιτήσεις, τότε δεν γίνεται δεκτή καμία από τις αιτήσεις του.
4. (...)»
20 Τέλος, το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να διασφαλίζουν το σύννομο και την πραγματοποίηση των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, να προλαμβάνουν και να πατάσσουν τις πλημμέλειες και να ανακτούν τα απολεσθέντα εξ αιτίας πλημμελειών ή αμελειών ποσά. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι δεν επιρρίπτονται στην Κοινότητα οι οικονομικές συνέπειες των πλημμελειών ή αμελειών που είναι καταλογιστέες στις διοικητικές αρχές ή τους οργανισμούς των κρατών μελών.
21 Λόγω διαφόρων γεγονότων [ασθένεια των τρελών αγελάδων (ΣΕΒ), γερμανική ενοποίηση, πόλεμος του Κόλπου, εξέλιξη των σχέσεων με την Ανατολική Ευρώπη κ.λπ.], η κοινοτική αγορά βοείου κρέατος διήλθε από το 1990 έως το 1992 μια άνευ προηγουμένου κρίση η οποία προκάλεσε, από το οικονομικό έτος 1991, διαρκή αύξηση των εξόδων του προϋπολογισμού της Κοινότητας. Έτσι, οι εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως αγορές βοείου κρέατος της Κοινότητας αυξήθηκαν από 540 000 τόνους το 1987 σε 1 030 000 τόνους το 1991, δηλαδή κατά 90,7 % εντός τεσσάρων ετών.
22 Κατά την Επιτροπή, ορισμένες επιχειρήσεις υπέβαλαν τότε πλείονες προσφορές στον ίδιο διαγωνισμό. Στη συνοπτική έκθεσή της για το οικονομικό έτος 1992 η Επιτροπή ανέφερε τα εξής:
«Ηνωμένο Βασίλειο
Από την εξέταση των υπογραφών, ονομάτων, διευθύνσεων, τραπεζικών λογαριασμών, αριθμών τηλεφώνου κ.λπ., το ΕΓΤΠΕ κατέληξε γρήγορα στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση ήταν παρόμοια, αν όχι πανομοιότυπη, με αυτήν που διαπιστώθηκε για την Ιρλανδία· π.χ. καταβλήθηκε ελάχιστη προσπάθεια από τους υποβαλόντες προσφορές να συγκαλύψουν τις διασυνδέσεις τους και ο οργανισμός παρέμβασης πρέπει να είχε πλήρη επίγνωση των γεγονότων σχεδόν από την αρχή.
Οι προσφορές δεν υποβλήθηκαν αναγκαστικά από εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, αλλά, ορισμένες φορές, άτομα που συμμετείχαν στην λειτουργία των εταιριών είχαν υποβάλει και τα ίδια προσφορές.
Για να περιγραφεί καλύτερα το πρόβλημα, δίδεται το παρακάτω παράδειγμα το οποίο είναι τυπικό των φακέλων που εξετάσθηκαν (έχουν αλλαχθεί τα ονόματα):
- οι προσφορές 1, 2 και 3 υποβλήθηκαν από τους A. Smith, B. Smith και A. και B. Smith αντιστοίχως. Όλες οι αναγκαίες εγγυήσεις καλύφθηκαν με χρέωση της συνολικής εγγύησης ενός άλλου μεγάλου υποβαλόντος προσφορά, της Bigcomp Ltd. Όλες οι διευθύνσεις ήταν οι ίδιες. Επιπλέον, όταν κατά τον έλεγχο ανάληψης ανακαλύφθηκε η κλοπή ενός φιλέτου που είχε σχέση με τον υποβαλόντα την προσφορά αριθ. 3, το τιμολόγιο απεστάλη στην Bigcomp Ltd αντί στην A. και B. Smith που ήταν ο αρχικός συμμετέχων.
Προσφορές που υποβλήθηκαν από συνδεόμενα πρόσωπα και/ή εταιρίες είχαν ελαφρώς διαφορετικές τιμές, γεγονός το οποίο είναι ενδεικτικό ενός στοιχείου κερδοσκοπίας. Παρατηρήθηκε επίσης ότι οι υποβαλόντες προσφορά ζητούσαν ορισμένες φορές να καταβληθεί η πληρωμή τους σε ένα τρίτο μέρος.
Προτείνονται δημοσιονομικές συνέπειες με ενιαίο ποσοστό 2 % που εφαρμόζεται στις δαπάνες που δηλώθηκαν για το 1992. Επιπροσθέτως, επειδή οι καταχρηστικές διαδικασίες που παρατηρήθηκαν θεωρούνται εξίσου προφανείς με αυτές που σημειώθηκαν στη Δανία και την Ιρλανδία στο πλαίσιο των ελέγχων εκκαθάρισης λογαριασμών του 1991, θα εφαρμοσθεί παρόμοια διόρθωση στις ετήσιες δαπάνες του 1993.
Από τις διαδικασίες διαγωνισμού που εξετάσθηκαν, το ΕΓΤΠΕ κατέληξε γρήγορα και εύκολα στο συμπέρασμα ότι το ένα τρίτο των προσφορών που έγιναν δεκτές από τον οργανισμό παρέμβασης συνδέονταν με άλλες προσφορές. Ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις διαπιστώθηκε ότι μία ομάδα είχε υποβάλει πολλές προσφορές για πρακτικούς λόγους διοικητικού χαρακτήρα (π.χ. διαφορετικά σφαγεία σε διαφορετικά μέρη της χώρας), σε άλλες περιπτώσεις υπήρξε κατάφωρη καταστρατήγηση των κανόνων (π.χ. οι σχέσεις Smith/Bigcomp).»
23 Κατά την Επιτροπή, οι πρακτικές αυτές απαγορεύονταν ρητώς από την εφαρμοστέα στον σχετικό τομέα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση και αντέβαιναν πλήρως στον σκοπό του συστήματος παρεμβάσεως. Στη συνοπτική έκθεσή της, η Επιτροπή δέχθηκε ότι είχε σημειωθεί παράβαση των άρθρων 9, παράγραφος 2 (υποβολή μιας μόνον προσφοράς ανά συμμετέχοντα ανά δημοπρασία), 12, παράγραφος 2 (απαγόρευση μεταβιβάσεως των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη δημοπρασία), 9, παράγραφος 4, στοιχείο γγ (κατάθεση της εγγυήσεως από τον ίδιο τον προσφέροντα), και 15, παράγραφος 1 (καταβολή του τιμήματος στον υπερθεματιστή), του κανονισμού 859/89.
24 Η Επιτροπή έκρινε ότι οι υποβαλόντες προσφορά υιοθέτησαν τις πρακτικές αυτές προκειμένου να πωλήσουν τη μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα κρέατος προς τους οργανισμούς παρεμβάσεως σε τιμές όσο το δυνατόν υψηλότερες, μειώνοντας συγχρόνως σημαντικά τους κινδύνους απωλείας των εγγυήσεών τους δημοπρασίας. Κατά την Επιτροπή, σε περίπτωση παραδόσεως μικρότερης ποσότητας από την παραδοτέα, η κατανομή μιας προσφερομένης ποσότητας σε πλείονες υποβληθείσες προσφορές παρείχε, πράγματι, τη δυνατότητα παραδόσεως μέρους τουλάχιστον των προσφερθεισών ποσοτήτων και, συνεπώς, ανακτήσεως των σχετικών εγγυήσεων.
25 Απαντώντας στην Επιτροπή, κατά την άποψη της οποίας οι αρμόδιες εθνικές αρχές όφειλαν να επέμβουν για να παύσουν οι πρακτικές αυτές, οι βρετανικές αρχές αντέτειναν ότι ο κανονισμός 859/89 δεν τους επέτρεπε να επέμβουν, δεδομένου ότι οι προσφορές προέρχονταν από αυτοτελή φυσικά ή νομικά πρόσωπα.
26 Η υπόθεση υποβλήθηκε στην κρίση του οργάνου συμβιβασμού που συστάθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας της Επιτροπής με την απόφασή της 94/442/ΕΚ, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών του Ευρωπαϋκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 182, σ. 45).
27 Το όργανο συμβιβασμού έκρινε ότι δεν μπορούσε να αποφανθεί με βεβαιότητα ότι η διαδικασία δημοπρασίας την οποία ακολούθησαν τα κράτη μέλη αντέβαινε στον κανονισμό 859/89. Το όργανο αυτό επισήμανε ότι, εν πάση περιπτώσει, κρίθηκε εκ των υστέρων αναγκαίο να διευκρινισθούν οι περιλαμβανόμενοι στον κανονισμό 859/89 κανόνες. Το όργανο συμβιβασμού υπογράμμισε επίσης ότι η Επιτροπή δεν αντέδρασε πριν από το 1993 στην πρακτική των κρατών μελών.
28 Παρά τα συμπεράσματα του οργάνου συμβιβασμού, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
29 Προς στήριξη της προσφυγής του, το Ηνωμένο Βασίλειο επικαλείται τρεις λόγους ακυρώσεως, αντλούμενους αντιστοίχως από τη νομιμότητα της πρακτικής που ακολούθησε το κράτος μέλος αυτό, από την έλλειψη ζημίας εις βάρος του ΕΓΤΠΕ και από την ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επί της νομιμότητας της πρακτικής που ακολούθησε το Ηνωμένο Βασίλειο
30 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι η πρακτική κατά την οποία οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορούσε να υποβάλει προσφορά κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα ήταν νόμιμη. Συγκεκριμένα, το 1991 και το 1992 καμία νομική βάση δεν επέτρεπε στις εθνικές αρχές να απορρίψουν τις προσφορές που υποβλήθηκαν από αυτοτελή φυσικά ή νομικά πρόσωπα με την αιτιολογία ότι τα πρόσωπα αυτά δεν ήσαν ανεξάρτητα από άλλους προσφέροντες.
31 Μολονότι, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 2, τελευταία περίοδος, του κανονισμού 859/89, ο υποβάλλων προσφορά μπορεί να υποβάλει μία μόνον προσφορά ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία, ο κανονισμός αυτός δεν διευκρινίζει ποιος πρέπει να νοείται ως «υποβάλλων προσφορά». Υπό τις συνθήκες αυτές, ο όρος αυτός έπρεπε να νοηθεί υπό τη συνήθη έννοιά του. Συνεπώς, υποβάλλων προσφορά είναι κάθε αυτοτελές φυσικό ή νομικό πρόσωπο που υποβάλλει προσφορά στο πλαίσιο διαγωνισμού, ανεξαρτήτως του αν ανήκει σε όμιλο ή όχι.
32 Μόνο με τον κανονισμό 2456/93, ο οποίος, μετά το επίμαχο στην παρούσα διαφορά χρονικό διάστημα, κατάργησε τον κανονισμό 859/89, ελήφθησαν υπόψη οι σχέσεις που μπορεί να συνδέουν τους υποβάλλοντες προσφορά. Πράγματι, το άρθρο 11, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2456/93 είναι η πρώτη διάταξη η οποία επιτάσσει να μη συνδέονται μεταξύ τους οι υποβάλλοντες προσφορά.
33 Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η εθνική αρχή έλεγχε κάθε φορά αν οι διάφοροι υποβαλόντες προσφορά αποτελούσαν πράγματι αυτοτελή φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Αντιθέτως, το ζήτημα αν οι διάφοροι υποβαλόντες προσφορά ανήκαν στον ίδιο όμιλο δεν αποτέλεσε αντικείμενο ελέγχων, διότι δεν ήταν αναγκαίο και επιπλέον διότι δεν υπήρχε νομική βάση προς τούτο.
34 Η Επιτροπή διακρίνει μεταξύ του όρου «υποβάλλων προσφορά» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 859/89 και του όρου «ενδιαφερόμενοι» που χρησιμοποιείται στην παράγραφο 2. Ενώ ο υποβάλλων προσφορά είναι απλώς το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που υποβάλλει μια προσφορά, ο όρος «ενδιαφερόμενοι» καλύπτει μια ευρύτερη κατάσταση πραγμάτων. Κατ' αυτήν, η περιλαμβανόμενη στο άρθρο 9, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού απαγόρευση προς κάθε υποβάλλοντα προσφορά να υποβάλει άνω της μιας προσφοράς ανά δημοπρασία και ανά κατηγορία θα έπαυε να έχει οποιαδήποτε πρακτική αποτελεσματικότητα αν ο ίδιος ενδιαφερόμενος είχε τη δυνατότητα να υποβάλει πλείονες προσφορές μέσω νομικώς αυτοτελών μεν, αλλά συνδεομένων προς αυτόν, υποβαλλόντων προσφορά.
35 Πρέπει κατ' αρχάς να υπομνησθεί η επιταγή της ασφαλείας δικαίου, η οποία συνεπάγεται ότι μια ρύθμιση πρέπει να παρέχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει (βλ., συναφώς, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1987, 348/85, Δανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 5225, σκέψη 19). Συνεπώς, η Επιτροπή δεν μπορεί να επιλέξει, κατά τον χρόνο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, ερμηνεία η οποία, εφόσον αφίσταται της συνήθους εννοίας των χρησιμοποιουμένων όρων, δεν επιβάλλεται (βλ., συναφώς, απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1988, 349/85, Δανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 169, σκέψεις 15 και 16).
36 Συναφώς, το άρθρο 9, παράγραφος 2, τελευταία περίοδος, του κανονισμού 859/89 προβλέπει μόνον ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν μία μόνον προσφορά ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία. Συνεπώς, το γράμμα της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να χρησιμεύσει προς στήριξη της προβαλλομένης από την Επιτροπή ερμηνείας κατά την οποία, λόγω της διαφορετικής εννοίας των όρων «ενδιαφερόμενοι» και «υποβάλλοντες προσφορά», οι τελευταίοι μπορούν να υποβάλουν μία μόνον προσφορά σε δημοπρασία εφόσον ανήκουν στον ίδιο όμιλο.
37 Μόλις από της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 2456/93 περιελήφθησαν στην κοινοτική ρύθμιση διατάξεις αφορώσες τις σχέσεις μεταξύ των υποβαλλόντων προσφορά. Η υιοθέτηση της ερμηνείας του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 859/89 την οποία προτείνει η Επιτροπή ισοδυναμεί με αναδρομική εφαρμογή του άρθρου 11 του κανονισμού 2456/93.
38 Ωστόσο, ο λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν είναι ικανός να προκαλέσει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή είναι αρκούντως αιτιολογημένη από άλλα πραγματικά και νομικά στοιχεία.
39 Συγκεκριμένα, στη συνοπτική έκθεση του ΕΓΤΠΕ για το οικονομικό έτος 1992 επισημαίνεται ότι υποβαλόντες προσφορά κατέθεσαν εγγυήσεις για λογαριασμό άλλων συμμετεχόντων στη διαδικασία δημοπρασίας, ότι πραγματοποιήθηκαν καταβολές σε εταιρίες διαφορετικές από τις υποβαλούσες προσφορά και ότι από την εξέταση των υπογραφών, ονομάτων, διευθύνσεων και των αριθμών τραπεζικών λογαριασμών και τηλεφώνου κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί ότι αυτοτελείς προσφορές προέρχονταν από την ίδια πηγή.
40 Τα στοιχεία αυτά μπορούσαν να κινήσουν σοβαρές υποψίες περί καταστρατηγήσεως της απαγορεύσεως προς τους υποβάλλοντες προσφορά να υποβάλουν άνω της μιας προσφοράς ανά δημοπρασία και ανά κατηγορία, μέσω της καταθέσεως από αχυρανθρώπους προσφορών προερχομένων στην πραγματικότητα από έναν και τον αυτό επιχειρηματία. Λαμβανομένης υπόψη της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, οι ενδείξεις αυτές επέβαλλαν στα κράτη τη διενέργεια επιθεωρήσεων και ελέγχων.
41 Συγκεκριμένα, η διαχείριση της χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΠΤΕ γίνεται κυρίως από τις εθνικές διοικητικές αρχές, οι οποίες οφείλουν να επαγρυπνούν για την αυστηρή τήρηση των κοινοτικών κανόνων. Το σύστημα αυτό, το οποίο βασίζεται στην αρχή της εμπιστοσύνης μεταξύ εθνικών και κοινοτικών αρχών, δεν προβλέπει κανένα συστηματικό έλεγχο εκ μέρους της Επιτροπής, πράγμα που θα ήταν, άλλωστε, ουσιαστικώς αδύνατο για την τελευταία. Μόνον οι οργανισμοί παρεμβάσεως είναι σε θέση να παρέχουν τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τον καθορισμό της μέγιστης τιμής αγοράς και, ενδεχομένως, του συντελεστή μειώσεως, ενώ η Επιτροπή δεν βρίσκεται τόσο κοντά όσο απαιτείται για να λαμβάνει τις πληροφορίες που χρειάζεται από τους επιχειρηματίες (βλ., συναφώς, απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1993, C-48/91, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-5611, σκέψη 11).
42 Παραλείποντας να προβεί στις έρευνες αυτές, το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 (βλ. απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994, C-2/93, Exportslachterijen van Oordegem, Συλλογή 1994, σ. Ι-2283, σκέψεις 16 έως 18).
43 Πράγματι, η διάταξη αυτή, η οποία αποτυπώνει, στον τομέα της γεωργικής πολιτικής, τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 5 της Συνθήκης EK, ορίζει τις αρχές βάσει των οποίων η Κοινότητα και τα κράτη μέλη οφείλουν να ρυθμίζουν την εφαρμογή των κοινοτικών αποφάσεων περί των γεωργικών παρεμβάσεων που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ και να λαμβάνουν μέτρα προς καταπολέμηση των απατών και των παρανομιών που διαπράττονται σε σχέση με τις ανωτέρω πράξεις (βλ. απόφαση της 6ης Μαου 1982, 146/81, 192/81 και 193/81, BayWa κ.λπ., Συλλογή 1982, σ. 1503, σκέψη 13). Συνεπώς, το άρθρο αυτό επιβάλλει στα κράτη μέλη τη γενική υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων για τη διασφάλιση της πραγματοποιήσεως και του συννόμου των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, ακόμη και αν η συγκεκριμένη κοινοτική νομική πράξη δεν προβλέπει ρητά τη θέσπιση του τάδε ή του δείνα μέτρου ελέγχου (βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 1990, C-8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2321, σκέψεις 16 και 17).
44 Εξάλλου, το ΕΓΤΠΕ δεν δέχθηκε μόνον ότι είχε σημειωθεί παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 859/89. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι υπομνησθείσες στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως πρακτικές συνιστούσαν παραβίαση της απαγορεύσεως μεταβιβάσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη δημοπρασία (άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 859/89), της υποχρεώσεως κάθε υποβάλλοντος προσφορά να καταθέσει εγγύηση (άρθρο 9, παράγραφος 4, στοιχείο γγ) και της υποχρεώσεως προσωπικής εισπράξεως του τιμήματος (άρθρο 15) (σ. 121 της συνοπτικής εκθέσεως).
45 Με τις αιτιάσεις αυτές, το ΕΓΤΠΕ προσάπτει στους Βρετανούς υποβαλόντες προσφορά ότι παραβίασαν την αρχή της ανεξαρτησίας των προσφορών, ουσιώδη επιταγή για το σύννομο και την αποτελεσματικότητα κάθε διαδικασίας δημοπρασίας, η οποία απορρέει τόσο από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του κανονισμού 859/89 όσο και από τα άρθρα 9, παράγραφος 6, του κανονισμού αυτού (απόρρητο των προσφορών) και 6, παράγραφος 6, του κανονισμού 805/68 (ισότητα προσβάσεως όλων των ενδιαφερομένων). Μολονότι η αρχή αυτή δεν εμποδίζει πλείονες εταιρίες του ιδίου ομίλου να μετέχουν συγχρόνως σε δημοπρασία, απαγορεύει όμως στις ίδιες αυτές εταιρίες να συνεννοούνται ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις των αντιστοίχων προσφορών που υποβάλλουν, διότι άλλως νοθεύεται η διεξαγωγή της διαδικασίας.
46 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ελλείψεως ζημίας εις βάρος του ΕΓΤΠΕ
47 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου κρίνει ότι στη συνοπτική έκθεση η Επιτροπή δεν παρέσχε το παραμικρό παράδειγμα περιπτώσεως στην οποία διαπίστωσε ότι η αποδοχή συνδεομένων μεταξύ τους προσφορών προκάλεσε ζημία εις βάρος του ΕΓΤΠΕ. Η Επιτροπή περιορίστηκε στην ανάπτυξη μιας θεωρητικής ερμηνείας της καταστάσεως όπως εξελίχθηκε.
48 Η κυβέρνηση αυτή ισχυρίζεται επίσης ότι η Επιτροπή καθόρισε την τιμή αγοράς βάσει πληροφοριακών στοιχείων σχετικών με τις μέσες τιμές της ελεύθερης αγοράς, γνωστοποιηθείσες από τα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια της εβδομάδας της δημοπρασίας, με την εξέλιξη των τιμών κατά τις προηγούμενες εβδομάδες και με άλλα στοιχεία αναλύσεως της αγοράς. Επομένως, η επιρροή την οποία οι διογκωμένες ή κατ' άλλο τρόπο κερδοσκοπικές τιμές μπορούσαν να ασκήσουν στην καθορισθείσα κατά τη διάρκεια του επίμαχου χρονικού διαστήματος τιμή ήταν εξαιρετικά περιορισμένη.
49 Εξάλλου, από την ανάλυση των εγγυήσεων ως προς τις οποίες το Ηνωμένο Βασίλειο δήλωσε ότι κατέπεσαν υπέρ του το 1991 δεν επιβεβαιώνεται η άποψη ότι οι προσφορές που προέρχονταν από συνδεομένους μεταξύ τους υποβαλόντες προσφορά σκοπούσαν στη μείωση των κινδύνων απωλείας των εν λόγω εγγυήσεων. Το 1991 το συνολικό ποσό των εγγυήσεων ως προς τις οποίες το Ηνωμένο Βασίλειο δήλωσε ότι κατέπεσαν υπέρ του ανήλθε σε 67 903,86 UK£, πράγμα που αντιπροσωπεύει μόνον το 0,03 % του (κατ' εκτίμηση) συνολικού ποσού των κατατεθεισών εγγυήσεων. Από το ποσό αυτό, μόνον 20 667,57 UK£, ήτοι 0,01 % του κατ' εκτίμηση συνολικού ποσού των κατατεθεισών εγγυήσεων, αφορούσε προσφορές οι οποίες, κατά την ερμηνεία του κανονισμού την οποία υποστηρίζει η Επιτροπή, έπρεπε να απορριφθούν από το Ηνωμένο Βασίλειο λόγω του ότι προέρχονταν από επιχειρηματίες συνδεομένους μεταξύ τους.
50 Υπό τις συνθήκες αυτές, η διόρθωση στην οποία προέβη η Επιτροπή εστερείτο νόμιμης βάσης.
51 Επισημαίνεται ότι, κατά παγία νομολογία, τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 729/70 επιτρέπουν στην Επιτροπή να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ μόνο με τα ποσά που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί στους διαφόρους τομείς των γεωργικών προϋόντων, αφήνοντας τα κράτη μέλη να φέρουν κάθε άλλη δαπάνη, ιδίως δε τα ποσά που οι εθνικές αρχές κακώς έκριναν ότι μπορούν να καταβάλουν στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών (αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 11/76, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 93, σκέψη 8, 18/76, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 151, σκέψη 7, και της 10ης Νοεμβρίου 1993, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 14).
52 Επομένως, μολονότι στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει την ύπαρξη παραβιάσεως των κοινοτικών κανόνων, το κράτος μέλος οφείλει να αποδείξει, κατά περίπτωση, ότι η Επιτροπή έσφαλε ως προς τις χρηματοοικονομικές συνέπειες που πρέπει να συναχθούν (βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 49/83, Λουξεμβούργο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 2931, σκέψη 30).
53 Εν προκειμένω, από τις σκέψεις 39 έως 44 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή απέδειξε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο παραβίασε πλείονες κοινοτικούς κανόνες του γεωργικού τομέα.
54 Εξάλλου, η Επιτροπή επισήμανε κατά ποιον τρόπο η παράνομη συμπεριφορά των Βρετανών υποβαλόντων προσφορά μπορούσε να προκαλέσει εσφαλμένη εκτίμηση της αγοράς από τις κοινοτικές αρχές, ικανή να έχει ως αποτέλεσμα την αγορά υπερβολικά μεγάλων ποσοτήτων βοείου κρέατος, ενδεχομένως σε υψηλότερες τιμές. Ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή απέδειξε το ενδεχόμενο ζημίας εις βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού. Τίποτα περισσότερο δεν μπορεί να ζητηθεί από την Επιτροπή, καθόσον δεν μπορεί να προβεί σε συστηματικούς ελέγχους και η ανάλυση της υφισταμένης καταστάσεως σε δεδομένη αγορά εξαρτάται από τα πληροφοριακά στοιχεία που συλλέγουν τα κράτη μέλη (βλ. απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1993, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 17).
55 Στο πλαίσιο της ίδιας συλλογιστικής, όσον αφορά το χαμηλό ποσό των εγγυήσεων που κατέπεσαν υπέρ των οργανισμών παρεμβάσεως, υπενθυμίζεται ότι οι πολλαπλές προσφορές που καταλήγουν στην περιγραφείσα κερδοσκοπία δεν συνεπάγονται, εξ ορισμού, καμία απώλεια εγγυήσεως.
56 Τέλος, ενόψει της σπουδαιότητας των μη τηρηθεισών διατάξεων και της πιθανότητας ζημιών ή ακόμα απάτης σε βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού, το μη αναγνωρισθέν από την Επιτροπή ποσό, που έχει περιορισθεί στο 2 % των σχετικών δαπανών, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικό και δυσανάλογο (βλ. απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1995, C-49/94, Ιρλανδία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. Ι-2683, σκέψη 22).
57 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως
58 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν προβάλλει επαρκείς λόγους για να δικαιολογήσει το συμπέρασμα ότι οι συνδεόμενες μεταξύ τους προσφορές είτε επέτρεπαν στους υποβαλόντες προσφορά να αλλοιώσουν τις διαδικασίες παρεμβάσεως είτε συνεπάγονταν υψηλότερο επίπεδο παρεμβάσεως των εθνικών αρχών. Η ανεπαρκής αυτή αιτιολογία αντιβαίνει στο άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ.
59 Υπενθυμίζεται ότι, κατά παγία νομολογία, η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξεως και από το πλαίσιο στο οποίο θεσπίστηκε η πράξη αυτή (βλ. αποφάσεις της 25ης Φεβρουαρίου 1988, 327/85, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1065, σκέψη 13, και της 22ας Ιουνίου 1993, C-54/91, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-3399, σκέψη 10).
60 Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι στις αποφάσεις περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών δεν απαιτείται λεπτομερής αιτιολογία, καθόσον οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται βάσει της συνοπτικής εκθέσεως ή των συνοπτικών εκθέσεων και όλων των εγγράφων που αντάλλαξε το κράτος μέλος με την Επιτροπή, πράγμα το οποίο συνεπάγεται ότι η ενδιαφερόμενη κυβέρνηση συνεργάστηκε στενά κατά τη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως και, επομένως, γνώριζε τον λόγο για τον οποίο η Επιτροπή έκρινε ότι δεν πρέπει να επιβαρυνθεί το ΕΓΤΠΕ με τα επίμαχα ποσά (απόφαση της 24ης Μαρτίου 1988, 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1749, σκέψη 60).
61 Εν προκειμένω, η αιτιολογία της απορριπτικής αποφάσεως της Επιτροπής απορρέει από τη συνοπτική έκθεση για το οικονομικό έτος 1992. Εξάλλου, η Επιτροπή πληροφόρησε την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, αφού προέβη στους ελέγχους της το 1992, για τις επικρίσεις που διατύπωσε.
62 Συνεπώς, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
63 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
64 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
65 Απορρίπτει την προσφυγή.
66 Καταδικάζει το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy