Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Παράβαση - Δικαιολόγηση - Ανεπίτρεπτη
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169)
2 Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση από το Δικαστήριο του βασίμου της προσφυγής - Κατάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169)
3 Περιβάλλον - Ρύπανση υδάτων - Οδηγία 76/464 - Υποχρέωση καταρτίσεως ειδικών προγραμμάτων για τη μείωση της προκαλουμένης από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες μολύνσεως - Περιεχόμενο
(Οδηγία 76/464 του Συμβουλίου, άρθρο 7)
Περίληψη
4 Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του εννόμου τάξεως προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που επιβάλλονται από μια οδηγία.
5 Στο πλαίσιο προσφυγής βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται με βάση την κατάσταση όπως αυτή παρουσιάζεται μετά το πέρας της τασσομένης με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ενώ δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο οι επελθούσες στη συνέχεια αλλαγές.
6 Τα προγράμματα που τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καταρτίσουν, δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464, για τη μείωση της μολύνσεως των γλυκών υδάτων και των χωρικών υδάτων από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας, πρέπει να είναι ειδικά και να περιλαμβάνουν, σύμφωνα με την παράγραφο 3 της προπαρατεθείσας διατάξεως, ποιοτικούς στόχους σε σχέση με τα περί ων ο λόγος ύδατα. Πράγματι, τέτοια προγράμματα αποτελούν το εργαλείο που σκοπεί στο να λάβει κάποια συγκεκριμένη μορφή, εντός συνεκτικού πλαισίου, η προστασία των υδάτων από την εν λόγω ρύπανση, καθώς θα καθίσταται, μεταξύ άλλων, δυνατή η συγκριτική εκτίμηση των διαφόρων συστημάτων προστασίας των υδάτων που ισχύουν στα κράτη μέλη.
Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόγραμμα, κατά την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας, μια ρύθμιση η οποία αποτελεί απλώς μια σειρά συγκεκριμένων ρυθμιστικών παρεμβάσεων, μη δυναμένων να αποτελέσουν ένα οργανωμένο και διαρθρωμένο σύστημα ποιοτικών στόχων σχετικά με το τάδε ή το δείνα ρέον ή λιμνάζον ύδωρ.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-214/96,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Richard Wainwright, κύριο νομικό σύμβουλο, και Fernando Castillo de la Torre, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου της Ισπανίας, εκπροσωπούμενου από την Paloma Plaza Garcνa, abogado del Estado, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ισπανίας, 4-6, boulevard E. Servais,
καθού,
">που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να καταρτίσει και να γνωστοποιήσει τα προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως των υδάτων όσον αφορά τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ, που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn, πρόεδρο τμήματος, G. Hirsch (εισηγητή), J. L. Murray, H. Ragnemalm και Κ. Μ. Ιωάννου, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Saggio
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιουνίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Ιουνίου 1996, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να καταρτίσει και να γνωστοποιήσει τα προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως των υδάτων όσον αφορά τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ, που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω Συνθήκη και το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής.
Η οδηγία
2 Η οδηγία εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο της 1, στα εσωτερικά επιφανειακά και παράκτια ύδατα, στα χωρικά ύδατα καθώς και στα υπόγεια ύδατα.
3 Όπως προκύπτει από την έβδομη και την ένατη αιτιολογική σκέψη της καθώς και από το άρθρο της 2, η εν λόγω οδηγία σκοπεί, αφενός, στην εξάλειψη της ρυπάνσεως του υδάτινου περιβάλλοντος που προκαλείται από την απόρριψη διαφόρων επικινδύνων ουσιών που μνημονεύονται στον πρώτο κατάλογο, γνωστό ως «κατάλογο Ι», και, αφετέρου, στη μείωση της ρυπάνσεως του ίδιου περιβάλλοντος που προκαλείται από τις ουσίες που μνημονεύονται στον δεύτερο κατάλογο, γνωστό ως «κατάλογο ΙΙ». Οι δύο αυτοί κατάλογοι έχουν επισυναφθεί ως παράρτημα στην οδηγία.
4 Ο κατάλογος Ι περιλαμβάνει ουσίες που έχουν ταξινομηθεί κυρίως βάσει της τοξικότητάς τους, της ανθεκτικότητάς τους και της βιοσυσσωρεύσεώς τους. Δυνάμει των άρθρων 3 και 6 της οδηγίας, τα κράτη μέλη οφείλουν να ζητούν για κάθε απόρριψη των ουσιών αυτών στο υδάτινο περιβάλλον προηγούμενη άδεια των αρμοδίων αρχών καθώς επίσης να καθορίσουν πρότυπα αποβολής που δεν πρέπει να υπερβαίνουν οριακές τιμές, δεδομένου ότι οι τελευταίες έχουν καθοριστεί από το Συμβούλιο βάσει των συνεπειών των ουσιών αυτών στο υδάτινο περιβάλλον.
5 Προκειμένου περί των λοιπών ουσιών, η οδηγία, στο παράρτημά της υπό τον τίτλο «Κατάλογος ΙΙ οικογενειών και ομάδων ουσιών», ορίζει:
«Ο κατάλογος ΙΙ περιλαμβάνει:
- ουσίες που αποτελούν μέρος των οικογενειών και ομάδων ουσιών που απαριθμούνται στον κατάλογο Ι και για τις οποίες οι οριακές τιμές που προβλέπονται στο άρθρο 6 της οδηγίας δεν έχουν καθοριστεί,
- ορισμένες μεμονωμένες ουσίες και ορισμένες κατηγορίες ουσιών που αποτελούν μέρος των οικογενειών και των ομάδων ουσιών που αναφέρονται κατωτέρω,
και οι οποίες μέσα σε υδάτινο περιβάλλον έχουν βλαβερή επίδραση που δύναται πάντως να περιοριστεί σε ορισμένη ζώνη και που εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά του αποδέκτη και της τοποθεσίας στην οποία ευρίσκονται.»
6 Ως εκ τούτου, ο κατάλογος ΙΙ περιλαμβάνει, σύμφωνα με την πρώτη περίπτωσή του, ουσίες οι οποίες ναι μεν θα μπορούσαν να έχουν περιληφθεί στον κατάλογο Ι, πλην όμως το Συμβούλιο δεν έχει εισέτι καθορίσει γι' αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας, οριακές τιμές. Επί του παρόντος, αποτελούν μέρος του καταλόγου ΙΙ 99 από τις περιλαμβανόμενες στον κατάλογο Ι ουσίες.
7 Όσον αφορά τις ουσίες που μνημονεύονται στον κατάλογο ΙΙ, το άρθρο 7 της οδηγίας ορίζει:
«1. Για τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων, που προβλέπονται στο άρθρο 1, από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ, τα κράτη μέλη καταρτίζουν προγράμματα για την πραγματοποίηση των οποίων εφαρμόζουν ιδίως τα μέσα που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3.
2. Για όλες τις απορρίψεις που πραγματοποιούνται στα ύδατα του προβλέπονται στο άρθρο 1, οι οποίες δύνανται να περιέχουν ουσίες του καταλόγου ΙΙ, απαιτείται προηγουμένη άδεια της αρμοδίας αρχής του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, που καθορίζει τα πρότυπα αποβολής. Τα πρότυπα αυτά βασίζονται στους ποιοτικούς στόχους που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3.
3. Τα προγράμματα που προβλέπονται στην παράγραφο 1, περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα, οι οποίοι θεσπίζονται σύμφωνα με τις τυχόν οδηγίες του Συμβουλίου.
4. Τα προγράμματα δύνανται επίσης να περιλαμβάνουν ειδικές διατάξεις για τη σύνθεση και τη χρήση ουσιών ή ομάδων ουσιών καθώς και προϋόντων, λαμβάνουν δε υπόψη τις τελευταίες οικονομικώς εφικτές τεχνικές εξελίξεις.
5. Τα προγράμματα θέτουν τα χρονικά όρια πραγματοποιήσεώς τους.
6. Τα προγράμματα και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους ανακοινώνονται περιληπτικώς στην Επιτροπή.
7. Η Επιτροπή, μαζί με τα κράτη μέλη, οργανώνει συστηματικούς συγκριτικούς ελέγχους των προγραμμάτων για την εξασφάλιση επαρκούς συντονισμού κατά την πραγματοποίησή τους. Αν η Επιτροπή το κρίνει αναγκαίο, υποβάλλει για τον σκοπό αυτό στο Συμβούλιο προτάσεις επί του θέματος.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
8 Με δύο έγγραφα που απηύθυνε στο Βασίλειο της Ισπανίας στις 26 Σεπτεμβρίου 1989 και στις 4 Απριλίου 1990, η Επιτροπή ζήτησε στοιχεία σχετικά με τα προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως που προβλέπονταν στο άρθρο 7 της οδηγίας όσον αφορά ορισμένες από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ, που η Επιτροπή είχε, για λόγους μεγαλύτερης σαφήνειας, συμπεριλάβει σε προηγούμενο, αλλ' όχι εξαντλητικό κατάλογο επισυναφθέντα στο πρώτο έγγραφο. Η Επιτροπή ζήτησε επίσης στοιχεία σχετικά με τα προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως που είχαν καταρτιστεί για άλλες ουσίες του καταλόγου ΙΙ, που δεν απαριθμούνταν όμως στο παράρτημα.
9 Με το δεύτερο έγγραφο, η Επιτροπή επεξέτεινε το αίτημά της για παροχή στοιχείων σχετικά με τις 99 ουσίες που θα μπορούσαν να έχουν περιληφθεί στον κατάλογο Ι, αλλά μνημονεύονται, προς το παρόν, στον κατάλογο ΙΙ, και τούτο ελλείψει καθορισμού οριακών τιμών. Σχετικά με τις ουσίες αυτές, η Επιτροπή αξίωσε, μεταξύ άλλων, από τις ισπανικές αρχές να της κοινοποιήσουν ενημερωμένο κατάλογο των απορρίψεων στα ισπανικά ύδατα καθώς και τους ποιοτικούς στόχους που είχαν καθοριστεί για τη χορήγηση αδειών απορρίψεως όσον αφορά μία ή περισσότερες από τις ουσίες αυτές ή, σε περίπτωση ανυπαρξίας τέτοιων στόχων, τους λόγους για τους οποίους το Βασίλειο της Ισπανίας δεν τους είχε εισέτι καθορίσει.
10 Από την απάντηση της Ισπανικής Κυβερνήσεως, που ναι μεν περιλαμβάνεται σε έγγραφο της 26ης Ιουλίου 1990, πλην όμως περιήλθε στην Επιτροπή μαζί με άλλο έγγραφο της 29ης Ιανουαρίου 1991, προκύπτει ότι τα κατά την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας προγράμματα σχετικά με τα γλυκά ύδατα αποτελούν μέρος των σχεδίων διαμορφώσεως υδρολογικής λεκάνης που πρέπει να σχεδιαστούν από τις οικείες υδρογραφικές συνομοσπονδίες· τα προγράμματα σχετικά με τις απορρίψεις στη θάλασσα επικινδύνων ουσιών καταρτίζονται από τις Αυτόνομες Περιοχές. Αν όμως τέτοια προγράμματα βρίσκονται στο στάδιο της καταρτίσεως από τις οικείες υδρογραφικές συνομοσπονδίες, ούτε οι συνομοσπονδίες αυτές ούτε οι Αυτόνομες Περιοχές έχουν εισέτι καταρτίσει τέτοια προγράμματα μειώσεως των απορρίψεων επικινδύνων ουσιών.
11 Με έγγραφο οχλήσεως της 19ης Δεκεμβρίου 1990 καθώς και με συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως της 30ής Νοεμβρίου 1993, η Επιτροπή ζήτησε από την Ισπανική Κυβέρνηση να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της σχετικά με την εκπόνηση και εφαρμογή των προγραμμάτων του άρθρου 7 της οδηγίας.
12 Στην από 3 Μαρτίου 1994 απάντησή της, η Ισπανική Κυβέρνηση μνημόνευσε, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη σχεδίων οδηγιών για τις υδρογραφικές λεκάνες της Βόρειας Ισπανίας, των ποταμών Duero, Tajo, Guadiana, Guadalquivir, Segura, Jϊcar και Ebro. Η εν λόγω κυβέρνηση μνημόνευσε επίσης ένα σχέδιο διαρκούς ελέγχου ποιότητας των υδάτων (σχέδιο SAICA).
13 Εκτιμώντας ότι οι απαντήσεις της Ισπανικής Κυβερνήσεως ήσαν ανεπαρκείς, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 17 Νοεμβρίου 1994, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία έταξε στην εν λόγω κυβέρνηση προθεσμία δύο μηνών προκειμένου να θεσπίσει τα αναγκαία προς συμμόρφωσή της μέτρα. Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήσεως της Ισπανικής Κυβερνήσεως, η προθεσμία αυτή παρατάθηκε, με έγγραφο της Επιτροπής της 18ης Ιανουαρίου 1995, κατά δύο μήνες.
14 Η Ισπανική Κυβέρνηση δεν απάντησε παρά με έγγραφα της 8ης Σεπτεμβρίου 1995 και της 16ης Οκτωβρίου 1995. Στα έγγραφα αυτά μνημόνευσε μια συμπληρωματική έκθεση επί των προβλεπομένων προγραμμάτων μειώσεως της ρυπάνσεως για τα γλυκά ύδατα και, σχετικά με το ζήτημα των απορρίψεων σε θαλάσσια ύδατα, εκθέσεις σχετικά με τις Junta de Andalucνa, Principado de Asturias, Generalidad de Cataluρa και Regiσn de Murcia, διαβιβάζοντας, με το δεύτερο έγγραφο, αντίγραφο των εκθέσεων που είχαν καταρτίσει η Generalidad Valenciana και το Gobierno Basco.
15 Μη λαμβάνοντας κανένα άλλο στοιχείο που να της επιτρέπει να ελέγξει αν το Βασίλειο της Ισπανίας είχε συμμορφωθεί προς τις επιβαλλόμενες από το άρθρο 7 της οδηγίας υποχρεώσεις, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της ουσίας
Όσον αφορά τον ισχυρισμό που αντλείται από εσωτερικής φύσεως δυσχέρειες
16 Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, πρώτ' απ' όλα, ότι, μολονότι η οδηγία δεσμεύει το Βασίλειο της Ισπανίας από της προσχωρήσεώς του στην Κοινότητα, σύμφωνα με το άρθρο 395 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και περί των προσαρμογών των συνθηκών, το εν λόγω Βασίλειο χρειάστηκε να προβεί σε πολυάριθμες και βαθιές αλλαγές του διοικητικού του συστήματος, ύστερα από την ψήφιση του Συντάγματος της 6ης Δεκεμβρίου 1978, αφενός, και λόγω της προσχωρήσεώς του στην Κοινότητα την 1η Ιανουαρίου 1986, αφετέρου.
17 Η Ισπανική Κυβέρνηση προσέθεσε ότι η ισπανική νομοθεσία σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος δεν είχε φθάσει, κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως, στο επίπεδο της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας.
18 Σχετικά με την επιχειρηματολογία αυτή περί εσωτερικών δυσχερειών, αρκεί να υπομνησθεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να προβάλει διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του εννόμου τάξεως προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που επιβάλλονται από μια οδηγία (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 6ης Απριλίου 1995, C-259/94, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1995, σ. Ι-1947, σκέψη 5, και της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C-298/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1996, σ. Ι-6747, σκέψη 18).
19 Κατά συνέπεια, αυτή η επιχειρηματολογία της Ισπανικής Κυβερνήσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
Όσον αφορά τα «γλυκά ύδατα»
20 Σε σχέση με την ισχύουσα επί των γλυκών υδάτων ισπανική νομοθεσία, η Ισπανική Κυβέρνηση παρατηρεί, πρώτον, ότι με τον νόμο 29/85, της 2ας Αυγούστου 1985, περί του ελέγχου των υδάτων, καθώς και με τη ρύθμιση σχετικά με τον δημόσιο τομέα εκμεταλλεύσεως της υδραυλικής ενεργείας που επικυρώθηκε και τέθηκε σε ισχύ με το βασιλικό διάταγμα 849/86, της 11ης Απριλίου 1986, έγιναν δύο καταγραφές ρυπαντικών ουσιών οι οποίες συμπίπτουν με αυτές των καταλόγων Ι και ΙΙ της οδηγίας.
21 Παρ' όλ' αυτά, η Ισπανική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι οι ποιοτικοί στόχοι πρέπει να καθοριστούν στο πλαίσιο κάθε σχεδίου διαμορφώσεως υδρολογικής λεκάνης σύμφωνα με το βασιλικό διάταγμα 927/88, της 29ης Ιουλίου 1988, για την έγκριση της κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με τη δημόσια διαχείριση του ύδατος και τον υδρολογικό σχεδιασμό, και με το βασιλικό διάταγμα 650/87, της 8ης Μαου 1987, περί καθορισμού της εδαφικής αρμοδιότητας των οργανισμών υδρολογικών λεκανών και καταρτίσεως σχεδίων διαμορφώσεως υδρολογικών λεκανών, και ότι τα σχέδια διαμορφώσεως όλων των υδρολογικών λεκανών, των οποίων τα κατά την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας προγράμματα αποτελούν απλώς ένα μέρος, δεν έχουν οριστικώς εγκριθεί.
22 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι, πρώτον, η ίδια η Ισπανική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι με τα υδρολογικά σχέδια, τα οποία, άλλωστε, δεν έχουν εισέτι εγκριθεί, δεν έχει εκπληρώσει την υποχρέωση καταρτίσεως των προβλεπομένων από το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας προγραμμάτων.
23 Δεύτερον, η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί ότι με το βασιλικό διάταγμα 484/95, της 7ης Απριλίου 1995, περί λήψεως συμπληρωματικών μέτρων ρυθμίσεως και ελέγχου των απορρίψεων, υλοποίησε τους στόχους των κατά την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας προγραμμάτων, και τούτο έστω και αν η πράξη αυτή δεν τιτλοφορείται «πρόγραμμα μειώσεως της ρυπάνσεως».
24 Σχετικώς, η Ισπανική Κυβέρνηση διασαφηνίζει ότι από τις προκαταρκτικές μελέτες που ήσαν αναγκαίες για την πραγματοποίηση των μέτρων ρυθμίσεως αποκαλύφθηκε η ύπαρξη εντός των ισπανικών γλυκών υδάτων 30 μόνον από τις 99 ουσίες. Από τις μελέτες αυτές κατέστη επίσης δυνατό να προσδιοριστούν, για κάθε μία από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ, οι ποιοτικοί στόχοι που θα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη της αποφάσεως χορηγήσεως ή μη αδείας απορρίψεως. Αυτοί οι ποιοτικοί στόχοι συνίστανται, σύμφωνα με τις παρασχεθείσες από την Ισπανική Κυβέρνηση εξηγήσεις, στην μικρότερη συγκέντρωση, που μπορεί ιδίως να εξασφαλίζει τις μέγιστες οριακές τιμές που επιτρέπονται από τις διάφορες οδηγίες, π.χ. για το πόσιμο νερό, την επιβίωση των ιχθύων και τα ύδατα κολυμβήσεως.
25 Ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς σχετικά με το βασιλικό διάταγμα 484/95, πρέπει, κατ' αρχάς, να υπομνησθεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η διάπραξη παραβάσεως κράτους μέλους πρέπει να εκτιμάται με βάση την κατάσταση όπως αυτή παρουσιάζεται μετά το πέρας της τασσομένης με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ενώ δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο οι επελθούσες στη συνέχεια αλλαγές (αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 1996 στην υπόθεση C-289/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1996, σ. Ι-4405, σκέψη 20, και της 11ης Ιουνίου 1998, C-232/95 και C-233/95, Eπιτροπή κατά Ελλάδος, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 38).
26 Έτσι, κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, που είχε κατά δύο μήνες παραταθεί με το έγγραφο της Επιτροπής της 18ης Ιανουαρίου 1995, το διάταγμα 484/95 δεν είχε εισέτι τεθεί σε ισχύ εφόσον αυτό υπογράφηκε μόλις στις 7 Απριλίου 1995.
27 Στη συνέχεια, διαπιστώνεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ως προγράμματα κατά την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας μπορούν να θεωρηθούν μόνον τα ειδικά προγράμματα που περιλαμβάνουν, σύμφωνα με την παράγραφο 3 της διατάξεως αυτής, ποιοτικούς στόχους σε σχέση με τα ύδατα που μνημονεύονται στο άρθρο 1 (προπαρατεθείσα απόφαση της 11ης Ιουνίου 1998, Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκέψη 35).
28 Πράγματι, όπως διασαφήνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 20 των προτάσεών του, ένα τέτοιο πρόγραμμα αποτελεί το εργαλείο που σκοπεί στο να λάβει κάποια συγκεκριμένη μορφή, εντός ενός συνεκτικού πλαισίου, η προστασία των υδάτων από τη ρύπανση των ουσιών του καταλόγου ΙΙ, καθώς θα καθίσταται, μεταξύ άλλων, δυνατή η συγκριτική εκτίμηση των διαφόρων συστημάτων προστασίας των υδάτων που ισχύουν στα κράτη μέλη.
29 Υπό το φως της έκτης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού, προκύπτει ότι ένα τέτοιο κανονιστικό πλαίσιο είναι ακόμη περισσότερο αναγκαίο εφόσον το βλαπτικό αποτέλεσμα των ουσιών του καταλόγου ΙΙ μπορεί να περιορίζεται σε ορισμένη ζώνη και εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά και την τοποθεσία των υδάτων υποδοχής. Κατά συνέπεια, ένα τέτοιο πρόγραμμα σκοπεί στην ομοιόμορφη εφαρμογή των προβλεπομένων στην παράγραφο 2 του άρθρου 7 αδειών για απορρίψεις, που καθορίζουν τα πρότυπα αποβολής βάσει των ποιοτικών στόχων που έχουν καθοριστεί υπό μορφή προγράμματος για συγκεκριμένα ρέοντα και λιμνάζοντα ύδατα.
30 Όμως, έστω και αν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ισπανικής Κυβερνήσεως, στο πλαίσιο του διατάγματος 484/95, ορισμένα όρια εφαρμόζονται στις απορρίψεις και μνημονεύονται ορισμένοι ποιοτικοί στόχοι σχετικά με 30 περίπου ουσίες του καταλόγου ΙΙ και επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με αυτόν ενός κατά την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας προγράμματος, μια τέτοια νομοθεσία αποτελεί απλώς μια σειρά λίαν συγκεκριμένων ρυθμιστικών παρεμβάσεων, μη δυναμένων να αποτελέσουν ένα οργανωμένο και διαρθρωμένο σύστημα ποιοτικών στόχων σχετικά με το τάδε ή το δείνα ρέον ή λιμνάζον ύδωρ και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόγραμμα κατά την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας.
31 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται, σχετικά με τα γλυκά ύδατα, ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν έχει καταρτίσει τα κατά την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας προγράμματα. Επομένως, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να γίνει, επί του σημείου αυτού, δεκτή.
Όσον αφορά τις απορρίψεις σε θαλάσσια ύδατα
32 Σχετικά με απορρίψεις στη θάλασσα, από τη δικογραφία προκύπτει, όπως διαπίστωσε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 19 των προτάσεών του, ότι οι Αυτόνομες Περιοχές, που είναι αρμόδιες για τον καθορισμό των γενικών προϋποθέσεων για απορρίψεις καθώς και για το σύστημα των προς τούτο απαιτουμένων διοικητικών αδειών, δεν έχουν καταρτίσει τα προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως κατά την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας. Εξάλλου, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε αυτή την αιτίαση της Επιτροπής.
33 Ενόψει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να καταρτίσει και να γνωστοποιήσει τα προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως των γλυκών υδάτων καθώς και των χωρικών υδάτων όσον αφορά τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
34 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το καθού ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να καταρτίσει τα προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως των γλυκών υδάτων, καθώς και των χωρικών υδάτων, όσον αφορά τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy