Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Προδικαστικά ερωτήματα - Ερμηνεία - Διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων ερμηνείας - Αναδρομικό αποτέλεσμα - Έκταση - Εφαρμογή αποκλειστικής προθεσμίας του εθνικού δικαίου σε αίτηση περί επιστροφής εθνικών φόρων που αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 177)
2 Κοινοτικό δίκαιο - Άμεσο αποτέλεσμα - Εθνικοί φόροι αντιβαίνοντες στο κοινοτικό δίκαιο - Επιστροφή - Τρόπος - Εφαρμογή του εθνικού δικαίου - Αποκλειστική προθεσμία - Επιτρέπεται - Προϋποθέσεις - Τήρηση της αρχής της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου - Τήρηση της αρχής της ισοδυναμίας των προϋποθέσεων αναζητήσεως με τις προϋποθέσεις αναλόγων αξιώσεων του εσωτερικού δικαίου
3 Πράξεις των οργάνων - Οδηγίες - Άμεσο αποτέλεσμα - Συνέπειες - Δυνατότητα αντιτάξεως στους ιδιώτες εθνικών κανόνων σχετικά με τις προθεσμίες ασκήσεως των ενδίκων προσφυγών, πριν από την ορθή μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη - Επιτρέπεται - Προϋποθέσεις
Περίληψη
4 Η ερμηνεία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που του απονέμει το άρθρο 177 της Συνθήκης, διαφωτίζει και αποσαφηνίζει, οσάκις παρίσταται ανάγκη, την έννοια και το περιεχόμενο της σχετικής διατάξεως, όπως αυτή πρέπει ή θα έπρεπε να είχε νοηθεί και εφαρμοστεί από τον χρόνο της θέσεώς της σε ισχύ. Συνέπεια αυτού είναι ότι η διάταξη που ερμηνεύθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο μπορεί και πρέπει να εφαρμοστεί από τον δικαστή ακόμα και σε έννομες σχέσεις που γεννήθηκαν ή σχηματίστηκαν πριν από την απόφαση που έκρινε επί της αιτήσεως ερμηνείας, εφόσον συντρέχουν, κατά τα λοιπά, οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν να αχθεί ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων μια διαφορά σχετικά με την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως. Ενόψει των αρχών αυτών, ο περιορισμός, από το Δικαστήριο, των αποτελεσμάτων μιας αποφάσεως ερμηνείας πρέπει να επιτρέπεται μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
Η εφαρμογή τόσο των ουσιαστικών όσο και των τυπικών εθνικών διαδικαστικών κανόνων ασκήσεως των ενδίκων προσφυγών δεν πρέπει να συγχέεται με τον περιορισμό των αποτελεσμάτων μιας αποφάσεως με την οποία το Δικαστήριο αποφαίνεται επί ερμηνείας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, συνέπεια ενός τέτοιου περιορισμού είναι ότι στερεί στους ιδιώτες, οι οποίοι θα μπορούσαν κανονικά, σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες του εθνικού τους δικαίου, να ασκήσουν τα δικαιώματα που αντλούν από την εν λόγω κοινοτική διάταξη, τη δυνατότητα να την επικαλεστούν προς στήριξη των αιτημάτων τους.
Συνεπώς, το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει εκδώσει προδικαστική απόφαση ως προς την ερμηνεία διατάξεως του κοινοτικού δικαίου χωρίς να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως αυτής δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να αντιτάσσουν στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση της διατάξεως αυτής αποκλειστική προθεσμία του εθνικού δικαίου.
5 Ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως όσον αφορά την απόδοση των αχρεωστήτως εισπραττομένων εθνικών φόρων, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους απόκειται να ορίσει τα αρμόδια δικαστήρια και να θεσπίσει τους διαδικαστικούς κανόνες ασκήσεως των ενδίκων προσφυγών που αποσκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση, αφενός, ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϋκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοιες προσφυγές της εσωτερικής έννομης τάξεως (αρχή της ισοδυναμίας) και, αφετέρου, ότι δεν καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η κοινοτική έννομη τάξη (αρχή της αποτελεσματικότητας).
Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο ο καθορισμός ευλόγων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση προσφυγής, προς το συμφέρον της ασφάλειας δικαίου, η οποία προστατεύει τόσο τον ενδιαφερόμενο φορολογούμενο όσο και την εμπλεκόμενη διοίκηση. Πράγματι, τέτοιες προθεσμίες δεν είναι ικανές να καταστήσουν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγούνται από την κοινοτική έννομη τάξη. Συναφώς, μια τριετής αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου, αρχόμενη από την ημερομηνία της αμφισβητουμένης καταβολής, φαίνεται εύλογη.
Ο σεβασμός της αρχής της ισοδυναμίας προϋποθέτει, εξάλλου, ότι ο επίμαχος κανόνας εφαρμόζεται αδιακρίτως στις προσφυγές που στηρίζονται σε παράβαση του κοινοτικού δικαίου και σ' εκείνες που στηρίζονται σε μη τήρηση του εσωτερικού δικαίου, εφόσον πρόκειται για φόρους ή τέλη του ιδίου είδους. Η αρχή αυτή δεν μπορεί, αντιθέτως, να ερμηνευθεί ως υποχρεώνουσα το κράτος μέλος να επεκτείνει στο σύνολο των ενδίκων προσφυγών περί αποδόσεως των φόρων ή τελών που εισπράχθηκαν κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου το πλέον ευνοϋκό εσωτερικό καθεστώς αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων. Έτσι, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει να προβλέπει η νομοθεσία κράτους μέλους, παράλληλα με την προθεσμία παραγραφής του κοινού δικαίου η οποία ισχύει για τις αγωγές περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων μεταξύ ιδιωτών, ιδιαίτερους, λιγότερο ευνοϋκούς κανόνες για την υποβολή ενστάσεων και την άσκηση ενδίκων προσφυγών προς αμφισβήτηση των τελών και λοιπών φόρων. Αυτό θα συνέβαινε μόνον αν οι κανόνες αυτοί ίσχυαν αποκλειστικά για τις προσφυγές εκείνες περί επιστροφής των εν λόγω τελών ή φόρων που ασκούνται βάσει του κοινοτικού δικαίου.
Συνεπώς, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να αντιτάσσει στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου τριετή αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου αποκλίνουσα από το κοινό καθεστώς των αγωγών περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων μεταξύ ιδιωτών, οι οποίες υπόκεινται σε ευνοϋκότερη προθεσμία, εφόσον η αποκλειστική αυτή προθεσμία εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής των φόρων αυτών οι οποίες στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο και σε εκείνες που στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο.
6 Το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να αντιτάσσουν στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση οδηγίας αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου αρχόμενη από την ημερομηνία της καταβολής των εν λόγω φόρων, έστω και αν, κατά την ημερομηνία αυτή, η οδηγία αυτή δεν είχε ακόμα μεταφερθεί ορθώς στο εθνικό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση ότι η προθεσμία αυτή δεν είναι λιγότερο ευνοϋκή για τις ένδικες προσφυγές που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο από την προθεσμία που αφορά παρόμοιες προσφυγές της εσωτερικής έννομης τάξεως και δεν καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η κοινοτική έννομη τάξη και εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι η συμπεριφορά των εθνικών αρχών συνδυαζόμενη με την ύπαρξη της επίδικης προθεσμίας στέρησαν παντελώς τον προσφεύγοντα από τη δυνατότητα επικλήσεως των δικαιωμάτων του ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-231/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunale di Genova (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Edilizia Industriale Siderurgica Srl (Edis)
και
Ministero delle Finanze,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, H. Ragnemalm, M. Wathelet και R. Schintgen, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida, P. J. G. Kapteyn, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet (εισηγητή), L. Sevσn και Κ. Μ. Ιωάννου, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η εταιρία Edilizia Industriale Siderurgica Srl (Edis), εκπροσωπούμενη από τους Giuseppe Conte και Giuseppe M. Giacomini, δικηγόρους Γένοβας,
- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή Umberto Leanza, προϋστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Ivo M. Braguglia, avvocato dello Stato,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Catherine de Salins, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Gautier Mignot, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στην ίδια διεύθυνση,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τη Stephanie Ridley, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τον Nicholas Paines, barrister,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Εnrico Traversa, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Edilizia Industriale Siderurgica Srl (Edis), της Ιταλικής Κυβερνήσεως, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 3ης Φεβρουαρίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Μαρτίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 18ης Ιουνίου 1996, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Ιουλίου 1996, ο πρόεδρος του Tribunale di Genova υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Edilizia Industriale Siderurgica Srl (Edis), εταιρίας περιορισμένης ευθύνης (στο εξής: Edis), πρώην ανώνυμης εταιρίας, και του ιταλικού Υπουργείου Οικονομικών σχετικά με το υπέρ του Δημοσίου τέλος εγγραφής των εταιριών στο μητρώο επιχειρήσεων (στο εξής: τέλος υπέρ του Δημοσίου).
3 Το τέλος υπέρ του Δημοσίου καθιερώθηκε με το διάταγμα 641 του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 26ης Οκτωβρίου 1972 (GURI αριθ. 292, της 11ης Νοεμβρίου 1972, συμπληρωματικό τεύχος αριθ. 3, στο εξής: διάταγμα 641/72). Η ρύθμιση αυτή, στο μέτρο που εφαρμόζεται επί της εγγραφής στο μητρώο της συστατικής πράξεως των εταιριών, αποτέλεσε αντικείμενο διαδοχικών τροποποιήσεων όσον αφορά το ύψος και τη συχνότητα καταβολής του τέλους.
4 Τα ποσά του τέλους υπέρ του Δημοσίου αυξήθηκαν αρχικά ουσιωδώς με το νομοθετικό διάταγμα 853, της 19ης Δεκεμβρίου 1984 (GURI αριθ. 347, της 19ης Δεκεμβρίου 1984), το οποίο κατέστη ο νόμος 17, της 17ης Φεβρουαρίου 1985 (GURI αριθ. 41 bis, της 17ης Φεβρουαρίου 1985), ο οποίος προέβλεψε επίσης ότι στο εξής θα οφείλεται τέλος όχι μόνον κατά την εγγραφή της συστατικής πράξεως της εταιρίας στο μητρώο, αλλά και στις 30 Ιουνίου όλων των επομένων ετών. Στη συνέχεια, τα ποσά του τέλους τροποποιήθηκαν εκ νέου το 1988 και το 1989. Το τελευταίο αυτό έτος, ανέρχονταν σε 12 εκατομμύρια ιταλικές λίρες (LIT) για τις ανώνυμες εταιρίες και τις ετερόρρυθμες κεφαλαιουχικές εταιρίες, σε 3,5 εκατομμύρια LIT για τις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης και σε 500 000 LIT για τις λοιπές εταιρίες.
5 Με την απόφαση της 20ής Απριλίου 1993, C-71/91 και C-178/91, Ponente Carni και Cispadana Costruzioni (Συλλογή 1993, σ. Ι-1915, στο εξής: απόφαση Ponente Carni), που αφορούσε το τέλος υπέρ του Δημοσίου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 10 της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 20), έχει την έννοια ότι απαγορεύει, υπό την επιφύλαξη των εξαιρετικών διατάξεων του άρθρου 12, την επιβολή ετήσιου φόρου για την καταχώριση των κεφαλαιουχικών εταιριών στο οικείο μητρώο, και τούτο έστω και αν το προϋόν της εν λόγω επιβαρύνσεως συμβάλλει στη χρηματοδότηση της υπηρεσίας που είναι επιφορτισμένη με την τήρηση του μητρώου όπου καταχωρίζονται οι εταιρίες. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι το άρθρο 12 της οδηγίας 69/335 έχει την έννοια ότι οι φόροι που έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα, στους οποίους αναφέρεται η παράγραφος 1, στοιχείο εε, της εν λόγω διατάξεως, είναι δυνατό να συνιστούν επιβαρύνσεις επιβαλλόμενες δίκην αντιπαροχής για πράξεις που επιβάλλονται από τον νόμο για σκοπό αναγόμενο στο γενικό συμφέρον, όπως είναι, παραδείγματος χάριν, η καταχώριση των κεφαλαιουχικών εταιριών στα οικεία μητρώα. Τα ποσά των εν λόγω τελών, που είναι δυνατό να διαφέρουν ανάλογα με τη νομική μορφή της εταιρίας, πρέπει να υπολογίζονται με βάση το κόστος της οικείας πράξεως, το οποίο επιτρέπεται να αποτιμάται κατ' αποκοπήν.
6 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το νομοθετικό διάταγμα 331, της 30ής Αυγούστου 1993 (GURI αριθ. 203, της 30ής Αυγούστου 1993), το οποίο κατέστη ο νόμος 427, της 29ης Οκτωβρίου 1993 (GURI αριθ. 255 της 29ης Οκτωβρίου 1993), μείωσε το τέλος υπέρ του Δημοσίου σε 500 000 LIT για όλες τις εταιρίες και κατάργησε την ετήσια είσπραξή του.
7 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η Edis κατέβαλε, από το 1986 έως το 1992, στο Δημόσιο το ποσό των 64 500 000 LIT ως ετήσιο τέλος υπέρ του Δημοσίου.
8 Εκτιμώντας ότι το ποσό αυτό είχε καταβληθεί αχρεωστήτως καθόσον το εν λόγω τέλος αντέβαινε στην οδηγία 69/335, η εταιρία αυτή ζήτησε ανεπιτυχώς την επιστροφή του από την αρμόδια δημοσιονομική υπηρεσία. Στη συνέχεια, υπέβαλε αίτηση διαταγής πληρωμής ενώπιον του προέδρου του Tribunale di Genova ζητώντας να υποχρεωθεί το Υπουργείο Οικονομικών να της επιστρέψει το εν λόγω ποσό εντόκως από την ημερομηνία κάθε καταβολής.
9 Στη διάταξη περί παραπομπής, ο πρόεδρος του Tribunale di Genova αναφέρει ότι το ασυμβίβαστο του τέλους υπέρ του Δημοσίου με το κοινοτικό δίκαιο επιβεβαιώθηκε με την απόφαση Ponente Carni, για τα αποτελέσματα της οποίας δεν προβλέφθηκε διαχρονικός περιορισμός. Ο πρόεδρος του Tribunale di Genova προσθέτει ότι το Corte costituzionale, με την απόφαση 56, της 24ης Φεβρουαρίου 1995 (GURI, ειδική σειρά αριθ. 9, της 1ης Μαρτίου 1995), και το Corte Suprema di cassazione, με την απόφαση 4468, της 23ης Φεβρουαρίου 1996, αναγνώρισαν μεταγενεστέρως το αχρεώστητο των ποσών που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο του εν λόγω τέλους.
10 Ωστόσο, ο πρόεδρος του Tribunale di Genova αναφέρει ότι, με την απόφαση 3458 της ίδιας ημέρας, το Corte Suprema di cassazione έκρινε ότι η επιστροφή του τέλους υπέρ του Δημοσίου διέπεται από το άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 641/72, σύμφωνα με το οποίο «Ο φορολογούμενος δύναται να ζητήσει την απόδοση των κακώς καταβληθέντων τελών εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών ετών από της ημερομηνίας καταβολής (...).»
11 Ο πρόεδρος του Tribunale di Genova εκφράζει αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον οι εν λόγω κανόνες περί επιστροφής συμβιβάζονται με τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την απόδοση των κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου εισπραττομένων τελών. Παρατηρεί μεταξύ άλλων ότι, κατά τους γενικούς κανόνες της ιταλικής έννομης τάξεως, η άσκηση αγωγής περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων δεν υπόκειται σε αποκλειστική προθεσμία, αλλά μόνο στη δεκαετή παραγραφή του κοινού δικαίου, την οποία προβλέπει το άρθρο 2946 του Αστικού Κώδικα.
12 Συνεπώς, ο πρόεδρος του Tribunale di Genova ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τρία προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Προς συμπλήρωση και διευκρίνιση της αποφάσεως της 20ής Απριλίου 1993, C-71/91 και C-178/91, Ponente Carni, έχουν οι διατάξεις της Συνθήκης την έννοια ότι δεν επιτρέπουν τη θέσπιση και/ή τη διατήρηση εκ μέρους κράτους μέλους εθνικής ρυθμίσεως, όπως η θεσπισθείσα από τον Ιταλό νομοθέτη με το άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο, του D. R. P 641 της 26ης Οκτωβρίου 1972, σε περίπτωση κατά την οποία η εφαρμογή της εν λόγω ρυθμίσεως έχει ως συνέπεια τον διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων που συνεπάγεται η εκδοθείσα από το Δικαστήριο απόφαση;
2) Συμβιβάζεται το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ, όπως έχει ερμηνευθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου, με εθνική ρύθμιση (άρθρο 13 του DPR 641/72) η οποία, στα πλαίσια των διαδικαστικών κανόνων των ενδίκων προσφυγών που ασκούνται προς διασφάλιση της επιστροφής φόρων καταβληθέντων κατά παράβαση της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, προβλέπει τριετή αποκλειστική προθεσμία, η οποία άρχεται από την ημερομηνία της καταβολής, ενώ, αντίθετα, δεν προβλέπεται τέτοια προθεσμία από την εθνική έννομη τάξη όσον αφορά τις μεταξύ ιδιωτών αγωγές περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως επί του προηγουμένου ερωτήματος, είναι ασυμβίβαστη με την κοινοτική έννομη τάξη εθνική ρύθμιση προβλέπουσα ότι η αποκλειστική προθεσμία τρέχει (επί ζημία πολίτη κράτους μέλους που επικαλείται, με σκοπό να επιτύχει την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου, τις διατάξεις οδηγίας) προτού η οδηγία μεταφερθεί ορθώς στην εθνική έννομη τάξη;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
13 Με το πρώτο ερώτημά του, ο αιτών δικαστής ερωτά αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει στα κράτη μέλη να αντιτάσσουν στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση διατάξεως του κοινοτικού δικαίου αποκλειστική προθεσμία του εθνικού δικαίου, όταν η εφαρμογή της προθεσμίας αυτής έχει ως συνέπεια τον περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων προδικαστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου ως προς την ερμηνεία της διατάξεως αυτής.
14 Η Edis προτείνει να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό. Αντιθέτως, οι κυβερνήσεις που κατέθεσαν παρατηρήσεις, καθώς και η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, θεωρούν ότι η εφαρμογή αποκλειστικής προθεσμίας δεν καταλήγει στον περιορισμό των αποτελεσμάτων αποφάσεως του Δικαστηρίου για τον παρελθόντα χρόνο. Συγκεκριμένα, κατ' αυτές, μια τέτοια προθεσμία δεν επηρεάζει την ύπαρξη και το περιεχόμενο των απονεμομένων από την κοινοτική έννομη τάξη δικαιωμάτων, αλλά μόνον την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών. Εξάλλου, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, ελλείψει συναφούς κονοτικής ρυθμίσεως, εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να θεσπίσει τους διαδικαστικούς κανόνες της ασκήσεως ένδικης προσφυγής για την κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο (αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe, Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, και 45/76, Comet, Συλλογή τόμος 1976, σ. 765, και, πλέον πρόσφατα, απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 1996, C-212/94, FMC κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. Ι-389).
15 Κατά πάγια νομολογία, η ερμηνεία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που του απονέμει το άρθρο 177 της Συνθήκης, διαφωτίζει και αποσαφηνίζει, οσάκις παρίσταται ανάγκη, την έννοια και το περιεχόμενο της σχετικής διατάξεως, όπως αυτή πρέπει ή θα έπρεπε να είχε νοηθεί και εφαρμοστεί από τον χρόνο της θέσεώς της σε ισχύ. Συνέπεια αυτού είναι ότι η διάταξη που ερμηνεύθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο μπορεί και πρέπει να εφαρμοστεί από τον δικαστή ακόμα και σε έννομες σχέσεις που γεννήθηκαν ή σχηματίστηκαν πριν από την απόφαση που έκρινε επί της αιτήσεως ερμηνείας, εφόσον συντρέχουν, κατά τα λοιπά, οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν να αχθεί ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων μια διαφορά σχετικά με την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit italiana, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 605, σκέψη 16, και της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C-197/94 και C-252/94, Bautiaa και Sociιtι franηaise maritime, Συλλογή 1996, σ. Ι-505, σκέψη 47).
16 Πάντοτε σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, ενόψει των αρχών αυτών, ο περιορισμός, από το Δικαστήριο, των αποτελεσμάτων μιας αποφάσεως ερμηνείας πρέπει να επιτρέπεται μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις (προμνησθείσες αποφάσεις Denkavit italiana, σκέψη 17, και Bautiaa και Sociιtι franηaise maritime, σκέψη 48).
17 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα αποτελέσματα των αποφάσεων ερμηνείας που εκδίδει το Δικαστήριο ανατρέχουν μεν κανονικά στην ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της ερμηνευομένης διατάξεως, για να εφαρμοστεί όμως η απόφαση αυτή από το εθνικό δικαστήριο σε πραγματικά περιστατικά προγενέστερα της αποφάσεως αυτής πρέπει να έχουν τηρηθεί τόσο οι ουσιαστικοί όσο και οι τυπικοί εθνικοί διαδικαστικοί κανόνες ασκήσεως των ενδίκων προσφυγών.
18 Η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν πρέπει, έτσι, να συγχέεται με τον περιορισμό των αποτελεσμάτων μιας αποφάσεως με την οποία το Δικαστήριο αποφαίνεται επί ερμηνείας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, συνέπεια ενός τέτοιου περιορισμού είναι ότι στερεί στους ιδιώτες, οι οποίοι θα μπορούσαν κανονικά, σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες του εθνικού τους δικαίου, να ασκήσουν τα δικαιώματα που αντλούν από την εν λόγω κοινοτική διάταξη, τη δυνατότητα να την επικαλεστούν προς στήριξη των αιτημάτων τους.
19 Κατά τα λοιπά, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως όσον αφορά την απόδοση των αχρεωστήτως εισπραχθέντων εθνικών φόρων, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους απόκειται να ορίσει τα αρμόδια δικαστήρια και να θεσπίσει τους διαδικαστικούς κανόνες ασκήσεως των ενδίκων προσφυγών που αποσκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο, εξυπακουομένου ότι οι κανόνες αυτοί δεν μπορούν να είναι λιγότερο ευνοϋκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοιες προσφυγές της εσωτερικής έννομης τάξεως ούτε να καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η κοινοτική έννομη τάξη (προμνησθείσες αποφάσεις Rewe, σκέψη 5, και Comet, σκέψεις 13 και 16, και, πλέον πρόσφατα, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-312/93, Peterbroeck, Συλλογή 1995, σ. Ι-4599, σκέψη 12).
20 Το Δικαστήριο δέχθηκε έτσι ότι συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο ο καθορισμός ευλόγων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση προσφυγής, προς το συμφέρον της ασφάλειας δικαίου, η οποία προστατεύει τόσο τον ενδιαφερόμενο φορολογούμενο όσο και την εμπλεκόμενη διοίκηση (προμνησθείσες αποφάσεις Rewe, σκέψη 5, Comet, σκέψεις 17 και 18, και Denkavit italiana, σκέψη 23· βλ., επίσης, αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1997, C-261/95, Palmisani, Συλλογή 1997, σ. Ι-4025, σκέψη 28, και της 17ης Ιουλίου 1997, C-90/94, Haahr Petroleum, Συλλογή 1997, σ. Ι-4085, σκέψη 48). Το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει εκδώσει προδικαστική απόφαση ως προς την ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως του κοινοτικού δικαίου δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα απόφαση Rewe, σκέψη 7).
21 Ωστόσο, η Επιτροπή παρατήρησε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι, με την απόφαση 3458, της 23ης Φεβρουαρίου 1996, το Corte Suprema di cassazione απέκλινε από τη νομολογία του, καθόσον μέχρι τότε περιόριζε την εφαρμογή των αποκλειστικών προθεσμιών όπως η επίδικη προθεσμία μόνο στις περιπτώσεις λαθών κατά τον υπολογισμό των φόρων. Το ανώτατο ιταλικό δικαστήριο, κρίνοντας, μετά την έκδοση της αποφάσεως Ponente Carni, ότι η επιστροφή του τέλους υπέρ του Δημοσίου υπόκειται στην τριετή αποκλειστική προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 13 του διατάγματος 641/72 αντί της δεκαετούς παραγραφής του κοινού δικαίου, μείωσε ειδικά τη δυνατότητα των ενδιαφερομένων να αναζητούν δικαστικώς αχρεωστήτως εισπραχθέντα φόρο κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, μη λαμβάνοντας υπόψη τις αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 309/85, Barra (Συλλογή 1988, σ. 355), και της 29ης Ιουνίου 1988, 240/87, Deville (Συλλογή 1988, σ. 3513).
22 Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, με τη σκέψη 19 της προμνησθείσας αποφάσεως Barra, το Δικαστήριο έκρινε ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει εθνικές νομοθετικές διατάξεις περιορίζουσες την επιστροφή τέλους, το οποίο έχει κριθεί αντίθετο προς τη Συνθήκη με απόφαση του Δικαστηρίου, μόνον σε όσους είχαν ασκήσει προς τούτο ένδικη προσφυγή πριν από την έκδοση της αποφάσεως αυτής. Πράγματι, μια τέτοια διάταξη στερεί απολύτως στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν πληρούν την προϋπόθεση αυτή το δικαίωμα να ζητήσουν την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και καθιστά έτσι αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων που τους χορηγεί το κοινοτικό δίκαιο.
23 Ομοίως, με την προμνησθείσα απόφαση Deville, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο εθνικός νομοθέτης δεν μπορεί να θεσπίσει, μετά την έκδοση αποφάσεως του Δικαστηρίου από την οποία προκύπτει ότι ορισμένη νομοθετική ρύθμιση αντιβαίνει στη Συνθήκη, διαδικαστικό κανόνα ο οποίος μειώνει ειδικά τις δυνατότητες αναζητήσεως των φόρων οι οποίοι έχουν κακώς εισπραχθεί δυνάμει της εν λόγω νομοθετικής ρυθμίσεως.
24 Από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να θεσπίσει διατάξεις εξαρτώσες την επιστροφή φόρου, ο οποίος κρίθηκε αντίθετος προς το κοινοτικό δίκαιο με απόφαση του Δικαστηρίου ή του οποίου το ασυμβίβαστο με το κοινοτικό δίκαιο προκύπτει από μια τέτοια απόφαση, από προϋποθέσεις αφορώσες ειδικά τον φόρο αυτόν και οι οποίες είναι λιγότερο ευνοϋκές από εκείνες που θα ίσχυαν, ελλείψει των διατάξεων αυτών, για την επιστροφή του εν λόγω φόρου.
25 Συνεπώς, και χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της νομολογίας αυτής στα δικαιοδοτικά όργανα των κρατών μελών, αρκεί να παρατηρηθεί, αφενός, ότι η ερμηνεία του Corte Suprema di cassazione αφορούσε εθνική διάταξη η οποία ίσχυε από πολλών ετών κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως Ponente Carni και, αφετέρου, ότι η διάταξη αυτή αφορά όχι μόνο την επιστροφή του επιδίκου στην υπόθεση εκείνη φόρου, αλλά και την επιστροφή του συνόλου των τελών υπέρ του Ιταλικού Δημοσίου. Επομένως, η λύση που υιοθετήθηκε με τις προμνησθείσες αποφάσεις Barra και Deville δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση.
26 Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει εκδώσει προδικαστική απόφαση ως προς την ερμηνεία διατάξεως του κοινοτικού δικαίου χωρίς να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως αυτής δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να αντιτάσσουν στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση της διατάξεως αυτής αποκλειστική προθεσμία του εθνικού δικαίου.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
27 Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ συμβιβάζεται με εθνική ρύθμιση η οποία, στα πλαίσια των διαδικαστικών κανόνων που ισχύουν για τις ένδικες προσφυγές που ασκούνται προς διασφάλιση της επιστροφής φόρων καταβληθέντων κατά παράβαση της οδηγίας 69/335, προβλέπει τριετή αποκλειστική προθεσμία από της καταβολής, ενώ, κατά το εθνικό δίκαιο, δεν ισχύει τέτοια προθεσμία στις αγωγές περί αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος μεταξύ ιδιωτών.
28 Η Επιτροπή θεωρεί ότι το ερώτημα αυτό αφορά την ερμηνεία του ιταλικού δικαίου και επομένως, ως έχει, είναι απαράδεκτο. Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνει την αναδιατύπωσή του. Κατά τη γνώμη της, με το υποβληθέν ερώτημα ερωτάται κατ' ουσίαν αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει εθνική νομοθεσία η οποία υποβάλλει τις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρου εισπραχθέντος κατά παράβαση της οδηγίας 69/335 σε αποκλειστική προθεσμία, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη εξουσίας φορολογήσεως και την ύπαρξη φορολογικής οφειλής προς το Δημόσιο, αντί της προθεσμίας παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με την ίδια αυτή νομοθεσία, σε περίπτωση αντικειμενικώς αχρεωστήτου απορρέοντος από την απουσία μιας τέτοιας εξουσίας και μιας τέτοιας οφειλής.
29 Από το υποβληθέν ερώτημα προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει στα κράτη μέλη να αντιτάσσουν στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου τριετή αποκλειστική προθεσμία προβλεπόμενη από το εθνικό δίκαιο, κατά παρέκκλιση από το κοινό καθεστώς των αγωγών περί αναζητήσεως αχρεωστήτως καταβληθέντος μεταξύ ιδιωτών, για τις οποίες ισχύει ευνοϋκότερη προθεσμία. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, ως εκ τούτου, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει τη νομολογία του σύμφωνα με την οποία οι διαδικαστικοί κανόνες ασκήσεως των ενδίκων προσφυγών που αποσκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορούν να είναι λιγότερο ευνοϋκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοιες προσφυγές της εσωτερικής έννομης τάξεως.
30 Συνεπώς, πρέπει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό.
31 Η Edis θεωρεί ότι στο ερώτημα αυτό προσήκει καταφατική απάντηση, καθόσον, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι εθνικοί διαδικαστικοί κανόνες ασκήσεως των ενδίκων προσφυγών που αποσκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϋκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοιες προσφυγές της εσωτερικής έννομης τάξεως. Το Corte costituzionale έκρινε σαφώς ότι για την ένδικη προσφυγή περί επιστροφής του τέλους υπέρ του Δημοσίου ισχύουν, στην ιταλική έννομη τάξη, τα της αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος.
32 Κατά τις τρεις κυβερνήσεις που κατέθεσαν παρατηρήσεις, ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να προβλέψει, στον δημοσιονομικό τομέα, αποκλειστική προθεσμία διαφορετική από την προθεσμία του κοινού δικαίου, εφόσον η προθεσμία αυτή ισχύει εξίσου για τις αιτήσεις επιστροφής που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο και εκείνες που στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.
33 Όπως επανειλημμένως έχει παρατηρήσει το Δικαστήριο, από τη συγκριτική εξέταση των εθνικών συστημάτων προκύπτει ότι το ζήτημα της αμφισβητήσεως των παρανόμως απαιτηθέντων φόρων ή της αποδόσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων λύεται με διαφορετικούς τρόπους στα διάφορα κράτη μέλη, ακόμη δε και εντός του ιδίου κράτους, ανάλογα με τα διάφορα είδη των επιμάχων φόρων και τελών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αμφισβητήσεις ή οι αιτήσεις αυτού του είδους υποβάλλονται από τον νόμο σε καθορισμένες προϋποθέσεις τύπου και προθεσμίας όσον αφορά τόσο τις αξιώσεις που απευθύνονται στη φορολογική διοίκηση όσο και τις ένδικες προσφυγές. Σε άλλες περιπτώσεις, οι ένδικες προσφυγές περί επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων τελών πρέπει να ασκούνται ενώπιον των κοινών δικαστηρίων, ιδίως υπό μορφή αγωγών αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος· οι αγωγές αυτές μπορούν να ασκηθούν εντός λιγότερο ή περισσότερο μακράς προθεσμίας, σε ορισμένες δε περιπτώσεις εντός του χρόνου παραγραφής του κοινού δικαίου (βλ. απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980, 68/79, Just, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 253, σκέψεις 22 και 23· προμνησθείσα απόφαση Denkavit italiana, σκέψεις 23 και 24· αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1980, 811/79, Ariete, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 637, σκέψεις 10 και 11, και 826/79, Mireco, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 643, σκέψεις 11 και 12).
34 Αυτή η ποικιλία των εθνικών συστημάτων απορρέει ιδίως από την απουσία κοινοτικής ρυθμίσεως όσον αφορά την απόδοση των αχρεωστήτως εισπραττομένων εθνικών φόρων. Σε μια τέτοια κατάσταση, όπως υπενθυμίστηκε στη σκέψη 19 της παρούσας αποφάσεως, απόκειται όντως στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να ορίσει τα αρμόδια δικαστήρια και να θεσπίσει τους διαδικαστικούς κανόνες ασκήσεως των ενδίκων προσφυγών που αποσκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση, αφενός, ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϋκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοιες προσφυγές της εσωτερικής έννομης τάξεως (αρχή της ισοδυναμίας) και, αφετέρου, ότι δεν καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η κοινοτική έννομη τάξη (αρχή της αποτελεσματικότητας).
35 Όσον αφορά την τελευταία αυτή αρχή, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει, όπως υπενθυμίστηκε στη σκέψη 20 της παρούσας αποφάσεως, ότι συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο ο καθορισμός ευλόγων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση προσφυγής, προς το συμφέρον της ασφάλειας δικαίου, η οποία προστατεύει τόσο τον ενδιαφερόμενο φορολογούμενο όσο και την εμπλεκόμενη διοίκηση. Πράγματι, τέτοιες προθεσμίες δεν είναι ικανές να καταστήσουν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγούνται από την κοινοτική έννομη τάξη. Συναφώς, μια τριετής αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου, αρχόμενη από την ημερομηνία της αμφισβητουμένης καταβολής, φαίνεται εύλογη.
36 Ο σεβασμός της αρχής της ισοδυναμίας προϋποθέτει, εξάλλου, ότι ο επίμαχος κανόνας εφαρμόζεται αδιακρίτως στις προσφυγές που στηρίζονται σε παράβαση του κοινοτικού δικαίου και σ' εκείνες που στηρίζονται σε μη τήρηση του εσωτερικού δικαίου, εφόσον πρόκειται για φόρους ή τέλη του ιδίου είδους (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 27ης Μαρτίου 1980, 66/79, 127/79 και 128/79, Salumi, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 627, σκέψη 21). Η αρχή αυτή δεν μπορεί, αντιθέτως, να ερμηνευθεί ως υποχρεώνουσα το κράτος μέλος να επεκτείνει στο σύνολο των ενδίκων προσφυγών περί αποδόσεως των φόρων ή τελών που εισπράχθηκαν κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου το πλέον ευνοϋκό εσωτερικό καθεστώς αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων.
37 Έτσι, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει να προβλέπει η νομοθεσία κράτους μέλους, παράλληλα με την προθεσμία παραγραφής του κοινού δικαίου η οποία ισχύει για τις αγωγές περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων μεταξύ ιδιωτών, ιδιαίτερους, λιγότερο ευνοϋκούς κανόνες για την υποβολή ενστάσεων και την άσκηση ενδίκων προσφυγών προς αμφισβήτηση των τελών και λοιπών φόρων. Αυτό θα συνέβαινε μόνον αν οι κανόνες αυτοί ίσχυαν αποκλειστικά για τις προσφυγές εκείνες περί επιστροφής των εν λόγω τελών ή φόρων που ασκούνται βάσει του κοινοτικού δικαίου.
38 Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως παρατήρησε το Δικαστήριο στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως, η συγκεκριμένη αποκλειστική προθεσμία αφορά όχι μόνον το επίδικο τέλος υπέρ του Δημοσίου, αλλά το σύνολο των τελών υπέρ του Δημοσίου. Επιπλέον, σύμφωνα με μη αμφισβητηθέντα στοιχεία που παρέσχε η Ιταλική Κυβέρνηση, ανάλογη προθεσμία ισχύει και για τις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής ορισμένων εμμέσων φόρων. Επίσης, από το γράμμα της επίδικης διατάξεως δεν προκύπτει ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο στις προσφυγές που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο. Εξάλλου, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 62, 63 και 64 των προτάσεών του, από τη νομολογία του Corte Suprema di cassazione προκύπτει ότι οι προθεσμίες που ισχύουν στον δημοσιονομικό τομέα εφαρμόζονται και στις προσφυγές περί επιστροφής τελών ή φόρων που εισπράχθηκαν βάσει νόμων οι οποίοι έχουν κηρυχθεί αντίθετοι προς το Ιταλικό Σύνταγμα.
39 Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να αντιτάσσει στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθένων κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου τριετή αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου αποκλίνουσα από το κοινό καθεστώς των αγωγών περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων μεταξύ ιδιωτών, οι οποίες υπόκεινται σε ευνοϋκότερη προθεσμία, εφόσον η αποκλειστική αυτή προθεσμία εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής των φόρων αυτών οι οποίες στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο και σε εκείνες που στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο.
Επί του τρίτου ερωτήματος
40 Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει στα κράτη μέλη να αντιτάσσουν στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση οδηγίας αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου αρχόμενη από την ημερομηνία της καταβολής των εν λόγω φόρων, ενώ, κατά την ημερομηνία αυτή, η οδηγία αυτή δεν είχε ακόμα μεταφερθεί ορθώς στο εθνικό δίκαιο.
41 Οι τρεις κυβερνήσεις που κατέθεσαν παρατηρήσεις προτείνουν να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό. Συγκεκριμένα, θεωρούν ότι ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να επικαλεστεί αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου, όπως η επίδικη προθεσμία, εφόσον η προθεσμία αυτή πληροί τις προϋποθέσεις που διατυπώθηκαν με τις προμνησθείσες αποφάσεις Rewe και Comet. Κατά τις κυβερνήσεις αυτές, η απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-208/90, Emmott (Συλλογή 1991, σ. Ι-4269), πρέπει να αναγνωσθεί στο πλαίσιο των όλως ιδιαιτέρων περιστάσεων της υποθέσεως εκείνης, πράγμα το οποίο επιβεβαίωσε, εξάλλου, το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1993, C-338/91, Steenhorst-Neerings (Συλλογή 1993, σ. Ι-5475), και της 6ης Δεκεμβρίου 1994, C-410/92, Johnson (Συλλογή 1994, σ. Ι-5483).
42 Κατά την Edis, από τις δύο τελευταίες αυτές αποφάσεις προκύπτει ότι το γεγονός απλώς και μόνον ότι οι διατάξεις μιας οδηγίας δεν έχουν μεταφερθεί ορθώς στην εσωτερική έννομη τάξη δεν εμποδίζει, ελλείψει άλλων περιστάσεων, το ευθυνόμενο για τη μη προσήκουσα μεταφορά κράτος μέλος να επικαλεστεί τις προθεσμίες ασκήσεως ένδικης προσφυγής του εσωτερικού του δικαίου. Η εταιρία αυτή, ωστόσο, θεωρεί ότι η νομολογία Emmott έχει εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη της παρελκυστικής συμπεριφοράς που υιοθέτησαν οι ιταλικές αρχές έναντι των αιτήσεων των εταιριών προς επιστροφή των καταβληθέντων.
43 Σε πρώτη φάση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι προμνησθείσες αποφάσεις Steenhorst-Neerings και Johnson είχαν σχέση με αιτήσεις οι οποίες αφορούσαν κοινωνικές παροχές μη χορηγηθείσες παρανόμως και, συνεπώς, δεν είχαν σχέση με την υπό κρίση περίπτωση. Η Επιτροπή θεωρούσε, συνεπώς, ότι στις προσφυγές περί επιστροφής των τελών που είχαν εισπραχθεί κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου έπρεπε να εφαρμοστεί η λύση της αποφάσεως Emmott, άλλως θα παρεχόταν στο ευθυνόμενο για την παράβαση κράτος μέλος η δυνατότητα να επωφεληθεί από την παράβαση την οποία διέπραξε. Ωστόσο, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή δεν ενέμεινε στην άποψη αυτή, αναγνωρίζοντας ότι η εν λόγω άποψη είχε απορριφθεί με την απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1997, C-188/95, Fantask κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. Ι-6783).
44 Από την απάντηση που δόθηκε στο δεύτερο ερώτημα προκύπτει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει καταρχήν στα κράτη μέλη να αντιτάσσουν στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής τελών εισπραχθέντων κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου τριετή αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου.
45 Ασφαλώς, είναι αληθές ότι, με τη σκέψη 23 της προμνησθείσας αποφάσεως Emmott, το Δικαστήριο έκρινε ότι, μέχρι το χρονικό σημείο της ορθής μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, το κράτος μέλος που δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του δεν μπορεί να προβάλει την εκπρόθεσμη κίνηση της σχετικής κατ' αυτού ένδικης διαδικασίας εκ μέρους ιδιώτη για την προστασία των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζονται από τις διατάξεις της οδηγίας και ότι η προθεσμία ασκήσεως ένδικης προσφυγής του εσωτερικού δικαίου δεν μπορεί να αρχίσει να τρέχει παρά μόνο μετά το χρονικό αυτό σημείο.
46 Ωστόσο, όπως επιβεβαιώθηκε με τη σκέψη 26 της προμνησθείσας αποφάσεως Johnson, από την προμνησθείσα απόφαση Steenhorst-Neerings προκύπτει ότι η δοθείσα με την απόφαση Emmott λύση δικαιολογούνταν από τις περιστάσεις που χαρακτήριζαν την υπόθεση εκείνη, υπό τις οποίες η αποκλειστική προθεσμία είχε ως αποτέλεσμα να στερεί πλήρως την αιτούσα της κύριας δίκης από τη δυνατότητα να προβάλει το δικαίωμα της ίσης μεταχειρίσεως που αντλούσε από κοινοτική οδηγία (βλ., επίσης, προμνησθείσα απόφαση Haahr Petroleum, σκέψη 52, καθώς και απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-114/95 και C-115/95, Texaco και Olieselskabet Danmark, Συλλογή 1997, σ. Ι-4263, σκέψη 48).
47 Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε, με την προμνησθείσα απόφαση Fantask κ.λπ., ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος το οποίο δεν μετέφερε ορθώς στο εσωτερικό του δίκαιο την οδηγία 69/335 να αντιτάσσει στις αξιώσεις επιστροφής τελών τα οποία εισπράχθηκαν κατά παράβαση της οδηγίας αυτής πενταετή προθεσμία παραγραφής του εσωτερικού δικαίου αρχόμενη από την ημερομηνία κατά την οποία τα τέλη αυτά κατέστησαν απαιτητά.
48 Επιπλέον, υπό το φως της δικογραφίας και των διαμειφθέντων κατά την προφορική διαδικασία, η συμπεριφορά των ιταλικών αρχών συνδυαζόμενη με την ύπαρξη της επίδικης προθεσμίας δεν φαίνεται, στην περίπτωση που αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης, να στέρησαν παντελώς, όπως στην υπόθεση Emmott, την αιτούσα εταιρία από τη δυνατότητα επικλήσεως των δικαιωμάτων της ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
49 Συνεπώς, στο τρίτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να αντιτάσσουν στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση οδηγίας αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου αρχόμενη από την ημερομηνία της καταβολής των εν λόγω φόρων, έστω και αν, κατά την ημερομηνία αυτή, η οδηγία αυτή δεν είχε ακόμα μεταφερθεί ορθώς στο εθνικό δίκαιο.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
50 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 18ης Ιουνίου 1996 το Tribunale di Genova, αποφαίνεται:
51 Το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει εκδώσει προδικαστική απόφαση ως προς την ερμηνεία διατάξεως του κοινοτικού δικαίου χωρίς να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως αυτής δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να αντιτάσσουν στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση της διατάξεως αυτής αποκλειστική προθεσμία του εθνικού δικαίου.
52 Το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να αντιτάσσει στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθένων κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου τριετή αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου αποκλίνουσα από το κοινό καθεστώς των αγωγών περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων μεταξύ ιδιωτών, οι οποίες υπόκεινται σε ευνοϋκότερη προθεσμία, εφόσον η αποκλειστική αυτή προθεσμία εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής των φόρων αυτών οι οποίες στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο και σε εκείνες που στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο.
3) Υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να αντιτάσσουν στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση οδηγίας αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου αρχόμενη από την ημερομηνία της καταβολής των εν λόγω φόρων, έστω και αν, κατά την ημερομηνία αυτή, η οδηγία αυτή δεν είχε ακόμα μεταφερθεί ορθώς στο εθνικό δίκαιο.
Full & Egal Universal Law Academy