Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Βόειο κρέας - Μηχανισμοί παρεμβάσεως - Αγορές κατόπιν διαγωνισμών - Σχέσεις μεταξύ των υποβαλλόντων προσφορά - Άρθρο 9 του κανονισμού 859/89 - Ερμηνεία - Αρχή της ανεξαρτησίας των προσφορών - Περιεχόμενο
(Κανονισμός 805/68 του Συμβουλίου, άρθρο 6 § 6· κανονισμοί της Επιτροπής 859/89, άρθρα 9, 12 § 2 και 15, και 2456/93, άρθρο 11)
2 Γεωργία - Κοινή γεωργική πολιτική - Ξρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ - Αρχές - Συμβατό των δαπανών προς τους κοινοτικούς κανόνες - Υποχρέωση ελέγχου που υπέχουν τα κράτη μέλη
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 5· κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 1)
3 Γεωργία - Κοινή γεωργική πολιτική - Ξρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ - Αρχές - Συμβατό των δαπανών προς τους κοινοτικούς κανόνες - Βάρος της αποδείξεως - Κατανομή μεταξύ της Επιτροπής και του ενδιαφερομένου κράτους μέλους
(Κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου, άρθρα 2 και 3)
Περίληψη
1 Στο πλαίσιο των μέτρων παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος, ειδικότερα δε του συστήματος αγορών κατόπιν διαγωνισμών, το άρθρο 9 του κανονισμού 859/89 προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι ο υποβάλλων προσφορά πρέπει να αναλάβει να τηρήσει όλες τις εφαρμοστέες διατάξεις και, στην παράγραφο 2, ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν μία μόνον προσφορά ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία. Δεδομένου ότι η επιταγή της ασφαλείας δικαίου συνεπάγεται ότι μια ρύθμιση πρέπει να παρέχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει, το γράμμα της δεύτερης διατάξεως αυτής δεν μπορεί να χρησιμεύσει προς στήριξη της ερμηνείας κατά την οποία, λόγω της διαφορετικής εννοίας των όρων «ενδιαφερόμενοι» και «υποβάλλοντες προσφορά», οι τελευταίοι μπορούν να υποβάλουν μία μόνον προσφορά σε δημοπρασία εφόσον ανήκουν στον ίδιο όμιλο. Συνεπώς, η ερμηνεία αυτή ισοδυναμεί με αναδρομική εφαρμογή του άρθρου 11 του κανονισμού 2456/93, που εισάγει στην κοινοτική ρύθμιση διατάξεις αφορώσες τις σχέσεις μεταξύ των υποβαλλόντων προσφορά.
Βεβαίως, μολονότι η αρχή της ανεξαρτησίας των προσφορών, ουσιώδης επιταγή για το σύννομο και την αποτελεσματικότητα κάθε διαδικασίας δημοπρασίας, στην οποία βασίζονται τα άρθρα 9, παράγραφος 6 (απόρρητο των προσφορών), 12, παράγραφος 2 (απαγόρευση μεταβιβάσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη δημοπρασία), 9, παράγραφος 4, στοιχείο γγ (υποχρέωση κάθε υποβάλλοντος προσφορά να καταθέσει εγγύηση), και 15 (υποχρέωση κάθε υποβαλόντος προσφορά να εισπράξει προσωπικώς το τίμημα) του κανονισμού 859/89 και 6, παράγραφος 6, του κανονισμού 805/68 (ισότητα προσβάσεως όλων των ενδιαφερομένων), δεν εμποδίζει πλείονες εταιρίες του ιδίου ομίλου να μετέχουν συγχρόνως σε δημοπρασία, απαγορεύει όμως στις ίδιες αυτές εταιρίες να συνεννοούνται ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις των αντιστοίχων προσφορών που υποβάλλουν, διότι άλλως νοθεύεται η διεξαγωγή της διαδικασίας.
2 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, το οποίο αποτυπώνει, στον τομέα της γεωργικής πολιτικής, τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 5 της Συνθήκης, ορίζει τις αρχές βάσει των οποίων η Κοινότητα και τα κράτη μέλη οφείλουν να ρυθμίζουν την εφαρμογή των κοινοτικών αποφάσεων περί των γεωργικών παρεμβάσεων που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ και να λαμβάνουν μέτρα προς καταπολέμηση των απατών και των παρανομιών που διαπράττονται σε σχέση με τις ανωτέρω πράξεις. Το άρθρο αυτό επιβάλλει στα κράτη μέλη τη γενική υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων για τη διασφάλιση της πραγματοποιήσεως και του συννόμου των χρηματοδοτουμένων από το ταμείο πράξεων, ακόμη και αν η συγκεκριμένη κοινοτική νομική πράξη δεν προβλέπει ρητά τη θέσπιση του τάδε ή του δείνα μέτρου ελέγχου, κατά μείζονα λόγο εφόσον υπάρχουν στοιχεία που μπορούν να κινήσουν σοβαρές υποψίες περί καταστρατηγήσεως της απαγορεύσεως που θέτει η επίμαχη κοινοτική πράξη.
3 Τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 729/70 επιτρέπουν στην Επιτροπή να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ μόνο με τα ποσά που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί στους διαφόρους τομείς των γεωργικών προϋόντων, αφήνοντας τα κράτη μέλη να φέρουν κάθε άλλη δαπάνη, ιδίως δε τα ποσά που οι εθνικές αρχές κακώς έκριναν ότι μπορούν να καταβάλουν στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών.
Επομένως, μολονότι στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει την ύπαρξη παραβιάσεως των κοινοτικών κανόνων, το κράτος μέλος οφείλει να αποδείξει, κατά περίπτωση, ότι η Επιτροπή έσφαλε ως προς τις χρηματοοικονομικές συνέπειες που πρέπει να συναχθούν.
Εφόσον η Επιτροπή αποδείξει ότι το κράτος μέλος παραβίασε πλείονες κοινοτικούς κανόνες του γεωργικού τομέα και ότι υπάρχει ενδεχόμενο ζημίας εις βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού, τίποτα περισσότερο δεν μπορεί να της ζητηθεί, καθόσον η Επιτροπή δεν μπορεί να προβεί σε συστηματικούς ελέγχους και η ανάλυση της υφισταμένης καταστάσεως σε δεδομένη αγορά εξαρτάται από τα πληροφοριακά στοιχεία που συλλέγουν τα κράτη μέλη.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-232/96,
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από την C. de Salins, υποδιευθύντρια της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον F. Pascal, chargι de mission στην ίδια διεύθυνση, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Γαλλίας, 8 B, boulevard Joseph II,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον X. Lewis, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
"που έχει ως αντικείμενο τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 96/311/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 1996, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1992, καθώς και για ορισμένες δαπάνες για το οικονομικό έτος 1993 (ΕΕ L 117, σ. 19),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, M. Wathelet (εισηγητή), J. C. Moitinho de Almeida, J.-P. Puissochet και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 4ης Φεβρουαρίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Μαρτίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Ιουλίου 1996, η Γαλλική Δημοκρατία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 96/311/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 1996, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1992, καθώς και για ορισμένες δαπάνες για το οικονομικό έτος 1993 (ΕΕ L 117, σ. 19, στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση), καθόσον η Επιτροπή αρνήθηκε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ, αφενός, με το ποσό των 76 041 440 γαλλικών φράγκων (FF) που αντιστοιχεί στα μέτρα παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος και, αφετέρου, με το ποσό των 84 061 488 FF που αντιστοιχεί στα μέτρα παρεμβάσεως στον τομέα της δημόσιας αποθεματοποιήσεως των σιτηρών.
Επί της χρηματοοικονομικής διορθώσεως που αφορά τα μέτρα παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος
2 Οι θεμελιώδεις κανόνες της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72). Το άρθρο 6 του κανονισμού αυτού επιτρέπει στην Επιτροπή να λαμβάνει μέτρα για να διατηρεί σταθερές τις τιμές στις αγορές της Κοινότητας. Ο κανονισμός 805/68, όπως τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 571/89 του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 1989 (ΕΕ L 61, σ. 43, στο εξής: κανονισμός 805/68), έχει εφαρμογή στο χρονικό διάστημα που αφορά η παρούσα υπόθεση (οικονομικά έτη 1992 και 1993).
3 Μέχρι το 1989 ίσχυε σύστημα αυτόματης αγοράς από τους οργανισμούς παρεμβάσεως οσάκις οι τιμές ήσαν χαμηλότερες από ορισμένα όρια, πράγμα που είχε ως συνέπεια ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως αγόραζαν πολύ μεγάλες ποσότητες σε τιμές υψηλότερες από τις τιμές της ελεύθερης αγοράς.
4 Για να αντιμετωπισθεί η δυσλειτουργία αυτή, επήλθε μεταρρύθμιση το 1989. Διατηρήθηκε μεν σε ισχύ η αυτόματη αγορά σε περίπτωση πολύ μεγάλης πτώσεως των τιμών, αλλά συγχρόνως θεσπίστηκε σύστημα αγορών κατόπιν διαγωνισμών, ώστε οι αγοραζόμενες ποσότητες και τα καταβαλλόμενα τιμήματα να μην υπερβαίνουν τα όρια του αναγκαίου για την εύλογη στήριξη της αγοράς.
5 Έτσι, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 805/68, το Συμβούλιο καθορίζει τιμή παρεμβάσεως μία φορά ετησίως. Οσάκις οι τιμές της ελεύθερης αγοράς εντός της Κοινότητας είναι κατώτερες ορισμένων ποσοστών της τιμής παρεμβάσεως, οι οργανισμοί παρεμβάσεως ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών μπορούν, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, να αγοράζουν ορισμένες κατηγορίες, ποιότητες ή ομάδες ποιοτήτων βοείου κρέατος κοινοτικής καταγωγής.
6 Οι αγορές πραγματοποιούνται με ανοικτούς διαγωνισμούς. Δεν μπορούν, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 805/68, να υπερβούν ποσότητα 220 000 τόνων ετησίως για ολόκληρη την Κοινότητα.
7 Εντούτοις, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού, σε περίπτωση πολύ μεγάλης πτώσεως των τιμών, προβλέπεται διαδικασία κατά την οποία όλες οι προσφορές που είναι ίσες ή κατώτερες του 80 % της τιμής παρεμβάσεως γίνονται δεκτές και δεν καταλογίζονται στη μέγιστη ποσότητα του άρθρου 6, παράγραφος 1 (διαδικασία αποκαλούμενη «δίκτυ ασφαλείας»).
8 Δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 6, του κανονισμού 805/68, οι διαγωνισμοί πρέπει να εξασφαλίζουν την ισότητα προσβάσεως όλων των ενδιαφερομένων και προκηρύσσονται βάσει συγγραφής υποχρεώσεων.
9 Από το άρθρο 6, παράγραφος 7, του κανονισμού 805/68 προκύπτει ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής του συστήματος παρεμβάσεως θεσπίζονται από την Επιτροπή, η οποία αποφασίζει επίσης την προκήρυξη και την αναστολή των διαγωνισμών, αφού ακούσει την επιτροπή διαχειρίσεως. Κατά το χρονικό διάστημα που αφορά η παρούσα υπόθεση, οι εν λόγω λεπτομέρειες διέπονταν από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 859/89 της Επιτροπής, της 29ης Μαρτίου 1989, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 91, σ. 5).
10 Από το άρθρο 7 του κανονισμού 859/89 προκύπτει ότι η απόφαση για τις αγορές μέσω δημοπρασίας δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων το Σάββατο ή την Τρίτη που προηγείται της ημερομηνίας λήξεως της πρώτης προθεσμίας υποβολής προσφορών. Κατά το άρθρο 8 του εν λόγω κανονισμού, κατά τον χρόνο ισχύος της προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών, η προθεσμία για την υποβολή προσφορών λήγει κάθε δεύτερη και τέταρτη Τετάρτη του μήνα, ώρα 12.00 (ώρα Βρυξελλών).
11 Κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 859/89, διάταξη που αποτελεί τον πυρήνα της υπό κρίση διαφοράς:
«1. Ο υποβάλλων προσφορά μπορεί να συμμετέχει στη δημοπρασία μόνο εάν αναλαμβάνει γραπτώς να τηρήσει τις διατάξεις σχετικά με τις εν λόγω αγορές.
2. Οι ενδιαφερόμενοι συμμετέχουν στη δημοπρασία του οργανισμού παρέμβασης των κρατών μελών όπου αυτή έχει αρχίσει, είτε με κατάθεση γραπτής προσφοράς έναντι αποδείξεως παραλαβής είτε με οποιοδήποτε μέσο γραπτής επικοινωνίας με απόδειξη παραλαβής αποδεκτό από τον οργανισμό παρέμβασης· οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν μόνο μία προσφορά ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία.
3. Η προσφορά αναφέρει:
α) το όνομα και τη διεύθυνση του υποβάλλοντος προσφορά·
β) την προσφερόμενη ποσότητα των προϋόντων της ή των κατηγοριών που αναφέρονται στην προκήρυξη της δημοπρασίας, εκφραζόμενη σε τόνους·
γ) την προτεινόμενη τιμή ανά 100 χιλιόγραμμα προϋόντων της ποιότητας R3 (...)·
δ) το ή τα κέντρα παρέμβασης στα οποία ο υποβάλλων προσφορά προτίθεται να παραδώσει το προϋόν.
(...)»
12 Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 4, στοιχείο γγ, του εν λόγω κανονισμού, ο υποβάλλων προσφορά πρέπει να αποδείξει ότι κατέθεσε εγγύηση δημοπρασίας πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή των προσφορών και, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφοι 5 και 6, η προσφορά δεν μπορεί να αποσυρθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής προσφορών και πρέπει να εξασφαλίζεται το απόρρητο των προσφορών.
13 Από το άρθρο 7 του κανονισμού 859/89 προκύπτει ότι, κατά την έναρξη της διαδικασίας δημοπρασίας, μπορεί να καθοριστεί μια ελάχιστη τιμή κάτω από την οποία οι προσφορές δεν μπορούν να γίνουν δεκτές και από το άρθρο 8 προκύπτει ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως διαβιβάζουν τις προσφορές στην Επιτροπή το αργότερο 24 ώρες μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής προσφορών.
14 Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 859/89 ορίζει ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις ληφθείσες προσφορές για κάθε δημοπρασία και αφού ακούσει την επιτροπή διαχειρίσεως, η Επιτροπή καθορίζει μέγιστη τιμή αγοράς· λόγω ειδικών συνθηκών είναι δυνατόν να καθορίζεται διαφορετική τιμή ανά κράτος μέλος ή περιοχή κράτους μέλους σε συνάρτηση με τις μέσες τιμές της αγοράς που έχουν διαπιστωθεί. Κατά την παράγραφο 2 της διατάξεως αυτής, μπορεί επίσης να αποφασισθεί να μη δοθεί συνέχεια στη δημοπρασία και, κατά την παράγραφο 3, εάν το σύνολο των προσφερομένων ποσοτήτων σε τιμή ίση ή κατώτερη της μέγιστης τιμής υπερβαίνει τις ποσότητες που μπορούν να αγορασθούν, οι ποσότητες που έχουν κατακυρωθεί μπορούν να μειωθούν με την εφαρμογή ενός συντελεστή μειώσεως.
15 Το άρθρο 12 του κανονισμού 859/89 ορίζει ότι η προσφορά απορρίπτεται εάν η προτεινόμενη τιμή είναι μεγαλύτερη από τη μέγιστη καθορισθείσα τιμή και το άρθρο 10, παράγραφος 2, ότι η εγγύηση επιστρέφεται ολόκληρη αν δεν γίνει δεκτή η προσφορά.
16 Από το άρθρο 13 του κανονισμού 859/89 προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποδοχής της προσφοράς, η εγγύηση επιστρέφεται ολόκληρη αν η παραδοθείσα ποσότητα αντιπροσωπεύει το 95 % τουλάχιστον της προσφερθείσας ποσότητας. Αν η παραδοθείσα ποσότητα περιλαμβάνεται μεταξύ του 85 % και του 95 % της προσφερθείσας ποσότητας, η εγγύηση καταπίπτει υπέρ των οργανισμών παρεμβάσεως κατ' αναλογίαν της ελλείπουσας ποσότητας, πλην των περιπτώσεων ανωτέρας βίας. Σε όλες τις λοιπές περιπτώσεις, η εγγύηση καταπίπτει στο σύνολό της υπέρ των οργανισμών παρεμβάσεως, υπό την επιφύλαξη της ανωτέρας βίας.
17 Η υποχρέωση καταθέσεως εγγυήσεως θεσπίστηκε για να παύσει η πρακτική των υπερτιμημένων προσφορών.
18 Εξάλλου, κατά το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 859/89, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη δημοπρασία δεν μεταβιβάζονται. Επιπλέον, ο οργανισμός παρεμβάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 15, να καταβάλει στον υπερθεματιστή την τιμή που αναγράφεται στην προσφορά του.
19 Μετά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, ο κανονισμός 859/89 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2456/93 της Επιτροπής, της 1ης Σεπτεμβρίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 805/68 όσον αφορά τα γενικά και ειδικά μέτρα παρέμβασης στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 225, σ. 4). Το άρθρο 9 του κανονισμού 859/89 αντικαταστάθηκε από μια λεπτομερή διάταξη αφορώσα τα πρόσωπα που μπορούν να υποβάλλουν προσφορά, το άρθρο 11, κατά το οποίο:
«1. Μπορούν να υποβάλλουν προσφορές μόνο:
α) τα σφαγεία στον τομέα του βοείου κρέατος που έχουν εγκριθεί κατά την έννοια της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ και για τα οποία δεν ισχύει παρέκκλιση δυνάμει του άρθρου 2 της οδηγίας 91/498/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος τους, καθώς και
β) οι έμποροι ζώων ή κρεάτων που αναθέτουν τη σφαγή στα εν λόγω σφαγεία για λογαριασμό τους και οι οποίοι είναι εγκεκριμένοι σε δημόσιο μητρώο με ατομικό αριθμό.
2. Οι ενδιαφερόμενοι συμμετέχουν στη δημοπρασία του οργανισμού παρέμβασης στο κράτος μέλος όπου αυτή έχει αρχίσει είτε με υποβολή γραπτής προσφοράς έναντι αποδείξεως παραλαβής, είτε με οποιοδήποτε μέσο γραπτής επικοινωνίας, αποδεκτό από τον οργανισμό παρέμβασης, έναντι αποδείξεως παραλαβής.
Οι προσφορές υποβάλλονται ξεχωριστά ανάλογα με τον τύπο της δημοπρασίας.
3. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν μόνο μία προσφορά ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία.
Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν συνδέονται μεταξύ τους από πλευράς διεύθυνσης, προσωπικού και λειτουργίας.
Εφόσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι αυτό δεν συμβαίνει ή όταν μια προσφορά δεν αντιστοιχεί στην οικονομική πραγματικότητα, η αποδοχή της εν λόγω προσφοράς προϋποθέτει προσκόμιση, από τον υποβάλλοντα την προσφορά, πρόσφορων αποδείξεων ως προς την τήρηση της διάταξης του δευτέρου εδαφίου.
Όταν αποδειχτεί ότι ένας ενδιαφερόμενος έχει υποβάλει περισσότερες από μία αιτήσεις, τότε δεν γίνεται δεκτή καμία από τις αιτήσεις του.
4. (...)»
20 Τέλος, το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να διασφαλίζουν το σύννομο και την πραγματοποίηση των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, να προλαμβάνουν και να πατάσσουν τις πλημμέλειες και να ανακτούν τα απολεσθέντα εξ αιτίας πλημμελειών ή αμελειών ποσά. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι δεν επιρρίπτονται στην Κοινότητα οι οικονομικές συνέπειες των πλημμελειών ή αμελειών που είναι καταλογιστέες στις διοικητικές αρχές ή τους οργανισμούς των κρατών μελών.
21 Λόγω διαφόρων γεγονότων [ασθένεια των τρελών αγελάδων (ΣΕΒ), γερμανική ενοποίηση, πόλεμος του Κόλπου, εξέλιξη των σχέσεων με την Ανατολική Ευρώπη κ.λπ.], η κοινοτική αγορά βοείου κρέατος διήλθε από το 1990 έως το 1992 μια άνευ προηγουμένου κρίση η οποία προκάλεσε, από το οικονομικό έτος 1991, διαρκή αύξηση των εξόδων του προϋπολογισμού της Κοινότητας. Έτσι, η εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως αγορές βοείου κρέατος της Κοινότητας αυξήθηκαν από 540 000 τόνους το 1987 σε 1 030 000 τόνους το 1991, δηλαδή κατά 90,7 % εντός τεσσάρων ετών.
22 Κατά την Επιτροπή, ορισμένες επιχειρήσεις υπέβαλαν τότε πλείονες προσφορές στον ίδιο διαγωνισμό. Στη συνοπτική έκθεσή της για το οικονομικό έτος 1992 η Επιτροπή ανέφερε τα εξής:
«Γαλλία
Ο Ofival, ο αρμόδιος οργανισμός πληρωμών, δέχθηκε όλες τις προσφορές εφόσον είχαν υποβληθεί από χωριστή νομική οντότητα όπως αυτό αποδεικνυόταν από τον δικό του αριθμό Sirene. Ο Ofival δεν προσπάθηκε να διαπιστώσει το αν οι συμμετέχοντες συνδέονταν μεταξύ τους ή όχι και, δεδομένου ότι ούτε τα έγγραφα προσφοράς ούτε τα έγγραφα ανάληψης ανέφεραν τον τόπο της σφαγής, ένας τέτοιος έλεγχος θα ήταν ούτως ή άλλως άσκοπος. Ως εκ τούτου, οι γαλλικές αρχές δεν έλεγξαν αν τηρήθηκε το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 859/89.
Από την εξέταση των φακέλων αγοράς και τη συνοπτική τεκμηρίωση των διαγωνισμών, το ΕΓΤΠΕ παρατήρησε ότι:
- σε προσφορές από διαφορετικές εταιρίες υπήρχε συχνά η ίδια διεύθυνση, οι ίδιοι αριθμοί τηλεφώνου και τέλεξ και ορισμένες φορές οι προσφορές αυτές ήσαν υπογεγραμμένες από το ίδιο πρόσωπο·
- τιμολόγια που απεστάλησαν από διαφορετικές εταιρίες στον Ofival για πληρωμή έφεραν ορισμένες φορές διαδοχική αρίθμηση αν και διέφεραν ελαφρώς στη μορφή·
- παραδόσεις που υπερέβαιναν αυτές που προβλέπονταν στη σύμβαση μιας εταιρίας (για τις οποίες δεν οφείλεται πληρωμή σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 859/89) μεταβιβάσθηκαν στη σύμβαση μιας άλλης εταιρίας με λιγότερες από τις προβλεπόμενες παραδόσεις, για να αποφευχθούν απώλειες της εγγύησης αγοράς·
- από τη διάρθρωση των τιμών των διαφόρων υποβληθεισών προσφορών προέκυπτε συχνά κάποια πρόθεση κερδοσκοπίας του ενδιαφερομένου.
Το ΕΓΤΠΕ συμπεραίνει ότι ο Ofival πρέπει να είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι πολλές από τις προσφορές συνδέονταν, αλλά δεν προσπάθησε να παρεμποδίσει την αποδοχή αυτών των προσφορών, είτε απορρίπτοντάς τες είτε εφιστώντας την προσοχή των υπηρεσιών της Επιτροπής στις δυνατές καταστρατηγήσεις. Ως εκ τούτου, το ΕΓΤΠΕ θεωρεί ότι οι τιμές και οι ποσότητες που προσφέρθηκαν από αυτές τις συνδεόμενες εταιρίες είναι ενδεικτικές της ύπαρξης ενός στοιχείου κερδοσκοπίας επί των τιμών. Εν τέλει, οι μεταφορές μεγαλύτερων ποσοτήτων σε συμβάσεις άλλων εταιριών (οι οποίες εντοπίσθηκαν από το ΕΓΤΠΕ μόνον σε περιπτώσεις που είχαν διαπραχθεί διοικητικά και/ή λογιστικά λάθη και οι οποίες, σε κανονικές συνθήκες, δεν θα εντοπίζονταν) αποδεικνύουν εσκεμμένη καταστρατήγηση των κανόνων που προβλέπουν τη μη πληρωμή για παραδόσεις μεγαλύτερων ποσοτήτων και την κατάπτωση των εγγυήσεων για παραδόσεις μικρότερων ποσοτήτων.
Προτείνονται δημοσιονομικές συνέπειες σε ενιαίο ποσοστό 2 % που εφαρμόζεται στις δαπάνες του 1992.»
23 Κατά την Επιτροπή, οι πρακτικές αυτές απαγορεύονταν ρητώς από την εφαρμοστέα στον σχετικό τομέα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση και αντέβαιναν πλήρως στον σκοπό του συστήματος παρεμβάσεως. Στη συνοπτική έκθεσή της, η Επιτροπή δέχθηκε ότι είχε σημειωθεί παράβαση των άρθρων 9, παράγραφος 2 (υποβολή μιας μόνον προσφοράς ανά συμμετέχοντα ανά δημοπρασία), 12, παράγραφος 2 (απαγόρευση μεταβιβάσεως των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη δημοπρασία), 9, παράγραφος 4, στοιχείο γγ (κατάθεση της εγγυήσεως από τον ίδιο τον προσφέροντα), και 15, παράγραφος 1 (καταβολή του τιμήματος στον υπερθεματιστή), του κανονισμού 859/89.
24 Η Επιτροπή έκρινε ότι οι υποβαλόντες προσφορά υιοθέτησαν τις πρακτικές αυτές προκειμένου να πωλήσουν τη μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα κρέατος προς τους οργανισμούς παρεμβάσεως σε τιμές όσο το δυνατόν υψηλότερες, μειώνοντας συγχρόνως σημαντικά τους κινδύνους απωλείας των εγγυήσεών τους δημοπρασίας. Κατά την Επιτροπή, σε περίπτωση παραδόσεως μικρότερης ποσότητας από την παραδοτέα, η κατανομή μιας προσφερομένης ποσότητας σε πλείονες υποβληθείσες προσφορές παρείχε, πράγματι, τη δυνατότητα παραδόσεως μέρους τουλάχιστον των προσφερθεισών ποσοτήτων και, συνεπώς, ανακτήσεως των σχετικών εγγυήσεων.
25 Απαντώντας στην Επιτροπή, κατά την άποψη της οποίας οι αρμόδιες εθνικές αρχές όφειλαν να επέμβουν για να παύσουν οι πρακτικές αυτές, οι γαλλικές αρχές αντέτειναν ότι ο κανονισμός 859/89 δεν τους επέτρεπε να επέμβουν, δεδομένου ότι οι προσφορές προέρχονταν από αυτοτελή φυσικά ή νομικά πρόσωπα.
26 Η υπόθεση υποβλήθηκε στην κρίση του οργάνου συμβιβασμού που συστάθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας της Επιτροπής με την απόφασή της 94/442/ΕΚ, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών του Ευρωπαϋκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 182, σ. 45).
27 Το όργανο συμβιβασμού έκρινε ότι δεν μπορούσε να αποφανθεί με βεβαιότητα ότι η διαδικασία δημοπρασίας την οποία ακολούθησαν τα κράτη μέλη αντέβαινε στον κανονισμό 859/89. Το όργανο αυτό επισήμανε ότι, εν πάση περιπτώσει, κρίθηκε εκ των υστέρων αναγκαίο να διευκρινισθούν οι περιλαμβανόμενοι στον κανονισμό 859/89 κανόνες. Το όργανο συμβιβασμού υπογράμμισε επίσης ότι η Επιτροπή δεν αντέδρασε πριν από το 1993 στην πρακτική των κρατών μελών.
28 Παρά τα συμπεράσματα του οργάνου συμβιβασμού, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
29 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Γαλλική Δημοκρατία επικαλείται τρεις λόγους ακυρώσεως, αντλούμενους αντιστοίχως από τη νομιμότητα της πρακτικής που ακολούθησε το κράτος μέλος αυτό, από την έλλειψη ζημίας εις βάρος του ΕΓΤΠΕ και από την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως θα εξετασθούν από κοινού.
Επί της νομιμότητας της πρακτικής που ακολούθησε η Γαλλία
30 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η πρακτική κατά την οποία οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορούσε να υποβάλει προσφορά κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα ήταν νόμιμη. Συγκεκριμένα, το 1991 και το 1992 καμία νομική βάση δεν επέτρεπε στις εθνικές αρχές να απορρίψουν τις προσφορές που υποβλήθηκαν από αυτοτελή φυσικά ή νομικά πρόσωπα με την αιτιολογία ότι τα πρόσωπα αυτά δεν ήσαν ανεξάρτητα από άλλους προσφέροντες.
31 Πράγματι, το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 859/89 προβλέπει απλώς τον κανόνα ότι κάθε συμμετέχων στη διαδικασία δημοπρασίας μπορεί να υποβάλει μία μόνον προσφορά ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία.
32 Οι γαλλικές αρχές θέσπισαν και εφάρμοσαν τις εθνικές διατάξεις που διασφαλίζουν την τήρηση αυτής της επιταγής της διαδικασίας δημοπρασίας. Εντός του κράτους μέλους αυτού, κάθε υποβάλλων προσφορά έπρεπε να αποδείξει ότι αποτελεί αυτοτελές φυσικό ή νομικό πρόσωπο προκειμένου να αποφευχθεί η υποβολή πλειόνων προσφορών ανά κατηγορία και ανά διαγωνισμό από την ίδια επιχείρηση.
33 Μόνο με τον κανονισμό 2456/93, ο οποίος, μετά το επίμαχο στην παρούσα διαφορά χρονικό διάστημα, κατάργησε τον κανονισμό 859/89, ελήφθησαν υπόψη οι σχέσεις που μπορεί να συνδέουν τους υποβάλλοντες προσφορά. Πράγματι, το άρθρο 11, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2456/93 είναι η πρώτη διάταξη η οποία επιτάσσει να μη συνδέονται μεταξύ τους οι υποβάλλοντες προσφορά.
34 Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η εθνική αρχή έλεγχε κάθε φορά αν οι διάφοροι υποβαλόντες προσφορά αποτελούσαν πράγματι αυτοτελή φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Αντιθέτως, το ζήτημα αν οι διάφοροι υποβαλόντες προσφορά ανήκαν στον ίδιο όμιλο δεν αποτέλεσε αντικείμενο ελέγχων, διότι δεν ήταν αναγκαίο και επιπλέον διότι δεν υπήρχε νομική βάση προς τούτο.
35 Η κυβέρνηση αυτή ισχυρίζεται συναφώς ότι, αν η Επιτροπή θεωρούσε πράγματι ότι η γνώση της ταυτότητας και του τόπου εγκαταστάσεως των υποβαλόντων προσφορά διασφάλιζε την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας δημοπρασίας, έπρεπε να καθιερώσει τη δυνατότητα διαβιβάσεως των πληροφοριακών αυτών στοιχείων στο κοινοτικό λογισμικό IDES, πράγμα το οποίο σήμερα δεν προβλέπεται. Πράγματι, το λογισμικό αυτό επινοήθηκε ιδίως για να είναι σε θέση η Επιτροπή, βάσει ερωτήσεων που απευθύνει στα κράτη μέλη, να καθορίζει την τιμή αγοράς και τις ποσότητες που μπορούν να αγορασθούν στο πλαίσιο της παρεμβάσεως.
36 Η Επιτροπή διακρίνει μεταξύ του όρου «υποβάλλων προσφορά» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 859/89 και του όρου «ενδιαφερόμενοι» που χρησιμοποιείται στην παράγραφο 2. Ενώ ο υποβάλλων προσφορά είναι απλώς το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που υποβάλλει μια προσφορά, ο όρος «ενδιαφερόμενοι» καλύπτει μια ευρύτερη κατάσταση πραγμάτων. Κατ' αυτήν, η περιλαμβανόμενη στο άρθρο 9, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού απαγόρευση προς κάθε υποβάλλοντα προσφορά να υποβάλει άνω της μιας προσφοράς ανά δημοπρασία και ανά κατηγορία θα έπαυε να έχει οποιαδήποτε πρακτική αποτελεσματικότητα αν ο ίδιος ενδιαφερόμενος είχε τη δυνατότητα να υποβάλει πλείονες προσφορές μέσω νομικώς αυτοτελών μεν, αλλά συνδεομένων προς αυτόν, υποβαλλόντων προσφορά.
37 Πρέπει κατ' αρχάς να υπομνησθεί η επιταγή της ασφαλείας δικαίου, η οποία συνεπάγεται ότι μια ρύθμιση πρέπει να παρέχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει (βλ., συναφώς, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1987, 348/85, Δανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 5225, σκέψη 19). Συνεπώς, η Επιτροπή δεν μπορεί να επιλέξει, κατά τον χρόνο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, ερμηνεία η οποία, εφόσον αφίσταται της συνήθους εννοίας των χρησιμοποιουμένων όρων, δεν επιβάλλεται (βλ., συναφώς, απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1988, 349/85, Δανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 169, σκέψεις 15 και 16).
38 Συναφώς, το άρθρο 9, παράγραφος 2, τελευταία περίοδος, του κανονισμού 859/89 προβλέπει μόνον ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν μία μόνον προσφορά ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία. Συνεπώς, το γράμμα της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να χρησιμεύσει προς στήριξη της προβαλλομένης από την Επιτροπή ερμηνείας κατά την οποία, λόγω της διαφορετικής εννοίας των όρων «ενδιαφερόμενοι» και «υποβάλλοντες προσφορά», οι τελευταίοι μπορούν να υποβάλουν μία μόνον προσφορά σε δημοπρασία εφόσον ανήκουν στον ίδιο όμιλο.
39 Μόλις από της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 2456/93 περιελήφθησαν στην κοινοτική ρύθμιση διατάξεις αφορώσες τις σχέσεις μεταξύ των υποβαλλόντων προσφορά. Η υιοθέτηση της ερμηνείας του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 859/89 την οποία προτείνει η Επιτροπή ισοδυναμεί με αναδρομική εφαρμογή του άρθρου 11 του κανονισμού 2456/93.
40 Ωστόσο, ο λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Γαλλική Κυβέρνηση δεν είναι ικανός να προκαλέσει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή είναι αρκούντως αιτιολογημένη από άλλα πραγματικά και νομικά στοιχεία.
41 Συγκεκριμένα, στη συνοπτική έκθεση του ΕΓΤΠΕ για το οικονομικό έτος 1992 επισημαίνεται ότι παραδόσεις που υπερέβαιναν αυτές που προβλέπονταν στη σύμβαση μιας εταιρίας μεταβιβάστηκαν στη σύμβαση μιας άλλης εταιρίας με λιγότερες από τις προβλεπόμενες παραδόσεις και ότι από την εξέταση των διευθύνσεων και των αριθμών τηλεφώνου, τέλεξ και τιμολογίων κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί ότι πολλές αυτοτελείς προσφορές προέρχονταν από την ίδια πηγή (σ. 123 και 124).
42 Τα στοιχεία αυτά μπορούσαν να κινήσουν σοβαρές υποψίες περί καταστρατηγήσεως της απαγορεύσεως προς τους υποβάλλοντες προσφορά να υποβάλουν άνω της μιας προσφοράς ανά δημοπρασία και ανά κατηγορία, μέσω της καταθέσεως από αχυρανθρώπους προσφορών προερχομένων στην πραγματικότητα από έναν και τον αυτό επιχειρηματία. Λαμβανομένης υπόψη της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, οι ενδείξεις αυτές επέβαλλαν στα κράτη τη διενέργεια επιθεωρήσεων και ελέγχων.
43 Συγκεκριμένα, η διαχείριση της χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΠΤΕ γίνεται κυρίως από τις εθνικές διοικητικές αρχές, οι οποίες οφείλουν να επαγρυπνούν για την αυστηρή τήρηση των κοινοτικών κανόνων. Το σύστημα αυτό, το οποίο βασίζεται στην αρχή της εμπιστοσύνης μεταξύ εθνικών και κοινοτικών αρχών, δεν προβλέπει κανένα συστηματικό έλεγχο εκ μέρους της Επιτροπής, πράγμα που θα ήταν, άλλωστε, ουσιαστικώς αδύνατο για την τελευταία. Μόνον οι οργανισμοί παρεμβάσεως είναι σε θέση να παρέχουν τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τον καθορισμό της μέγιστης τιμής αγοράς και, ενδεχομένως, του συντελεστή μειώσεως, ενώ η Επιτροπή δεν βρίσκεται τόσο κοντά όσο απαιτείται για να λαμβάνει τις πληροφορίες που χρειάζεται από τους επιχειρηματίες (βλ., συναφώς, απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1993, C-48/91, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-5611, σκέψη 11).
44 Παραλείποντας να προβεί στις έρευνες αυτές, η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 (βλ. απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994, C-2/93, Exportslachterijen van Oordegem, Συλλογή 1994, σ. Ι-2283, σκέψεις 16 έως 18).
45 Πράγματι, η διάταξη αυτή, η οποία αποτυπώνει, στον τομέα της γεωργικής πολιτικής, τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 5 της Συνθήκης EK, ορίζει τις αρχές βάσει των οποίων η Κοινότητα και τα κράτη μέλη οφείλουν να ρυθμίζουν την εφαρμογή των κοινοτικών αποφάσεων περί των γεωργικών παρεμβάσεων που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ και να λαμβάνουν μέτρα προς καταπολέμηση των απατών και των παρανομιών που διαπράττονται σε σχέση με τις ανωτέρω πράξεις (βλ. απόφαση της 6ης Μαου 1982, 146/81, 192/81 και 193/81, BayWa κ.λπ., Συλλογή 1982, σ. 1503, σκέψη 13). Συνεπώς, το άρθρο αυτό επιβάλλει στα κράτη μέλη τη γενική υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων για τη διασφάλιση της πραγματοποιήσεως και του συννόμου των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, ακόμη και αν η συγκεκριμένη κοινοτική νομική πράξη δεν προβλέπει ρητά τη θέσπιση του τάδε ή του δείνα μέτρου ελέγχου (βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 1990, C-8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2321, σκέψεις 16 και 17).
46 Εξάλλου, το ΕΓΤΠΕ δεν δέχθηκε μόνον ότι είχε σημειωθεί παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 859/89. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι υπομνησθείσες στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως πρακτικές συνιστούσαν παραβίαση της απαγορεύσεως μεταβιβάσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη δημοπρασία (άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 859/89), της υποχρεώσεως κάθε υποβάλλοντος προσφορά να καταθέσει εγγύηση (άρθρο 9, παράγραφος 4, στοιχείο γγ) και της υποχρεώσεως προσωπικής εισπράξεως του τιμήματος (άρθρο 15) (σ. 123 και 124 της συνοπτικής εκθέσεως).
47 Με τις αιτιάσεις αυτές, το ΕΓΤΠΕ προσάπτει στους Γάλλους υποβαλόντες προσφορά ότι παραβίασαν την αρχή της ανεξαρτησίας των προσφορών, ουσιώδη επιταγή για το σύννομο και την αποτελεσματικότητα κάθε διαδικασίας δημοπρασίας, η οποία απορρέει τόσο από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του κανονισμού 859/89 όσο και από τα άρθρα 9, παράγραφος 6, του κανονισμού αυτού (απόρρητο των προσφορών) και 6, παράγραφος 6, του κανονισμού 805/68 (ισότητα προσβάσεως όλων των ενδιαφερομένων). Μολονότι η αρχή αυτή δεν εμποδίζει πλείονες εταιρίες του ιδίου ομίλου να μετέχουν συγχρόνως σε δημοπρασία, απαγορεύει όμως στις ίδιες αυτές εταιρίες να συνεννοούνται ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις των αντιστοίχων προσφορών που υποβάλλουν, διότι άλλως νοθεύεται η διεξαγωγή της διαδικασίας.
48 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ελλείψεως ζημίας εις βάρος του ΕΓΤΠΕ και επί της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας
49 Με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η συλλογιστική που ανέπτυξε η Επιτροπή για να αποδείξει ότι οι επιχειρηματίες είχαν συμφέρον να υποβάλουν πολλαπλές προσφορές είναι καθαρώς θεωρητική και άσχετη προς την υποβολή πολλαπλών προσφορών.
50 Εξάλλου, αν υιοθετηθεί η συλλογιστική της Επιτροπής, η ύπαρξη τέτοιων κερδοσκοπικών χειρισμών στηριζομένων στην πρόβλεψη του συντελεστή μειώσεως που επρόκειτο να καθορισθεί και συνισταμένων στην υποβολή «πολλαπλών προσφορών» θα μπορούσε να επαληθευθεί αν είχαν καταπέσει πολυάριθμες εγγυήσεις υπέρ των επιφορτισμένων με την παρέμβαση εθνικών οργανισμών. Υπέρ του Ofival όμως κατέπεσαν, συνολικώς, δύο μόνον εγγυήσεις κατά τη διάρκεια των τεσσάρων οικονομικών ετών 1990, 1991, 1992 και 1993.
51 Η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί επίσης το ότι η ενδεχόμενη πρακτική υποβολής πολλαπλών προσφορών εμποδίζει την Επιτροπή να έχει σαφή εικόνα της καταστάσεως της αγοράς. Συναφώς, το όργανο συμβιβασμού σημείωσε στο παράρτημα της τελικής εκθέσεώς του τα εξής:
«προφανώς, πριν από την τροποποίηση της κανονιστικής ρυθμίσεως το 1993 και παρά την πρακτική υποβολής "πολλαπλών προσφορών", η Επιτροή διατήρησε αδιαλείπτως τον έλεγχο της καταστάσεως και καθόρισε τις επιτρεπόμενες στο πλαίσιο της παρεμβάσεως ποιότητες και τιμές σε ενδεδειγμένο επίπεδο».
52 Επικουρικώς, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι διόρθωση η οποία αφορά το 2 % του συνόλου των δαπανών του ΕΓΤΠΕ στο πλαίσιο της δημόσιας αποθεματοποιήσεως κρέατος είναι δυσανάλογη, ελλείψει κινδύνου ζημίας για το κοινοτικό ταμείο.
53 Επισημαίνεται ότι, κατά παγία νομολογία, τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 729/70 επιτρέπουν στην Επιτροπή να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ μόνο με τα ποσά που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί στους διαφόρους τομείς των γεωργικών προϋόντων, αφήνοντας τα κράτη μέλη να φέρουν κάθε άλλη δαπάνη, ιδίως δε τα ποσά που οι εθνικές αρχές κακώς έκριναν ότι μπορούν να καταβάλουν στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών (αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 11/76, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 93, σκέψη 8, 18/76, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 151, σκέψη 7, και της 10ης Νοεμβρίου 1993, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 14).
54 Επομένως, μολονότι στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει την ύπαρξη παραβιάσεως των κοινοτικών κανόνων, το κράτος μέλος οφείλει να αποδείξει, κατά περίπτωση, ότι η Επιτροπή έσφαλε ως προς τις χρηματοοικονομικές συνέπειες που πρέπει να συναχθούν (βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 49/83, Λουξεμβούργο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 2931, σκέψη 30).
55 Εν προκειμένω, από τις σκέψεις 41 και 46 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή απέδειξε ότι η Γαλλική Δημοκρατία παραβίασε πλείονες κοινοτικούς κανόνες του γεωργικού τομέα.
56 Εξάλλου, η Επιτροπή επισήμανε κατά ποιον τρόπο η παράνομη συμπεριφορά των Γάλλων υποβαλόντων προσφορά μπορούσε να προκαλέσει εσφαλμένη εκτίμηση της αγοράς από τις κοινοτικές αρχές, ικανή να έχει ως αποτέλεσμα την αγορά υπερβολικά μεγάλων ποσοτήτων βοείου κρέατος, ενδεχομένως σε υψηλότερες τιμές. Ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή απέδειξε το ενδεχόμενο ζημίας εις βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού. Τίποτα περισσότερο δεν μπορεί να ζητηθεί από την Επιτροπή, καθόσον δεν μπορεί να προβεί σε συστηματικούς ελέγχους και η ανάλυση της υφισταμένης καταστάσεως σε δεδομένη αγορά εξαρτάται από τα πληροφοριακά στοιχεία που συλλέγουν τα κράτη μέλη (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1993, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 17).
57 Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η συμπεριφορά για την οποία ευθύνεται δεν προκάλεσε αύξηση των δαπανών στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ.
58 Τέλος, ενόψει της σπουδαιότητας των μη τηρηθεισών διατάξεων και της πιθανότητας ζημιών ή ακόμα απάτης σε βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού, το μη αναγνωρισθέν από την Επιτροπή ποσό, που έχει περιορισθεί στο 2 % των σχετικών δαπανών, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικό και δυσανάλογο (βλ. απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1995, C-49/94, Ιρλανδία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. Ι-2683, σκέψη 22).
59 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν.
Επί της διορθώσεως που αφορά τα μέτρα παρεμβάσεως στο πλαίσιο της δημόσιας αποθεματοποιήσεως σιτηρών
60 Σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158), οι οργανισμοί παρεμβάσεως υποχρεούνται να αγοράζουν τα σιτηρά που τους προσφέρονται, υπό την επιφύλαξη ότι οι προσφορές ανταποκρίνονται, ιδίως, στους ποιοτικούς και στους ποσοτικούς όρους.
61 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 689/92 της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 1992, περί καθορισμού της διαδικασίας και των όρων αναλήψεως των σιτηρών από τους οργανισμούς παρέμβασης (ΕΕ L 74, σ. 18), επιβάλλει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
- τα σιτηρά πρέπει να είναι υγιή, ανόθευτα και ποιότητας σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη, να μην έχουν οσμή και ζώντα παράσιτα και να ανταποκρίνονται στα κριτήρια της ελάχιστης ποιότητας (άρθρο 2)·
- κάθε προσφορά στην παρέμβαση πρέπει να διευκρινίζει την επωνυμία του προσφέροντος, τα προσφερόμενα σιτηρά, τον τόπο αποθεματοποίησης των προσφερομένων σιτηρών, το κέντρο παρεμβάσεως στο οποίο έγινε η προσφορά, την ποσότητα, τα κύρια χαρακτηριστικά και το έτος εσοδείας (άρθρο 3, παράγραφος 1)·
- η ανάληψη από τον οργανισμό παρέμβασης πρέπει να πραγματοποιείται μόνον εφόσον οι ποσότητες και τα χαρακτηριστικά έχουν διαπιστωθεί για το σύνολο του εμπορεύματος που παραδίδεται στην αποθήκη παρέμβασης (άρθρο 3, παράγραφος 4)·
- η ποιότητα των σιτηρών πρέπει να διαπιστώνεται βάσει αντιπροσωπευτικού δείγματος (άρθρο 3, παράγραφος 5)·
- η ποσότητα μπορεί να διαπιστώνεται με βάση τη λογιστική αποθήκης όσον αφορά τα εμπορεύματα που αναλαμβάνονται εντός της αποθήκης (άρθρο 3, παράγραφος 6)·
- για κάθε προσφορά πρέπει να συντάσσεται δελτίο ανάληψης (άρθρο 3, παράγραφος 8)·
- ο οργανισμός παρέμβασης πρέπει να ελέγχει τουλάχιστον μία φορά κατ' έτος την ποιότητα του αποθεματοποιηθέντος προϋόντος (άρθρο 5).
62 Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3492/90, της 27ης Νοεμβρίου 1990, για τον καθορισμό των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη στους ετήσιους λογαριασμούς για τη χρηματοδότηση των μέτρων παρεμβάσεως με τη μορφή δημόσιας αποθεματοποίησης από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 337, σ. 3). Ο κανονισμός αυτός προβλέπει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως υποχρεούνται να προβαίνουν σε απογραφή για κάθε προϋόν που έχει αποτελέσει αντικείμενο κοινοτικών παρεμβάσεων. Οι κανόνες για την κατάρτιση της απογραφής αυτής καθορίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 618/90 της Επιτροπής, της 14ης Μαρτίου 1990 (ΕΕ L 67, σ. 21). Η διαδικασία ελέγχου των σιτηρών για την κατάρτιση απογραφής περιγράφεται στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού αυτού. Τα άρθρα 3 και 4 διευκρινίζουν ότι η απογραφή αυτή πρέπει να υπόκειται σε επαληθεύσεις και επιτόπιους ελέγχους από τον οργανισμό παρεμβάσεως.
63 Κατόπιν ελέγχων για την επαλήθευση των αποθεμάτων παρεμβάσεως στον τομέα των σιτηρών στη Γαλλία, οι οποίοι πραγματοποιήθηκαν τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1993, η Επιτροπή πληροφόρησε τις γαλλικές αρχές, με έγγραφο της 20ής Σεπεμβρίου 1993, ότι οι υπηρεσίες της επισήμαναν οκτώ κατηγορίες ανεπαρκειών στη λειτουργία του συστήματος διαχειρίσεως του καθεστώτος παρεμβάσεως. Οι ανεπάρκειες αυτές αφορούσαν τα εξής:
- τον έλεγχο για την ποιότητα των αποθεμάτων στο στάδιο της αποθήκευσής τους·
- την αναγνώριση των αποθεμάτων στην αποθήκη και ιδίως τη διαφοροποίησή τους από τα αποθέματα που τελούν υπό άλλο καθεστώς·
- την αργοπορημένη λογιστική καταχώριση των κινήσεων του αποθέματος·
- την αδυναμία να δοθεί η ακριβής κατάσταση των αποθεμάτων σε κάθε κατάστημα σε μία συγκεκριμένη ημερομηνία, τη στιγμή των ελέγχων·
- τη μη διαθεσιμότητα των φυσικών απογραφών που προβλέπονται από την κοινοτική ρύθμιση ούτε των λογιστικών απογραφών στην έδρα, τη στιγμή των ελέγχων·
- η λογιστική καταχώριση του υλικού από τους αποθεματοποιητές ήταν συχνά μη ικανοποιητική·
- ορισμένα καταστήματα δεν ήσαν κατάλληλα για την παρέμβαση [αδυναμία μέτρησης, ανύπαρκτες ή επικίνδυνες δίοδοι, έκθεση των αποθεμάτων στις κακοκαιρίες (...)]·
- δύσκολη εξακρίβωση των επιπεδομέτρων και των μέτρων των καταστημάτων.
64 Με το ίδιο αυτό έγγραφο, ή Επιτροπή ανακοίνωσε ότι τα αποτελέσματα της αποστολής της μπορούσαν αργότερα να έχουν χρηματοοικονομικές συνέπειες κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1993.
65 Με έγγραφο της 8ης Απριλίου 1994 η Επιτροπή εξέφρασε την ικανοποίησή της για τις βελτιώσεις τις οποίες οι γαλλικές αρχές σκοπούσαν να επιφέρουν. Η Επιτροπή, αφού επέστησε την προσοχή των γαλλικών αρχών στο κεφάλαιο Ε του συνημμένου στο έγγραφό της σημειώματος, το οποίο αφορούσε τις διορθώσεις, και στο τελικό σχόλιο, ανακοίνωσε ότι δεν θα απαιτούσε την επιβολή καμιάς συνολικής χρηματοοικονομικής κυρώσεως, ιδίως ενόψει των βελτιώσεων του συστήματος διαχειρίσεως.
66 Αντιθέτως, στο εν λόγω κεφάλαιο Ε η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι έλλειπαν ορισμένες ποσότητες αποθεμάτων, ιδίως υπό συνθήκες που αντέβαιναν στον κανονισμό 689/92 και, ειδικότερα, στο άρθρο 3, παράγραφος 6, και ότι τα αντίστοιχα ποσά έπρεπε να επιστραφούν στο ΕΓΤΠΕ, υπολογιζόμενα όπως προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3597/90 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με τους κανόνες λογιστικής καταχώρισης για τα μέτρα παρέμβασης που συνεπάγεται η αγορά, η αποθεματοποίηση και η πώληση γεωργικών προϋόντων από τους οργανισμούς παρέμβασης (ΕΕ L 350, σ. 43).
67 Εξάλλου, καταλήγοντας, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή των γαλλικών αρχών
«(...) στο ότι, σύμφωνα με επίμονες φήμες που κυκλοφορούν στην αγορά, τα αποθεματοποιηθέντα προϋόντα αντικαθίστανται με σιτηρά της ελεύθερης αγοράς, ιδίως οσάκις γίνονται πωλήσεις αποθεμάτων αγορασθέντων από οργανισμούς παρεμβάσεως».
«Αν αποδειχθεί», συνέχισε η Επιτροπή, «ότι οι φήμες αυτές είναι βάσιμες, θα επιβληθούν πολύ αυστηρές χρηματοοικονομικές διορθώσεις και θα απαιτηθεί η επιβολή κυρώσεων εις βάρος των επιχειρηματιών και/ή των αποθεματοποιητών».
68 Κατόπιν μιας νέας αποστολής ελεγκτών, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 27 Ιουνίου έως την 1η Ιουλίου 1994 και αφορούσε τη δημόσια αποθεματοποίηση των σιτηρών, η Επιτροπή επιβεβαίωσε, με έγγραφο της 16ης Νοεμβρίου 1994, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι γαλλικές αρχές δεν είχαν βελτιώσει τις αδυναμίες στη λειτουργία του συστήματος διαχειρίσεως τις οποίες είχε επισημάνει το 1993, ειδικότερα δε τις εξής:
- την καθυστέρηση της λογιστικής καταχώρισης των αποθεμάτων·
- ορισμένες ανεπάρκειες ελέγχου·
- την ανεπάρκεια στους όρους αποθεματοποίησης και τοποθέτησης πινακίδων·
- την ανεπαρκή λογιστική καταχώριση υλικού.
69 Στο πρώτο παράρτημα του εγγράφου αυτού, η Επιτροπή ανέφερε ότι οι φήμες που αφορούσαν την ανάμιξη συγκεκριμένων σιτηρών με τα αγορασθέντα από τους οργανισμούς παρεμβάσεως είχαν επιβεβαιωθεί. Σ' ένα δεύτερο παράρτημα, σχετικό με έλεγχο των αποθεμάτων παρεμβάσεως στην περιοχή της Ορλεάνης, γίνεται μνεία του ότι οι απεσταλμένοι της Επιτροπής διεπίστωσαν ότι τα σιλό περιείχαν μεγαλύτερη ποσότητα από την ποσότητα αποθέματος που έπρεπε να υπάρχει κανονικά. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής συνήγαγαν εντεύθεν ότι προχρηματοδοτηθείς σίτος είχε αναμιχθεί με ποσότητες σίτου ανήκουσες στον αποθεματοποιητή.
70 Ως εκ τούτου, η Επιτροπή πληροφόρησε τις εθνικές αρχές ότι θα αποφασίζονταν χρηματοοικονομικές διορθώσεις στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, από το οικονομικό έτος 1992. Με έγγραφο της 18ης Αυγούστου 1995, η Επιτροπή γνωστοποίησε πρόταση χρηματοοικονομικής διορθώσεως αντιστοιχούσας στο 2 % των συνολικών δαπανών παρεμβάσεως υπό μορφή δημόσιας αποθεματοποιήσεως από το ΕΓΤΠΕ, ήτοι σε ποσό 84 εκατομμυρίων FF.
71 Οι γαλλικές αρχές προσέφυγαν στο όργανο συμβιβασμού ζητώντας του να επιχειρήσει να συμφιλιώσει τις διιστάμενες απόψεις επί του φακέλου αυτού.
72 Στην προσωρινή του έκθεση της 15ης Δεκεμβρίου 1995, το όργανο αυτό επισήμανε ότι οι γαλλικές αρχές δεν αμφισβητούσαν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσαν οι ελεγκτές του ΕΓΤΠΕ, παρ' όλον ότι εξακολουθούσαν να υπάρχουν διαφορές απόψεων ως προς το αληθές ή ως προς την ερμηνεία ορισμένων διαπιστώσεων (σκέψη 5). Το όργανο συμβιβασμού έκρινε ότι οι ακροάσεις στις οποίες προέβη δεν του παρέσχαν τη δυνατότητα να προσδιορίσει με βεβαιότητα αν οι τροποποιήσεις τις οποίες επέφεραν οι γαλλικές αρχές πληρούσαν τις απαιτήσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής. Υπογράμμισε επίσης ότι η εξέλιξη της καταστάσεως δημιουργούσε την εντύπωση ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν επανεξετάσει από το τέλος του 1994 τα προηγούμενα συμπεράσματά τους, τα οποία έκριναν υπερβολικά ευνοϋκά, και θεώρησαν ότι οι βελτιώσεις τις οποίες επέφερε η Γαλλική Δημοκρατία μετά την αποστολή ελεγκτών του 1993 δικαιολογούσαν τον μετριασμό της χρηματοοικονομικής διορθώσεως που έπρεπε να εφαρμοσθεί στο οικονομικό έτος 1992, αλλ' όχι την κατάργηση κάθε διορθώσεως.
73 Λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία αυτά, το όργανο συμβιβασμού διατύπωσε την ακόλουθη εκτίμηση:
«είναι βεβαίως λυπηρό ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής δημιουργούν την εντύπωση ότι μετέβαλαν γνώμη, εκ των υστέρων, όσον αφορά τα πρώτα συμπεράσματά τους, πράγμα το οποίο, και στην περίπτωση αυτή, ενισχύει τις παρατηρήσεις του ενδιαφερομένου κράτους μέλους ως προς την έλλειψη ασφαλείας της διαδικασίας εκκαθαρίσεως. Εξάλλου, είναι αληθές ότι οι παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα των υπηρεσιών αυτών θα ευσταθούσαν περισσότερο αν στηρίζονταν σε εμπεριστατωμένη εξέταση του εφαρμοσθέντος στη Γαλλία συστήματος.
Γεγονός παραμένει, κατ' ουσίαν, ότι οι γαλλικές αρχές δεν αμφισβητούν ότι υποχρεώθηκαν να τροποποιήσουν σημαντικά τις προηγούμενες διαδικασίες τους για να συμμορφωθούν προς τις επιταγές της Επιτροπής και ότι κατά τους κοινοτικούς ελέγχους εντοπίστηκαν διάφορες πλημμέλειες, τις οποίες οι γαλλικές αρχές αναγνώρισαν και πάταξαν.»
74 Το όργανο συμβιβασμού, στη συνοπτική του έκθεση της 26ης Ιανουαρίου 1996, αφού αναφέρθηκε στην προσωρινή του έκθεση, κατέληξε ότι η χρηματοοικονομική διόρθωση την οποία σκόπευαν να επιβάλουν οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν ήταν αδικαιολόγητη.
75 Η προσβαλλομένη απόφαση υιοθέτησε την προταθείσα διόρθωση ποσοστού 2 % των δαπανών για τεχνικά, χρηματοδοτικά και άλλα έξοδα, ανερχόμενη σε ποσό 84 061 448 FF.
76 Πρός στήριξη της προσφυγής της ακυρώσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται τρεις λόγους ακυρώσεως, αντλούμενους, αντιστοίχως, από τη συμφωνία του εθνικού συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση και από την παραβίαση των αρχών της ασφαλείας δικαίου και της αναλογικότητας.
Επί της συμφωνίας του εθνικού συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
77 Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το εθνικό σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου των ποσοτήτων και της ποιότητας των σιτηρών που αγοράστηκαν από οργανισμούς παρεμβάσεως κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1992 πληρούσε τις επιταγές της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως.
78 Στη Γαλλία, όλοι οι χώροι αποθεματοποιήσεως υπόκεινται σε τεχνική έγκριση. Καταγράφονται σ' ένα τεχνικό δελτίο αποθεματοποιήσεως το οποίο τηρεί το Office national interprofessionnel des cιrιales (εθνική διεπαγγελματική υπηρεσία σιτηρών). Δεδομένου ότι η υπηρεσία αυτή δεν διαθέτει δικούς της χώρους αποθεματοποιήσεως, απευθύνεται σε πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες, με τα οποία συνάπτει συμβάσεις αποθεματοποιήσεως.
79 Κατά τη λήξη της ισχύος των συμβάσεων αυτών, η ευθύνη των αποθεματοποιητών στοιχειοθετείται ιδίως οσάκις διαπιστώνεται η παρουσία εμπορευμάτων ξένων προς τις συμβάσεις ή οσάκις η ποιότητα των σιτηρών δεν είναι η ίδια με τη διαπιστωθείσα κατά την απόθεσή τους. Σε περίπτωση μη τηρήσεως των προβλεπομένων υποχρεώσεων, εκτός από την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών ενισχύσεων αποθεματοποιήσεως, επιβάλλονται χρηματικές ποινές· οι ποινές αυτές επιβάλλονται συστηματικά και αποδεικνύεται ότι αποτρέπουν τις υπεξαιρέσεις εμπορευμάτων ή τις παραλείψεις κατά την εποπτεία των εναποθηκευθέντων σιτηρών.
80 Η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί ότι οι παρατηρήσεις της Επιτροπής, οι οποίες περιλαμβάνονται κυρίως στο σημείωμα που έχει επισυναφθεί στο έγγραφο της 20ής Σεπτεμβρίου 1993, της επιτρέπουν να καταλήξει ότι υπάρχουν παραλείψεις που δημιουργούν κινδύνους ζημιών για το ΕΓΤΠΕ.
81 Συγκεκριμένα, ορισμένες παρατηρήσεις της Επιτροπής αφορούν επιταγές μη προβλεπόμενες από την ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση. Έτσι, καμία κοινοτική διάταξη δεν επιτάσσει τη σε πραγματικό χρόνο καταχώριση των αποθεμάτων στο σύστημα πληροφορικής της κεντρικής έδρας του οργανισμού παρεμβάσεως. Το ίδιο ισχύει για τη συστηματική τοποθέτηση πινακίδων στους χώρους αποθεματοποιήσεως και για την επίθεση σφραγίδων ενόψει της σημαντικής αυξήσεως των ποσοτήτων που αγοράζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως. Τέλος, καμία κοινοτική διάταξη δεν διευκρινίζει τους όρους τηρήσεως των λογιστικών βιβλίων αποθήκης των οργανισμών που αναλαμβάνουν την αποθεματοποίηση.
82 Συναφώς, επισημαίνεται κατ' αρχάς ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του οργάνου συμβιβασμού, οι γαλλικές αρχές δεν αμφισβητούν ότι υποχρεώθηκαν να τροποποιήσουν σημαντικά τις προηγούμενες διαδικασίες τους για να συμμορφωθούν προς τις επιταγές της Επιτροπής και ότι κατά τους κοινοτικούς ελέγχους εντοπίστηκαν διάφορες πλημμέλειες, τις οποίες οι γαλλικές αρχές αναγνώρισαν και πάταξαν (βλ. σκέψη 73 της παρούσας αποφάσεως).
83 Στη συνέχεια, διαπιστώνεται ότι οι αναγγελθείσες από τις γαλλικές αρχές βελτιώσεις εφαρμόστηκαν μόλις από το οικονομικό έτος 1993 και, ως εκ τούτου, οι επισημανθείσες από την Επιτροπή πλημμέλειες κατά το οικονομικό έτος 1992 πρέπει να θεωρηθούν δεδομένες.
84 Τέλος, όσον αφορά τα μέτρα των οποίων τη λήψη αξίωσε η Επιτροπή χωρίς αυτά να προβλέπονται από την ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση, αρκεί να υπομνησθεί ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, το οποίο ορίζει τις αρχές βάσει των οποίων η Κοινότητα και τα κράτη μέλη οφείλουν να ρυθμίζουν την εφαρμογή των κοινοτικών αποφάσεων περί των γεωργικών παρεμβάσεων που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ και να λαμβάνουν μέτρα προς καταπολέμηση των απατών και των παρανομιών που διαπράττονται σε σχέση με τις ανωτέρω πράξεις (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση BayWa κ.λπ., σκέψη 13), επιβάλλει στα κράτη μέλη τη γενική υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων για τη διασφάλιση της πραγματοποιήσεως και του συννόμου των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, ακόμη και αν η συγκεκριμένη κοινοτική νομική πράξη δεν προβλέπει ρητά τη θέσπιση του τάδε ή του δείνα μέτρου ελέγχου (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 12ης Ιουνίου 1990, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψεις 16 και 17).
85 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί της παραβιάσεως της αρχής της ασφαλείας δικαίου
86 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ασφαλείας δικαίου, διότι δεν τήρησε τη δέσμευση που είχε αναλάβει με το έγγραφο της 8ης Απριλίου 1994 να μην επιβάλει καμία χρηματοοικονομική κύρωση στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως, τούτο δε βάσει «επ[ιμόνων] φ[ημών] που κυκλοφορούν στην αγορά [περί του ότι] τα αποθεματοποιηθέντα προϋόντα αντικαθίστανται με σιτηρά της ελεύθερης αγοράς, ιδίως οσάκις γίνονται πωλήσεις αποθεμάτων αγορασθέντων από οργανισμούς παρεμβάσεως».
87 Η Επιτροπή αρνείται ότι δεσμεύθηκε έναντι των γαλλικών αρχών ως προς το ότι οι διαπιστωθείσες ελλείψεις του συστήματος ελέγχου δεν θα συνεπάγονταν την παραμικρή χρηματοοικονομική διόρθωση. Κατ' αυτήν, στα έγγραφα που αντάλλαξε με τις γαλλικές αρχές, γίνεται ρητή μνεία του ενδεχομένου χρηματοοικονομικής διορθώσεως.
88 Ξωρίς να είναι αναγκαίο να εξετασθεί αν η δέσμευση την οποία φέρεται ότι ανέλαβε η Επιτροπή, μετά τη λήξη του οικείου οικονομικού έτους, να μην απαιτήσει την επιβολή συνολικής χρηματοοικονομικής κυρώσεως είναι ικανή να απαλλάξει το κράτος μέλος από τις χρηματοοικονομικές συνέπειες των εκ μέρους του παραβιάσεων της κοινοτικής γεωργικής κανονιστικής ρυθμίσεως, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 65 έως 67 της παρούσας αποφάσεως, η δέσμευση αυτή ανελήφθη, εν πάση περιπτώσει, υπό την επιφύλαξη ότι δεν θα αποκαλυφθεί ότι αγορασθέντα από τους οργανισμούς παρεμβάσεως σιτηρά αντικαταστάθηκαν με σιτηρά ιδιωτών. Η διόρθωση αποφασίστηκε αφού οι υπηρεσίες της Επιτροπής αποκάλυψαν αντικαταστάσεις, τούτο δε παρουσία εκπροσώπων της εθνικής διοικητικής αρχής και κατόπιν έρευνας, όπως προκύπτει από το έγγραφο της Επιτροπής της 16ης Νοεμβρίου 1994.
89 Συνεπώς, κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας
90 Επικουρικώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Κατ' αυτήν, η διόρθωση δεν μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να εφαρμοσθεί στη θέση 10-13 του προϋπολογισμού, η οποία αφορά τις ζημίες από τα πωληθέντα αποθέματα, οι οποίες αποκαταστάθηκαν πλήρως βάσει του κανονισμού 3597/90.
91 Συναφώς, αρκεί η υπόμνηση ότι, εκτός του ότι έλλειπαν πράγματι ποσότητες των αγορασθέντων από οργανισμούς παρεμβάσεως αποθεμάτων, η Επιτροπή απέδειξε γενικότερα την ύπαρξη ανεπαρκειών στο σύστημα ελέγχου. Από τις ανεπάρκειες αυτές μπορεί να προβλεφθεί ότι θα ελλείπουν και άλλες ποσότητες και ότι, συνεπώς, υπάρχει κίνδυνος επιπλέον ζημιών οι οποίες δεν αποκαταστάθηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό 3597/90.
92 Συνεπώς, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
93 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
94 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Γαλλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
95 Απορρίπτει την προσφυγή.
96 Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy