Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Διαδικασία - Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα - Τρόπος παρουσιάσεως
2 Κοινωνική πολιτική - Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι - Ισότητα αμοιβών - Άρθρο 119 της Συνθήκης (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) - Διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως της 8ης Απριλίου 1976, 43/75 - Δεν αντιβαίνουν προς διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που προβλέπουν δικαίωμα αναδρομικής υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 119 (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ)]
Περίληψη
1 Η παρουσίαση της κατακλείδας των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα στο πλαίσιο ακροάσεως ενώπιον τμήματος διαφορετικού από εκείνο που αποφαίνεται επί της οικείας υποθέσεως δεν συνεπάγεται καμία παραβίαση των εφαρμοστέων ενώπιον του Δικαστηρίου κανόνων ούτε των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στους διαδίκους στο πλαίσιο της διαδικασίας της κύριας δίκης. Πράγματι, οι δικαστές του οικείου τμήματος μπορούν να λάβουν γνώση των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα διά της καταθέσεώς τους στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, η δε δημοσιότητα των προτάσεων αυτών διασφαλίζεται, μεταξύ άλλων, διά της αναγνώσεως της τελικής προτάσεως σε δημόσια συνεδρίαση και διά της προαναφερθείσας καταθέσεώς τους στη Γραμματεία.
(βλ. σκέψεις 26-27)
2 Διαχρονικός περιορισμός της δυνατότητας επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ), που απορρέει από την απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne II, δεν εμποδίζει την εφαρμογή διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που καθιερώνουν μια αρχή ισότητας, δυνάμει της οποίας όλοι οι μερικώς απασχολούμενοι εργαζόμενοι δικαιούνται να υπαχθούν αναδρομικώς σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα και να λάβουν σύνταξη στο πλαίσιο αυτού του συστήματος.
Από αυτής της απόψεως, ο περιορισμός αυτός ουδόλως απέβλεπε στον αποκλεισμό της δυνατότητας των ενδιαφερομένων εργαζομένων να στηριχθούν στις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που καθιερώνουν μια αρχή ισότητας. Πράγματι, διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που διασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων συμβάλλουν στην εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η αρχή της ασφαλείας δικαίου που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής εννόμου τάξεως, η οποία μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο, κατ' εξαίρεση, να περιορίσει τη δυνατότητα επικλήσεως μιας ερμηνευθείσας από αυτό διατάξεως, δεν έχει εφαρμογή και δεν εμποδίζει την εφαρμογή διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που διασφαλίζουν αποτέλεσμα σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο.
Εξάλλου, το γεγονός ότι οι σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας προβλέπουν απαγόρευση κάθε διακρίσεως των εργαζομένων λόγω του ότι αυτοί απασχολούνται μερικώς και όχι λόγω του φύλου τους ουδόλως επηρεάζει την ερμηνεία αυτή.
(βλ. σκέψεις 46-48, 50, 56 και σημεία 1-2 του διατακτικού)
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-234/96 και C-235/96,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις του Landesarbeitsgericht Hamburg (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Deutsche Telekom AG
και
Agnes Vick (C-234/96),
Ute Conze (C-235/96),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ), καθώς και του πρωτοκόλλου σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϋκής Κοινότητας, που έχει προσαρτηθεί ως παράρτημα στη Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen (εισηγητή), πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, G. Hirsch και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Deutsche Telekom AG, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο Αμβούργου G. Engelbrecht,
- η A. Vick, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο του Wedel K. Neumann-Silkow,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον P. Hillenkamp και την M. Wolfcarius, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενους από τον δικηγόρο Αμβούργου K. Bertelsmann,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Deutsche Telekom AG και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 1ης Ιουλίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Οκτωβρίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δύο διατάξεις της 12ης Δεκεμβρίου 1995, οι οποίες περιήλθαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Ιουλίου 1996, το Landesarbeitsgericht Hamburg υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ), καθώς και του πρωτοκόλλου σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Κοινότητας (στο εξής: πρωτόκολλο), που έχει επισυναφθεί ως παράρτημα στη Συνθήκη ΕΚ.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δύο διαφορών μεταξύ της Deutsche Telekom AG (στο εξής: Deutsche Telekom), πρώην Deutsche Bundesport Telekom, αφενός, και της Α. Vick (C-234/96), καθώς και, αφετέρου, της U. Conze (C-235/96), αναφορικά με τους όρους υπαγωγής σε επαγγελματικό σύστημα συμπληρωματικής συντάξεως και τη χορήγηση συντάξεως στο πλαίσιο αυτού του συστήματος.
Το εθνικό κανονιστικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 έως 3, του Grundgesetz fόr die Bundesrepublik Deutschland (Θεμελιώδους Νόμου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, στο εξής: Θεμελιώδης Νόμος) ορίζει ότι:
«1. Όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.
2. Οι άνδρες και οι γυναίκες έχουν ίσα δικαιώματα. Το κράτος προωθεί την πραγμάτωση της ισότητας δικαιωμάτων μεταξύ ανδρών και γυναικών και ενεργεί για την απάλειψη των υφισταμένων διαφορών.
3. Ουδείς θίγεται ή ευνοείται λόγω του φύλου του, της καταγωγής του, της φυλετικής προελεύσεως, της γλώσσας του, της πατρίδας του και της καταγωγής του, του πιστεύω του, των θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεών του. Ουδείς αντιμετωπίζεται δυσμενώς λόγω της αναπηρίας του.»
4 Το άρθρο 1 του Gesetz όber die Gleichbehandlung von Mδnnern und Frauen am Arbeitsplatz (νόμου του 1980 περί ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στον τόπο εργασίας) προσέθεσε στο άρθρο 612 του Bόrgerliches Gesetzbuch (γερμανικού αστικού κώδικα) μια νέα παράγραφο 3, η οποία ορίζει τα εξής:
«Σε μια σχέση εργασίας δεν επιτρέπεται να προβλέπεται, λόγω του φύλου του εργαζομένου, κατώτερη αμοιβή απ' αυτή που παρέχεται σε εργαζόμενο του άλλου φύλου, για την ίδια εργασία ή για εργασία ίσης αξίας. Συμφωνία περί κατώτερης αμοιβής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι εφαρμόζονται ειδικές διατάξεις προστασίας ένεκα του φύλου του εργαζομένου (...).»
5 Το 1985 εκδόθηκε ο Gesetz όber arbeitsrechtliche Vorschriften zur Beschδftigungsfφrderung (νόμος περιέχων διατάξεις εργατικού δικαίου προς ενίσχυση της απασχολήσεως, στο εξής: BeschFG), τα άρθρα 2 έως 6 του οποίου ρυθμίζουν τη μερική απασχόληση. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, απαγορεύει σε εργοδότη να μεταχειρίζεται μερικώς απασχολούμενο εργαζόμενο κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο των εργαζομένων πλήρους απασχολήσεως, εκτός αν η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Εντούτοις, το άρθρο 6 προβλέπει ότι οι διατάξεις μιας συλλογικής συμβάσεως μπορούν να περεκκλίνουν από τα οριζόμενα στο παρόν τμήμα, έστω και αν η παρέκκλιση αυτή είναι εις βάρος του μισθωτού.
6 Δυνάμει του άρθρου 24 της Tarifvertrag fόr Arbeiter der Deutschen Bundespost (συλλογικής συμβάσεως των εργαζομένων της Deutschen Bundespost), οι εργαζόμενοι οφείλουν να υπαχθούν στον Versorgungsanstalt der Deutschen Bundespost (συνταξιοδοτικό φορέα της Deutsche Bundespost, στο εξής: VAP) κατά τους όρους που προβλέπει η ισχύουσα Tarifvertrag όber die Versorgung der Arbeitnehmer der Deutschen Bundespost (συλλογική σύμβαση περί συντάξεων των μισθωτών της Deutsche Bundespost, στο εξής: συνταξιοδοτική σύμβαση).
7 Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1987, το άρθρο 3 της συνταξιοδοτικής συμβάσεως όριζε ότι:
«Ο μισθωτός οφείλει να ασφαλιστεί στον VAP, σύμφωνα με το καταστατικό και τις συμπληρωματικές του διατάξεις, εφόσον (...) ο προβλεπόμενος από τη σύμβαση εργασίας του μέσος εβδομαδιαίος χρόνος απασχολήσεως ανέρχεται τουλάχιστον στο ήμισυ του προβλεπόμενου εκάστοτε κανονικού εβδομαδιαίου χρόνου απασχολήσεως ενός πλήρως απασχολουμένου σε αντίστοιχη θέση εργαζομένου (...)».
8 Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε ως εξής από 1ης Ιανουαρίου 1988:
«Οι μισθωτοί εργαζόμενοι οφείλουν να υπαχθούν στον VAP, σύμφωνα με το καταστατικό και τις συμπληρωματικές του διατάξεις εφόσον ... ο μέσος εβδομαδιαίος χρόνος απασχολήσεως του εργαζομένου ανέρχεται σε 18 τουλάχιστον ώρες».
9 Με συλλογική σύμβαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1992, το άρθρο 3 της συμβάσεως περί συντάξεων τροποποιήθηκε και πάλι αναδρομικώς από 1ης Απριλίου 1991 προβλέποντας τα εξής:
«Οι μισθωτοί εργαζόμενοι οφείλουν να υπαχθούν στον VAP, σύμφωνα με το καταστατικό και τις συπληρωματικές του διατάξεις εφόσον (...) ο χρόνος απασχολήσεώς τους δεν είναι ελάχιστος, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του Sozialgesetzbuch IV (τέταρτου βιβλίου του γερμανικού κοινωνικού κώδικα)».
Οι διαφορές των κυρίων δικών
10 Η A. Vick εργάστηκε με μειωμένο ωράριο στην Deutsche Bundespost Telekom, παρέχουσα αρχικώς 24 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας μεταξύ 1ης Ιουλίου 1971 και 30ής Σεπτεμβρίου 1972, κατόπιν δε 16 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας μεταξύ 1ης Οκτωβρίου 1972 και 30ής Ιουνίου 1991, ημερομηνία συνταξιοδοτήσεώς της. Από 1ης Ιουλίου 1991, λαμβάνει σύνταξη γήρατος κατά το εκ του νόμου προβλεπόμενο σύστημα.
11 Η A. Vick υπήχθη στον VAP από 1ης Ιουλίου 1971 έως 30ής Σεπτεμβρίου 1972. Κατόπιν της μειώσεως του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας της από 1ης Οκτωβρίου 1972, έπαυσε η υπαγωγή της στον VAP και της επεστράφησαν οι εισφορές που είχε καταβάλει.
12 Η U. Conze εργάστηκε με μειωμένο ωράριο στην Deutsche Bundespost Telekom, παρέχουσα αρχικώς 24 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας, μεταξύ 13ης Σεπτεμβρίου 1971 και 30ής Απριλίου 1972, κατόπιν δε 16 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας από 1ης Μαου 1972. Επί του παρόντος εργάζεται ακόμη στην Deutsche Telekom.
13 Η U. Conze υπήχθη στον VAP από 13ης Σεπτεμβρίου 1971 έως 30ής Απριλίου 1972. Κατόπιν μειώσεως του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας της από 1ης Μαου 1972, έπαυσε να είναι ασφαλισμένη. Μετά την τροποποίηση του άρθρου 3 της συμβάσεως περί συντάξεων, από 1ης Απριλίου 1991, υπήχθη εκ νέου στον VAP από της ημερομηνίας αυτής.
14 Η A. Vick προσέφυγε στο Arbeitsgericht Hamburg ζητώντας να υποχρεωθεί η Deutsche Τelekom να της καταβάλλει, από 1ης Ιουλίου 1991, συμπληρωματική σύνταξη ποσού ίσου προς εκείνο που θα ελάμβανε εάν είχε υπαχθεί στον VAP από 1ης Ιουλίου 1971, καθώς και τους σχετικούς τόκους. Η U. Conze προσέφυγε επίσης κατά της Deutsche Τelekom ενώπιον του Arbeitsgericht Hamburg ζητώντας να περιέλθει στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν από απόψεως δικαιώματος συμπληρωματικής συντάξεως, αν είχε υπαχθεί στον VAP μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1983 και 31ης Μαρτίου 1991.
15 Και οι δύο υποστήριξαν ότι ο αποκλεισμός των εργαζομένων η διάρκεια εβδομαδιαίας απασχολήσεως των οποίων δεν υπερβαίνει τις 18 ώρες από το δικαίωμα λήψεως συμπληρωματικής συντάξεως συνιστά διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 119 της Συνθήκης, από το άρθρο 3 του Θεμελιώδους Νόμου και από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του BeschFG.
16 Η Deutsche Telekom ζήτησε να απορριφθούν τα αιτήματα, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι τα δικαιώματα που προβάλλουν οι A. Vick και U. Conze δεν θα μπορούσαν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, να αναγνωριστούν παρά μόνο μετά τις 17 Μαου 1990, ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως Barber (C-262/88, Συλλογή 1990, σ. Ι-1889).
17 Με αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 1993 και της 21ης Μαρτίου 1995, το Arbeitsgericht αποδέχθηκε πλήρως τα αιτήματα των A. Vick και U. Conze. Στη δεύτερη των αποφάσεων αυτών τόνισε ότι η γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που καθιερώνει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του Θεμελιώδους Νόμου επέβαλε, αφεαυτού, τη λύση αυτή και ότι, κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη νομολογία του Bundesarbeitsgericht, ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων του άρθρου 119 της Συνθήκης δεν έχει σημασία.
18 Η Deutsche Telekom άσκησε έφεση κατά των αποφάσεων αυτών ενώπιον του Landesarbeitsgericht Hamburg, ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι το πρωτόκολλο υπερισχύει του άρθρου 3 του Θεμελιώδους Νόμου και ότι, κατά συνέπεια, ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων του άρθρου 119 της Συνθήκης ισχύει ως προς όλες τις περιπτώσεις διακρίσεως λόγω φύλου στο πλαίσιο των επαγγελματικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως.
19 Οι A. Vick και U. Conze αντέτειναν, μεταξύ άλλων, ότι τα δικαιώματα που προβάλλουν για σύνταξη επιχειρήσεως απορρέουν από τη γενική αρχή του κοινωνικού δικαίου περί ίσης μεταχειρίσεως και από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του BeschFG. Συνεπώς, ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων του άρθρου 119 της Συνθήκης αφορά μια άλλη νομική βάση από αυτήν επί της οποίας οι A. Vick και U. Conze στηρίζουν τις αξιώσεις τους και δεν αποκλείουν τη δυνατότητα επικλήσεως διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που αφορούν την ισότητα μεταχειρίσεως.
20 Κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Landesarbeitsgericht όλοι οι διάδικοι δέχθηκαν ότι ο αποκλεισμός των μερικώς απασχολουμένων εργαζομένων, η διάρκεια εργασίας των οποίων υπολείπεται από έναν ορισμένο αριθμό ωρών, από το δικαίωμα συντάξεως επιχειρήσεως συνιστά έμμεση διάκριση λόγω φύλου, κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης. Πράγματι, ο αποκλεισμός αυτός, ο οποίος δεν δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αφορά ουσιαστικώς υψηλότερο ποσοστό γυναικών παρά ανδρών.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
21 Το Landesarbeitsgericht, σύμφωνα με τη νομολογία του Bundesarbeitsgericht, κρίνει ότι ο αποκλεισμός των μερικώς απασχολουμένων προσώπων από σύστημα συντάξεων επιχειρήσεως δεν παραβιάζει μόνο το άρθρο 119 της Συνθήκης, αλλά συνιστά επίσης, με βάση τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, παράνομη διάκριση εις βάρος των μερικώς απασχολουμένων εργαζομένων. Η εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει κανένα διαχρονικό περιορισμό της δυνατότητας επικλήσεως των σχετικών εθνικών διατάξεων, ανακύπτει όμως το ερώτημα αν ο κανόνας περί απαγορεύσεως της αναδρομικής ισχύος που προβλέπει το πρωτόκολλο περιλαμβάνει και δικαιώματα στηριζόμενα στην εθνική νομοθεσία.
22 Το εθνικό δικαστήριο κρίνει σχετικώς ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης δεν αποσκοπεί στη ρύθμιση της συμμετοχής στα συστήματα συντάξεων επιχειρήσεων των μερικώς απασχολουμένων εργαζομένων, αλλά στην άρση των διακρίσεων λόγω φύλου στον τομέα των αμοιβών. Συνεπώς, ακόμη και στην περίπτωση που διάκριση εις βάρος μερικώς απασχολουμένων εργαζομένων συνιστά επίσης παραβίαση του άρθρου 119, το πρωτόκολλο δεν μπορεί να υπερισχύσει των διατάξεων εκείνων της εθνικής νομοθεσίας που αποσκοπούν στην απαγόρευση διακρίσεων διαφορετικών από εκείνες που οφείλονται στο φύλο.
23 Εντούτοις, επειδή ο στηριζόμενος στον διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων του άρθρου 119 της Συνθήκης ισχυρισμός δεν ήταν προφανώς αβάσιμος, το Landesarbeitsgericht Hamburg αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο, σε κάθε μία από τις δύο υποθέσεις, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Υπερέχουν τα άρθρα 119 της Συνθήκης ΕΚ, το υπ' αριθ. 2 Πρωτόκολλο Barber και η σχετική νομολογία του Ευρωπαϋκού Δικαστηρίου, ως πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο, έναντι του ισχύοντος στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συνταγματικού δικαίου (άρθρο 3 του Grundgesetz) και της κοινής νομοθεσίας (άρθρο 2, παράγραφος 1, του Beschδftigungsfφrderungsgesetz (νόμου περί προωθήσεως της απασχολήσεως, γενική αρχή του Εργατικού Δικαίου περί ίσης μεταχειρίσεως) με συνέπεια - σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων για την προβολή δικαιώματος στηριζομένου στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ, λόγω έμμεσης διάκρισης στηριζόμενης στο φύλο στο πλαίσιο συνταξιοδοτικού συστήματος επιχειρήσεως, συνιστάμενης σε δυσμενή μεταχείριση λόγω μερικής απασχολήσεως - παροχές στηριζόμενες σε εθνικές συνταγματικές ή νομοθετικές διατάξεις να μπορούν να ζητηθούν μόνον υπό τις ίδιες περιοριστικές προϋποθέσεις που ισχύουν για στηριζόμενες στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ ανταγωνιστικές αξιώσεις του κοινοτικού δικαίου, ώστε, κατά παρέκκλιση της στηριζόμενης κατά τα λοιπά στο εθνικό δίκαιο νομικής αξιολόγησης, ακόμα και στην περίπτωση αξιώσεων στηριζομένων στην εθνική νομοθεσία, να μπορούν να χορηγηθούν παροχές μόνο για περιόδους απασχολήσεως που συμπληρώθηκαν μετά τις 17 Μαου 1990, εξαιρουμένων των εργαζομένων εκείνων οι οποίοι πριν από την ημερομηνία αυτή άσκησαν αγωγή ή ανάλογο ένδικο μέσο;
2) Ισχύει το ίδιο στην περίπτωση που κατά τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας μπορεί να αξιωθεί ίση μεταχείριση λόγω μη αντικειμενικώς δικαιολογούμενης δυσμενούς μεταχειρίσεως των μερικώς απασχολουμένων, χωρίς να έχει σχετικώς σημασία αν συντρέχει επιπροσθέτως έμμεση διάκριση με βάση το φύλο, λόγω αναλογικώς συχνότερης δυσμενούς μεταχειρίσεως των γυναικών εργαζομένων, εξαιτίας της αριθμητικής τους σχέσεως έναντι των ανδρών;»
24 Mε διάταξη του προέδρου του Δικαστηρίου της 25ης Σεπτεμβρίου 1996 οι δύο υποθέσεις ενώθηκαν προς διευκόλυνση της έγγραφης και προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί του αιτήματος επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας
25 Με επιστολή της 10ης Νοεμβρίου 1998 η Deutsche Telekom ζήτησε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας. Ισχυρίζεται, αφενός, ότι οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα αναπτύχθηκαν παρατύπως, λόγω του ότι η πρότασή του αναγνώστηκε στο πλαίσιο ακροάσεως του πέμπτου τμήματος και όχι στο πλαίσιο ακροάσεως του έκτου τμήματος, το οποίο έχει επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης. Αφετέρου, ζήτησε να διατυπώσει παρατηρήσεις, στο πλαίσιο της αιτηθείσας επαναλήψεως, ως προς το περιεχόμενο αυτών των προτάσεων, ιδίως υπό το πρίσμα της διατάξεως που εξέδωσε το Bundesverfassungsgericht στις 5 Αυγούστου 1998, δηλαδή μετά από την προφορική διαδικασία επί της παρούσας υπόθεσης. Κατά την Deutsche Telekom, η μη αποδοχή ότι, μετά την ανάπτυξη των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα, που κατά το άρθρο 59, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, περατώνει την προφορική διαδικασία, μπορεί αυτή η διαδικασία να επαναληφθεί κατ' εξαίρεση ώστε να παρασχεθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να επισημάνουν ορισμένα προφανή λάθη ή παραλείψεις κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών ή τη νομική εκτίμηση, ή ακόμη να αντικρούσουν τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, μπορεί να αποτελέσει παραβίαση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, κατά την έννοια του άρθρου 6 της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, της 4ης Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΣΠΘΕ).
26 Επιβάλλεται σχετικώς να τονιστεί, αφενός, ότι ο τρόπος αναπτύξεως των προτάσεων στην παρούσα υπόθεση ουδόλως συνιστά παραβίαση των κανόνων της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας ούτε παραβίαση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στους διαδίκους στο πλαίσιο της διαδικασίας της κύριας δίκης.
27 Πράγματι, οι δικαστές του έκτου τμήματος, που έχουν επιληφθεί της παρούσας υποθέσεως, έλαβαν γνώση των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα διά της καταθέσεώς τους στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, η δε δημοσιότητα των προτάσεων αυτών διασφαλίστηκε, μεταξύ άλλων, διά της αναγνώσεως της τελικής προτάσεως σε δημόσια συνεδρίαση και διά της προαναφερθείσας καταθέσεώς τους στην Γραμματεία.
28 Εξάλλου, από τη διάταξη του Δικαστηρίου, της 4ης Φεβρουαρίου 2000, C-17/98, Emesa Sugar (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 18), προκύπτει ότι έχοντας ακριβώς υπόψη το άρθρο 6 της ΣΠΘΕ και τον ίδιο τον σκοπό στον οποίο αποβλέπει το δικαίωμα παντός ενδιαφερομένου για μια διαδικασία στηριζόμενη στην αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως και για δίκαιη δίκη κατά την έννοια αυτής της διατάξεως το Δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως, ή κατόπιν προτάσεως του γενικού εισαγγελέα ή αιτήσεως των διαδίκων, να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 61 του Κανονισμού Διαδικασίας, εφόσον κρίνει ότι δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία ή ότι η υπόθεση πρέπει να επιλυθεί βάσει επιχειρήματος επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων.
29 Στην προκειμένη όμως περίπτωση το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, κρίνει ότι η αίτηση της Deutsche Telekom δεν περιλαμβάνει κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η χρησιμότητα ή η αναγκαιότητα μιας επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας.
30 Συνεπώς, το αίτημα της Deutsche Telekom πρέπει να απορριφθεί.
Επί του πρώτου ερωτήματος
31 Με το πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματός του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, ουσιαστικώς, αν ο διαχρονικός περιορισμός της δυνατότητας επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης απαγορεύει την εφαρμογή διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που καθιερώνουν μια αρχή ισότητας δυνάμει της οποίας, υπό περιστάσεις όμοιες με εκείνες των διαφορών των κυρίων δικών, όλοι οι μερικώς απασχολούμενοι εργαζόμενοι δικαιούνται να υπαχθούν αναδρομικώς σε επαγγελματικό σύστημα συντάξεων και να λάβουν σύνταξη στο πλαίσιο αυτού του συστήματος. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, με το δεύτερο σκέλος του αυτού ερωτήματος, αν το εθνικό δικαστήριο που καλείται να εφαρμόσει, στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του, τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, υποχρεούται να διασφαλίσει το πλήρες αποτέλεσμα αυτών των κανόνων, αφήνοντας εν ανάγκη ανεφάρμοστη οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας.
Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου ερωτήματος
32 Επιβάλλεται αρχικώς να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, συνταξιοδοτικό σύστημα όπως το επίδικο στην κύρια δίκη, το οποίο κατά τα ουσιώδη είναι συνάρτηση της θέσεως την οποία κατείχε ο ενδιαφερόμενος, συνδέεται με την αμοιβή την οποία αυτός ελάμβανε και εμπίπτει στο άρθρο 119 της Συνθήκης (βλ., σχετικώς, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 13ης Μαου 1986, 170/86, Bilka, Συλλογή 1986, σ. 1607, σκέψη 22· Barber, προαναφερθείσα, σκέψη 28, και της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-7/93, Beune, Συλλογή 1994, σ. Ι-4471, σκέψη 46). Συνεπώς, ο αποκλεισμός από ένα τέτοιο σύστημα συντάξεων των μερικώς απασχολουμένων εργαζομένων μπορεί να αντιβαίνει στο άρθρο 119 (βλ., σχετικώς, προαναφερθείσα απόφαση Bilka, σκέψη 29).
33 Όσον αφορά τον διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων του άρθρου 119 της Συνθήκης πρέπει να υπομνησθεί, αφενός, ότι με την απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne II (Συλλογή τόμος 1976, σ. 175, σκέψη 40), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι μπορεί να γίνεται επίκληση της αρχής της ισότητας των αμοιβών του άρθρου 119 της Συνθήκης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία οφείλουν να εξασφαλίζουν την προάσπιση των δικαιωμάτων που παρέχει η διάταξη αυτή στους ιδιώτες. Εντούτοις, στις σκέψεις 74 και 75 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι επιτακτικοί λόγοι ασφαλείας δικαίου όσον αφορά το σύνολο των διακυβευομένων συμφερόντων, δημοσίων και ιδιωτικών, επιβάλλουν να μη μπορεί να γίνει επίκληση του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 προς υποστήριξη διεκδικήσεων αναγομένων σε περιόδους προγενέστερες της ημερομηνίας της εν λόγω αποφάσεως, δηλαδή της 8ης Απριλίου 1976, εξαιρουμένων των εργαζομένων που άσκησαν προηγουμένως ένδικο βοήθημα ή ισοδύναμο μέσο έννομης προστασίας.
34 Εξάλλου, όσον αφορά τα επαγγελματικά συστήματα συντάξεων, το Δικαστήριο αποφάνθηκε, στις σκέψεις 44 και 45 της προαναφερθείσας αποφάσεως Barber, ότι, για επιτακτικούς λόγους ασφαλείας δικαίου, το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 119 της Συνθήκης δεν μπορεί να προβληθεί για να στηρίξει το αίτημα θεμελιώσεως δικαιώματος συντάξεως, αναδρομικώς, σε χρόνο προγενέστερο της εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως, δηλαδή της 17ης Μαου 1990, με εξαίρεση εκείνων οι οποίοι πριν από την ημερομηνία αυτή άσκησαν ένδικη προσφυγή ή υπέβαλαν ισοδύναμη ένσταση.
35 Όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο στην απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1993, C-109/91, Ten Oever (Συλλογή 1993, σ. Ι-4879, σκέψη 20), βάσει της προαναφερθείσας αποφάσεως Barber, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης, προκειμένου να ζητηθεί η εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα επαγγελματικών συντάξεων παρά μόνο ως προς τις παροχές που οφείλονται βάσει περιόδων απασχολήσεως που έχουν διανυθεί μετά τις 17 Μαου 1990, με την επιφύλαξη της εξαιρέσεως που προβλέπεται υπέρ των εργαζομένων ή των ελκόντων δικαιώματα από αυτούς οι οποίοι, πριν από την ημερομηνία αυτή, είχαν ασκήσει ένδικη προσφυγή ή είχαν υποβάλει ισοδύναμη, κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, ένσταση.
36 Τον ίδιο περιορισμό προβλέπει επίσης το πρωτόκολλο, δυνάμει του οποίου για την εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης, οι δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων παροχές δεν θεωρούνται ως αποδοχές εφόσον αντιστοιχούν σε περιόδους απασχόλησης πριν από τις 17 Μαου 1990, με εξαίρεση τους εργαζόμενους ή τους έλκοντες δικαιώματα οι οποίοι, πριν από αυτή την ημερομηνία, είχαν ασκήσει δικαστική προσφυγή ή καταθέσει αντίστοιχη ένσταση σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο.
37 Εντούτοις, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-57/93, Vroege (Συλλογή 1994, σ. Ι-4541, σκέψεις 20 έως 27), και C-128/93, Fisscher (Συλλογή 1994, σ. Ι-4583, σκέψεις 17 έως 24), και της 11ης Δεκεμβρίου 1997, C-246/96, Magorrian και Cunningham (Συλλογή 1997, σ. Ι-7153, σκέψεις 27 έως 35), ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων του άρθρου 119 της Συνθήκης που προκύπτει τόσο από την προαναφερθείσα απόφαση Barber όσο και από το πρωτόκολλο δεν αφορά παρά μόνον εκείνες τις μορφές διακρίσεων τις οποίες οι εργοδότες και τα συνταξιοδοτικά συστήματα μπορούσαν, ενόψει των μεταβατικού χαρακτήρα εξαιρέσεων που προβλέπονται από τις δυνάμενες να εφαρμοστούν σε θέματα επαγγελματικών συντάξεων διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, να θεωρούν ευλόγως ως ανεκτές (απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-435/93, Dietz, Συλλογή 1996, σ. Ι-5223, σκέψη 19).
38 Όσον αφορά το δικαίωμα υπαγωγής σε επαγγελματικά συστήματα, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι κανένα στοιχείο δεν επέτρεπε να θεωρηθεί ότι οι ενδιαφερόμενοι επαγγελματικοί κύκλοι ήταν δυνατόν να παραπλανηθούν ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης (προαναφερθείσα απόφαση Magorrian και Cunningham, σκέψη 28).
39 Πράγματι, από της εκδόσεως της προαναφερθείσας αποφάσεως Bilka, είναι σαφές ότι διάκριση λόγω φύλου κατά την αναγνώριση του πιο πάνω δικαιώματος συνιστά παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης (προαναφερθείσες αποφάσεις Vroege, σκέψη 29· Fisscher, σκέψη 26· Dietz, σκέψη 20, και Magorrian και Cunningham, σκέψη 29).
40 Επομένως, εφόσον η προαναφερθείσα απόφαση Bilka δεν προέβλεψε κανένα διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της, μπορεί να γίνει επίκληση του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119, προκειμένου να ζητηθεί αναδρομικώς ίση μεταχείριση όσον αφορά το δικαίωμα υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, και μάλιστα από τις 8 Απριλίου 1976, ημερομηνία εκδόσεως της προαναφερθείσας αποφάσεως Defrenne ΙΙ, η οποία για πρώτη φορά αναγνώρισε άμεσο αποτέλεσμα στο εν λόγω άρθρο (προαναφερθείσες αποφάσεις Dietz, σκέψη 21, και Magorrian και Cunningham, σκέψη 30).
41 Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι στη σκέψη 23 της προαναφερθείσας αποφάσεως Dietz, και 33 της προαναφερθείσας αποφάσεως Magorrian και Cunningham, το Δικαστήριο έχει ήδη διευκρινίσει ότι η υπαγωγή σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα ουδόλως θα ενδιέφερε τον εργαζόμενο αν δεν του παρείχε δικαίωμα να λάβει τις παροχές που χορηγεί το εν λόγω σύστημα. Συνεπώς, έκρινε ότι το υφιστάμενο στο πλαίσιο επαγγελματικού συστήματος δικαίωμα λήψεως συντάξεως γήρατος είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με το δικαίωμα υπαγωγής στο σύστημα αυτό. Προσέθεσε, εντούτοις, ότι το γεγονός ότι ένας εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει την αναδρομική υπαγωγή σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των εισφορών που οφείλονται για το χρονικό διάστημα της αναδρομικής υπαγωγής (προαναφερθείσες αποφάσεις Fisscher, σκέψη 37, και Dietz, σκέψη 34).
42 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο μόνος διαχρονικός περιορισμός της δυνατότητας επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης αναφορικά με την υπαγωγή σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, όπως αυτό για το οποίο πρόκειται στην κύρια δίκη, και της, κατά συνέπεια, καταβολής συντάξεως είναι εκείνος που προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση Defrenne II.
43 Όσον αφορά το ζήτημα αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει να λαμβάνονται υπόψη, δυνάμει διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας, περίοδοι εργασίας προγενέστερες της 8ης Απριλίου 1976, ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως Defrenne II, επιβάλλεται αρχικώς να τονιστεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit italiana, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 605, σκέψεις 16 και 17, και 66/79, 127/79 και 128/79, και Salumi κ.λπ., Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 627, σκέψεις 9 και 10), η ερμηνεία την οποία, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που του απονέμει το άρθρο 177 της Συνθήκης, το Δικαστήριο δίνει σε κανόνα κοινοτικού δικαίου διασαφηνίζει και ορίζει, όταν παρίσταται ανάγκη, την έννοια και το περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, όπως αυτός πρέπει ή έπρεπε να γίνει αντιληπτός και να εφαρμοστεί από της θέσεώς του σε ισχύ. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις το Δικαστήριο θα μπορούσε, όπως έκρινε στην προαναφερθείσα απόφασή του Defrenne II, κατ' εφαρμογή της γενικής αρχής της ασφαλείας δικαίου που είναι συμφυής με την έννομη κοινοτική τάξη, λαμβάνοντας υπόψη σοβαρές διαταραχές που η απόφασή του θα μπορούσε να έχει για το παρελθόν ως προς τις συναφθείσες καλή τη πίστη έννομες σχέσεις, να οδηγηθεί στο να περιορίσει τη δυνατότητα των ενδιαφερομένων να επικαλεστούν την κατ' αυτόν τον τρόπο ερμηνευθείσα διάταξη για να αμφισβητήσουν τις εν λόγω έννομες σχέσεις.
44 Εξάλλου, στη σκέψη 65 της προαναφερθείσας αποφάσεως Defrenne II το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης έπρεπε να έχει εξασφαλιστεί πλήρως από τα παλαιά κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, από 1ης Ιανουαρίου 1962, ημερομηνίας ενάρξεως του δευτέρου σταδίου της μεταβατικής περιόδου. Όπως επίσης προκύπτει από τη σκέψη 68 της ιδίας αποφάσεως, ακόμη και στους τομείς στους οποίους το άρθρο 119 δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα, η εφαρμογή του μπορεί να προκύπτει, εφόσον είναι αναγκαίο, από τη συνδρομή κοινοτικών και εθνικών διατάξεων.
45 Τέλος, όταν το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Defrenne II αποφάσισε να περιορίσει διαχρονικώς τη δυνατότητα επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης, έκρινε ότι, λόγω της συμπεριφοράς πολλών κρατών μελών και της στάσεως της Επιτροπής, της οποίας έλαβαν επανειλημμένα γνώση οι ενδιαφερόμενοι κύκλοι, σκόπιμο είναι να ληφθεί κατ' εξαίρεση υπόψη το γεγονός ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη αναγκάστηκαν, για παρατεταμένη περίοδο, να τηρούν πρακτική αντίθετη προς το άρθρο 119, αν και μη ακόμη απαγορευόμενη από το εθνικό τους δίκαιο (προαναφερθείσα απόφαση Defrenne II, σκέψη 72).
46 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο περιορισμός της δυνατότητας επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης ουδόλως απέβλεπε στον αποκλεισμό της δυνατότητας των ενδιαφερομένων εργαζομένων να στηριχθούν σε διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που καθιερώνουν μια αρχή ισότητας.
47 Πράγματι, διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που αποβλέπουν στη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων συμβάλλουν στην εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που τα παλαιά κράτη μέλη υπέχουν από 1ης Ιανουαρίου 1962.
48 Σε μια τέτοια περίπτωση, η αρχή της ασφαλείας δικαίου που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής εννόμου τάξεως, η οποία μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο, κατ' εξαίρεση, να περιορίσει τη δυνατότητα επικλήσεως μιας ερμηνευθείσας από αυτό διατάξεως, δεν έχει εφαρμογή και δεν εμποδίζει την εφαρμογή διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που διασφαλίζουν αποτέλεσμα σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο.
49 Δεν έχει σχετικώς σημασία ότι οι διατάξεις αυτές της εθνικής νομοθεσίας ερμηνεύθηκαν κατά σύμφωνη προς το άρθρο 119 της Συνθήκης έννοια μετά την έκδοση της προαναφερθείσας αποφάσεως Defrenne II, εφόσον η ερμηνεία αυτή μπορεί ενδεχομένως να εφαρμοστεί επί καταστάσεων οι οποίες γεννήθηκαν και έλαβαν χώρα προ της ημερομηνίας αυτής. Πράγματι, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί της διαχρονικής εφαρμογής κανόνων του εθνικού δικαίου.
50 Συνεπώς, στο πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο διαχρονικός περιορισμός της δυνατότητας επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης, που προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση Defrenne II, δεν εμποδίζει την εφαρμογή διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που καθιερώνουν μια αρχή ισότητας, δυνάμει της οποίας, σε περιπτώσεις όπως αυτή της κύριας δίκης, οι μερικώς απασχολούμενοι εργαζόμενοι δικαιούνται να υπαχθούν αναδρομικώς σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα και να λάβουν σύνταξη στο πλαίσιο αυτού του συστήματος.
Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου ερωτήματος
51 Ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο σκέλος του αυτού ερωτήματος.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
52 Με το δεύτερο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά, ουσιαστικώς, αν το γεγονός ότι οι σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας προβλέπουν απαγόρευση οποιασδήποτε διακρίσεως των εργαζομένων λόγω του ότι απασχολούνται μερικώς και όχι λόγω του φύλου τους μπορεί να επηρεάσει την απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
53 Αρκεί σχετικώς να τονιστεί, αφενός, ότι οι διατάξεις που απαγορεύουν άλλες μορφές διακρίσεως μπορούν, υπό ορισμένες περιστάσεις, να συμβάλλουν στη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων, σύμφωνα προς τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη.
54 Αυτό ιδίως συμβαίνει όταν οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας απαγορεύουν τις διακρίσεις στον τομέα των αμοιβών εις βάρος μερικώς απασχολουμένων εργαζομένων, που συχνά αντιπροσωπεύουν σημαντικώς υψηλότερο ποσοστό γυναικών παρά ανδρών εργαζομένων.
55 Εξάλλου, ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, το γεγονός ότι οι σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας στηρίζονται στην απαγόρευση άλλων μορφών διακρίσεων δεν μπορεί, κατά μείζονα λόγο, να οδηγήσει στον περιορισμό της διαχρονικής τους εφαρμογής, με μοναδικό λόγο τον διαχρονικό περιορισμό της δυνατότητας επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης που προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση Defrenne II.
56 Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το γεγονός ότι οι σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας προβλέπουν απαγόρευση κάθε διακρίσεως των εργαζομένων λόγω του ότι αυτοί απασχολούνται μερικώς και όχι λόγω του φύλου τους ουδόλως επηρεάζει την απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
57 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία, έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με δύο διατάξεις της 12ης Δεκεμβρίου 1995 το Landesarbeitsgericht Hamburg, αποφαίνεται:
1) Ο διαχρονικός περιορισμός της δυνατότητας επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ), που προκύπτει από την απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, Defrenne II (43/75), δεν εμποδίζει την εφαρμογή διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που καθιερώνουν μια αρχή ισότητας, δυνάμει της οποίας, σε περιπτώσεις όπως αυτή της κύριας δίκης, οι μερικώς απασχολούμενοι εργαζόμενοι δικαιούνται να υπαχθούν αναδρομικώς σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα και να λάβουν σύνταξη στο πλαίσιο αυτού του συστήματος.
2) Το γεγονός ότι οι σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας προβλέπουν απαγόρευση κάθε διακρίσεως των εργαζομένων λόγω του ότι αυτοί απασχολούνται μερικώς και όχι λόγω του φύλου τους ουδόλως επηρεάζει την απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
Full & Egal Universal Law Academy