Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Αναίρεση - Λόγοι - Λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο απαγορεύει την προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης - Απόρριψη
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 48 § 2, εδ. 1)
Περίληψη
Το άρθρο 48, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, το οποίο απαγορεύει την προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης εκτός αν αυτοί στηρίζονται σε πραγματικά και νομικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία, είναι διάταξη που απευθύνεται στους διαδίκους και όχι στο Πρωτοδικείο.
Συνεπώς, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο ότι με το να εξετάσει λόγο ακυρώσεως που δεν προβλήθηκε από τους διαδίκους παρέβη τη διάταξη αυτή.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-252/96 P,
Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους Manfred Peter και Josι Luis Rufas Quintana, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Γενική Γραμματεία του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, Kirchberg,
αναιρεσείον,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 22 Μαου 1996 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (δεύτερο τμήμα) στην υπόθεση T-140/94, Gutiιrrez de Quijano y Llorιns κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. II-689), με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής, όπου ο έτερος διάδικος είναι ο
Enrique Gutiιrrez de Quijano y Llorιns, υπάλληλος του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, κάτοικος Λουξεμβούργου, 53, rue de Beggen, εκπροσωπούμενος από τη Sonia Sequero Marcos, δικηγόρο Μάλαγας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την κατοικία του,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, προεδρεύοντα του πρώτου τμήματος, L. Sevσn (εισηγητή) και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Lιger
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Απριλίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Ιουλίου 1996, το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο άσκησε, βάσει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΞ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως της 22ας Μαου 1996, Τ-140/94, Gutiιrrez de Quijano y Llorιns κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. ΙΙ-689, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση του Κοινοβουλίου της 10ης Ιανουαρίου 1994 περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως του Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns κατά της απορρίψεως της υποψηφιότητάς του για την κενή θέση που αφορούσε η ανακοίνωση PE/LA/91 περί υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη (στο εξής: επίμαχη απόφαση).
Τα πραγματικά περιστατικά
2 Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns, ο οποίος εισήλθε στην υπηρεσία του Κοινοβουλίου στις 6 Ιανουαρίου 1986 ως διερμηνέας ισπανικής γλώσσας, μετατάχθηκε στο Δικαστήριο την 1η Ιανουαρίου 1990.
3 Στις 4 Ιουλίου 1991 απηύθυνε στον διευθυντή της υπηρεσίας διερμηνείας του Κοινοβουλίου έγγραφο με το οποίο εξέφρασε την επιθυμία να επανέλθει στη θέση που κατείχε στο Κοινοβούλιο πριν από τη μετάταξή του στο Δικαστήριο. Ελλείψει απαντήσεως, με έγγραφο της 5ης Φεβρουαρίου 1992 απευθυνόμενο στον πρώην προϋστάμενό του στο Κοινοβούλιο, εξέφρασε την επιθυμία να λάβει γραπτή απάντηση στην αίτησή του μετατάξεως. Με έγγραφο της 19ης Μαρτίου 1992, ο τελευταίος τον πληροφόρησε ότι διαβίβασε τον σχετικό με την υπόθεσή του φάκελο στις αρμόδιες διοικητικές υπηρεσίες του Κοινοβουλίου. Με έγγραφο της 24ης Μαου 1992, απευθυνόμενο στην υπηρεσία προσωπικού του Κοινοβουλίου, ο Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns ζήτησε εκ νέου γραπτή απάντηση επί της αιτήσεώς του μετατάξεως. Ελλείψει απαντήσεως, απευθύνθηκε προσωπικά στην εν λόγω υπηρεσία, η οποία τον πληροφόρησε ότι ουδέποτε παρέλαβε την αίτησή του.
4 Με έγγραφο της 30ής Ιουλίου 1992, η γενική διεύθυνση διοικήσεως του Κοινοβουλίου πληροφόρησε τον Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns ότι οι θέσεις διερμηνέων στο κοινοτικό αυτό όργανο πληρώνονται ανάλογα με τους απαιτούμενους συνδυασμούς γλωσσών και ότι το Κοινοβούλιο δεν προτίθεται να προσλάβει προσωπικό με γλωσσικές γνώσεις όπως οι δικές του.
5 Στις 26 Νοεμβρίου 1992 δημοσιεύθηκε η προκήρυξη διαγωνισμού ΡΕ/161/LA για την πρόσληψη διερμηνέων ισπανικής γλώσσας. Με έγγραφο της 11ης Ιανουαρίου 1993, ο Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns υπενθύμισε στον προϋστάμενο του τμήματος προσωπικού του Κοινοβουλίου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 29 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), η διαδικασία μετατάξεως προηγείται εκείνης του διαγωνισμού και επανέλαβε ρητώς την αίτησή του περί επανόδου του στο όργανο αυτό.
6 Στις 15 Μαρτίου 1993 το Κοινοβούλιο δημοσίευσε την ανακοίνωση κενής θέσεως 7281 σχετικά με τη θέση VI/LA/2759 για διερμηνέα ισπανικής γλώσσας η οποία επρόκειτο να πληρωθεί με μετάθεση. Αυθημερόν, το Κοινοβούλιο δημοσίευσε επίσης την ανακοίνωση κενής θέσεως ΡΕ/LΑ/91 σχετικά με την ίδια θέση VI/LA/2759, η οποία επρόκειτο να πληρωθεί με μετάταξη υπαλλήλου από άλλο κοινοτικό όργανο. Οι δύο αυτές ανακοινώσεις ήσαν πανομοιότυπες όσον αφορά τη φύση των καθηκόντων, τα απαιτούμενα προσόντα και τις απαιτούμενες γνώσεις των υποψηφίων. Μεταξύ των προσόντων και γνώσεων αυτών περιλαμβάνονταν η «ικανότητα αναλήψεως της ευθύνης ορισμένων καθηκόντων συντονισμού» και η «ιδιαίτερη γνώση των προβλημάτων που ανάγονται στις αρμοδιότητες των Κοινοτήτων», προϋποθέσεις οι οποίες δεν προβλέπονταν από την προκήρυξη διαγωνισμού ΡΕ/161/LA.
7 Στις 22 Μαρτίου 1993 ο Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns υπέβαλε υποψηφιότητα για τη θέση την οποία αφορούσε η ανακοίνωση περί υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη. Με έγγραφο της 16ης Αυγούστου 1993, το Κοινοβούλιο τον πληροφόρησε ότι δεν ήταν δυνατόν να δοθεί ευνοϋκή συνέχεια στην αίτησή του μετατάξεως. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1993 ο Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεώς του μετατάξεως. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 1994.
8 Στις 8 Απριλίου 1994 ο Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns άσκησε προσφυγή-αγωγή ζητώντας, αφενός, να ακυρωθεί η επίμαχη απόφαση και, αφετέρου, χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που θεωρούσε ότι υπέστη από το ότι δεν έγινε δεκτή η αίτησή του μετατάξεως.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
9 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο δέχθηκε το ακυρωτικό αίτημα και απέρριψε την προσφυγή-αγωγή κατά τα λοιπά.
10 Ενώπιον του Πρωτοδικείου ο Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns υποστήριξε ότι το Κοινοβούλιο παραβίασε τη σειρά προτεραιότητας που καθορίζει το άρθρο 29 του ΚΥΚ, το οποίο επιβάλλει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) να εξετάζει πρώτα τις αιτήσεις μετατάξεως υπαλλήλων άλλων κοινοτικών οργάνων πριν κινήσει τη διαδικασία γενικού διαγωνισμού, καθώς και τις αρχές της χρηστής διοικήσεως και ορθής διαχειρίσεως, της καλής πίστεως και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Η παράβαση του άρθρου 29 του ΚΥΚ και των πιο πάνω αρχών απορρέει από το ότι το Κοινοβούλιο ξεκίνησε δημοσιεύοντας, στις 26 Νοεμβρίου 1992, την προκήρυξη γενικού διαγωνισμού PE/161/LA για την πρόσληψη διερμηνέων συνδυαζόντων τις ίδιες γλώσσες που συνδυάζει ο προσφεύγων-ενάγων, στη συνέχεια δημοσίευσε, στις 15 Μαρτίου 1993, την ανακοίνωση κενής θέσεως PE/LA/91, στο πλαίσιο της οποίας απέρριψε την υποψηφιότητά του ενώ πληρούσε απόλυτα τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις και ήταν ο μόνος υποψήφιος, για να δεχθεί τελικά τις υποψηφιότητες των επιτυχόντων του γενικού διαγωνισμού, των οποίων τα προσόντα ήσαν, παρά ταύτα, λιγότερα από τα δικά του.
11 Στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, αφενός, ότι το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ επιβάλλει στην ΑΔΑ να εξετάζει κατά προτεραιότητα τις δυνατότητες προαγωγής και μεταθέσεως εντός του οργάνου πριν προχωρήσει σε ένα από τα επόμενα στάδια, δηλαδή, κατά σειρά, στο να εξετάσει τις δυνατότητες προκηρύξεως εσωτερικού διαγωνισμού, στο να λάβει υπόψη τις αιτήσεις μετατάξεως υπαλλήλων άλλων κοινοτικών οργάνων και, αν παρίσταται ανάγκη, στο να προκηρύξει γενικό διαγωνισμό (απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Φεβρουαρίου 1992, Τ-52/90, Volger κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-121, σκέψη 19), και, αφετέρου, ότι η ταυτόχρονη δημοσίευση ανακοινώσεων που αντιστοιχούν σε διαφορετικά διαδοχικά στάδια που προβλέπονται από το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, όπως εσωτερικής ανακοινώσεως κενής θέσεως και ανακοινώσεως υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη από άλλο κοινοτικό όργανο, ακόμα και όταν στις ανακοινώσεις αυτές δεν γίνεται ρητή μνεία της σειράς προτεραιότητας που καθορίζεται στο άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, δεν εμποδίζει την κατά προτεραιότητα εξέταση των εσωτερικών υποψηφιοτήτων πριν ληφθούν υπόψη ενδεχόμενες αιτήσεις μετατάξεως υπαλλήλων άλλων κοινοτικών οργάνων (προαναφερθείσα απόφαση Volger κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 20).
12 Εξ αυτών συνήγαγε, στη σκέψη 42, ότι το γεγονός ότι η δημοσίευση, στις 26 Νοεμβρίου 1992, της προκηρύξεως γενικού διαγωνισμού PE/161/LA είναι προγενέστερη της δημοσιεύσεως, στις 15 Μαρτίου 1993, της ανακοινώσεως PE/LA/91 περί υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη δεν συνιστά αυτομάτως παράβαση του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, καθόσον οι υποψηφιότητες που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο του γενικού διαγωνισμού ελήφθησαν υπόψη μόνον μετά το πέρας της εξετάσεως των υποψηφιοτήτων που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της ανακοινώσεως περί υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη.
13 Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, στη σκέψη 43, ότι όταν, κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει, η ΑΔΑ αποφασίζει, όπως εν προκειμένω, να διευρύνει προς το συμφέρον της υπηρεσίας τις δυνατότητές της επιλογής και, έτσι, να μεταβεί από ένα στάδιο της διαδικασίας προσλήψεως σε άλλο, το οποίο έπεται του πρώτου σταδίου σύμφωνα με τη σειρά που προβλέπει το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, οφείλει να ασκεί την εξουσία αυτή στο πλαίσιο της νομιμότητας, που από μόνη της δεσμεύτηκε με την ανακοίνωση κενής θέσεως να τηρήσει, εξασφαλίζοντας ότι οι προϋποθέσεις που θέτει η εν λόγω ανακοίνωση αντιστοιχούν με εκείνες που περιλαμβάνονται στις ανακοινώσεις και προκηρύξεις που αφορούν τα επόμενα στάδια και, ιδίως, όπως εν προκειμένω, στην προκήρυξη διαγωνισμού, και τούτο, καθότι, αν επιτρεπόταν στα κοινοτικά όργανα να μεταβάλλουν, από ένα στάδιο της διαδικασίας πληρώσεως κενής θέσεως σε άλλο, τις προϋποθέσεις συμμετοχής, ιδίως με το να τις καθιστούν πιο ελαστικές, τα όργανα αυτά θα ήσαν ελεύθερα να διοργανώνουν διαδικασίες εξωτερικής προσλήψεως χωρίς να χρειάζεται να εξετάζουν εσωτερικές υποψηφιότητες ή, όπως εν προκειμένω, υποψηφιότητες που υποβλήθηκαν κατά το στάδιο της δυνατότητας μετατάξεως από τα άλλα κοινοτικά όργανα (βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 28ης Φεβρουαρίου 1989, 341/85, 251/86, 258/86, 259/86, 262/86, 266/86, 222/87 και 232/87, Van der Stijl και Cullington κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 511, σκέψη 52, και του Πρωτοδικείου της 22ας Μαρτίου 1995, Τ-586/93, Κοτζώνης κατά Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. ΙΙ-203, σκέψη 45).
14 Συγκρίνοντας την εν λόγω ανακοίνωση με την εν λόγω προκήρυξη, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ανακοίνωση PE/LA/91 περί υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη απαιτούσε εκ μέρους των υποψηφίων «ικανότητα αναλήψεως της ευθύνης ορισμένων καθηκόντων συντονισμού», ενώ η προϋπόθεση αυτή δεν προβλεπόταν από την προκήρυξη διαγωνισμού PE/161/LA. Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που επιβάλλει πλήρη αντιστοιχία μεταξύ ανακοινώσεων και προκηρύξεων, το Πρωτοδικείο εκτίμησε ότι το Κοινοβούλιο αβασίμως υποστήριζε ότι η προϋπόθεση αυτή που περιέχεται στην ανακοίνωση κενής θέσεως προσιδιάζει μόνον σε θέσεις βαθμού LA 5/LA 4, δεν είχε στην πράξη καμία συνέπεια και ουδείς υποψήφιος για θέση βαθμού LA 7/LA 6 έγινε δεκτός ή απορρίφθηκε με βάση το κριτήριο αυτό.
15 Διαπίστωσε επίσης, στη σκέψη 45, ότι η ανακοίνωση PE/161/LA περί υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη έτασσε προϋπόθεση σχετικά με την «ιδιαίτερη γνώση των προβλημάτων που ανάγονται στις αρμοδιότητες των Κοινοτήτων», σε αντίθεση με την προκήρυξη διαγωνισμού PE/161/LA η οποία, στην περιγραφή των υποχρεωτικών δοκιμασιών (σημείο Β), επέβαλλε μόνον προϋπόθεση σχετικά με «τη γνώση των μεγάλων τομέων της κοινοτικής δραστηριότητας». Το Πρωτοδικείο εκτίμησε ότι, εφόσον η ανακοίνωση κενής θέσεως απαιτούσε «ιδιαίτερη» γνώση των προβλημάτων που ανάγονται στις «αρμοδιότητες» των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, όντως έτασσε αυστηρότερη προϋπόθεση από εκείνη που περιέχεται στην προκήρυξη γενικού διαγωνισμού· συγκεκριμένα, η «ιδιαίτερη» γνώση συνεπάγεται την κατοχή αρτίων και ειδικών γνώσεων σε έναν τομέα, στις «αρμοδιότητες» των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, ο οποίος παραπέμπει στο σύνολο των τομέων όπου οι Ευρωπαϋκές Κοινότητες διαθέτουν συγκεκριμένη εξουσία, ενώ η «γνώση των γενικών τομέων της κοινοτικής δραστηριότητας», την οποία απαιτούσε η προκήρυξη διαγωνισμού PE/161/LA, συνεπάγεται μόνον την κατοχή γενικών γνώσεων στους μεγάλους τομείς της κοινοτικής δραστηριότητας, οι οποίοι δεν καλύπτουν κατ' ανάγκην όλους τους τομείς της κοινοτικής αρμοδιότητας.
16 Το Πρωτοδικείο κατέληξε, στη σκέψη 46, ότι η ανακοίνωση PE/LA/91 περί υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη, η οποία δημοσιεύθηκε όπως και η εσωτερική ανακοίνωση κενής θέσεως στις 15 Μαρτίου 1993, περιέχει αυστηρότερες προϋποθέσεις συμμετοχής από εκείνες που προβλέπει η προκήρυξη διαγωνισμού PE/161/LA, η οποία δημοσιεύθηκε στις 26 Νοεμβρίου 1992 (προαναφερθείσα απόφαση Van der Stijl και Cullington κατά Επιτροπής, σκέψη 50). Υπό τις συνθήκες αυτές, η ΑΔΑ δεν μπορούσε πλέον να τηρήσει ούτε το πλαίσιο το οποίο στην αρχή είχε από μόνη της δεσμευθεί να τηρήσει, δημοσιεύοντας, παρά τη σειρά που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, την προκήρυξη διαγωνισμού PE/161/LA, πριν δημοσιεύσει την εσωτερική ανακοίνωση PE/LA/91 περί υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη, ούτε το πλαίσιο, το οποίο αργότερα δεσμεύθηκε από μόνη της να τηρήσει, δημοσιεύοντας τις δύο ανακοινώσεις. Εφόσον οι ανακοινώσεις και η προκήρυξη αφορούσαν την ίδια θέση, η ΑΔΑ κατέστησε αδύνατο να επιτελέσουν την ουσιώδη λειτουργία που πρέπει να έχουν στο πλαίσιο της διαδικασίας προσλήψεως, σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, δηλαδή να πληροφορούν τους ενδιαφερόμενους, κατά τον ακριβέστερο δυνατό τρόπο, για τη φύση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την πρόσληψη στη σχετική θέση (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 3ης Μαρτίου 1993, Τ-58/91, Booss και Fischer κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-147, σκέψη 67· Κοτζώνης κατά Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 67, και της 19ης Οκτωβρίου 1995, Τ-562/93, Obst κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. ΙΙ-737, σκέψη 46). Αν η ΑΔΑ είχε ανακαλύψει, εν προκειμένω, ότι οι προϋποθέσεις που έθεταν η εσωτερική ανακοίνωση κενής θέσεως, η ανακοίνωση περί υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη και η προκήρυξη γενικού διαγωνισμού ήσαν είτε περισσότερο είτε λιγότερο αυστηρές απ' ό,τι απαιτούσαν οι ανάγκες της υπηρεσίας, θα μπορούσε να επαναλάβει από την αρχή τη διαδικασία προσλήψεως ανακαλώντας την αρχική ανακοίνωση ή προκήρυξη και αντικαθιστώντας την με διορθωμένη, προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, ανακοίνωση ή προκήρυξη (απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Φεβρουαρίου 1993, Τ-45/91, Mc Avoy κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-83, σκέψη 48), για να μπορέσει να ακολουθήσει νομότυπα, βάσει της ανακοινώσεως αυτής, τα επόμενα στάδια της διαδικασίας προσλήψεως όπως προβλέπονται από το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ.
17 Όμως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 47, ότι το Κοινοβούλιο δεν ανεκάλεσε τις ανακοινώσεις ή την προκήρυξη, αλλά συνέχισε τη διαδικασία προσλήψεως βάσει ανακοινώσεων και προκηρύξεως που είχαν διαφορετικό περιεχόμενο. Εξ αυτού κατέληξε, στη σκέψη 49, ότι η απόρριψη της υποψηφιότητας του Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns έγινε υπό μη σύννομες συνθήκες, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ.
18 Στη σκέψη 50, το Πρωτοδικείο τόνισε, επί πλέον, ότι, έχοντας απορρίψει οριστικώς την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος-ενάγοντος με την αιτιολογία ότι η ΑΔΑ δεν είχε υποχρέωση να καλύψει μια κενή θέση και ότι επιθυμούσε να έχει μεγαλύτερη δυνατότητα συγκρίσεως και επιλογής, το Κοινοβούλιο όντως δεν εξέτασε την υποψηφιότητα του Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns με γνώμονα τις προϋποθέσεις που προβλέπει η ανακοίνωση PE/LA/91 περί υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη ούτε, εξάλλου, με γνώμονα τις προϋποθέσεις που προβλέπει η προκήρυξη διαγωνισμού PE/161/LA, καθόσον, κατά την εξέταση των υποψηφιοτήτων που υποβλήθηκαν βάσει της προκηρύξεως αυτής, η υποψηφιότητα του προσφεύγοντος-ενάγοντος είχε ήδη απορριφθεί. Κατά συνέπεια, το Κοινοβούλιο δεν προέβη σε συγκριτική εξέταση των προσόντων του Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns και των προσόντων των υποψηφίων που επετράπη να μετάσχουν στον διαγωνισμό PE/161/LA, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί εν προκειμένω πρόσληψη σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 29 του ΚΥΚ, παρ' όλον ότι η εξέταση αυτή προβλήθηκε σαφώς ως αιτιολογία της αποφάσεως της ΑΔΑ να μεταβεί στο στάδιο του γενικού διαγωνισμού με τη δημοσίευση της προκηρύξεως PE/161/LA, η οποία υποτίθεται ότι επρόκειτο να παράσχει ευρύτερες δυνατότητες επιλογής και συγκρίσεως, και μολονότι η εξέταση αυτή ήταν δυνατή καθόσον το Κοινοβούλιο είχε στη διάθεσή του υποψηφιότητες για τον εξωτερικό διαγωνισμό ταυτόχρονα με την υποψηφιότητα του Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns.
19 Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο κατέληξε, στη σκέψη 51, στην ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως, χωρίς να εξετάσει τους άλλους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ο Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns.
Η αίτηση αναιρέσεως
20 Με την αίτηση αναιρέσεως το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να δεχθεί τα πρωτοδίκως διατυπωθέντα αιτήματά του και να κηρύξει την προσφυγή-αγωγή αβάσιμη. Η αίτηση αναιρέσεως στηρίζεται σε ένα και μοναδικό λόγο, αντλούμενο από τη φερόμενη παράβαση του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου - κατά το οποίο απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης -, καθότι το Πρωτοδικείο ακύρωσε την επίμαχη απόφαση λόγω του ότι το κείμενο της ανακοινώσεως περί υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη δεν είναι ταυτόσημο με το κείμενο της προκηρύξεως διαγωνισμού, ενώ ο ισχυρισμός αυτός ουδέποτε προβλήθηκε από τον Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns, ούτε στο στάδιο της διοικητικής ενστάσεως ούτε στο στάδιο της έγγραφης διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου. Το ίδιο το Πρωτοδικείο ήταν εκείνο που έλαβε αυτεπαγγέλτως υπόψη το ζήτημα αυτό, όταν έθεσε ορισμένες ερωτήσεις στο Κοινοβούλιο, για να προετοιμάσει το προφορικό στάδιο της διαδικασίας. Όμως, αυτό που απαγορεύεται για τους διαδίκους, κατά μείζονα λόγο απαγορεύεται και για το ίδιο το Πρωτοδικείο.
21 Εξάλλου, το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι, ακόμη και αν ο ισχυρισμός που αντλείται από το ότι το κείμενο της ανακοινώσεως περί υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη δεν είναι πανομοιότυπο με το κείμενο της προκηρύξεως γενικού διαγωνισμού δεν ήταν απαράδεκτος λόγω του οψίμου του, θα ήταν απαράδεκτος λόγω ελλείψεως βλαπτικής πράξεως και εννόμου συμφέροντος. Συγκεκριμένα, εφόσον ο Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns δεν παρουσιάστηκε στον διαγωνισμό PE/161/LA, το κείμενο της προκηρύξεως του διαγωνισμού δεν μπορεί να θεωρηθεί ως βλαπτικό γι' αυτόν. Εξάλλου, το γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκε στον διαγωνισμό συνεπάγεται επίσης την έλλειψη εννόμου συμφέροντος.
22 Για την περίπτωση που το Δικαστήριο εκτιμήσει, παρά ταύτα, ότι είναι παραδεκτός ο λόγος ακυρώσεως που διατύπωσε το Πρωτοδικείο και ότι δεν υφίσταται πρόβλημα παραδεκτού λόγω ελλείψεως βλαπτικής πράξεως, το Κοινοβούλιο επαναλαμβάνει, παραπέμποντας σε παράρτημα της αιτήσεως αναιρέσεως, τα επιχειρήματα που προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου, κατά τα οποία οι διαφορές στα κείμενα της ανακοινώσεως και της προκηρύξεως δεν διαδραμάτισαν κανένα ρόλο κατά την εξέταση της υποψηφιότητας του Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns.
23 Στο υπόμνημα αντικρούσεως, ο Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns αμφισβητεί κατ' αρχάς ότι το άρθρο 48, παράγραφος 2, έχει εφαρμογή επί του Πρωτοδικείου. Ισχυρισμός περί του αντιθέτου καταλήγει στην παραγνώριση των δυνατοτήτων έρευνας του Πρωτοδικείου ή των καθηκόντων ενός δικαστηρίου κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του. Ειδικά η αρχή jura novit curia επιτρέπει στα πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια να εφαρμόζουν τους κανόνες δικαίου που κρίνουν κατάλληλους, χωρίς ωστόσο να μεταβάλλουν το αίτημα παροχής εννόμου προστασίας ή τη φύση του τεθέντος προβλήματος. Επί πλέον, η λύση που υποστηρίζει το Κοινοβούλιο θα επέβαλλε στον δικαστή να περιορίζει τη συλλογιστική του στα προταθέντα από τους διαδίκους, ακόμη και όταν αυτοί σφάλλουν.
24 Ο Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns υποστηρίζει, δεύτερον, ότι η ασυμφωνία μεταξύ ανακοινώσεως και προκηρύξεως δεν αποτελεί ισχυρισμό εν στενή εννοία, αλλά πρόκειται περί επιχειρήματος το οποίο περιλαμβάνεται κατ' ανάγκη στους ισχυρισμούς που περιέχονταν στην προσφυγή-αγωγή. Ο αναιρεσίβλητος προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου, μεταξύ άλλων, παράβαση του άρθρου 29 του ΚΥΚ, μη τήρηση, εκ μέρους του Κοινοβουλίου, του νομικού πλαισίου το οποίο από μόνο του δεσμεύθηκε να τηρήσει κατά τα διάφορα διαδοχικά στάδια της διαδικασίας επιλογής, καθώς και παραγνώριση της αρχής της χρηστής διοικήσεως. Αναφέρθηκε επίσης, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση και με τα προηγούμενα υπομνήματά του, στην απόφαση Van der Stijl και Cullington κατά Επιτροπής, την οποία παρέθεσε το Πρωτοδικείο. Οι επισημανθείσες από το Πρωτοδικείο αυστηρότερες προϋποθέσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως σε σχέση με την προκήρυξη διαγωνισμού δεν αποτελούσαν τίποτε άλλο παρά επί πλέον απόδειξη της ίδιας παρατυπίας στον τρόπο ενέργειας του Κοινοβουλίου.
25 Τρίτον, ο Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns φρονεί ότι η διαπίστωση της ασυμφωνίας μεταξύ ανακοινώσεως και προκηρύξεως αποτελεί διαπίστωση πραγματικού περιστατικού, γενομένη στο πλαίσιο της εξετάσεως του ισχυρισμού περί παραβάσεως του άρθρου 29 του ΚΥΚ. Εφόσον η αίτηση αναιρέσεως μπορεί να στηρίζεται μόνο σε ισχυρισμούς περί παραβάσεως κανόνων δικαίου, η αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλε το Κοινοβούλιο είναι απαράδεκτη.
26 Στη συνέχεια, ο Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns υπογραμμίζει ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου παραθέτει ως αιτιολογία όχι μόνον την ασυμφωνία μεταξύ των κειμένων της ανακοινώσεως και της προκηρύξεως, αλλά και την παράβαση του άρθρου 29 του ΚΥΚ, αν αυτή θεωρηθεί ως χωριστός ισχυρισμός. Η σχετική με την παράβαση αυτή αιτιολογία, η οποία παρατίθεται στις σκέψεις 49 και 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αρκεί για να δικαιολογήσει την ακυρωτική απόφαση του Πρωτοδικείου (απόφαση της 9ης Ιουνίου 1992, C-30/91 P, Lestelle κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-3755, σκέψη 28).
27 Απαντώντας στο επιχείρημα του Κοινοβουλίου ότι, εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός περί ασυμφωνίας μεταξύ των κειμένων της ανακοινώσεως και της προκηρύξεως ήταν απαράδεκτος λόγω ελλείψεως βλαπτικής πράξεως και εννόμου συμφέροντος, καθόσον ο Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns δεν παρουσιάστηκε στον διαγωνισμό, ο αναιρεσίβλητος υπενθυμίζει ότι η διαδικασία που προβλέπει ο ΚΥΚ για την τοποθέτηση σε άλλο κοινοτικό όργανο είναι η μετάταξη και όχι η συμμετοχή σε διαγωνισμό. Συνεπώς, δεν υπέπεσε σε σφάλμα με το να μη παρουσιαστεί στον διαγωνισμό.
28 Στο υπόμνημα απαντήσεως, το Κοινοβούλιο εκθέτει, ιδίως, ότι οι διαφορές στα κείμενα της ανακοινώσεως και της προκηρύξεως ήσαν απλώς διαφορές στη σύνταξη, οι οποίες δεν είχαν καμία συνέπεια κατά την εξέταση της υποψηφιότητας του Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns, και ότι η ακύρωση αποφάσεως για τέτοιες διαφορές αποτελεί καθαρή τυπολατρεία. Υπογραμμίζει επίσης ότι, στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες αποφάσεις του Πρωτοδικείου (Van der Stijl και Cullington κατά Επιτροπής και Κοτζώνης κατά Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής), τα πραγματικά περιστατικά ήσαν διαφορετικά, ιδίως καθόσον οι προσφεύγοντες είχαν ρητώς προβάλει την ασυμφωνία μεταξύ ανακοινώσεως και προκηρύξεως ως χωριστό και ειδικό λόγο ακυρώσεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
29 Το άρθρο 48, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου ορίζει: «Κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία.»
30 Από απλή ανάγνωση της διατάξεως αυτής στο πλαίσιο του άρθρου 48 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και, ευρύτερα, στο πλαίσιο του κεφαλαίου 1 του τίτλου 2 του Κανονισμού αυτού, το οποίο επιγράφεται «Έγγραφη διαδικασία», προκύπτει σαφώς ότι πρόκειται περί διατάξεως η οποία αφορά τους διαδίκους και όχι το Πρωτοδικείο.
31 Εξ αυτού προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως, στο μέτρο που με αυτόν προσάπτεται στο Πρωτοδικείο ότι δεν τήρησε κανόνα που το αφορά, είναι αβάσιμος.
32 Αν αυτός ο λόγος αναιρέσεως νοηθεί υπό την έννοια ότι με αυτόν προσάπτεται στο Πρωτοδικείο ότι αποφάνθηκε ultra petita, είναι πάλι αβάσιμος.
33 Συγκεκριμένα, από τη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο ακύρωσε την επίμαχη απόφαση για παράβαση του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, με το σκεπτικό ότι η απόρριψη της υποψηφιότητας του Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns συντελέστηκε υπό μη σύννομες συνθήκες, καθόσον η υποψηφιότητα αυτή εξετάστηκε βάσει ανακοινώσεως για την ύπαρξη θέσεως προς μετάταξη προβλέπουσας αυστηρότερες προϋποθέσεις προσλήψεως απ' ό,τι η προκήρυξη διαγωνισμού για την ίδια θέση.
34 Επομένως, η ασυμφωνία μεταξύ ανακοινώσεως και προκηρύξεως δεν αποτελούσε χωριστό ισχυρισμό, αλλ' ανάπτυξη της συλλογιστικής του Πρωτοδικείου η οποία θεμελίωσε το βάσιμο του ισχυρισμού περί παραβάσεως του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ.
35 Όσον αφορά τον επικουρικό λόγο αναιρέσεως με τον οποίο το Κοινοβούλιο προβάλλει, αφενός, το γεγονός ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού δεν αποτελεί βλαπτική πράξη και, αφετέρου, έλλειψη εννόμου συμφέροντος, δεδομένου ότι ο Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns δεν παρουσιάστηκε στον διαγωνισμό, πρέπει να υπομνησθεί ότι από τα αποτελέσματα του άρθρου 51 του Οργανισμού (ΕΚ) του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να αναφέρει επακριβώς τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της οποίας ζητείται η αναίρεση καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά συγκεκριμένο τρόπο την αίτηση αυτή (διάταξη της 26ης Σεπτεμβρίου 1994, C-26/94 P, Ξ κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. Ι-4379, σκέψεις 11 και 12).
36 Εν προκειμένω, το αναιρεσείον δεν ανέφερε επακριβώς σε ποιο στάδιο της συλλογιστικής του το Πρωτοδικείο αναγνώρισε ότι η βλαπτική για τον Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns πράξη υπό την έννοια του άρθρου 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, σε σχέση με την οποία πρέπει να εκτιμηθεί το έννομο συμφέρον, δηλαδή η πράξη της οποίας ο Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns ζήτησε την ακύρωση, είναι η προκήρυξη διαγωνισμού.
37 Αντιθέτως, από απλή ανάγνωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η μόνη βλαπτική πράξη της οποίας την ακύρωση ζήτησε ο Ε. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ ήταν η απόφαση του Κοινοβουλίου της 10ης Ιανουαρίου 1994 περί απορρίψεως της διοικητικής του ενστάσεως κατά της απορρίψεως της υποψηφιότητάς του για την κενή θέση την οποία αφορά η ανακοίνωση PE/LA/91 περί υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη.
38 Επομένως, ο επικουρικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως βλαπτικής πράξεως και εννόμου συμφέροντος πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτος.
39 Όσο για το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο παραπέμπει στα επιχειρήματα που προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου, κατά τα οποία οι διαφορές στα κείμενα της ανακοινώσεως και της προκηρύξεως δεν διαδραμάτισαν κανένα ρόλο, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το αίτημα με το οποίο στην πραγματικότητα επιδιώκεται απλώς και μόνον να επανεξεταστούν ισχυρισμοί που προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου (βλ. την απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1993, C-354/92 P, Eppe κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-7027, σκέψη 8, και την προαναφερθείσα διάταξη Ξ κατά Επιτροπής, σκέψη 13).
40 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι εν μέρει αβάσιμη και εν μέρει απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
41 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο βάσει του άρθρου 118 έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την καταδίκη του Κοινοβουλίου στα δικαστικά έξοδα και το Κοινοβούλιο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy