Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Κοινοτικό δίκαιο - Άμεσο αποτέλεσμα - Εθνικοί φόροι αντιβαίνοντες στο κοινοτικό δίκαιο - Επιστροφή - Τρόπος - Εφαρμογή του εθνικού δικαίου - Αποκλειστική προθεσμία - Επιτρέπεται - Προϋποθέσεις - Τήρηση της αρχής της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου - Τήρηση της αρχής της ισοδυναμίας των προϋποθέσεων αναζητήσεως με τις προϋποθέσεις αναλόγων αξιώσεων του εσωτερικού δικαίου
2 Πράξεις των οργάνων - Οδηγίες - Άμεσο αποτέλεσμα - Συνέπειες - Δυνατότητα αντιτάξεως στους ιδιώτες εθνικών κανόνων σχετικά με τις προθεσμίες ασκήσεως των ενδίκων προσφυγών, πριν από την ορθή μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη - Επιτρέπεται - Προϋποθέσεις
Περίληψη
3 Ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως όσον αφορά την απόδοση των αχρεωστήτως εισπραττομένων εθνικών φόρων, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους απόκειται να ορίσει τα αρμόδια δικαστήρια και να θεσπίσει τους διαδικαστικούς κανόνες ασκήσεως των ενδίκων προσφυγών που αποσκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση, αφενός, ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϋκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοιες προσφυγές της εσωτερικής έννομης τάξεως (αρχή της ισοδυναμίας) και, αφετέρου, ότι δεν καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η κοινοτική έννομη τάξη (αρχή της αποτελεσματικότητας).
Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο ο καθορισμός ευλόγων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση προσφυγής, προς το συμφέρον της ασφάλειας δικαίου, η οποία προστατεύει τόσο τον ενδιαφερόμενο φορολογούμενο όσο και την εμπλεκόμενη διοίκηση. Πράγματι, τέτοιες προθεσμίες δεν είναι ικανές να καταστήσουν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγούνται από την κοινοτική έννομη τάξη. Συναφώς, μια τριετής αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου, αρχόμενη από την ημερομηνία της αμφισβητουμένης καταβολής, φαίνεται εύλογη.
Ο σεβασμός της αρχής της ισοδυναμίας προϋποθέτει, εξάλλου, ότι ο επίμαχος κανόνας εφαρμόζεται αδιακρίτως στις προσφυγές που στηρίζονται σε παράβαση του κοινοτικού δικαίου και σ' εκείνες που στηρίζονται σε μη τήρηση του εσωτερικού δικαίου, εφόσον πρόκειται για φόρους ή τέλη του ιδίου είδους. Η αρχή αυτή δεν μπορεί, αντιθέτως, να ερμηνευθεί ως υποχρεώνουσα το κράτος μέλος να επεκτείνει στο σύνολο των ενδίκων προσφυγών περί αποδόσεως των φόρων ή τελών που εισπράχθηκαν κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου το πλέον ευνοϋκό εσωτερικό καθεστώς αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων. Έτσι, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει να προβλέπει η νομοθεσία κράτους μέλους, παράλληλα με την προθεσμία παραγραφής του κοινού δικαίου η οποία ισχύει για τις αγωγές περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων μεταξύ ιδιωτών, ιδιαίτερους, λιγότερο ευνοϋκούς κανόνες για την υποβολή ενστάσεων και την άσκηση ενδίκων προσφυγών προς αμφισβήτηση των τελών και λοιπών φόρων. Αυτό θα συνέβαινε μόνον αν οι κανόνες αυτοί ίσχυαν αποκλειστικά για τις προσφυγές εκείνες περί επιστροφής των εν λόγω τελών ή φόρων που ασκούνται βάσει του κοινοτικού δικαίου.
Συνεπώς, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να αντιτάσσει στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου τριετή αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου αποκλίνουσα από το κοινό καθεστώς των αγωγών περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων μεταξύ ιδιωτών, οι οποίες υπόκεινται σε ευνοϋκότερη προθεσμία, εφόσον η αποκλειστική αυτή προθεσμία εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής των φόρων αυτών οι οποίες στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο και σε εκείνες που στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο.
4 Το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να αντιτάσσουν στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση οδηγίας αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου αρχόμενη από την ημερομηνία της καταβολής των εν λόγω φόρων, έστω και αν, κατά την ημερομηνία αυτή, η οδηγία αυτή δεν είχε ακόμα μεταφερθεί ορθώς στο εθνικό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση ότι η προθεσμία αυτή δεν είναι λιγότερο ευνοϋκή για τις ένδικες προσφυγές που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο από την προθεσμία που αφορά παρόμοιες προσφυγές της εσωτερικής έννομης τάξεως και δεν καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η κοινοτική έννομη τάξη και εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι η συμπεριφορά των εθνικών αρχών συνδυαζόμενη με την ύπαρξη της επίδικης προθεσμίας στέρησαν παντελώς τον προσφεύγοντα από τη δυνατότητα επικλήσεως των δικαιωμάτων του ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-260/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Corte d'appello di Venezia (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Ministero delle Finanze
και
Spac SpA,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, H. Ragnemalm, M. Wathelet και R. Schintgen, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida, P. J. G. Kapteyn, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet (εισηγητή), L. Sevσn και Κ. Μ. Ιωάννου, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Spac SpA, εκπροσωπούμενη από τον Claudio Toniolo, δικηγόρο Βιτσέντζας,
- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή Umberto Leanza, προϋστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Ivo M. Braguglia, avvocato dello Stato,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Catherine de Salins, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Gautier Mignot, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στην ίδια διεύθυνση,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τη Stephanie Ridley, του Treasury Solicitor's Department,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Εnrico Traversa, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Spac SpA, εκπροσωπηθείσας από τον Claudio Toniolo, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπηθείσας από τον Ivo M. Braguglia, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπηθείσας από τον Gautier Mignot, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπηθείσας από τον Nicholas Paines, barrister, και της Επιτροπής, εκπροσωπηθείσας από τον Enrico Traversa, κατά τη συνεδρίαση της 3ης Φεβρουαρίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Μαρτίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 18ης Απριλίου 1996, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Ιουλίου 1996, το Corte d'appello di Venezia υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων.
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του ιταλικού Υπουργείου Οικονομικών και της Spac SpA (στο εξής: Spac) σχετικά με το υπέρ του Δημοσίου τέλος εγγραφής των εταιριών στο μητρώο επιχειρήσεων (στο εξής: τέλος υπέρ του Δημοσίου).
3 Το τέλος υπέρ του Δημοσίου καθιερώθηκε με το διάταγμα 641 του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 26ης Οκτωβρίου 1972 (GURI αριθ. 292, της 11ης Νοεμβρίου 1972, συμπληρωματικό τεύχος αριθ. 3, στο εξής: διάταγμα 641/72). Η ρύθμιση αυτή, στο μέτρο που εφαρμόζεται επί της εγγραφής στο μητρώο της συστατικής πράξεως των εταιριών, αποτέλεσε αντικείμενο διαδοχικών τροποποιήσεων όσον αφορά το ύψος και τη συχνότητα καταβολής του τέλους.
4 Τα ποσά του τέλους υπέρ του Δημοσίου αυξήθηκαν αρχικά ουσιωδώς με το νομοθετικό διάταγμα 853, της 19ης Δεκεμβρίου 1984 (GURI αριθ. 347, της 19ης Δεκεμβρίου 1984), το οποίο κατέστη ο νόμος 17, της 17ης Φεβρουαρίου 1985 (GURI αριθ. 41 bis, της 17ης Φεβρουαρίου 1985), ο οποίος προέβλεψε επίσης ότι στο εξής θα οφείλεται τέλος όχι μόνον κατά την εγγραφή της συστατικής πράξεως της εταιρίας στο μητρώο, αλλά και στις 30 Ιουνίου όλων των επομένων ετών. Στη συνέχεια, τα ποσά του τέλους τροποποιήθηκαν εκ νέου το 1988 και το 1989. Το τελευταίο αυτό έτος, ανέρχονταν σε 12 εκατομμύρια ιταλικές λίρες (LIT) για τις ανώνυμες εταιρίες και τις ετερόρρυθμες κεφαλαιουχικές εταιρίες, σε 3,5 εκατομμύρια LIT για τις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης και σε 500 000 LIT για τις λοιπές εταιρίες.
5 Με την απόφαση της 20ής Απριλίου 1993, C-71/91 και C-178/91, Ponente Carni και Cispadana Costruzioni (Συλλογή 1993, σ. Ι-1915, στο εξής: απόφαση Ponente Carni), που αφορούσε το τέλος υπέρ του Δημοσίου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 10 της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 20), έχει την έννοια ότι απαγορεύει, υπό την επιφύλαξη των εξαιρετικών διατάξεων του άρθρου 12, την επιβολή ετήσιου φόρου για την καταχώριση των κεφαλαιουχικών εταιριών στο οικείο μητρώο, και τούτο έστω και αν το προϋόν της εν λόγω επιβαρύνσεως συμβάλλει στη χρηματοδότηση της υπηρεσίας που είναι επιφορτισμένη με την τήρηση του μητρώου όπου καταχωρίζονται οι εταιρίες. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι το άρθρο 12 της οδηγίας 69/335 έχει την έννοια ότι οι φόροι που έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα, στους οποίους αναφέρεται η παράγραφος 1, στοιχείο εε, της εν λόγω διατάξεως, είναι δυνατό να συνιστούν επιβαρύνσεις επιβαλλόμενες δίκην αντιπαροχής για πράξεις που επιβάλλονται από τον νόμο για σκοπό αναγόμενο στο γενικό συμφέρον, όπως είναι, παραδείγματος χάριν, η καταχώριση των κεφαλαιουχικών εταιριών στα οικεία μητρώα. Τα ποσά των εν λόγω τελών, που είναι δυνατό να διαφέρουν ανάλογα με τη νομική μορφή της εταιρίας, πρέπει να υπολογίζονται με βάση το κόστος της οικείας πράξεως, το οποίο επιτρέπεται να αποτιμάται κατ' αποκοπήν.
6 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το νομοθετικό διάταγμα 331, της 30ής Αυγούστου 1993 (GURI αριθ. 203, της 30ής Αυγούστου 1993), το οποίο κατέστη ο νόμος 427, της 29ης Οκτωβρίου 1993 (GURI αριθ. 255, της 29ης Οκτωβρίου 1993), μείωσε το τέλος υπέρ του Δημοσίου σε 500 000 LIT για όλες τις εταιρίες και κατάργησε την ετήσια είσπραξή του.
7 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το Υπουργείο Οικονομικών άσκησε έφεση κατά αποφάσεως του Tribunale di Venezia, η οποία το υποχρέωνε να επιστρέψει στη Spac τα ποσά του τέλους υπέρ του Δημοσίου τα οποία είχε καταβάλει η εταιρία αυτή, με την αιτιολογία ότι το τέλος αυτό, όπως ίσχυε έως το 1993, αντέβαινε στην οδηγία 69/335, όπως αυτή ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση Ponente Carni. Με την απόφασή του, το Tribunale di Venezia, κρίνοντας ότι είχε εφαρμογή η δεκαετής παραγραφή του κοινού δικαίου, απέρριψε ένσταση απαραδέκτου, αντλούμενη από την ισχύουσα για τις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής αποκλειστική προθεσμία, την οποία το Υπουργείο είχε προβάλει βάσει του άρθρου 13 του διατάγματος 641/72. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή «Ο φορολογούμενος δύναται να ζητήσει την απόδοση των κακώς καταβληθέντων τελών εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών ετών από της ημερομηνίας καταβολής (...)».
8 Το Υπουργείο Οικονομικών αμφισβητεί κυρίως αυτήν την πτυχή της αποφάσεως. Αντίθετα προς τα υποστηριζόμενα από τη Spac, υποστηρίζει ότι η επιστροφή του τέλους υπέρ του Δημοσίου διέπεται από το άρθρο 13 του διατάγματος 641/72, στο μέτρο που το άρθρο αυτό εφαρμόζεται σε όλα να αχρεωστήτως καταβληθέντα τέλη, ανεξαρτήτως της αιτίας της εσφαλμένης καταβολής.
9 Στη διάταξη περί παραπομπής, το Corte d'appello θεωρεί, παραπέμποντας στη νομολογία του Δικαστηρίου, ότι τα δικαιώματα τα οποία οι υποκείμενες στο τέλος υπέρ του Δημοσίου εταιρίες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο θα διασφαλίζονταν επαρκώς αν η ένδικη προσφυγή περί επιστροφής του τέλους αυτού χαρακτηριζόταν ως αγωγή περί αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος, υποκείμενη στη δεκαετή παραγραφή του κοινού δικαίου. Αμφιβάλλει, ωστόσο, αν θα ίσχυε το ίδιο στην περίπτωση της εφαρμογής της αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 13 του διατάγματος 641/72, δεδομένου ότι η προθεσμία αυτή είναι βραχύτερη, αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία της αμφισβητουμένης καταβολής και δεν μπορεί να διακοπεί.
10 Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί, ωστόσο, ότι το Corte Suprema di cassazione, με την απόφαση 3458, της 23ης Φεβρουαρίου 1996, έκρινε ότι η επιστροφή του τέλους υπέρ του Δημοσίου διέπεται από την τελευταία αυτή διάταξη και, συνεπώς, δέχθηκε σιωπηρώς ότι η διάταξη συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο.
11 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Corte d'appello di Venezia ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Ερωτάται αν, σε περίπτωση ασκήσεως ένδικης προσφυγής ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων με αίτημα την επιστροφή τελών καταβληθέντων δυνάμει νομοθετικών διατάξεων αντιβαινουσών στο άρθρο 10 της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων, όπως αυτή ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων με την απόφαση της 20ής Απριλίου 1993 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-71/91 και C-178/91, Ponente Carni και Cispadana Costruzioni (Συλλογή 1993, σ. Ι-1915), συμβιβάζεται με τις αρχές της ούτως ερμηνευμένης οδηγίας, καθώς και με τις γενικές αρχές της κοινοτικής έννομης τάξεως, όπως αυτές διατυπώθηκαν από το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων με την απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991 στην υπόθεση C-208/90, Emmott (Συλλογή 1991, σ. Ι-4269), κανόνας του εσωτερικού δικαίου ο οποίος, εξαιρώντας την ένδικη αυτή προσφυγή περί επιστροφής από το κοινό καθεστώς της αγωγής περί αναζητήσεως αχρεωστήτως καταβληθέντος και υποβάλλοντάς τη στο ειδικό καθεστώς που προβλέπεται για την επιστροφή των κακώς καταβληθέντων τελών, επιβάλλει την άσκηση της προσφυγής αυτής εντός αποκλειστικής προθεσμίας αρχομένης από του χρόνου της καταβολής και όχι από του χρόνου της ορθής μεταφοράς της κοινοτικής οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.»
Επί του πρώτου σκέλους του ερωτήματος
12 Η Επιτροπή θεωρεί ότι το πρώτο σκέλος του ερωτήματος αφορά την ερμηνεία του ιταλικού δικαίου και επομένως, ως έχει, είναι απαράδεκτο. Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνει την αναδιατύπωσή του. Κατά τη γνώμη της, με αυτό το σκέλος του ερωτήματος ερωτάται κατ' ουσίαν αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει εθνική νομοθεσία η οποία υποβάλλει τις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρου εισπραχθέντος κατά παράβαση της οδηγίας 69/335 σε αποκλειστική προθεσμία, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη εξουσίας φορολογήσεως και την ύπαρξη φορολογικής οφειλής προς το Δημόσιο, αντί της προθεσμίας παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με την ίδια αυτή νομοθεσία, σε περίπτωση αντικειμενικώς αχρεωστήτου απορρέοντος από την απουσία μιας τέτοιας εξουσίας και μιας τέτοιας οφειλής.
13 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι, με το πρώτο σκέλος του ερωτήματός του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει στα κράτη μέλη να αντιτάσσουν στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου τριετή αποκλειστική προθεσμία προβλεπόμενη από το εθνικό δίκαιο, κατά παρέκκλιση από το κοινό καθεστώς των αγωγών περί αναζητήσεως αχρεωστήτως καταβληθέντος μεταξύ ιδιωτών, για τις οποίες ισχύει ευνοϋκότερη προθεσμία. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, ως εκ τούτου, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει τη νομολογία του σύμφωνα με την οποία οι διαδικαστικοί κανόνες ασκήσεως των ενδίκων προσφυγών που αποσκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϋκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοιες προσφυγές της εσωτερικής έννομης τάξεως (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe, Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, και 45/76, Comet, Συλλογή τόμος 1976, σ. 765).
14 Συνεπώς, πρέπει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό.
15 H Spac θεωρεί ότι η νομολογία του Δικαστηρίου δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να εξαιρούν τις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής του τέλους υπέρ του Δημοσίου από το καθεστώς του κοινού δικαίου που ισχύει ως προς την αναζήτηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος και να τις υποβάλλουν σε ειδικό, λιγότερο ευνοϋκό καθεστώς, όπως αυτό που προβλέπει το άρθρο 13 του διατάγματος 641/72. Παρατηρεί ότι μόνο το πρώτο καθεστώς είναι ικανό να διασφαλίσει επαρκώς το δικαίωμα των κεφαλαιουχικών εταιριών προς επιστροφή των αχρεωστήτως εξοφληθέντων τελών υπέρ του Δημοσίου.
16 Αντιθέτως, κατά τις τρεις κυβερνήσεις που κατέθεσαν παρατηρήσεις, ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να προβλέψει, στον δημοσιονομικό τομέα, αποκλειστική προθεσμία διαφορετική από την προθεσμία του κοινού δικαίου, εφόσον η προθεσμία αυτή ισχύει εξίσου για τις αιτήσεις επιστροφής που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο και εκείνες που στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.
17 Όπως επανειλημμένως έχει παρατηρήσει το Δικαστήριο, από τη συγκριτική προσέγγιση των εθνικών συστημάτων προκύπτει ότι το ζήτημα της αμφισβητήσεως των παρανόμως απαιτηθέντων φόρων ή της αποδόσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων λύεται με διαφορετικούς τρόπους στα διάφορα κράτη μέλη, ακόμη δε και εντός του ιδίου κράτους, ανάλογα με τα διάφορα είδη των επιμάχων φόρων και τελών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αμφισβητήσεις ή οι αιτήσεις αυτού του είδους υποβάλλονται από τον νόμο σε καθορισμένες προϋποθέσεις τύπου και προθεσμίας όσον αφορά τόσο τις αξιώσεις που απευθύνονται στη φορολογική διοίκηση όσο και τις ένδικες προσφυγές. Σε άλλες περιπτώσεις, οι ένδικες προσφυγές περί επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων τελών πρέπει να ασκούνται ενώπιον των κοινών δικαστηρίων, ιδίως υπό μορφή αγωγών αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος· οι αγωγές αυτές μπορούν να ασκηθούν εντός λιγότερο ή περισσότερο μακράς προθεσμίας, σε ορισμένες δε περιπτώσεις εντός του χρόνου παραγραφής του κοινού δικαίου (βλ. αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1980, 68/79, Just, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 253, σκέψεις 22 και 23· της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit italiana, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 605, σκέψεις 23 και 24· της 10ης Ιουλίου 1980, 811/79, Ariete, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 637, σκέψεις 10 και 11, και 826/79, Mireco, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 643, σκέψεις 11 και 12).
18 Αυτή η ποικιλία των εθνικών συστημάτων απορρέει ιδίως από την απουσία κοινοτικής ρυθμίσεως όσον αφορά την απόδοση των αχρεωστήτως εισπραττομένων εθνικών φόρων. Σε μια τέτοια κατάσταση, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, απόκειται όντως στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να ορίσει τα αρμόδια δικαστήρια και να θεσπίσει τους διαδικαστικούς κανόνες ασκήσεως των ενδίκων προσφυγών που αποσκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση, αφενός, ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϋκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοιες προσφυγές της εσωτερικής έννομης τάξεως (αρχή της ισοδυναμίας) και, αφετέρου, ότι δεν καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η κοινοτική έννομη τάξη (αρχή της αποτελεσματικότητας) (προμνησθείσες αποφάσεις Rewe, σκέψη 5, και Comet, σκέψεις 13 και 16, και, πλέον πρόσφατα, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-312/93, Peterbroeck, Συλλογή 1995, σ. Ι-4599, σκέψη 12).
19 Όσον αφορά την τελευταία αυτή αρχή, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο ο καθορισμός ευλόγων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση προσφυγής, προς το συμφέρον της ασφάλειας δικαίου, η οποία προστατεύει τόσο τον ενδιαφερόμενο φορολογούμενο όσο και την εμπλεκόμενη διοίκηση (προμνησθείσες αποφάσεις Rewe, σκέψη 5, Comet, σκέψεις 17 και 18, και Denkavit italiana, σκέψη 23· βλ. επίσης αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1997, C-261/95, Palmisani, Συλλογή 1997, σ. Ι-4025, σκέψη 28, και της 17ης Ιουλίου 1997, C-90/94, Haahr Petroleum, Συλλογή 1997, σ. Ι-4085, σκέψη 48). Πράγματι, τέτοιες προθεσμίες δεν είναι ικανές να καταστήσουν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγούνται από την κοινοτική έννομη τάξη. Συναφώς, μια τριετής αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου, αρχόμενη από την ημερομηνία της αμφισβητουμένης καταβολής, φαίνεται εύλογη (βλ. επίσης σημερινή απόφαση στην υπόθεση C-231/96, Edis, η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 35).
20 Ο σεβασμός της αρχής της ισοδυναμίας προϋποθέτει, εξάλλου, ότι ο επίμαχος κανόνας εφαρμόζεται αδιακρίτως στις προσφυγές που στηρίζονται σε παράβαση του κοινοτικού δικαίου και σ' εκείνες που στηρίζονται σε μη τήρηση του εσωτερικού δικαίου, εφόσον πρόκειται για φόρους ή τέλη του ιδίου είδους. Η αρχή αυτή δεν μπορεί, αντιθέτως, να ερμηνευθεί ως υποχρεώνουσα το κράτος μέλος να επεκτείνει στο σύνολο των ενδίκων προσφυγών περί αποδόσεως των φόρων ή τελών που εισπράχθηκαν κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου το πλέον ευνοϋκό εσωτερικό καθεστώς αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων (προμνησθείσα απόφαση Edis, σκέψη 36).
21 Έτσι, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει να προβλέπει η νομοθεσία κράτους μέλους, παράλληλα με την προθεσμία παραγραφής του κοινού δικαίου η οποία ισχύει για τις αγωγές περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων μεταξύ ιδιωτών, ιδιαίτερους, λιγότερο ευνοϋκούς κανόνες για την υποβολή ενστάσεων και την άσκηση ενδίκων προσφυγών προς αμφισβήτηση των τελών και λοιπών φόρων. Αυτό θα συνέβαινε μόνον αν οι κανόνες αυτοί ίσχυαν αποκλειστικά για τις προσφυγές εκείνες περί επιστροφής των εν λόγω τελών ή φόρων που ασκούνται βάσει του κοινοτικού δικαίου (προμνησθείσα απόφαση Edis, σκέψη 37).
22 Στην υπό κρίση περίπτωση, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η συγκεκριμένη αποκλειστική προθεσμία αφορά όχι μόνον το επίδικο τέλος υπέρ του Δημοσίου, αλλά το σύνολο των τελών υπέρ του Δημοσίου. Επιπλέον, σύμφωνα με μη αμφισβητηθέντα στοιχεία που παρέσχε η Ιταλική Κυβέρνηση, ανάλογη προθεσμία ισχύει και για τις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής ορισμένων εμμέσων φόρων. Επίσης, από το γράμμα της επίδικης διατάξεως δεν προκύπτει ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο στις προσφυγές που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο. Εξάλλου, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 26 των προτάσεών του σε σχέση με τα σημεία 62, 63 και 64 των προτάσεών του στην υπόθεση Edis, από τη νομολογία του Corte Suprema di cassazione προκύπτει ότι οι προθεσμίες που ισχύουν στον δημοσιονομικό τομέα εφαρμόζονται και στις προσφυγές περί επιστροφής τελών ή φόρων που εισπράχθηκαν βάσει νόμων οι οποίοι έχουν κηρυχθεί αντίθετοι προς το Ιταλικό Σύνταγμα (απόφαση Edis, σκέψη 38).
23 Συνεπώς, στο πρώτο σκέλος του ερωτήματος προσήκει η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να αντιτάσσει στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου τριετή αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου αποκλίνουσα από το κοινό καθεστώς των αγωγών περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων μεταξύ των ιδιωτών, οι οποίες υπόκεινται σε ευνοϋκότερη προθεσμία, εφόσον η αποκλειστική αυτή προθεσμία εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής των φόρων αυτών οι οποίες στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο και σε εκείνες που στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο.
Επί του δευτέρου σκέλους του ερωτήματος
24 Με το δεύτερο σκέλος του ερωτήματός του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει στα κράτη μέλη να αντιτάσσουν στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση οδηγίας αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου αρχόμενη από την ημερομηνία της καταβολής των εν λόγω φόρων, ενώ, κατά την ημερομηνία αυτή, η οδηγία αυτή δεν είχε ακόμα μεταφερθεί ορθώς στο εθνικό δίκαιο.
25 Οι τρεις κυβερνήσεις που κατέθεσαν παρατηρήσεις προτείνουν, αντίθετα προς τη Spac, να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό. Συγκεκριμένα, θεωρούν ότι ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να επικαλεστεί αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου, όπως η επίδικη προθεσμία, εφόσον η προθεσμία αυτή πληροί τις προϋποθέσεις που διατυπώθηκαν με τις προμνησθείσες αποφάσεις Rewe και Comet. Κατά τις κυβερνήσεις αυτές, η προμνησθείσα απόφαση Emmott πρέπει να αναγνωσθεί στο πλαίσιο των όλως ιδιαιτέρων περιστάσεων της υποθέσεως εκείνης, πράγμα το οποίο επιβεβαίωσε, εξάλλου, το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1993, C-338/91, Steenhorst-Neerings (Συλλογή 1993, σ. Ι-5475), και της 6ης Δεκεμβρίου 1994, C-410/92, Johnson (Συλλογή 1994, σ. Ι-5483).
26 Σε πρώτη φάση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι προμνησθείσες αποφάσεις Steenhorst-Neerings και Johnson είχαν σχέση με αιτήσεις οι οποίες αφορούσαν κοινωνικές παροχές μη χορηγηθείσες παρανόμως και, συνεπώς, δεν είχαν σχέση με την υπό κρίση περίπτωση. Η Επιτροπή θεωρούσε, συνεπώς, ότι στις προσφυγές περί επιστροφής των τελών που είχαν εισπραχθεί κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου έπρεπε να εφαρμοστεί η λύση της αποφάσεως Emmott, άλλως θα παρεχόταν στο ευθυνόμενο για την παράβαση κράτος μέλος η δυνατότητα να επωφεληθεί από την παράβαση την οποία διέπραξε. Ωστόσο, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή δεν ενέμεινε στην άποψη αυτή, αναγνωρίζοντας ότι η εν λόγω άποψη είχε απορριφθεί με την απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1997, C-188/95, Fantask κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. Ι-6783).
27 Από την απάντηση που δόθηκε στο πρώτο σκέλος του υποβληθέντος ερωτήματος προκύπτει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει καταρχήν στα κράτη μέλη να αντιτάσσουν στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου τριετή αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου.
28 Ασφαλώς, είναι αληθές ότι, με τη σκέψη 23 της προμνησθείσας αποφάσεως Emmott, το Δικαστήριο έκρινε ότι, μέχρι το χρονικό σημείο της ορθής μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, το κράτος μέλος που δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του δεν μπορεί να προβάλει την εκπρόθεσμη κίνηση της σχετικής κατ' αυτού ένδικης διαδικασίας εκ μέρους ιδιώτη για την προστασία των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζονται από τις διατάξεις της οδηγίας και ότι η προθεσμία ασκήσεως ένδικης προσφυγής του εσωτερικού δικαίου δεν μπορεί να αρχίσει να τρέχει παρά μόνο μετά το χρονικό αυτό σημείο.
29 Ωστόσο, όπως επιβεβαιώθηκε με τη σκέψη 26 της προμνησθείσας αποφάσεως Johnson, από την προμνησθείσα απόφαση Steenhorst-Neerings προκύπτει ότι η δοθείσα με την απόφαση Emmott λύση δικαιολογούνταν από τις περιστάσεις που χαρακτήριζαν την υπόθεση εκείνη, υπό τις οποίες η αποκλειστική προθεσμία είχε ως αποτέλεσμα να στερεί πλήρως την αιτούσα της κύριας δίκης από τη δυνατότητα να προβάλει το δικαίωμα της ίσης μεταχειρίσεως που αντλούσε από κοινοτική οδηγία (βλ., επίσης, προμνησθείσα απόφαση Haahr Petroleum, σκέψη 52, καθώς και απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-114/95 και C-115/95, Texaco και Olieselskabet Danmark, Συλλογή 1997, σ. Ι-4263, σκέψη 48).
30 Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε, με την προμνησθείσα απόφαση Fantask κ.λπ., ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος το οποίο δεν μετέφερε ορθώς στο εσωτερικό του δίκαιο την οδηγία 69/335 να αντιτάσσει στις αξιώσεις επιστροφής τελών τα οποία εισπράχθηκαν κατά παράβαση της οδηγίας αυτής πενταετή προθεσμία παραγραφής του εσωτερικού δικαίου αρχόμενη από την ημερομηνία κατά την οποία τα τέλη αυτά κατέστησαν απαιτητά (βλ. επίσης προμνησθείσα απόφαση Edis, σκέψη 47).
31 Επιπλέον, υπό το φως της δικογραφίας και των διαμειφθέντων κατά την προφορική διαδικασία, η συμπεριφορά των ιταλικών αρχών συνδυαζόμενη με την ύπαρξη της επίδικης προθεσμίας δεν φαίνεται, στην περίπτωση που αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης, να στέρησαν παντελώς, όπως στην υπόθεση Emmott, την αιτούσα εταιρία από τη δυνατότητα επικλήσεως των δικαιωμάτων της ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
32 Συνεπώς, στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος προσήκει η απάντηση ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να αντιτάσσουν στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση οδηγίας αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου αρχόμενη από την ημερομηνία της καταβολής των εν λόγω φόρων, έστω και αν, κατά την ημερομηνία αυτή, η οδηγία αυτή δεν είχε ακόμα μεταφερθεί ορθώς στο εθνικό δίκαιο.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
33 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 18ης Απριλίου 1996 το Corte d'appello di Venezia, αποφαίνεται:
34 Το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να αντιτάσσει στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου τριετή αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου αποκλίνουσα από το κοινό καθεστώς των αγωγών περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων μεταξύ των ιδιωτών, οι οποίες υπόκεινται σε ευνοϋκότερη προθεσμία, εφόσον η αποκλειστική αυτή προθεσμία εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής των φόρων αυτών οι οποίες στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο και σε εκείνες που στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο.
35 Υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να αντιτάσσουν στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση οδηγίας αποκλειστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου αρχόμενη από την ημερομηνία της καταβολής των εν λόγω φόρων, έστω και αν, κατά την ημερομηνία αυτή, η οδηγία αυτή δεν είχε ακόμα μεταφερθεί ορθώς στο εθνικό δίκαιο.
Full & Egal Universal Law Academy