Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων - Εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών - Κανονισμός 1697/79 - Πεδίο εφαρμογής ratione temporis -Τελωνειακή οφειλή που γεννήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού - Αποκλείεται
(Κανονισμός 1697/79 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 1, εδ. 2)
Περίληψη
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1697/79, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση μη εισπραχθέντων δασμών για εμπόρευμα που διασαφήθηκε στο πλαίσιο ορισμένου τελωνειακού καθεστώτος, οσάκις η υποχρέωση καταβολής των δασμών γεννήθηκε σε ημερομηνία προγενέστερη της θέσεως του κανονισμού σε ισχύ.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-261/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Corte d'appello di Venezia (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Conserchimica Srl
και
Amministrazione delle Finanze dello Stato,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward (εισηγητή), προεδρεύοντα, P. Jann και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. B. Elmer
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η εταιρία Conserchimica Srl, εκπροσωπουμένη από τον Bruno Babini Mitis, δικηγόρο Βενετίας,
- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή Umberto Leanza, προϋστάμενο της Υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Michel Nolin και Paolo Stancanelli, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιουνίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 9ης Μαου 1996 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Ιουλίου του ίδιου έτους, το Corte d'appello di Venezia υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Conserchimica Srl (στο εξής: Conserchimica), ιταλικής επιχείρησης του τομέα του πετρελαίου, και της Amministrazione delle Finanze dello Stato, σχετικά με την εκ των υστερων είσπραξη τελωνειακών δασμών επί της εισαγωγής πετρελαιοειδών.
3 Μεταξύ Μαου 1978 και Οκτωβρίου 1980, η Conserchimica αγόρασε πετρελαιοειδή από ιταλούς εισαγωγείς χωρίς να έχει τη γραπτή άδεια που απαιτούν τα άρθρα 3 και 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1535/77 της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 1977, περί καθορισμού των όρων από τους οποίους εξαρτάται η υπαγωγή ορισμένων εμπορευμάτων στο ευεργέτημα ευνοϋκού δασμολογικού καθεστώτος κατά την εισαγωγή λόγω του ιδιαιτέρου προορισμού τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 46), καθώς και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1775/77 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1977, περί καθορισμού των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η εισαγωγή ορισμένων πετρελαιοειδών με το ευεργέτημα ευνοϋκού καθεστώτος εισαγωγής λόγω του ειδικού προορισμού τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/004, σ. 161).
4 Η Amministrazione delle Finanze dello Stato, αφού στο διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου 1981 και Μαου 1984 εξέδωσε διάφορες εκκαθαριστικές πράξεις εις βάρος της εταιρίας, στις 28 Απριλίου 1986 απηύθυνε στην Corserchimica πράξη καταλογισμού φόρου και την κάλεσε να καταβάλει τον ΦΠΑ και τους δασμούς που δεν είχε καταβάλει εξ αρχής.
5 Στις 10 Μαρτίου 1989, η Conserchimica άσκησε ανακοπή κατά της πράξεως αυτής, ενώπιον του Tribunale di Venezia και ζήτησε την ακύρωσή της.
6 Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, το Tribunale di Venezia υπέβαλε στο Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 3 και 7 του κανονισμού 1535/77, στο οποίο το Δικαστήριο απάντησε με την απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 248/88, 254/88 255/88, 256/88, 257/88, 258/88, 309/88 και 316/88, Chimica del Friulli κ.λπ. (Συλλογή 1989, σ. 2837), κρίνοντας ότι το άρθρο 7 του κανονισμού 1535/77 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως εμπορευμάτων, ο δικαιοδόχος πρέπει να έχει την άδεια που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 3, ανεξάρτητα από το αν η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε από ένα κράτος μέλος σε άλλο ή εντός του ίδιου κράτους μέλους.
7 Κατά συνέπεια, με απόφαση της 30ής Απριλίου 1992, το Tribunale di Venezia έκρινε νόμιμη την αξίωση της φορολογικής αρχής για την εκ των υστέρων είσπραξη του συνόλου των δασμών και του ΦΠΑ και απέρριψε την ανακοπή.
8 Με δικόγραφο που κοινοποιήθηκε στις 23 Ιουνίου 1993, η Conserchimica άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Corte di appello di Venezia υποστηρίζοντας ιδίως ότι, αφού είχε παρέλθει η τριετής προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 2 του κανονισμού 1697/79, η ιταλική αρχή είχε απολέσει το δικαίωμα αναζητήσεως των μη καταβληθέντων δασμών.
9 Ο κανονισμός 1697/79 έχει ως αντικείμενο, σύμφωνα με το άρθρο 1, να καθορίσει τους όρους βάσει των οποίων οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν στην εκ των υστέρων είσπραξη των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, οι οποίοι, ανεξαρτήτως λόγου, δεν κατέστησαν απαιτητοί εις βάρος του φορολογουμένου για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών.
10 Περαιτέρω το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1697/79 ορίζει:
«1. Όταν οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν ότι το σύνολο ή μέρος του ποσού των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, που οφείλεται νομίμως για εμπόρευμα που [διασαφήθηκε] σε τελωνειακό καθεστώς που συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών, δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογουμένου, προβαίνουν στην είσπραξη των δασμών που δεν καταβλήθησαν.
Εν τούτοις, η διαδικασία αυτή δεν δύναται να αναληφθεί μετά την εκπνοή προθεσμίας τριών ετών, που υπολογίζεται από την ημερομηνία βεβαιώσεως του αρχικού ποσού που δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογουμένου, ή, εφόσον δεν έλαβε χώρα βεβαίωση χρέους, από την ημερομηνία γενέσεως της σχετικής με το εμπόρευμα τελωνειακής οφειλής.»
11 Εξάλλου, ο κανονισμός 1697/79 απαγορεύει σε ορισμένες περιπτώσεις που καθορίζει την κίνηση διαδικασίας με σκοπό την είσπραξη (άρθρο 5, παράγραφος 1) ή προβλέπει τη δυνατότητα των αρμοδίων αρχών να μην προβαίνουν στην είσπραξη (άρθρο 5, παράγραφος 2). Επίσης καθορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες δεν εισπράττονται τέλη εκπρόθεσμης καταβολής επί των εισπραττομένων ποσών (άρθρο 7).
12 Ο κανονισμός 1697/79 τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 11, από 1ης Ιουλίου 1980.
13 Αφού διαπίστωσε ότι ορισμένες από τις οφειλές της Conserchimica είχαν γεννηθεί πριν από την ημερομηνία αυτή, το Corte d'appello di Venezia διερωτήθηκε αν ο κανονισμός 1697/79 έχει εφαρμογή στην περίπτωση της εταιρίας. Για τον λόγο αυτό ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Έχει εφαρμογή το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, το οποίο προβλέπει τριετή προθεσμία για την κίνηση της διαδικασίας αναζητήσεως των μη εισπραχθέντων δασμών, και στις περιπτώσεις των οποίων τα πραγματικά περιστατικά ανατρέχουν πριν από την 1η Ιουλίου 1980, δηλαδή την ημερομηνία κατά την οποία άρχισε να ισχύει ο εν λόγω κανονισμός σύμφωνα με το άρθρο 11;»
14 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά ουσιαστικά αν το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1697/79 έχει εφαρμογή στην περίπτωση δασμών που δεν εισπράχθηκαν επί εμπορεύματος διασαφηθέντος στο πλαίσιο ορισμένου τελωνειακού καθεστώτος, εφόσον η υποχρέωση της καταβολής των δασμών αυτών γεννήθηκε πριν από την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού.
15 Πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι η τριετής προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1697/79 υπολογίζεται από «την ημερομηνία βεβαιώσεως του αρχικού ποσού που κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογουμένου» δηλαδή από την ημερομηνία καταρτίσεως της διοικητικής πράξεως με την οποία προσδιορίστηκε το ποσό των δασμών «ή, εφόσον δεν έλαβε χώρα βεβαίωση χρέους, από την ημερομηνία γενέσεως της σχετικής με το εμπόρευμα τελωνειακής οφειλής».
16 Σημειωτέον, δεύτερον, ότι με την απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1981, 212/80 έως 217/80, Salumi κ.λπ. (Συλλογή 1981, σ. 2735, σκέψη 8), το Δικαστήριο έκρινε ότι, προκειμένου να καθοριστεί το διαχρονικό αποτέλεσμα του κανονισμού 1697/79, δεδομένου ότι αυτός δεν περιλαμβάνει καμιά μεταβατική διάταξη, πρέπει να εφαρμοστούν οι γενικώς αναγνωρισμένες ερμηνευτικές αρχές και αφού ληφθεί υπόψη τόσο η διατύπωση του κανονισμού όσο και ο σκοπός και η οικονομία του.
17 Καίτοι οι διαδικαστικοί κανόνες θεωρούνται γενικώς ότι εφαρμόζονται επί όλων των διαφορών που εκκρεμούν κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο αυτοί τίθενται σε ισχύ, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κανονισμός 1697/79, δεδομένου ότι αντικατέστησε τις συναφείς εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις, περιέχει και διαδικαστικούς και ουσιαστικούς κανόνες, οι οποίοι αποτελούν αδιαίρετο σύνολο, οι επί μέρους διατάξεις του οποίου δεν μπορούν να εξετάζονται μεμονωμένως ως προς το διαχρονικό τους αποτέλεσμα (απόφαση Salumi κ.λπ., όπ.π., σκέψη 11).
18 Μ' αυτό το πνεύμα το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κανονισμός 1697/79 δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις όπου οι εκκαθαρίσεις των εισαγωγικών ή των εξαγωγικών δασμών πραγματοποιήθηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 1980.
19 Στην υπόθεση της κύριας δίκης, η Conserchimica υποστηρίζει ότι, οσάκις η εκκαθάριση πραγματοποιείται μετά την εν λόγω ημερομηνία, η προθεσμία των τριών ετών που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1697/79 πρέπει να θεωρείται ότι αντικατέστησε, σε όλες τις περιπτώσεις, την προθεσμία που καθόριζε η προγενέστερη εθνική νομοθεσία.
20 Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι, στο σύστημα που θέσπισε ο κανονισμός 1697/79, η εν λόγω προθεσμία των τριών ετών αποτελεί κανόνα παραγραφής και, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1697/79, υπολογίζεται από «την ημερομηνία βεβαιώσεως του αρχικού ποσού [που κλήθηκε να καταβάλει ο φορολογούμενος] ή, εφόσον δεν έλαβε χώρα η βεβαίωση χρέους, από την ημερομηνία γενέσεως της σχετικής με το εμπόρευμα τελωνειακής οφειλής».
21 Οσάκις η ημερομηνία γενέσεως της τελωνειακής οφειλής, δηλαδή της υποχρεώσεως καταβολής εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών είναι προγενέστερη της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 1697/79, η οφειλή αυτή διέπεται από τους ισχύοντες κατά το χρονικό εκείνο σημείο κατά εθνικούς κανόνες, περιλαμβανομένων και των κανόνων παραγραφής.
22 Το γεγονός ότι οι τελωνειακές οφειλές εκκαθαρίστηκαν, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 1697/79, δεδομένου ότι δεν επηρεάζει την ημερομηνία γενέσεώς τους, δεν είναι ικανό να αποκλείσει την εφαρμογή των προϋσχυόντων εθνικών κανόνων.
23 Εξάλλου, από την απόφαση της 1ης Απριλίου 1993, C-31/91 έως C-44/91, Lageder κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. Ι-1761, σκέψη 26), προκύπτει σαφώς ότι ο κανονισμός 1697/79 δεν είχε εφαρμογή σε πραγματικά περιστατικά που συνέβησαν σε χρόνο προγενέστερο της ημερομηνίας θέσεώς του σε ισχύ.
24 Επομένως, στο προδικαστικό ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1697/79 δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση μη εισπραχθέντων δασμών για εμπόρευμα που διασαφήθηκε στο πλαίσιο ορισμένου τελωνειακού καθεστώτος, οσάκις η υποχρέωση καταβολής των δασμών γεννήθηκε σε ημερομηνία προγενέστερη της θέσεως του κανονισμού σε ισχύ.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
25 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 9ης Μαου 1996 το Corte d'appello di Venezia, αποφαίνεται:
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση μη εισπραχθέντων δασμών για εμπόρευμα που διασαφήθηκε στο πλαίσιο ορισμένου τελωνειακού καθεστώτος, οσάκις η υποχρέωση καταβολής των δασμών γεννήθηκε σε ημερομηνία προγενέστερη της θέσεως του κανονισμού σε ισχύ.
Full & Egal Universal Law Academy