Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Πράξεις των οργάνων - Οδηγίες - Εκτέλεση από τα κράτη μέλη - Ανάγκη σαφούς και επακριβούς μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 189, εδ. 3)
2 Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εφαρμογή των οδηγιών - Παράβαση κράτους - Δικαιολόγηση - Ανεπίτρεπτη
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169)
Περίληψη
3 Το εθνικό νομοθέτημα που δεν περιέχει καμία ουσιαστική διάταξη μεταφοράς μιας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, αλλ' απλώς εξουσιοδοτεί μια δημόσια αρχή να θεσπίσει στη συνέχεια τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνεπαγόμενο πλήρη και επακριβή μεταφορά της οδηγίας αυτής στο εθνικό δίκαιο.
4 Προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που προβλέπουν οι κοινοτικές οδηγίες, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται ούτε καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης τους, ούτε τη μη εφαρμογή της οικείας οδηγίας σε κοινοτικό επίπεδο, ούτε το γεγονός ότι η μη θέσπιση μέτρων μεταφοράς της οδηγίας δεν είχε καμία αρνητική συνέπεια επί της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-263/96,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Hendrik van Lier, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπουμένου από τον Jan Devadder, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις Αναπτυσσόμενες Ξώρες, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Βελγίου, 4, rue des Girondins,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη εκδίδοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τα προϋόντα του τομέα των δομικών κατασκευών (ΕΕ L 40, σ. 12), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet και L. Sevσn (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Ιουλίου 1996, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη εκδίδοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τα προϋόντα του τομέα των δομικών κατασκευών (ΕΕ L 40, σ. 12, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2 Σκοπός της οδηγίας είναι η εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϋόντων δομικών κατασκευών τα οποία οφείλονται στις διαφορές μεταξύ των νομοθεσιών ως προς τις βασικές απαιτήσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται οι δομικές κατασκευές, ως προς τις τεχνικές προδιαγραφές που ισχύουν για τα προϋόντα, προκειμένου να τηρούνται οι βασικές απαιτήσεις αυτές, ως προς τις μεθόδους δοκιμών και ως προς τις διαδικασίες εγκρίσεως των εν λόγω προϋόντων.
3 Κατά το άρθρο 22 της οδηγίας, τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς την οδηγία εντός τριάντα μηνών από την κοινοποίησή της και να ενημερώσουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
4 Δεδομένου ότι η οδηγία κοινοποιήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 1988, η προβλεπόμενη για την εφαρμογή της προθεσμία έληξε στις 27 Ιουνίου 1991.
5 Μη έχοντας λάβει καμία ανακοίνωση όσον αφορά τα μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στο βελγικό δίκαιο και μη διαθέτοντας κανένα άλλο στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναγάγει ότι το Βασίλειο του Βελγίου είχε εκδώσει τις αναγκαίες διατάξεις, η Επιτροπή ζήτησε από τη Βελγική Κυβέρνηση, με έγγραφο οχλήσεως της 20ής Μαου 1992, να διατυπώσει εντός δύο μηνών τις παρατηρήσεις της επ' αυτού.
6 Δεδομένου ότι δεν δόθηκε απάντηση στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή απηύθυνε στη Βελγική Κυβέρνηση στις 18 Ιουνίου 1993 αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία την κάλεσε να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωσή της εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της αιτιολογημένης γνώμης.
7 Με έγγραφο της 3ης Σεπτεμβρίου 1993 η Βελγική Κυβέρνηση απάντησε ότι τα προσχέδια ενός νόμου και ενός βασιλικού διατάγματος περί μεταφοράς της οδηγίας στο βελγικό δίκαιο επρόκειτο να υποβληθούν στην Κυβέρνηση και στο βελγικό Συμβούλιο της Επικρατείας. Το κείμενο των σχεδίων αυτών διαβιβάστηκε στην Επιτροπή στις 23 Δεκεμβρίου 1993.
8 Στις 2 Μαου 1995 το Υπουργείο Επικοινωνιών και Υποδομής πληροφόρησε την Επιτροπή ότι το σχέδιο νόμου είχε εγκριθεί από το βελγικό Συμβούλιο της Επικρατείας και την Κυβέρνηση και ότι θα υποβαλλόταν στα νομοθετικά σώματα αμέσως μετά τις εκλογές.
9 Με ανακοίνωση της 1ης Ιουλίου 1996, οι βελγικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι στις 25 Μαρτίου 1996 είχε εκδοθεί ο νόμος περί εκτελέσεως της οδηγίας [Belgisch Staatsblad (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βελγίου) της 21ης Μαου 1996, σ. 12884].
10 Το άρθρο 2 του νόμου αυτού ορίζει τα εξής:
«Ο Βασιλιάς θεσπίζει, με διάταγμα που εκδίδει κατόπιν προτάσεως της κυβερνήσεως, όλα τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τα προϋόντα του τομέα των δομικών κατασκευών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 1993, στα δε θεσπιζόμενα μέτρα μπορεί να περιλαμβάνεται η κατάργηση και η τροποποίηση ισχυουσών νομοθετικών διατάξεων.»
11 Το άρθρο 3 του νόμου αναφέρει στη συνέχεια τα εξής:
«Οι βασικές διατάξεις, οι οποίες είναι αναγκαίες για την πλήρωση των βασικών απαιτήσεων και των τεχνικών προδιαγραφών, καθώς και για την εκτέλεση των λοιπών διατάξεων των υφισταμένων και των μελλοντικών κανονιστικών πράξεων, θεσπίζονται από τον Βασιλιά, με διάταγμα που εκδίδει κατόπιν προτάσεως της κυβερνήσεως, η οποία έχει διαβουλευθεί προηγουμένως με τις Περιφέρειες και τις Κοινότητες (...).»
12 Τέλος, τα άρθρα 4, 5 και 6 προβλέπουν ένα σύστημα κυρώσεων για τις περιπτώσεις παραβάσεως των διατάξεων που προβλέπονται από τον νόμο.
13 Με το δικόγραφο της προσφυγής η Επιτροπή αιτιάται το Βασίλειο του Βελγίου ότι δεν θέσπισε εμπροθέσμως, δηλαδή το αργότερο μέχρι τις 27 Ιουνίου 1991, τις αναγκαίες διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική νομοθεσία του.
14 Η Επιτροπή προσθέτει ότι ο νόμος της 25ης Μαρτίου 1996 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνεπαγόμενος την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία. Το άρθρο 3 του νόμου αυτού εξουσιοδοτεί απλώς τον Βασιλιά να θεσπίζει μέτρα εκτελέσεως και συνεπώς δεν περιέχει καμία ουσιαστική διάταξη σχετικά με τα προϋόντα δομικών κατασκευών· εξάλλου, οι βελγικές αρχές δεν ανέφεραν ούτε μέχρι πότε θα εκδοθούν τα εκτελεστικά διατάγματα ούτε πότε θα ολοκληρωθεί η διαδικασία μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική νομοθεσία.
15 Η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται προς άμυνά της, πρώτον, ότι έχει ήδη καταρτιστεί σχέδιο βασιλικού διατάγματος, αλλ' ότι απομένουν να επιλυθούν ορισμένα προβλήματα σχετικά με την αναγνώριση και τον έλεγχο, την κοινοποίηση των οργανισμών και τη δημιουργία ενός ταμείου σύμφωνα με το άρθρο 7 του νόμου της 25ης Μαρτίου 1996. Προς τούτο έχει προβλεφθεί η δημιουργία ομάδας εργασίας, στην οποία θα μετέχουν εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Μεταφορών και Υποδομής, τα δε αναγκαία για τη μεταφορά της οδηγίας μέτρα πρόκειται να θεσπιστούν εντός έξι μηνών.
16 Δεύτερον, η Βελγική Κυβέρνηση τονίζει ότι η οδηγία δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί σε κοινοτικό επίπεδο. Συναφώς αναφέρεται σε διάφορα έγγραφα. Πρώτον, από μια έκθεση που καταρτίστηκε από την ομάδα εμπειρογνωμόνων για την απλοποίηση των νομοθετικών και διοικητικών διαδικασιών (τη λεγόμενη ομάδα Molitor) προκύπτει ότι επτά ήδη έτη μετά την έκδοση της οδηγίας ο τομέας των δομικών κατασκευών δεν είναι ακόμη σε θέση να χρησιμοποιεί το σήμα ΕΚ για τα προϋόντα δομικών κατασκευών. Επιπλέον, η ίδια η Επιτροπή ομολόγησε, με την έκθεση επί της οδηγίας που υποβλήθηκε στις 15 Μαου 1996 σύμφωνα με το άρθρο 23 της οδηγίας αυτής, ότι η εφαρμογή της οδηγίας στην πράξη συναντά εμπόδια και κατέληξε ότι οι εναρμονισμένες διατάξεις δεν θα είναι διαθέσιμες, όσον αφορά πολλά προϋόντα, πριν παρέλθει πενταετία. Ομοίως, στη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Τεχνικές προδιαγραφές και αμοιβαία αναγνώριση» (EE 1996, C 212, σ. 7), γίνεται λόγος για την κακή εφαρμογή της οδηγίας και για την έλλειψη εναρμονισμένων προτύπων. Τέλος, το Συμβούλιο πρότεινε τη δημιουργία ενός προτύπου σχεδίου, καλουμένου SLIM (Simpler Legislation for the Single Market - «απλούστευση της νομοθεσίας για την ενιαία αγορά»), σκοπός του οποίου είναι η εξέταση της δυνατότητας νομοθετικών ή διοικητικών απλουστεύσεων, ώστε να υπάρξει ελάφρυνση των επιχειρήσεων από τις υποχρεώσεις και τις επιβαρύνσεις που τις πλήττουν και αποτελούν εμπόδια στη δράση τους, λόγω του εξαιρετικά περίπλοκου χαρακτήρα τους.
17 Η Βελγική Κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της οδηγίας δεν επηρέασε αρνητικά ούτε τη διαδικασία εγκαθιδρύσεως της εσωτερικής αγοράς ούτε τη διαδικασία εφαρμογής της οδηγίας.
18 Η Επιτροπή αντιτάσσει στα ανωτέρω ότι το γεγονός ότι η εφαρμογή της οδηγίας πράγματι καθυστέρησε δεν εμπόδιζε καθόλου τη μεταφορά της στα εθνικά δίκαια. Η Επιτροπή τονίζει εξάλλου, παραπέμποντας κυρίως στην απόφαση της 1ης Ιουνίου 1995, C-182/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1995, σ. Ι-1465), ότι το ενδεχόμενο τροποποιήσεως της οδηγίας στο εγγύς μέλλον δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παράλειψη μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο.
19 Τρίτον, η Βελγική Κυβέρνηση τονίζει ότι η αιτία ορισμένων από τα προβλήματα που ανακύπτουν κατά τη μεταφορά της οδηγίας στην εθνική νομοθεσία ανάγεται στην ίδια την κοινοτική έννομη τάξη.
20 Έτσι, με το ψήφισμα της 21ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τη σφαιρική προσέγγιση του θέματος της αξιολόγησης της πιστότητας (ΕΕ 1990, C 10, σ. 1), το Συμβούλιο πρότεινε τη συστηματική χρησιμοποίηση των ευρωπαϋκών προτύπων (ΕΝ 45000) για την έγκριση των οργανισμών πιστοποιήσεως και επιθεωρήσεως καθώς και των εργαστηρίων δοκιμών. Το ψήφισμα αυτό οδήγησε στην κατάρτιση του «Οδηγού εφαρμογής των κοινοτικών οδηγιών εναρμόνισης βάσει της νέας προσέγγισης και της σφαιρικής προσέγγισης (πρώτη έκδοση - 1994)», το δε έγγραφο «Μέθοδος συντονισμού των διαδικασιών κοινοποιήσεως και διαχειρίσεως των κοινοποιηθέντων οργανισμών» προέβλεψε τις γενικές διαδικασίες. Η εφαρμογή του ψηφίσματος του Συμβουλίου και των ανωτέρω αναφερθέντων εγγράφων πραγματοποιήθηκε, όσον αφορά την οδηγία, με το έγγραφο «Construct 95/149», της 3ης Νοεμβρίου 1995, το οποίο εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο 1995 από τη Μόνιμη Επιτροπή Τεχνικών Έργων, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 19 της οδηγίας.
21 Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, δεδομένου ότι τα έγγραφα αυτά δεν έχουν δεσμευτική ισχύ, δεν υφίσταται επαρκές κοινοτικό νομικό έρεισμα, ώστε η οδηγία να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο που να λαμβάνονται επίσης υπόψη το ψήφισμα του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1989 και ο οδηγός τεχνικής εγκρίσεως της 3ης Νοεμβρίου 1995. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η προσαρμογή της οδηγίας.
22 Τέταρτον, η Βελγική Κυβέρνηση τονίζει ότι η οδηγία έχει ήδη τροποποιηθεί από την οδηγία 93/68/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 1993, για την τροποποίηση των οδηγιών 87/404/ΕΟΚ (απλά δοχεία πίεσης), 88/378/ΕΟΚ (ασφάλεια των παιχνιδιών), 89/106/ΕΟΚ (προϋόντα του τομέα των δομικών κατασκευών), 89/336/ΕΟΚ (ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα), 89/392/ΕΟΚ (μηχανές), 89/686/ΕΟΚ (μέσα ατομικής προστασίας), 90/384/ΕΟΚ (όργανα ζύγισης μη αυτόματης λειτουργίας), 90/385/ΕΟΚ (ενεργά εμφυτεύσιμα ιατρικά βοηθήματα), 90/396/ΕΟΚ (συσκευές αερίου), 91/263/ΕΟΚ (τερματικός εξοπλισμός τηλεπικοινωνιών), 92/42/ΕΟΚ (νέοι λέβητες ζεστού νερού που τροφοδοτούνται με υγρά ή αέρια καύσιμα) και 73/23/ΕΟΚ (ηλεκτρολογικό υλικό που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί εντός ορισμένων ορίων τάσεως) (ΕΕ L 220, σ. 1). Όπως προέβλεπε το άρθρο 14 της ανωτέρω οδηγίας, τα κράτη μέλη έπρεπε να τη μεταφέρουν στην εθνική νομοθεσία τους πριν από την 1η Ιουλίου 1994.
23 Επιπλέον, η Βελγική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι η έκθεση SLIM, η οποία υποβλήθηκε στο Συμβούλιο στις 26 Νοεμβρίου 1996, ενδέχεται επίσης να έχει ως αποτέλεσμα την προσαρμογή της οδηγίας.
24 Από τα ανωτέρω η Βελγική Κυβέρνηση συνάγει το συμπέρασμα ότι η λύση που επέλεξε το Βασίλειο του Βελγίου, δηλαδή η έκδοση νόμου- πλαισίου συνοδευόμενου από βασιλικό διάταγμα, συνιστά την πλέον ενδεδειγμένη μέθοδο μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Με τα νομοθετήματα αυτά δίδεται δηλαδή η δυνατότητα ταχείας και ευέλικτης προσαρμογής στις αλλαγές των περιστάσεων, χωρίς να χρειάζεται να εφαρμοστεί η βραδυκίνητη διαδικασία της νομοθετικής τροποποιήσεως.
25 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη το Βασίλειο του Βελγίου δεν είχε εκδώσει καμία διάταξη προς εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του να μεταφέρει την οδηγία στο εθνικό δίκαιο.
26 Μονολότι, όπως ισχυρίστηκε το Βασίλειο του Βελγίου, στις 25 Μαρτίου 1996 εκδόθηκε προς τον σκοπό αυτό νόμος, επιβάλλεται συναφώς η παρατήρηση ότι ο νόμος αυτός, ο οποίος δεν περιέχει καμία ουσιαστική διάταξη μεταφοράς της οδηγίας, αλλ' απλώς εξουσιοδοτεί μια δημόσια αρχή να θεσπίσει στη συνέχεια τις αναγκαίες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνεπαγόμενος πλήρη και επακριβή μεταφορά της οδηγίας στο βελγικό δίκαιο.
27 Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα της Βελγικής Κυβερνήσεως, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης τους προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που προβλέπουν οι κοινοτικές οδηγίες (βλ. απόφαση της 29ης Ιουνίου 1995, C-109/94, C-207/94 και C-225/94, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1993, σ. Ι-1791, σκέψη 11).
28 Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα, επιβάλλεται κατ' αρχάς να τονιστεί ότι η μη εφαρμογή της οδηγίας σε κοινοτικό επίπεδο δεν εμπόδιζε το Βασίλειο του Βελγίου να θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας στο βελγικό δίκαιο.
29 Εξάλλου, ο δεσμευτικός χαρακτήρας που προσδίδει στις οδηγίες το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης αποκλείει κάθε δυνατότητα των κρατών μελών να αποκλίνουν, για λόγους σκοπιμότητας, από την προθεσμία που προβλέπει οποιαδήποτε οδηγία για τη μεταφορά της στα εθνικά δίκαια.
30 Τέλος, αφού η διαπίστωση της παραβάσεως ενός κράτους μέλους δεν συναρτάται προς τη διαπίστωση ζημίας οφειλόμενης στην παράβαση αυτή, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται το γεγονός ότι η μη θέσπιση μέτρων μεταφοράς οδηγίας δεν είχε καμία αρνητική συνέπεια επί της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς ή της εν λόγω οδηγίας.
31 Όσον αφορά το τρίτο επιχείρημα, το οποίο αφορά τη μη δεσμευτικότητα του ψηφίσματος του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1989 και του οδηγού τεχνικής εγκρίσεως της 3ης Νοεμβρίου 1995, αρκεί η διαπίστωση ότι η παράβαση για την οποία κατηγορείται το εν λόγω κράτος συνίσταται στη μη μεταφορά της οδηγίας. Κατά συνέπεια, η μη δεσμευτικότητα των εγγράφων αυτών δεν ασκεί επιρροή επί της αιτιάσεως περί παραβάσεως.
32 Όσον αφορά το τέταρτο επιχείρημα, το οποίο αφορά τις διάφορες τροποποιήσεις που η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί η οδηγία, πρέπει να τονιστεί ότι η οδηγία 93/68 ούτε μεταβάλλει ούτε καταργεί την υποχρέωση μεταφοράς της. Η έκδοσή της δεν ασκεί συνεπώς επιρροή επί της αιτιάσεως περί παραβάσεως. Το ίδιο ισχύει κατά μείζονα λόγο για το απλό ενδεχόμενο εκδόσεως άλλης τροποποιητικής οδηγίας.
33 Όσον αφορά την επιλογή της μεθόδου που συνίσταται στην έκδοση νόμου-πλαισίου συνοδευόμενου από βασιλικό διάταγμα, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 189 της Συνθήκης αφήνει πλήρως ελεύθερα τα κράτη μέλη ως προς την επιλογή του τύπου και των μέσων εκτελέσεως των οδηγιών, υπό τον όρο ότι επιτυγχάνεται το επιδιωκόμενο από την οδηγία αποτέλεσμα. Εν προκειμένω όμως επιβάλλεται να τονιστεί ότι τον νόμο-πλαίσιο δεν ακολούθησε η έκδοση κανενός βασιλικού διατάγματος, παρά την ευελιξία που εξασφαλίζει, κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, το νομοθέτημα αυτό.
34 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν έχει επιτευχθεί το επιδιωκόμενο από την οδηγία αποτέλεσμα, καθόσον ελλείπει ένα ουσιώδες για τη μεταφορά της στοιχείο.
35 Κατά συνέπεια, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη θεσπίζοντας όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι το Βασίλειο του Βελγίου ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο του Βελγίου, μη εκδίδοντας όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τα προϋόντα του τομέα των δομικών κατασκευών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy