Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη Έννοια Εγγύηση δανείου λειτουργίας Κριτήριο εκτιμήσεως Κατάσταση της επιχείρησης στην αγορά κεφαλαίων
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 92 § 1 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 87 § 1 ΕΚ)]
2. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη ροσβολή του ανταγωνισμού Ενισχύσεις λειτουργίας Εγγύηση τραπεζικού δανείου προοριζομένου για τη χρηματοδότηση των γενικών εξόδων εκμεταλλεύσεως
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 92 §§ 1 και 3 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 87 §§ 1 και 3 ΕΚ)]
3. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη Εξέταση από την Επιτροπή Κατάρτιση ενός πλαισίου των ενισχύσεων σε ένα συγκεκριμένο τομέα Κανόνες που διέπουν τον τομέα της αλιείας που καθόρισε η Επιτροπή με τις κατευθυντήριες γραμμές Δεσμευτική ισχύς
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 93 § 1 (νυν άρθρο 88 § 1 ΕΚ)]
4. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη Απόφαση της Επιτροπής διαπιστώνουσα το ασυμβίβαστο ενισχύσεως προς την κοινή αγορά Υποχρέωση αιτιολογήσεως Έκταση Απόφαση στηριζόμενη σε κατευθυντήριες γραμμές
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 92 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 87 ΕΚ) και άρθρα 93 § 3 και 190 (νυν άρθρα 88 § 3 ΕΚ και 253 ΕΚ)]
5. Κοινοτικό δίκαιο Αρχές Δικαιώματα άμυνας Εφαρμογή στις διοικητικές διαδικασίες που κινεί η Επιτροπή Εξέταση των σχεδίων ενισχύσεων Έκταση
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 93 § 2 (νυν άρθρο 88 § 2 ΕΚ)]
Περίληψη
1. Για να εξακριβωθεί αν η επίδικη εγγύηση εμφανίζει τον χαρακτήρα κρατικής ενίσχυσης, πρέπει να εφαρμοστεί το κριτήριο που μνημονεύεται στην προσβαλλομένη απόφαση και στηρίζεται στις δυνατότητες της επιχείρησης να λάβει δάνειο στην αγορά κεφαλαίων, ελλείψει της εγγυήσεως αυτής.
Συγκεκριμένα οσάκις, λαμβανομένης υπόψη της αβέβαιης χρηματοοικονομικής κατάστασης μιας επιχειρήσεως, κανένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δεν θα δεχόταν να της δανείσει χρήματα χωρίς κρατική εγγύηση, ολόκληρο το ποσό του εγγυημένου δανείου που λαμβάνει η επιχείρηση πρέπει να θεωρηθεί ως ενίσχυση.
( βλ. σκέψεις 30-31 )
2. Οι ενισχύσεις που αντιστοιχούν σε αυτά ταύτα τα γενικά έξοδα εκμεταλλεύσεως, στα οποία υποβάλλεται μια επιχείρηση στο πλαίσιο των συνήθων δραστηριοτήτων της, αποτελούν ενισχύσεις λειτουργίας. Ενίσχυση λειτουργίας συνιστά ιδίως η εγγύηση που χορηγεί μια περιφερειακή αρχή για τραπεζικό δάνειο που προορίζεται για τη χρηματοδότηση των γενικών εξόδων εκμεταλλεύσεως μιας επιχείρησης.
Οι ενισχύσεις λειτουργίας νοθεύουν από την ίδια τη φύση τους τον ανταγωνισμό και δεν εμπίπτουν κατ' αρχήν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 87, παράγραφος 3, ΕΚ).
( βλ. σκέψεις 49, 77-78, 90 )
3. Η Επιτροπή μπορεί να δεσμευθεί με συγκεκριμένους προσανατολισμούς για την άσκηση των εξουσιών εκτιμήσεως που έχει, μέσω πράξεων όπως οι κατευθυντήριες γραμμές, εφόσον αυτές περιέχουν ενδεικτικούς κανόνες ως προς τον προσανατολισμό που πρέπει να ακολουθεί το εν λόγω όργανο και εφόσον δεν αποκλίνουν από τους κανόνες της Συνθήκης.
Οι κατευθυντήριες γραμμές για την εξέταση των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της αλιείας και της υδροκαλλιέργειας στηρίζονται στο άρθρο 93, παράγραφος 1 της Συνθήκης (νυν άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ). Συνεπώς, αντιπροσωπεύουν ένα στοιχείο της υποχρέωσης τακτικής και περιοδικής συνεργασίας από την οποία ούτε η Επιτροπή ούτε τα κράτη μέλη μπορούν να αποδεσμευτούν.
( βλ. σκέψεις 62, 64 )
4. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, όπως το περιεχόμενο της πράξεως και η φύση των προβαλλομένων λόγων. Στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, το γεγονός ότι μια απόφαση που διαπιστώνει το ασυμβίβαστο μιας ενίσχυσης με την κοινή αγορά στηρίζεται σε κατευθυντήριες γραμμές για την εξέταση των ενισχύσεων στον εν λόγω τομέα μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
ροκειμένου για απόφαση με την οποία η Επιτροπή διαπιστώνει το ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά μιας ενίσχυσης στον τομέα της αλιείας, από τη στιγμή που διαπιστώνει ότι το μέτρο συνιστά ενίσχυση λειτουργίας, είναι πλέον περιττό να εξηγήσει για ποιο λόγο η ενίσχυση αυτή νοθεύει τον ανταγωνισμό, δεδομένου ότι οι κατευθυντήριες γραμμές για την εξέταση των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της αλιείας και της υδροκαλλιέργειας μαρτυρούν ότι το συμπέρασμα αυτό είναι σύμφυτο με την ύπαρξη ενισχύσεως λειτουργίας.
( βλ. σκέψεις 83-85 )
5. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας σε κάθε διαδικασία που κινείται κατά ενός προσώπου, η οποία είναι δυνατόν να καταλήξει στην έκδοση βλαπτικής πράξης, συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να εξασφαλίζεται ακόμα και αν δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, όταν η Επιτροπή εξετάζει ορισμένες ενισχύσεις πρέπει να παρέχει στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα να καθιστά λυσιτελώς γνωστή την άποψή του επί των παρατηρήσεων που υποβάλλουν ενδιαφερόμενοι τρίτοι, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης (νυν άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ). Κατά το μέτρο που δεν έχει δοθεί στο κράτος μέλος η δυνατότητα να σχολιάσει τις παρατηρήσεις αυτές, η Επιτροπή δεν μπορεί να τις λάβει υπόψη κατά την έκδοση της αποφάσεώς της κατά του κράτους αυτού.
Ωστόσο, μια τέτοια προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας δεν συνεπάγεται ακυρότητα παρά μόνον αν, χωρίς την παρατυπία αυτή, η διαδικασία μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
( βλ. σκέψεις 99-101 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-288/96,
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον B. Kloke, Oberregierungsrat στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, επικουρούμενο από τον Μ. Schütte, δικηγόρο Βερολίνου, με αντίκλητο τον E. Röder, Ministerialrat στο ίδιο υπουργείο, D 53107 Βόννη,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον P. F. Nemitz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον R. Μ. Bierwagen, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gómez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 96/563/ΕΚ της Επιτροπής, της 29ης Μα_ου 1996, σχετικά με την ενίσχυση του Land της Κάτω Σαξονίας προς την εταιρία JAKO Jadekost GmbH & Go. KG (ΕΕ L 246, σ. 43),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida, L. Sevón, J.-P. Puissochet και Μ. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 11ης Μαρτίου 1999, κατά την οποία η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εκπροσωπήθηκε από τον W.-D. Plessing, Ministerialrat στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών, επικουρούμενο από τον Μ. Schütte, και η Επιτροπή από τον P. F. Nemitz, επικουρούμενο από τον R. Μ. Bierwagen,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Μα_ου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στο Δικαστήριο στις 26 Αυγούστου 1996, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζήτησε, βάσει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ), την ακύρωση της αποφάσεως 96/563/ΕΚ της Επιτροπής, της 29ης Μα_ου 1996, σχετικά με την ενίσχυση του Land της Κάτω Σαξονίας προς την εταιρία JAKO Jadekost GmbH & Go. KG (ΕΕ L 246, σ. 43, στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση).
Τα πραγματικά περιστατατικά της υποθέσεως
2 Η εταιρία JAKO Jadekost GmbH & Go. KG (στο εξής: Jadekost), που εδρεύει στο Wilhelmshaven (Γερμανία), ιδρύθηκε τον Αύγουστο 1991. Ανήκε στον όμιλο Nordfrost, την πλειοψηφία των μετοχών του οποίου κατέχει ο διευθυντής τής Jadekost και ήταν ειδικευμένη στην παρασκευή και τη διανομή βαθύψυκτων προϊόντων. Διέθετε δύο μονάδες παραγωγής, μία για τα προϊόντα μεταποιήσεως ψαριών και μία για τα προϊόντα μεταποιήσεως κρέατος. Η Jadekost άρχισε τις δραστηριότητες παραγωγής προϊόντων μεταποιήσεως ψαριών από τον Ιούνιο του 1993.
3 Λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, η Jadekost προσπάθησε να επιτύχει τη χορήγηση, εκ μέρους του Land της Κάτω Σαξονίας, εγγυήσεως επί της πιστώσεως λειτουργίας που της είχε χορηγήσει η τράπεζά της.
4 Την 1η Μαρτίου 1994 το ιδιαίτερο γραφείο της κυβέρνησης του Land της Κάτω Σαξονίας έλαβε την ακόλουθη απόφαση:
«Το υπουργείο του Land εγκρίνει την παροχή εγγύησης ύψους 80 % της πίστωσης λειτουργίας για ποσό 35 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων και δηλώνει ότι είναι διατεθειμένο να καλύψει επίσης τη συμπληρωματική ανάγκη ρευστότητας ύψους 15 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων έως και τον Δεκέμβριο του 1996.»
5 Κατόπιν της αναγκαίας εγκρίσεως των κοινοβουλευτικών επιτροπών περιφερειακών πιστώσεων και προϋπολογισμού του Land της Κάτω Σαξονίας, το Υπουργείο Οικονομικών του εν λόγω ομόσπονδου κράτους γνωστοποίησε στην Jadekost, με έγγραφο της 2ας Μα_ου 1994, την αποδοχή της αιτήσεως παροχής εγγυήσεως.
6 Με επιστολή της 30ής Ιουνίου 1994, η Επιτροπή διατύπωσε επιφυλάξεις ως προς το συμβατό της εν λόγω εγγυήσεως με το σημείο 1.3 της ανακοινώσεώς της 92/C 152/02 που φέρει τον τίτλο «Κατευθυντήριες γραμμές για την εξέταση των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας» (ΕΕ 1992, C 152, σ. 2, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές), και κάλεσε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να γνωστοποιήσει τη θέση της.
7 Το αίτημα αυτό ακολούθησε ανταλλαγή επιστολών, κατόπιν της οποίας η Επιτροπή πληροφόρησε στις 20 Φεβρουαρίου 1995 την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για την απόφασή της να κινήσει τη διοικητική διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ). Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
8 Στις 31 Μαρτίου 1995 η Jadekost κηρύχθηκε σε πτώχευση.
Οι κατευθυντήριες γραμμές
9 Η εισαγωγή των κατευθυντηρίων γραμμών προβλέπει ότι η χορήγηση εθνικών ενισχύσεων δικαιολογείται μόνον εφόσον εξυπηρετούνται οι στόχοι της κοινής πολιτικής αλιείας. Το έκτο εδάφιο αυτής της εισαγωγής ορίζει, εξάλλου:
«Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή προτίθεται να διαχειρισθεί τις παρεκκλίσεις, όσον αφορά την αρχή του ασυμβίβαστου των κρατικών ενισχύσεων, με την κοινή αγορά (άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ) που προβλέπονται στο άρθρο 92, παράγραφοι 2 και 3, της Συνθήκης ΕΟΚ και στα μέτρα εφαρμογής.»
10 Το σημείο 1.1 των κατευθυντηρίων γραμμών, που διατυπώνει τις γενικές αρχές, ορίζει:
«Οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές αφορούν όλες τις ενέργειες που έχουν οικονομικό πλεονέκτημα οιασδήποτε μορφής, ανεξάρτητα αν αυτό οφείλεται σε δημοσιονομικούς πόρους μιας δημόσιας αρχής (εθνικής, περιφερειακής, επαρχιακής, νομαρχιακής ή τοπικής). Κυρίως αφορούν τις μεταφορές κεφαλαίων, τα δάνεια με μειωμένο επιτόκιο, τις επιδοτήσεις επιτοκίου, ορισμένες μορφές δημόσιας συμμετοχής στα κεφάλαια των επιχειρήσεων, τις ενισχύσεις που χρηματοδοτούνται από πόρους προερχόμενους από επιβαλλόμενες επιβαρύνσεις, καθώς και τις ενισχύσεις που χορηγούνται υπό μορφή κρατικών εγγυήσεων επί τραπεζικών δανείων και υπό μορφή μείωσης ή απαλλαγής φόρων ή δασμών, συμπεριλαμβανομένων των επιταχυνόμενων αποσβέσεων και της μείωσης των κοινωνικών επιβαρύνσεων.
Όλα τα μέτρα αυτά καλύπτονται από την έννοια "κρατικές ενισχύσεις" όπως ορίζεται στο άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ.»
11 Το σημείο 1.3 των κατευθυντηρίων γραμμών, που διατυπώνει επίσης τις γενικές αρχές, προβλέπει:
«Η χορήγηση εθνικών ενισχύσεων δύναται να σχεδιάζεται μόνον εφόσον τηρούνται οι στόχοι της κοινής πολιτικής.
Οι ενισχύσεις δεν θα πρέπει να αποσκοπούν στη διατήρηση μιας κατάστασης· αντίθετα πρέπει να ενθαρρύνουν, με την αύξηση της παραγωγικότητας, την ορθολογική οργάνωση και την αποτελεσματικότητα της παραγωγής, καθώς και της εμπορίας των προϊόντων της αλιείας, για να προωθηθεί και εντατικοποιηθεί η διαδικασία προσαρμογής του τομέα στη νέα κατάσταση που αντιμετωπίζεται.
ιο συγκεκριμένα, οι ενισχύσεις πρέπει να τονώνουν την πραγματοποίηση των ενεργειών ανάπτυξης και προσαρμογής, οι οποίες δεν είναι δυνατό να τεθούν σε εφαρμογή υπό τις κανονικές συνθήκες της αγοράς λόγω της ακαμψίας στον τομέα και των περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων των απασχολουμένων. ρέπει να οδηγούν σε μόνιμες βελτιώσεις κατά τρόπο ώστε ο τομέας της αλιείας να συνεχίσει να εξελίσσεται χάρη στις προόδους και μόνο της αγοράς. Ως εκ τούτου, πρέπει να περιορίζονται χρονικά, για όσο διάστημα είναι απαραίτητο για την πραγματοποίηση των βελτιώσεων και των επιδιωκόμενων προσαρμογών.
Συνεπώς, ισχύουν οι ακόλουθες αρχές.
Οι εθνικές ενισχύσεις δεν δύνανται να δημιουργούν εμπόδια στην εφαρμογή των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Κατά συνέπεια, υπενθυμίζεται ιδίως ότι σε κάθε περίπτωση οι ενισχύσεις για τις εξαγωγές και τις ανταλλαγές, εντός της Κοινότητας, αλιευτικών προϊόντων είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά.
Τα στοιχεία της κοινής αλιευτικής πολιτικής που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν πλήρως ρυθμιστεί κυρίως σχετικά με τη διαρθρωτική πολιτική δικαιολογούν ακόμη τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων, υπό τον όρο ότι είναι σύμφωνες με τους στόχους των κοινών κανόνων έτσι ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος αμφισβήτησης ή νόθευσης της άμεσης ισχύος τους: αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι ενέργειες αυτές πρέπει κατά περίπτωση να εντάσσονται στα προγράμματα προσανατολισμού που προβλέπονται από την κοινοτική ρύθμιση.
Οι κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται χωρίς να απαιτείται ανάληψη υποχρεώσεως εκ μέρους των δικαιούχων και προορίζονται για την αύξηση των εσόδων των εκμεταλλεύσεών τους (με επιφύλαξη των διατάξεων του σημείου 2.6.2, που ακολουθεί) ή τα ποσά των οποίων είναι συνάρητηση της ποσότητας που παράγεται ή διοχετεύεται στο εμπόριο, των τιμών των προϊόντων, των μονάδων παραγωγής ή των μέσων παραγωγής, αποτέλεσμα των οποίων είναι η μείωση του κόστους παραγωγής ή η αύξηση των εισοδημάτων του δικαιούχου, δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά ως ενισχύσεις λειτουργίας. Η Επιτροπή θα εξετάζει χωριστά κάθε περίπτωση των ενισχύσεων του είδους αυτού εφόσον συνδέονται άμεσα με ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης που κρίνεται ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.»
Η προσβαλλομένη απόφαση
12 Στο σημείο IV των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η επίδικη εγγύηση πρέπει να εξεταστεί υπό το φως του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ) και των κατευθυντηρίων γραμμών.
13 Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι αυτή η εγγύηση αποτελεί ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης. Συναφώς παρατήρησε, αφενός, ότι ούτε η Γερμανική Κυβέρνηση ούτε τα άλλα μετάσχοντα στη διαδικασία ενδιαφερόμενα μέρη αμφισβήτησαν την εκτίμησή της και, αφετέρου, ότι, κατά το σημείο 1.1 των κατευθυντηρίων γραμμών, οι κρατικές εγγυήσεις για τραπεζικά δάνεια θεωρούνται ως ενισχύσεις.
14 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το στοιχείο της ενίσχυσης σε μια τέτοια εγγύηση αντιστοιχεί κατά κανόνα στη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου που θα όφειλε να εξοφλήσει ο δανειζόμενος στην αγορά και του επιτοκίου που πέτυχε στην πραγματικότητα χάρη στην παροχή της εγγυήσεως, αφαιρουμένων όλων των ασφαλίστρων. Η Επιτροπή φρονεί συναφώς ότι, λόγω του ότι κανένα πιστωτικό ίδρυμα δεν θα δεχόταν να χορηγήσει δάνειο στην Jadekost χωρίς εγγύηση του Δημοσίου και λόγω του πολύ υψηλού κινδύνου που αναλαμβάνει ο εγγυητής, η επίδικη εγγύηση συνιστούσε προϋπόθεση για τη χορήγηση του δανείου, ολόκληρο το ποσό του οποίου μπορούσε να θεωρηθεί ως ενίσχυση.
15 Η Επιτροπή παρατήρησε επίσης ότι η ενίσχυση χρησίμευε για τη βελτίωση των εσόδων της Jadekost εφόσον, αφενός, αποδέσμευσε την επιχείρηση από έξοδα που θα πραγματοποιούσε στο πλαίσιο της συνήθους εμπορικής δραστηριότητάς της και, αφετέρου, χορηγήθηκε χωρίς να επιβληθούν στην επιχείρηση δεσμεύσεις όσον αφορά τη χρησιμοποίησή της. Χάρη στην ενίσχυση αυτή, η Jadekost μπόρεσε να προσφέρει τα προϊόντα της στους πελάτες σε επίπεδο τιμών που διατηρήθηκε τεχνητά χαμηλό.
16 Η Επιτροπή συμπέρανε ότι μια τέτοια ενίσχυση λειτουργίας είναι κατ' αρχήν ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά, βάσει του σημείου 1.1 των κατευθυντηρίων γραμμών, πράγμα που καθιστά περιττή την εξέταση του ζητήματος αν η ενίσχυση ανταποκρίνεται στις άλλες απαιτήσεις του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
17 Ανεξάρτητα από αυτό, η Επιτροπή θεώρησε ότι η ενίσχυση απειλούσε να στρεβλώσει τους όρους του ανταγωνισμού στην αγορά βαθύψυκτων προϊόντων με βάση το ψάρι, εις βάρος άλλων επιχειρήσεων στη Γερμανία και στα άλλα κράτη μέλη που δεν λαμβάνουν τέτοιου είδους ενίσχυση, εφόσον η ενίσχυση αυτή ευνοεί συγκεκριμένη επιχείρηση και έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του κόστους της, πράγμα που της δίνει τη δυνατότητα να ενισχύσει τεχνητά τη θέση της στην αγορά.
18 Στο σημείο V των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως η Επιτροπή εξέτασε τις παρεκκλίσεις που προβλέπει το άρθρο 92, παράγραφοι 2 και 3, της Συνθήκης και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, αν ληφθεί υπόψη η φύση και ο στόχος της ενίσχυσης.
19 Τέλος, στο σημείο VI των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή παρατηρεί επιπλέον ότι η Γερμανική Κυβέρνηση παρέλειψε να της κοινοποιήσει εκ των προτέρων την ενίσχυση αυτή, κατά παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης και αγνόησε το ανασταλτικό αποτέλεσμα της διάταξης αυτής.
20 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή διαπίστωσε στο άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η εγγύηση που χορήγησε το Land της Κάτω Σαξονίας είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης και παράνομη διότι χορηγήθηκε κατά παράβαση των διαδικαστικών διατάξεων του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
21 Για τον λόγο αυτό η Επιτροπή απαιτεί την επιστροφή του 42,3 % του ποσού της ενίσχυσης δηλαδή ένα ποσοστό που αντιπροσωπεύει την αναλογία του κύκλου εργασιών της Jadekost που αναλογεί στα προϊόντα ψαριού. ράγματι, οι κατευθυντήριες γραμμές έχουν εφαρμογή μόνο στα προϊόντα αλιείας και για τον λόγο αυτόν απαιτήθηκε η επιστροφή μόνο της ενίσχυσης που χορηγήθηκε σ' αυτόν τον τομέα.
22 Για τον υπολογισμό του επιστρεπτέου ποσού, η Επιτροπή έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η επίδικη εγγύηση κάλυπτε μόνο το 80 % της πίστωσης που έλαβε η Jadekost και ότι το ποσό που καταβλήθηκε πράγματι στην επιχείρηση ήταν 32 000 000 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα (DEM) το οποίο σημαίνει ότι η εγγύηση του Land της Κάτω Σαξονίας κάλυψε ποσό 25 600 000 DEM. Με την εφαρμογή καθαρής ισοδύναμης επιδότησης ύψους 98,7 % προκύπτει ποσό 25 267 200 DEM από το οποίο 10 688 025 DEM, δηλαδή το 42,3 %, αναλογούσαν στα προϊόντα με βάση το ψάρι.
Οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
23 Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως με την προσφυγή της. Με τον πρώτο λόγο, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη και μόνο λόγω παραβιάσεως της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας. Με τον δεύτερο λόγο υποστηρίζει ότι η Επιτροπή απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά με μερική μόνο ακρίβεια και παρέλειψε να διατυπώσει ορισμένες διαπιστώσεις. Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως υποστηρίζει ότι η Επιτροπή εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Τέλος με τον τέταρτο λόγο υποστηρίζει ότι η Επιτροπή όφειλε να κηρύξει την επίδικη εγγύηση συμβατή με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ_, της Συνθήκης.
24 Εν προκειμένω, πρέπει να εξεταστούν πρώτα ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως της Γερμανικής Κυβέρνησης που αφορούν την ουσία της υποθέσεως και στη συνέχεια ο πρώτος, που αφορά τη διαδικασία.
Επί του λόγου που στηρίζεται στην ανακριβή απόδειξη των πραγματικών περιστατικών
25 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, που διαιρείται σε τρία σκέλη, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά με μερική μόνο ακρίβεια και συγκεκριμένα όσον αφορά τα ζητήματα της εκτιμήσεως του ποσού της ενισχύσεως (πρώτο σκέλος), της εφαρμογής των κατευθυντηρίων γραμμών (δεύτερος σκέλος) και της εκτιμήσεως περί στρεβλώσεως του ανταγωνισμού (τρίτο σκέλος).
26 Κατ' αρχάς, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, οσάκις η Επιτροπή έχει σημαντική ελευθερία εκτιμήσεως, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, το Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας της ασκήσεως της ελευθερίας αυτής, δεν μπορεί να υποκαθιστά την αρμόδια αρχή, προβαίνοντας στις συναφείς εκτιμήσεις, αλλά οφείλει να περιορίζεται στην εξέταση του αν οι εκτιμήσεις αυτές ενέχουν πρόδηλο σφάλμα ή κατάχρηση εξουσίας (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 1973 στην υπόθεση 57/72, Westzucker, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 499, σκέψη 14, και της 14ης Ιανουαρίου 1997, Ισπανία κατά Επιτροπής, C-169/95, Συλλογή 1997, σ. Ι-135, σκέψη 34).
27 Υπό το φως αυτής της αρχής πρέπει να εξεταστούν τα τρία σκέλη του δευτέρου λόγου ακυρώσεως της Γερμανικής Κυβέρνησης που αφορά την ανακριβή απόδειξη των πραγματικών περιστατικών.
Όσον αφορά τις πραγματικές διαπιστώσεις σχετικά με το ύψος της ενίσχυσης
28 Όπως αναγνωρίζει με την προσφυγή της, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι η εγγύηση που χορήγησε το Land της Κάτω Σαξονίας ενείχε στοιχεία ενισχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, αλλά υποστηρίζει ότι η Επιτροπή έσφαλε κατά την εκτίμηση των στοιχείων ενισχύσεως και συνεπώς κατά την εκτίμηση του ύψους της ενισχύσεως. Συναφώς προβάλλει έξι επιχειρήματα.
29 Με το πρώτο επιχείρημα η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέλειψε να εκτιμήσει επαρκώς το ζήτημα αν υπήρχαν και άλλες δυνατότητες χρηματοδοτήσεως της Jadekost.
30 Για να εξακριβωθεί αν η επίδικη εγγύηση εμφανίζει τον χαρακτήρα κρατικής ενίσχυσης, πρέπει να εφαρμοστεί το κριτήριο που μνημονεύεται στην προσβαλλομένη απόφαση και στηρίζεται στις δυνατότητες της Jadekost να λάβει δάνειο στην αγορά κεφαλαίων, ελλείψει της εγγυήσεως αυτής (βλ., κατ' αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1990, Γαλλία κατά Επιτροπής, υπόθεση λεγόμενη Boussac, C-301/87, Συλλογή 1990, σ. Ι-307, σκέψη 39, και της 21ης Μαρτίου 1990, C-142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, υπόθεση λεγόμενη Tubemeuse, Συλλογή 1990, σ. Ι-959, σκέψη 26).
31 Συγκεκριμένα οσάκις, λαμβανομένης υπόψη της αβέβαιης χρηματοοικονομικής κατάστασης μιας επιχειρήσεως, κανένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δεν θα δεχόταν να της δανείσει χρήματα χωρίς κρατική εγγύηση, ολόκληρο το ποσό του εγγυημένου δανείου που λαμβάνει η επιχείρηση πρέπει να θεωρηθεί ως ενίσχυση.
32 Εφαρμόζοντας το κριτήριο αυτό, η Επιτροπή συμπέρανε, στο σημείο IV, έβδομο εδάφιο, των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η Jadekost δεν θα μπορούσε να λάβει το επίδικο δάνειο χωρίς την εγγύηση που της χορήγησε το Land της Κάτω Σαξονίας.
33 Η διαπίστωση αυτή της Επιτροπής ενισχύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας που αποδεικνύουν ότι, κατά τον χρόνο χορηγήσεως του δανείου, η Jadekost αντιμετώπιζε αβέβαιη χρηματοοικονομική κατάσταση και ότι, μετά την είσοδό της στην αγορά βαθύψυκτων προϊόντων με βάση το ψάρι, σημειώθηκε στην αγορά αυτή σημαντική πτώση των τιμών. Άλλωστε η έκθεση της 29ης Μαρτίου 1994 που κατάρτισε η εταιρία λογιστών C & L Treuarbeit Deutsche Revision (στο εξής: C & L) κατάληξε στο συμπέρασμα ότι ο εγγυητής διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο.
34 ρέπει να υπομνησθεί επιπλέον ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η νομιμότητα αποφάσεως στον τομέα των ενισχύσεων πρέπει να εκτιμάται βάσει των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή όταν έλαβε τη σχετική απόφαση (απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 2263, σκέψη 16, και της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, Γαλλία κατά Επιτροπής, C-241/94, Συλλογή 1996, σ. Ι-4551, σκέψη 33).
35 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η Γερμανική Κυβέρνηση δεν έδωσε ούτε κατά τη διοικητική διαδικασία ούτε καν ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένα παραδείγματα άλλων δυνατοτήτων χρηματοδοτήσεως που είχε στη διάθεσή της η Jadekost. Επιπλέον, κατά τη διοικητική διαδικασία η Γερμανική Κυβέρνηση δεν υποστήριξε ότι η Επιτροπή όφειλε να επιδιώξει ενεργά να πληροφορηθεί αν υπήρχαν άλλες δυνατότητες χρηματοδοτήσεως. Κατά συνέπεια, το πρώτο επιχείρημά της που αφορά τις άλλες δυνατότητες χρηματοδοτήσεως εμφανίζεται υποθετικό.
36 Με το δεύτερο επιχείρημα, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη, για τον προσδιορισμό του ύψους της ενίσχυσης, ότι υπήρχαν ασφάλειες υπέρ των πιστωτριών της Jadekost τραπεζών.
37 Όπως προκύπτει πάντως από το σημείο ΙΙ, τέταρτο εδάφιο, των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή τις έλαβε υπόψη. Επιπλέον, κατέληξε στο συμπέρασμα, στο σημείο IV, έβδομο εδάφιο, των αιτιολογικών σκέψεων, ότι δεν είχαν επίπτωση στο ύψος της ενίσχυσης, διότι χωρίς την επίδικη εγγύηση δεν θα είχε χορηγηθεί πίστωση στην Jadekost. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από τα έγγραφα που προσκόμισε η Γερμανική Κυβέρνηση, από τη θέση που έλαβε το Land της Κάτω Σαξονίας και από τη γνωμοδότηση του C & L από όπου προκύπτει ότι οι ασφάλειες αυτές ήταν περιορισμένης αξίας.
38 Το συμπέρασμα της Επιτροπής ενισχύεται επίσης από τις διατάξεις των γενικών οδηγιών του Land της Κάτω Σαξονίας όσον αφορά τη σύσταση ασφάλειας και δη τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να ενεργήσει ως εγγυητής το Land της Κάτω Σαξονίας.
39 Ειδικότερα, το σημείο 3 των εν λόγω γενικών οδηγιών ορίζει ότι «κατ' αρχήν δεν χορηγείται εγγύηση παρά μόνον αν τα μέτρα που δεν μπορούν να εκτελεστούν κατ' άλλον τρόπο, ιδίως λόγω ελλείψεως επαρκών ασφαλειών και λόγω του ότι δεν είναι δυνατή η χορήγηση εγγύησης από την Niedersächsische Bürgschaftsbank (NBB) GmbH».
40 Με το τρίτο επιχείρημα η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπ' όψη ότι το επιτόκιο του εγγυημένου δανείου είναι σύνηθες στην κεφαλαιαγορά.
41 Συναφώς, από το σημείο IV, έβδομο εδάφιο, των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει επίσης ότι είναι αδιάφορο το αν το επιτόκιο που εφαρμόστηκε στην Jadekost για το εγγυημένο δάνειο ήταν χαμηλότερο ή υψηλότερο του μέσου επιτοκίου που εφαρμόζουν οι τράπεζες στην κεφαλαιαγορά για παρόμοια δάνεια και εφόσον, εν πάση περιπτώσει, χωρίς την επίδικη εγγύηση το δάνειο δεν θα είχε χορηγηθεί.
42 Κατόπιν των προεκτεθέντων, δεν διαπιστώνεται κανένα στοιχείο που να μαρτυρεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη περί την εκτίμηση κρίνοντας, στο σημείο V, έκτο εδάφιο, των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι, «Χάρη στη στήριξη της κυβέρνησης της Κάτω Σαξονίας, η εταιρία Jadekost κατόρθωσε να λάβει χρηματοδότηση η οποία δεν θα της είχε διαφορετικά χορηγηθεί λόγω των χρηματοοικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε» και θεωρώντας ότι το ποσό της ενίσχυσης ισούτο προς το συνολικό ποσό του δανείου.
43 Επομένως, τα τρία πρώτα επιχειρήματα πρέπει να απορριφθούν.
44 Με το τέταρτο επιχείρημα η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή ανέλυσε την εξέλιξη της οικείας αγοράς κατά τρόπο υπερβολικά αρνητικό. Κατά την άποψή της, οι τότε προβλέψεις έδειχναν ότι η Jadekost είχε καλές προοπτικές για το μέλλον. Επιπλέον, ούτε ο όμιλος Nordfrost ούτε οι ανταγωνιστές του πρόβλεπαν κορεσμό της αγοράς.
45 Η εκτίμηση της Επιτροπής ενισχύεται αφενός από τη γνωμοδότηση του C & L που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος για τον εγγυητή ήταν πολύ μεγάλος, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της μειώσεως της χρηματοοικονομικής ικανότητας του ομίλου Nordfrost, της δύσκολης εξέλιξής του και της εξέλιξης της αγοράς. Εξάλλου, ενισχύεται από το γεγονός ότι η Jadekost στη συνέχεια κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 31 Μαρτίου 1995.
46 Συνεπώς, το τέταρτο επιχείρημα της Γερμανικής Κυβέρνησης δεν αποκαλύπτει ούτε αυτό πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως εκ μέρους της Επιτροπής και επομένως δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
47 Με το πέμπτο και το έκτο επιχείρημα, η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβητεί τον εκ μέρους της Επιτροπής χαρακτηρισμό της επίδικης εγγύησης ως ενίσχυσης λειτουργίας. Υποστηρίζει, αφενός, ότι η Επιτροπή κακώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση θα επέφερε σημαντική μείωση του κόστους παραγωγής και, αφετέρου, ότι η Επιτροπή όφειλε να προβεί σε σφαιρική εκτίμηση, η οποία θα αποδείκνυε ότι η επίδικη εγγύηση είχε διευκολύνει την πραγματοποίηση υψηλότερης επένδυσης. Ειδικότερα, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εγγύηση που χορήγησε το Land της Κάτω Σαξονίας χρησιμοποιήθηκε για τη χρηματοδότηση επενδύσεων έτσι ώστε οι ίδιοι πόροι της Jadekost χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη των οικείων αναγκών ρευστότητας. Κατά την άποψή της, από αυτό προκύπτει ότι η εγγύηση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση λειτουργίας.
48 ρέπει, κατ' αρχάς, να σημειωθεί ότι το σημείο 1.3 των κατευθυντηρίων γραμμών, που έχει εφαρμογή εν προκειμένω, προβλέπει ότι οι ενισχύσεις που χορηγούνται χωρίς να απαιτείται αντίστοιχη υποχρέωση εκ μέρους του δικαιούχου, οι οποίες καθιστούν δυνατή τη βελτίωση της καταστάσεως των επιχειρήσεων και προορίζονται για την αύξηση των εσόδων των εκμεταλλεύσεών τους, αποτελούν ενισχύσεις λειτουργίας.
49 Δεύτερον, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ορισμός αυτός συνάδει προς τη σκέψη 18 της αποφάσεως της 15ης Μα_ου 1997, C-278/95 P, Siemens κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. Ι-2507), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ενισχύσεις που αντιστοιχούν σε αυτά ταύτα τα γενικά έξοδα εκμεταλλεύσεως στα οποία υποβάλλεται μια επιχείρηση στο πλαίσιο των συνήθων δραστηριοτήτων της αποτελούν ενισχύσεις λειτουργίας.
50 Δεν αμφισβητείται ότι το δάνειο για το οποίο χορηγήθηκε η επίδικη εγγύηση προοριζόταν για τη χρηματοδότηση των γενικών εξόδων εκμεταλλεύσεως της Jadekost. Συναφώς πρέπει να σημειωθεί ότι η ίδια η Γερμανική Κυβέρνηση χαρακτήρισε το εγγυημένο δάνειο ως πίστωση εκμεταλλεύσεως στην από 22 Ιουλίου 1994 επιστολή της προς την Επιτροπή. Ο χαρακτηρισμός αυτός προκύπτει επίσης από το σύνολο των τραπεζικών εγγράφων που υποβλήθηκαν μαζί με την αίτηση της Jadekost προς το Land της Κάτω Σαξονίας.
51 Βάσει των θεωρήσεων αυτών, ορθώς η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση που χορήγησε το Land της Κάτω Σαξονίας αποτελούσε ενίσχυση λειτουργίας κατά την έννοια του σημείου 1.3 των κατευθυντηρίων γραμμών.
Όσον αφορά τις πραγματικές διαπιστώσεις σχετικά με την εφαρμογή των κατευθυντηρίων γραμμών
52 Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η επίδικη εγγύηση είχε χορηγηθεί υπό τον όρο τηρήσεως του προγράμματος χρηματοδοτήσεως που είχε καταρτίσει η Jadekost στις 23 Μαρτίου 1994, υπό τον έλεγχο του Land της Κάτω Σαξονίας.
53 Συναφώς, αρκεί να σημειωθεί ότι η προσβαλλομένη απόφαση επισημαίνει σαφώς ότι η Επιτροπή εξέτασε δεόντως τους όρους που επέβαλε το Land της Κάτω Σαξονίας και κατέληξε στο συμπέρασμα, στο σημείο IV, ένατο εδάφιο, των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι όροι αυτοί δεν είναι όπως εκείνοι στους οποίους αναφέρεται το σημείο 1.3 των κατευθυντηρίων γραμμών.
54 Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως είναι αβάσιμο.
Επί των πραγματικών διαπιστώσεων σχετικά με τη στρέβλωση του ανταγωνισμού
55 Με το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι διαπιστώσεις βάσει των οποίων αποδεικνύεται είτε η ύπαρξη ενισχύσεως που στρεβλώνει τη λειτουργία του ανταγωνισμού είτε η φερομένη ελάφρυνση του κόστους που συνεπάγεται η επίδικη εγγύηση για τη Jadekost είναι ελλιπείς.
56 Η αιτίαση αυτή πρέπει να νοηθεί ως αναφερομένη σε έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά την έννοια του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 253 ΕΚ). ρέπει συνεπώς να εξεταστεί με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως που αναφέρεται στην παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογίας.
Επί του λόγου ακυρώσεως της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης
57 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως που χωρίζεται σε τρία σκέλη, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, πρώτον, διότι δεν εφάρμοσε ορθά τις κατευθυντήριες γραμμές προκειμένου να προσδιορίσει τα συστατικά ενισχύσεως στοιχεία που προβλέπει το άρθρο αυτό, δεύτερο, διότι διατύπωσε ανακριβή χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών σε σχέση με το άρθρο αυτό και τρίτον διότι παρέβη την υποχρέωση αιτιολογίας του άρθρου 190 της Συνθήκης.
58 ρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι κατά τη διοικητική διαδικασία αλλά και με το δικόγραφο της προσφυγής, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι η εγγύηση που χορήγησε το Land της Κάτω Σαξονίας ενείχε στοιχεία ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
Ως προς την εφαρμογή των κατευθυντηρίων γραμμών
59 Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι νομικώς εσφαλμένη διότι στηρίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές για να εξετάσει αν συντρέχουν τα στοιχεία που συνιστούν παράβαση του άρθρου 92, παράγραφος 1, αντί να προβεί σε εξέταση της συγκεκριμένης περίπτωσης.
60 Κατ' αρχάς, διαπιστώνεται ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η ενίσχυση απειλούσε να στρεβλώσει τους όρους του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης στηρίζεται, σε μεγάλο βαθμό, στις κατευθυντήριες γραμμές. Συγκεκριμένα, αφού η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίδικη εγγύηση συνιστά ενίσχυση λειτουργίας, παρατήρησε στο σημείο IV, ενδέκατο εδάφιο, των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι τέτοιου είδους ενισχύσεις «είναι κατ' αρχήν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά σύμφωνα με το σημείο 1.3 των κατευθυντηρίων γραμμών, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση του συμβιβάσιμου της ενίσχυσης με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης». Εξάλλου, όπως προκύπτει από το σημείο IV, δέκατο τέταρτο εδάφιο, των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή χαρακτήρισε ως ενίσχυση μόνο το τμήμα της επίδικης εγγύησης που χορηγήθηκε στον τομέα των προϊόντων αλιείας, δεδομένου ότι οι κατευθυντήριες γραμμές καλύπτουν μόνον αυτόν τον τομέα.
61 Στις σκέψεις 48 έως 51 της παρούσας απόφασης το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη χαρακτηρίζοντας την επίδικη εγγύηση ως ενίσχυση λειτουργίας. ρέπει ωστόσο να εξεταστεί αν δικαιολογημένα η Επιτροπή στηρίχθηκε στις κατευθυντήριες γραμμές για να διαπιστώσει ότι η επίδικη ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
62 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή μπορεί να δεσμευθεί με συγκεκριμένους προσανατολισμούς για την άσκηση των εξουσιών εκτιμήσεων που έχει, μέσω πράξεων όπως οι κατευθυντήριες γραμμές, εφόσον αυτές περιέχουν ενδεικτικούς κανόνες ως προς τον προσανατολισμό που πρέπει να ακολουθεί το εν λόγω όργανο και εφόσον δεν αποκλίνουν από τους κανόνες της Συνθήκης (βλ., κατ' αυτήν την έννοια, απόφαση της 24ης Μαρτίου 1993, C-313/90, CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-1125, σκέψεις 34 και 36).
63 Ακριβώς όμως η Γερμανική Κυβέρνηση ούτε αμφισβήτησε ούτε διατύπωσε αμφιβολίες ως προς το συμβιβαστό των κατευθυντηρίων γραμμών προς το άρθρο 92 της Συνθήκης.
64 ράγματι, οι κατευθυντήριες γραμμές που δεν είναι οι πρώτες που εφαρμόζονται στον συγκεκριμένο τομέα, στηρίζονται στο άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης, κατά το οποίο η Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων που υπάρχουν στα κράτη αυτά και τους προτείνει τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη και η λειτουργία της κοινής αγοράς. Συνεπώς, οι κατευθυντήριες γραμμές αντιπροσωπεύουν ένα στοιχείο αυτής της υποχρεώσεως τακτικής και περιοδικής συνεργασίας, από την οποία ούτε η Επιτροπή ούτε τα κράτη μέλη μπορούν να αποδεσμευτούν (βλ. απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1996, C-311/94, IJssel-Vliet, Συλλογή 1996, σ. Ι-5023, σκέψεις 36 και 37).
65 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η Γερμανική Κυβέρνηση είχε συμμετάσχει στη διαδικασία καταρτίσεως των κατευθυντηρίων γραμμών και τις είχε εγκρίνει πράγμα που εν λόγω κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε. Επιπλέον, οι κατευθυντήριες γραμμές αποτελούν μια από τις προϋποθέσεις εγκρίσεως εκ μέρους της Επιτροπής των γενικών οδηγιών του Land της Κάτω Σαξονίας στον τομέα της συστάσεως ασφαλείας. Η Γερμανική Κυβέρνηση δέχτηκε συνεπώς ότι έχουν εφαρμογή οι κανόνες που διατυπώνουν οι κατευθυντήριες γραμμές. Συνεπώς, και σύμφωνα με τη σκέψη 36 της προαναφερθείσας απόφασης CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής και 43 της επίσης προαναφερθείσας απόφασης IJssel-Vliet, οι κατευθυντήριες γραμμές δεσμεύουν την Επιτροπή αλλά και τη Γερμανική Κυβέρνηση.
66 Εν πάση περιπτώσει, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι ανεξάρτητα από το συλλογισμό που στηρίζεται στο σημείο 1.3 των κατευθυντηρίων γραμμών, η Επιτροπή έκρινε, εφαρμόζοντας όλα τα στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, ότι η εγγύηση που χορήγησε το Land της Κάτω Σαξονίας συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου.
67 Στην απαγόρευση του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης εμπίπτουν τα μέτρα που συνιστούν κρατική ενίσχυση, η οποία νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και μπορεί να επηρεάσει τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές.
68 Η Επιτροπή στηριζόμενη σε πλείονες θεωρήσεις έκρινε ότι οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν εν προκειμένω.
69 Συγκεκριμένα, η Επιτροπή υπογράμμισε, πρώτον, ότι κατά το σημείο 1.1 των κατευθυντηρίων γραμμών, οι κρατικές εγγυήσεις για τραπεζικά δάνεια θεωρούνται ενισχύσεις, την αρχή δε αυτή δεν αμφισβήτησε η Γερμανική Κυβέρνηση. Η Επιτροπή διαπίστωσε, δεύτερον, ότι, χάρη στην υποστήριξη του Land της Κάτω Σαξονίας, η Jadekost μπόρεσε να λάβει χρηματοδότηση η οποία δεν θα της χορηγείτο υπό άλλες συνθήκες. Τρίτον, έκρινε ότι η ενίσχυση χρησίμευε για τη βελτίωση των εσόδων της Jadekost διότι αποδέσμευε την επιχείρηση από έξοδα που θα τη βάρυναν υπό κανονικές συνθήκες. Τέλος, η Επιτροπή θεώρησε ότι η εγγύηση απειλούσε να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και ήταν ικανή να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών διότι ωφελούσε συγκεκριμένη επιχείρηση εις βάρος των ανταγωνιστών της στη Γερμανία και στα άλλα κράτη μέλη.
70 Επομένως, το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Γερμανική Κυβέρνηση πρέπει να απορριφθεί.
Ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών
71 Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι εσφαλμένη όσον αφορά τον υπολογισμό του ποσού της ενισχύσεως και την περί στρεβλώσεως του ανταγωνισμού εκτίμηση.
72 Αναφορικά με το ύψος της ενίσχυσης, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει κατά τα ουσιώδη ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε αν η Jadekost μπορούσε να λάβει άλλο δάνειο χωρίς εγγύηση, ότι δεν έλαβε υπόψη την ύπαρξη ασφαλειών και ότι παρέλειψε να εξετάσει την αξία και την επιρροή τους στην εκτίμηση του ποσού της ενισχύσεως.
73 Τα επιχειρήματα αυτά δεν διαφέρουν αισθητά από αυτά που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως. Συγκεκριμένα, από την προσβαλλομένη απόφαση καθώς και από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η Επιτροπή ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι χωρίς την επίδικη εγγύηση, η Jadekost δεν θα μπορούσε να λάβει με τις συνθήκες της αγοράς το δάνειο που της χορηγήθηκε. Όπως προαναφέρθηκε στις σκέψεις 29 έως 43 της παρούσας απόφασης η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ως προς αυτό το σημείο. Επομένως, τα επιχειρήματα αυτά δεν γίνονται δεκτά.
74 Όσον αφορά την εκτίμηση περί στρεβλώσεως του ανταγωνισμού, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει κυρίως, αφενός ότι η Επιτροπή παρέλειψε να οριοθετήσει τη σχετική αγορά και, αφετέρου, ότι το τεκμήριο ότι η χορήγηση μιας ενίσχυσης λειτουργίας νοθεύει από τη φύση της τη λειτουργία του ανταγωνισμού δεν είναι έγκυρο.
75 Όσον αφορά την οριοθέτηση της αγοράς, διαπιστώνεται ότι στο σημείο ΙΙΙ, τρίτο εδάφιο, και IV, δωδέκατο εδάφιο, των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή όρισε ότι πρόκειται για την αγορά βαθύψυκτων προϊόντων με βάση το ψάρι.
76 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η Γερμανική Κυβέρνηση δεν πρότεινε καμιά άλλη δυνατή οριοθέτηση της σχετικής αγοράς, ούτε κατά τη διοικητική διαδικασία ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξάλλου, δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να δείχνει ότι η οριοθέτηση της αγοράς από την Επιτροπή υπήρξε εσφαλμένη.
77 Όσον αφορά το τεκμήριο ότι οι ενισχύσεις λειτουργίας νοθεύουν από την ίδια τη φύση τους τον ανταγωνισμό, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι το τεκμήριο αυτό προκύπτει από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, με την απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1990, C-86/89, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-3891, σκέψη 18), το Δικαστήριο έκρινε ότι η επίδικη ενίσχυση πρέπει να θεωρηθεί ως ενίσχυση λειτουργίας για τις οικείες επιχειρήσεις και ότι, ως ενίσχυση λειτουργίας, αλλοιώνει τους όρους του εμπορίου σε βαθμό αντίθετο προς το κοινό συμφέρον.
78 Δεύτερον, το τεκμήριο αυτό προκύπτει επίσης από το σημείο 1.3 των κατευθυντηρίων γραμμών, κατά το οποίο οι ενισχύσεις λειτουργίας είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Δεδομένου ότι οι ενισχύσεις λειτουργίας δεν μπορούν ποτέ να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, έπεται κατά μείζονα λόγο ότι νοθεύουν τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
79 Επομένως, το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως πρέπει και αυτό να απορριφθεί.
Επί της υποχρεώσεως αιτιολογίας
80 Με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωσή της να αιτιολογήσει την προσβαλλομένη απόφαση.
81 Η εν λόγω κυβέρνηση φρονεί ότι στην προσβαλλομένη απόφαση η Επιτροπή περιορίστηκε να διατυπώσει εικασίες και υποθέσεις αντί να προσδιορίσει τα περιστατικά που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Υπογραμμίζει την έλλειψη, στην προσβαλλομένη απόφαση, διαπιστώσεων όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη και το ύψος της ενίσχυσης καθώς και τη στρέβλωση του ανταγωνισμού. Σχετικά με τη στρέβλωση του ανταγωνισμού, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή όφειλε να προσδιορίσει σαφώς την κατάσταση της αγοράς, να εξηγήσει πώς προκύπτει η στρέβλωση του ανταγωνισμού από μια ενίσχυση λειτουργίας και να αιτιολογήσει τη σχέση αιτιότητας μεταξύ της επίδικης εγγύησης και της στρεβλώσεως του ανταγωνισμού όσο και την ύπαρξη εμποδίων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
82 Κατ' αρχάς πρέπει να σημειωθεί ότι κατά πάγια νομολογία, η αιτιολογία που απαιτεί το άρθρο 190 της Συνθήκης πρέπει να είναι προσαρμοσμένη προς τη φύση της οικείας πράξεως και από αυτήν πρέπει να προκύπτει σαφώς και αναμφισβήτητα η συλλογιστική του οργάνου που εξέδωσε την πράξη, έτσι ώστε να δίνει τη δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν το ληφθέν μέτρο και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του (βλ. αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 67/85, 68/85 και 70/85, Van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 219, σκέψη 71, και της της 14ης Ιουλίου 1994, C-353/92, Ελληνική Δημοκρατία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-3411, σκέψη 19).
83 Επιπλέον, η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, όπως το περιεχόμενο της πράξεως και η φύση των προβαλλομένων λόγων (απόφαση της 13ης Μαρτίου 1985, 296/82 και 318/82, Κάτω Χώρες και Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 809, σκέψη 19).
84 Εν προκειμένω, το γεγονός ότι η προσβαλλομένη απόφαση στηρίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές έχει ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
85 Κατά το σημείο 1.3 των κατευθυντηρίων γραμμών, οι ενισχύσεις λειτουργίας είναι κατ' αρχήν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η επίδικη εγγύηση συνιστούσε τέτοιου είδους ενίσχυση, ήταν περιττό να εξηγήσει με κάθε λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους η ενίσχυση αυτή νόθευε τον ανταγωνισμό. ράγματι, οι κατευθυντήριες γραμμές μαρτυρούν ότι το συμπέρασμα αυτό είναι σύμφυτο με την ύπαρξη ενισχύσεως λειτουργίας.
86 Διαπιστώνεται συνεπώς ότι η βραχύλογη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης δεδομένου ότι οι φερόμενες ως ελλείπουσες διευκρινίσεις σχετικά ιδίως με τη στρέβλωση του ανταγωνισμού ήταν περιττές διότι επρόκειτο για ενίσχυση λειτουργίας.
87 Επομένως, το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως είναι αβάσιμο. Το ίδιο ισχύει και για το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως.
Επί του λόγου ακυρώσεως που στηρίζεται στην εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ_, της Συνθήκης
88 Με τον τελευταίο λόγο ακυρώσεως η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή όφειλε να κρίνει ότι η επίδικη ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ_, της Συνθήκης.
89 Στο σημείο V, όγδοο εδάφιο, των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι «όσον αφορά την επίδικη ενίσχυση πρόκειται για λειτουργική ενίσχυση η οποία αποσκοπεί στη διατήρηση του status quo και ότι δεν διευκολύνει την ανάπτυξη που αναφέρεται στο άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ_».
90 Η διαπίστωση αυτή συνάδει προς την προαναφερθείσα απόφαση Siemens κατά Επιτροπής, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ορθό το συλλογισμό του ρωτοδικείου που είχε κρίνει στη σκέψη 48 της αποφάσεώς του της 8ης Ιουνίου 1995, Τ-459/93, Siemens κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1675), ότι οι ενισχύσεις λειτουργίας δεν εμπίπτουν κατ' αρχήν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
91 Διαπιστώνεται συνεπώς ότι η προσέγγιση της Επιτροπής συνάδει πλήρως προς τη νομολογία του Δικαστηρίου και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως της Γερμανικής Κυβέρνησης πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου ακυρώσεως της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας
92 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως η Γερμανική Κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν επέτρεψε ούτε σ' αυτήν ούτε στο Land της Κάτω Σαξονίας την πρόσβαση στις παρατηρήσεις που της απέστειλαν κατά τη διοικητική διαδικασία, με επιστολές της 31ης Αυγούστου 1995, της 1ης Σεπτεμβρίου 1995 και της 4ης Σεπτεμβρίου 1995, τέσσερις επιχειρήσεις ανταγωνιστικές της Jadekost, παρατηρήσεις τις οποίες μνημονεύει στο σημείο ΙΙ των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως.
93 Κατά το σημείο ΙΙ, οι συντάκτες των εν λόγω επιστολών υπογράμμισαν, μεταξύ άλλων, ότι η Jadekost είχε χρησιμοποιήσει τη χορηγηθείσα ενίσχυση για να κερδίσει μερίδια αγοράς εις βάρος των ανταγωνιστών της, προσφέροντας τιμές χαμηλότερες του κόστους παραγωγής. Οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις διατύπωσαν επίσης παρατηρήσεις σχετικά με τις εμπορικές δραστηριότητες της Jadekost, την εξέλιξη της αγοράς και την αντιμετώπιση της υπόθεσης από το περιφερειακό κοινοβούλιο (Landtag) της Κάτω Σαξονίας.
94 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η μη κοινοποίηση των επιστολών αυτών συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας με συνέπεια ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι παράνομη. Επιπλέον, πρόκειται για έντονη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, δεδομένου ότι οι εν λόγω επιστολές μνημόνευαν άλλα σχετικά έγγραφα των οποίων η Γερμανική Κυβέρνηση δεν έλαβε γνώση. Η εν λόγω κυβέρνηση προσθέτει, με το υπόμνημα απαντήσεως ότι η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας συντρέχει επίσης λόγω της μη κοινοποιήσεως νομικών εκτιμήσεων. Υποστηρίζει ότι η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να κοινοποιεί στα κράτη μέλη τις νομικές εκτιμήσεις στις οποίες προτίθεται να στηρίξει την αρνητική απόφασή της.
95 Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, από τη νομολογία του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα από τη σκέψη 31 της προαναφερθείσας απόφασης Boussac προκύπτει ότι το απλό ενδεχόμενο της αρνητικής επίδρασης στη διαδικασία αρκεί για να θεωρηθεί η προσβολή ως σοβαρή και να δικαιολογήσει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
96 Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι από αμέλεια οι επιστολές των ανταγωνιστικών επιχειρήσεων δεν κοινοποιήθηκαν στη Γερμανική Κυβέρνηση. Υποστηρίζει όμως ότι, κατά την προαναφερθείσα απόφαση Boussac, η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας δεν επιφέρει ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως παρά μόνο αν, χωρίς την παρατυπία αυτή, η διαδικασία θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
97 Η Επιτροπή φρονεί ότι εν προκειμένω οι παρατηρήσεις των ανταγωνιστών δεν περιέχουν κανένα στοιχείο αφορών την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών σε σχέση με τους περί ανταγωνισμού κανόνες που να μην περιήλθε στη γνώση της από την ίδια τη Γερμανική Κυβέρνηση, με τις επιστολές της τελευταίας και κατά τις λεπτομερείς συνομολίες που είχαν στις 31 Αυγούστου 1994 και στις 28 Νοεμβρίου 1995, από τις επιστολές των τραπεζών που κοινοποιήθηκαν στη Γερμανική Κυβέρνηση για διατύπωση παρατηρήσεων ή από άλλες πηγές στις οποίες έχει πρόσβαση το κοινό, και που να μη συζητήθηκε με την αλληλογραφία των διαδίκων και κατά τη διάρκεια των συσκέψεων που είχαν αυτοί.
98 Όσον αφορά τη φερομένη μη κοινοποίηση των νομικών εκτιμήσεων, η Επιτροπή υποστηρίζει αφενός ότι η αιτίαση αυτή προβάλλεται εκπρόθεσμα και αφετέρου ότι είναι αβάσιμη διότι η Επιτροπή εξέφρασε τη νομική άποψή της χωρίς περιστροφές τόσο με την αλληλογραφία που είχε με τη Γερμανική Κυβέρνηση όσο και με τις συζητήσεις μαζί της.
99 Κατά πάγια νομολογία, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας σε κάθε διαδικασία που κινείται κατά ενός προσώπου, η οποία είναι δυνατόν να καταλήξει στην έκδοση βλαπτικής πράξης, συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να εξασφαλίζεται ακόμα και αν δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1986, Βέλγιο κατά Επιτροπής, σκέψη 27, και Boussac, σκέψη 29).
100 Με τις προαναφερθείσες αποφάσεις, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι, σύμφωνα με την αρχή αυτή, πρέπει να παρέχεται στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα να καθιστά λυσιτελώς γνωστή την άποψή του επί των παρατηρήσεων που υποβάλλουν ενδιαφερόμενοι τρίτοι, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Κατά το μέτρο που δεν έχει δοθεί στο κράτος μέλος η δυνατότητα να σχολιάσει τις παρατηρήσεις αυτές, η Επιτροπή δεν μπορεί να τις λάβει υπόψη κατά την έκδοση της αποφάσεώς της κατά του κράτους αυτού.
101 Ωστόσο, μια τέτοια προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας δεν συνεπάγεται ακυρότητα παρά μόνον αν, χωρίς την παρατυπία αυτή, η διαδικασία μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα (βλ. απόφαση Boussac, όπ.π., σκέψη 31).
102 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι με την προαναφερθείσα απόφαση Boussac το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι εν λόγω παρατηρήσεις δεν περιείχαν κανένα στοιχείο επιπλέον αυτών που είχε ήδη στη διάθεσή της η Επιτροπή και γνώριζε η Γαλλική Κυβέρνηση. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι η Γαλλική Κυβέρνηση δεν είχε τη δυνατότητα να σχολιάσει τις εν λόγω παρατηρήσεις δεν ήταν ικανό να επηρεάσει το αποτέλεσμα της διοικητικής διαδικασίας.
103 Ομοίως εν προκειμένω, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 64 έως 67 των προτάσεών του, από την αλληλογραφία μεταξύ Επιτροπής και Γερμανικής Κυβέρνησης προκύπτει ότι το ουσιαστικό περιεχόμενο των παρατηρήσεων των ανταγωνιστών της Jadekost ήταν γνωστό στη Γερμανική Κυβέρνηση, η οποία μπορούσε να το λάβει υπόψη προκειμένου να λάβει θέση επί των αιτιάσεων της Επιτροπής. Επιπλέον, από τη δικογραφία καθώς και από την ανακοίνωση 95/C 201/06 της Επιτροπής (ΕΕ 1995, C 201, σ. 6) σχετικά με την ενίσχυση που χορηγήθηκε στην Jadekost, η οποία δημοσιεύθηκε στις 5 Αυγούστου 1995 σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, προκύπτει ότι η Γερμανική Κυβέρνηση γνώριζε το νομικό και πραγματικό πλαίσιο στο οποίο η Επιτροπή τοποθετούσε την παράβαση του κοινοτικού δικαίου που προέβαλε, όπως εκτίθεται στο σημείο IV των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως.
104 Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι η κοινοποίηση των επιστολών των ανταγωνιστών της Jadekost στη Γερμανική Κυβέρνηση δεν θα οδηγούσε την Επιτροπή στην έκδοση διαφορετικής απόφασης. ράγματι από τις θεωρήσεις που αναπτύσσονται στην παρούσα απόφαση προκύπτει ότι η Επιτροπή έκρινε, αφενός, ότι είχαν εφαρμογή οι κατευθυντήριες γραμμές και, αφετέρου, ότι η επίδικη ενίσχυση συνιστούσε ενίσχυση λειτουργίας, οι κρίσεις δε αυτές γνωστοποιήθηκαν και οι δύο σαφώς στη Γερμανική Κυβέρνηση κατά τη διοικητική διαδικασία.
105 Συναφώς, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να υποδείξει κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία κάποιο στοιχείο είτε πραγματικό είτε νομικό το οποίο αν της είχε κοινοποιηθεί θα είχε οδηγήσει την Επιτροπή στην έκδοση διαφορετικής απόφασης.
106 Από τις προεκτεθείσες θεωρήσεις προκύπτει ότι ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
107 Δεδομένου ότι κανένα επιχείρημα της Γερμανικής Κυβέρνησης δεν έγινε δεκτό, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
108 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα αν ο αντίδικος διατύπωσε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας η οποία και ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy