Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Προδικαστικά ερωτήματα - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - Όρια - Υποβολή προδήλως αλυσιτελών και υποθετικών ερωτημάτων αποκλείουσα την έκδοση χρήσιμης αποφάσεως - Υποβολή ερωτήματος στο πλαίσιο ποινικής δίκης στην οποία δεν τίθεται θέμα εφαρμογής διατάξεων του κοινοτικού δικαίου - Έλλειψη αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 6 και 177)
Περίληψη
Το Δικαστήριο αδυνατεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία ενός κοινοτικού κανόνα που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή ακόμα όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως και το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει λυσιτελή απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να απαντήσει σε ερώτημα ως προς την ερμηνεία της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 6 της Συνθήκης, όταν το εθνικό δικαστήριο δεν έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας σκοπούσας στην ποινική καταδίκη για παράβαση έχουσα σχέση με τροχαίο ατύχημα, το δικαστήριο αυτό μπορεί να κληθεί να εφαρμόσει διατάξεις αποβλέπουσες στην εξασφάλιση της τηρήσεως των κανόνων κοινοτικού δικαίου εν γένει ή, ειδικότερα, της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-291/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Amtsgericht Reutlingen (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά
Martino Grado,
Shahid Bashir,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 6 της Συνθήκης ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini και G. Hirsch, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- το Staatsanwaltschaft Tόbingen, εκπροσωπούμενο από τον R. Kindsvater, Staatsanwalt,
- ο Μ. Grado, εκπροσωπούμενος από τον P. Jδcksch, δικηγόρο Reutlingen,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον U. Wφlker, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιουνίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 19ης Αυγούστου 1996, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Σεπτεμβρίου 1996, το Amtsgericht Reutlingen υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 6 της ιδίας Συνθήκης.
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά των M. Grado, Ιταλού υπηκόου, και S. Bashir, μη κοινοτικού υπηκόου.
3 Κατά το άρθρο 407 του Strafprozessordnung (γερμανικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας), η εισαγγελική αρχή, αν θεωρεί ότι δεν απαιτείται ακροαματική διαδικασία, μπορεί να υποβάλει στον ποινικό δικαστή αίτηση και να ζητήσει την έκδοση ποινικής διατάξεως την οποία έχει εκ των προτέρων συντάξει. Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 408, ο δικαστής υποχρεούται τότε να επιθέσει την ημερομηνία και την υπογραφή του στην αίτηση αυτή, εκτός εάν θεωρεί ότι υφίστανται νομικά επιχειρήματα που δεν του επιτρέπουν να κάνει δεκτή την αίτηση. Η υπογραφείσα αίτηση καθίσταται διάταξη του δικαστηρίου παράγουσα αποτέλεσμα ανάλογο προς το της ποινικής αποφάσεως.
4 Στις 9 Απριλίου 1996, η Εισαγγελία του Tόbingen, μέσω του εισαγγελέα του 35ου τμήματός της, ζήτησε από το Amtsgericht Reutlingen, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων αυτών, την έκδοση ποινικής διατάξεως
«κατά των
1. Martino Grado (...)
2. Shahid Bashir (...)»,
κατηγορουμένων, μεταξύ άλλων, ότι εγκατέλειψαν ως μη όφειλαν τον τόπο τροχαίου ατυχήματος στο οποίο είχαν εμπλακεί.
5 Ο δικαστής του Amtsgericht Reutlingen έκρινε ότι η παράλειψη της χρησιμοποιήσεως της προσαγορεύσεως «κύριος» πριν από το ονοματεπώνυμο των προσώπων τα οποία αφορούσε η αίτηση εκδόσεως ποινικής διατάξεως προσέβαλλε το δικαίωμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ισότητας ενώπιον του νόμου, που καθιερώνεται από τα άρθρα 1 και 3 του Grundgesetz (γερμανικού Θεμελιώδους Νόμου), και ζήτησε - χωρίς αποτέλεσμα - από τον αρμόδιο εισαγγελέα να διορθώσει την αίτησή του.
6 Ο δικαστής του Amtsgericht Reutlingen αρνήθηκε τότε να την υπογράψει, θεωρώντας ότι ο γερμανικός Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος επιβάλλει στον ποινικό δικαστή την υποχρέωση να κάνει δεκτό το αίτημα της Εισαγγελικής Αρχής εκτός εάν υφίστανται νομικά εμπόδια προς τούτο, δεν του επέτρεπε να τροποποιήσει ή να συμπληρώσει ο ίδιος την ποινική διάταξη.
7 Με διάταξη της 30ής Ιουλίου 1996, το Landgericht Tόbingen ενέκρινε τον τρόπο ενεργείας του εισαγγελέα και αποφάνθηκε ότι ο δικαστής του Amtsgericht δεν είχε εκ του νόμου εξουσία να μη συνεχίσει τη διαδικασία.
8 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο δικαστής του Amtsgericht Reutlingen ανέστειλε τη διαδικασία έως ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί του ακολούθου προδικαστικού ερωτήματος:
«Συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο ή αντίκειται στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που καθιερώνει το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση το γεγονός ότι ένας εισαγγελέας, στο πλαίσιο αιτήσεως εκδόσεως διατάξεως επιβάλλουσας ποινή, συνταχθείσας από τον ίδιο και προοριζομένης στη συνέχεια να υπογραφεί από το δικαστήριο, ρητώς αρνείται την προσαγόρευση ευγενείας "κύριος" σε αλλοδαπό εργαζόμενο (υπό την έννοια των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση) υπήκοο κράτους μέλους της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, και τούτο αντίθετα προς τη συνήθη πρακτική της Εισαγγελίας καθώς και προς την πρακτική που ακολουθεί συνήθως ο συγκεκριμένος εισαγγελέας σε άλλες περιπτώσεις;»
9 Στη διάταξη περί παραπομπής, ο δικαστής του Amtsgericht Reutlingen τονίζει ότι η εισαγγελική αρχή αρνείται να χρησιμοποιήσει έναντι των κατηγορουμένων, οι οποίοι είναι αλλοδαποί και ο ένας εξ αυτών κοινοτικός υπήκοος, την προσαγόρευση ευγενείας «κύριος», ενώ χρησιμοποιεί αυτή την προσαγόρευση ευγενείας στις λοιπές υποθέσεις στις οποίες δεν εμπλέκονται αλλοδαποί.
10 Η Εισαγγελία του Tόbingen υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι η διατύπωση των αιτήσεων εκδόσεως ποινικής διατάξεως ποικίλλει αναλόγως του αν οι αιτήσεις αφορούν ένα ή πλείονα πρόσωπα: στις αιτήσεις που αφορούν έναν μόνον κατηγορούμενο, γίνεται χρήση της προσαγορεύσεως «κύριος» ή «κυρία», ενώ, στις αιτήσεις που αφορούν πλείονες του ενός κατηγορουμένους, η χρήση της προσαγορεύσεως αυτής δεν είναι δυνατή για γλωσσικούς λόγους. Κατά την Εισαγγελία, η πρακτική αυτή είναι άσχετη προς την ιθαγένεια των κατηγορουμένων και αναποκρίνεται στην πρακτική άλλων γερμανικών εισαγγελιών και πολλών δικαστηρίων.
11 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ζητούμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν έχει προδήλως καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης. Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, ζητήματα ποινικού δικαίου και ποινικής δικονομίας όπως αυτά που τίθενται στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
12 Συναφώς, πρέπει, αφενός, να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο αδυνατεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία ενός κοινοτικού κανόνα που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή ακόμα όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως και το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει λυσιτελή απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα (αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995 στην υπόθεση C-415/93, Βosman, Συλλογή 1995, σ. Ι-4921, σκέψη 61, και της 16ης Ιανουαρίου 1997, C-134/95, USSL n_ 47 di Biella, Συλλογή 1997, σ. Ι-195, σκέψη 12).
13 Αφετέρου, πρέπει να τονιστεί ότι η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 6 της Συνθήκης, ισχύει μόνο στους τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω Συνθήκης.
14 Όμως, με τη διάταξη περί παραπομπής, το Amtsgericht Reutlingen δεν έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας σκοπούσας στην ποινική καταδίκη για παράβαση έχουσα σχέση με τροχαίο ατύχημα, το δικαστήριο αυτό μπορεί να κληθεί να εφαρμόσει διατάξεις αποβλέπουσες στην εξασφάλιση της τηρήσεως των κανόνων κοινοτικού δικαίου εν γένει ή, ειδικότερα, της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
15 Επομένως, η πρακτική της Εισαγγελίας του Tόbingen, και αν ακόμα αποδεικνύεται ότι εισάγει διακρίσεις έναντι των κοινοτικών υπηκόων, δεν φαίνεται να επηρεάζει την κύρια δίκη.
16 Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται, σύμφωνα με πάγια νομολογία (διάταξη της 16ης Μαου 1994, C-428/93, Monin Automobiles, Συλλογή 1994, σ. Ι-1707, σκέψη 15), ότι με τo προδικαστικό ερώτημα που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο δεν ζητείται ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι αντικειμενικώς αναγκαία για την απόφαση που καλείται να λάβει ο δικαστής.
17 Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στο ερώτημα που του υπέβαλε το Amtsgericht Reutlingen.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
18 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 19ης Αυγούστου 1996 το Amtsgericht Reutlingen, αποφαίνεται:
Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στο ερώτημα που του υπέβαλε το Amtsgericht Reutlingen.
Full & Egal Universal Law Academy