Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Κοινοτική διαμετακόμιση - Απλοποιημένες τελωνειακές διαδικασίες - Ιδιότητα του εγκεκριμένου αποστολέα - Παροχή άδειας από τις τελωνειακές αρχές βάσει των άρθρων 398 έως 405 του κανονισμού 2454/93
(Κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου, άρθρο 76 § 4· κανονισμός 2454/93 της Επιτροπής, άρθρα 398 έως 405)
2 Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Κοινοτική διαμετακόμιση - Απλοποιημένες τελωνειακές διαδικασίες - Ιδιότητα του εγκεκριμένου αποστολέα - Παροχή άδειας από τις τελωνειακές αρχές ανεξαρτήτως της δυνατότητας απαλλαγής από την υποχρέωση προσκομίσεως των εμπορευμάτων στο τελωνείο
(Κανονισμός 2454/93 της Επιτροπής, άρθρο 398)
Περίληψη
3 Δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 4, του κανονισμού 2913/92, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να απονέμουν την ιδιότητα του εγκεκριμένου αποστολέα αποκλειστικά βάσει των άρθρων 398 έως 405 του κανονισμού 2454/93, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92.
4 Το άρθρο 398 του κανονισμού 2454/93 παρέχει στις τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα να απονέμουν την ιδιότητα του εγκεκριμένου αποστολέα, ακόμη και όταν δεν είναι πλέον δυνατό να απαλλαγεί ο ενδιαφερόμενος από την υποχρέωση προσκομίσεως των εμπορευμάτων στο τελωνείο αναχωρήσεως λόγω του ότι τα εμπορεύματα έχουν ήδη προσκομιστεί στο τελωνείο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-292/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Dόsseldorf (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Gφritz Intransco International GmbH
και
Hauptzollamt Dόsseldorf,
">η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 76 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1), και του άρθρου 398 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 (ΕΕ L 253, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward (εισηγητή), προεδρεύοντα του πρώτου τμήματος, P. Jann και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. B. Elmer
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- το Hauptzollamt Dόsseldorf, εκπροσωπούμενο από την Birgit Wellen, Regierungsrδtin στην Oberfinanzdirektion Dόsseldorf,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Fernando Castillo de la Torre, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Hans-Jόrgen Rabe, δικηγόρο Αμβούργου και Βρυξελλών,$
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Οκτωβρίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 14ης Αυγούστου 1996, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Σεπτεμβρίου 1996, το Finanzgericht Dόsseldorf υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 76 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: κώδικας), και του άρθρου 398 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 (ΕΕ L 253, σ. 1, στο εξής: εκτελεστικός κανονισμός).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Gφritz Intransco International GmbH (στο εξής: Gφritz) και του Hauptzollamt Dόsseldorf (στο εξής: Hauptzollamt) που έχει ως αντικείμενο την άρνηση του Hauptzollamt να επιτρέψει στην Gφritz να ενεργεί με την ιδιότητα του εγκεκριμένου αποστολέα.
3 Στην έκτη αιτιολογική σκέψη του κώδικα ορίζεται:
«ότι, λαμβάνοντας υπόψη την εξέχουσα σημασία του εξωτερικού εμπορίου για την Κοινότητα, θα πρέπει να καταργηθούν ή, τουλάχιστον, να περιοριστούν όσον το δυνατόν περισσότερο οι διατυπώσεις και οι τελωνειακοί έλεγχοι».
4 Στην όγδοη αιτιολογική σκέψη του κώδικα αναφέρεται:
«ότι κατά την έκδοση των μέτρων εφαρμογής του παρόντος κώδικα θα πρέπει να υπάρξει μέριμνα αποφυγής, στο μέτρο του δυνατού, απατών ή παρατυπιών που είναι δυνατό να επιφέρουν ζημία στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων».
5 Το άρθρο 76, παράγραφοι 1 και 4, του κώδικα προβλέπει:
«1. Προκειμένου να απλουστευθεί όσο το δυνατόν η διεκπεραίωση των διατυπώσεων και διαδικασιών, χωρίς να θίγεται η κανονικότητα των πράξεων, οι τελωνειακές αρχές επιτρέπουν, υπό τους όρους που καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής:
α) να μην περιλαμβάνονται στη διασάφηση του άρθρου 62 ορισμένα στοιχεία που αναφέρει η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου ή να μην επισυνάπτονται στη διασάφηση αυτή ορισμένα έγγραφα που αναφέρει η παράγραφος 2 του ιδίου άρθρου·
β) να κατατίθεται, αντί της διασάφησης που αναφέρει το άρθρο 62, εμπορικό ή διοικητικό έγγραφο που να συνδυάζεται με αίτηση υπαγωγής των εμπορευμάτων στο οικείο καθεστώς·
γ) να γίνεται η διασάφηση των εμπορευμάτων για το οικείο καθεστώς με εγγραφή των εμπορευμάτων στα λογιστικά βιβλία· στην περίπτωση αυτή, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να απαλλάσσουν το διασαφιστή από την υποχρέωση προσκόμισης των εμπορευμάτων στο τελωνείο.
Η απλουστευμένη διασάφηση, το εμπορικό ή διοικητικό έγγραφο ή η εγγραφή στα λογιστικά βιβλία πρέπει να περιέχουν τουλάχιστον τα στοιχεία που απαιτούνται για την εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων. Η εγγραφή στα λογιστικά βιβλία πρέπει να περιλαμβάνει την ημερομηνία κατά την οποία αυτή έλαβε χώρα.
(...)
4. Ειδικές απλουστευμένες διαδικασίες για το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακόμισης καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής.»
6 Οι λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του κώδικα θεσπίστηκαν, κατά τη διαδικασία της επιτροπής, με τον εκτελεστικό κανονισμό. Το άρθρο 398 του κανονισμού αυτού ορίζει:
«Οι τελωνειακές αρχές κάθε κράτους μέλους έχουν την ευχέρεια να επιτρέπουν, μετά από σχετική αίτηση, σε οποιοδήποτε πρόσωπο, που καλείται στο εξής "εγκεκριμένος αποστολέας", το οποίο πληροί τους όρους του άρθρου 399 και προτίθεται να εκτελέσει πράξεις κοινοτικής διαμετακόμισης, να μην προσκομίσει στο τελωνείο αναχώρησης ούτε τα εμπορεύματα ούτε τη δήλωση κοινοτικής διαμετακόμισης της οποίας τα εμπορεύματα αυτά αποτελούν αντικείμενο.»
7 Το άρθρο 399 του ίδιου κανονισμού προβλέπει:
«1. Η άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 398 χορηγείται μόνο στα πρόσωπα:
α) που πραγματοποιούν συχνά αποστολές εμπορευμάτων·
β) των οποίων τα λογιστικά βιβλία επιτρέπουν στις τελωνειακές αρχές τον έλεγχο των εργασιών·
γ) τα οποία έχουν παράσχει συνολική εγγύηση, όταν από τις διατάξεις σχετικά με την κοινοτική διαμετακόμιση απαιτείται εγγύηση
και
δ) τα οποία δεν έχουν διαπράξει σοβαρές ή κατ' επανάληψη παραβάσεις της τελωνειακής ή φορολογικής νομοθεσίας.
2. Οι τελωνειακές αρχές έχουν την ευχέρεια να ανακαλούν την άδεια όταν ο εγκεκριμένος αποστολέας δεν πληροί πλέον τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1 ή τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο παρόν υποτμήμα ή στην άδεια.»
8 Η Gφritz εκμεταλλεύεται μια επιχείρηση μεταφορών εντός του αεροδρομίου του Dόsseldorf, όπου το Zollamt Flughafen (τελωνειακή υπηρεσία του αεροδρομίου αυτού) ασκεί τις δραστηριότητές του.
9 Στις 4 Απριλίου 1995, η Gφritz ζήτησε από το Hauptzollamt να της παράσχει την άδεια εγκεκριμένου αποστολέα για την περαιτέρω μεταφορά, στο πλαίσιο του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακομίσεως φορτίων που έφθαναν αεροπορικώς. Η άδεια αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα της Gφritz να χρησιμοποιεί έντυπα δηλώσεως κοινοτικής διαμετακομίσεως επί των οποίων το Hauptzollamt θα είχε προηγουμένως επιθέσει τη σφραγίδα του ως τελωνείο αναχωρήσεως. Επομένως, η Gφritz θα είχε απαλλαγεί από τις συνήθεις για τις διασαφήσεις τελωνειακές διατυπώσεις, οι οποίες μπορούν να συμπληρώνονται μόνον κατά τις ώρες λειτουργίας του τελωνείου αναχωρήσεως.
10 Με απόφαση της 23ης Ιουνίου 1995, το Hauptzollamt απέρριψε την αίτηση για τον λόγο ότι, ιδίως, η εκ των προτέρων σφράγιση την οποία ζήτησε η προσφεύγουσα δεν είχε καμία νομική βάση. Συγκεκριμένα, το άρθρο 398 του εκτελεστικού κανονισμού ορίζει ότι ο εγκεκριμένος αποστολέας απαλλάσσεται της υποχρεώσεως να προσκομίσει στο τελωνείο αναχωρήσεως τόσο τα εμπορεύματα όσο και τη δήλωση κοινοτικής διαμετακομίσεως. Όμως, όταν τα εμπορεύματα έχουν ήδη προσκομιστεί στο τελωνείο αναχωρήσεως - όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης - ο εγκεκριμένος αποστολέας δεν μπορεί πλέον να απαλλαγεί της πρώτης υποχρεώσεως, δεδομένου ότι οι δύο υποχρεώσεις είναι, κατά το Hauptzollamt, σωρευτικές.
11 Η ένσταση που άσκησε η Gφritz κατά της αρνητικής αυτής αποφάσεως απορρίφθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1995 από την Oberfinanzdirektion Dόsseldorf.
12 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Gφritz προσέφυγε ενώπιον του Finanzgericht Dόsseldorf το οποίο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αποτελεί το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με τα άρθρα 398 επ. του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, νομική βάση για την άδεια του "εγκεκριμένου αποστολέα" ή ρυθμίζεται η εν λόγω άδεια αποκλειστικά από τα άρθρα 398 επ., σύμφωνα με το άρθρο 76, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα;
2) Αποκλείει το άρθρο 398 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, τη χορήγηση άδειας "εγκεκριμένου αποστολέα", οσάκις, λόγω της ήδη εκπληρωθείσας υποχρεώσεως προσκομίσεως των εμπορευμάτων, δεν είναι πλέον δυνατή η προβλεπομένη από τη διάταξη αυτή απαλλαγή από την υποχρέωση προσκομίσεως των εμπορευμάτων;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
13 Το πρώτο ερώτημα αφορά τη νομική βάση που παρέχει στις τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα να απονέμουν την ιδιότητα του εγκεκριμένου αποστολέα.
14 Το Hauptzollamt και η Επιτροπή θεωρούν ότι από τη διατύπωση του άρθρου 76, παράγραφος 4, του κώδικα προκύπτει ότι η νομική βάση που παρέχει τη δυνατότητα χορηγήσεως άδειας εγκεκριμένου αποστολέα συνίσταται στα άρθρα 398 επ. του εκτελεστικού κανονισμού.
15 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, καίτοι το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κώδικα προβλέπει ορισμένες απλοποιημένες τελωνειακές διαδικασίες, στην παράγραφο 4 αυτού ορίζεται ότι οι ειδικές απλουστευμένες διαδικασίες για το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής.
16 Επομένως, η τελευταία αυτή παράγραφος εξαιρεί το καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως από το ευεργέτημα των απλοποιημένων διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 76, παράγραφος 1, του κώδικα, οι οποίες έχουν αποκλειστικά εφαρμογή στις άλλες τελωνειακές ρυθμίσεις.
17 Αντιθέτως, οι ειδικές απλουστευμένες διαδικασίες για το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως προβλέπονται, όσον αφορά τις διαδικασίες που έχουν εφαρμογή στο τελωνείο αναχωρήσεως, από τα άρθρα 398 έως 405 του εκτελεστικού κανονισμού.
18 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 4, του κώδικα, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να απονέμουν την ιδιότητα του εγκεκριμένου αποστολέα αποκλειστικά βάσει των άρθρων 398 έως 405 του εκτελεστικού κανονισμού.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
19 Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 398 του εκτελεστικού κανονισμού παρέχει στις τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα να απονέμουν την ιδιότητα του εγκεκριμένου αποστολέα, ακόμη και όταν δεν είναι πλέον δυνατό να απαλλαγεί ο ενδιαφερόμενος από την υποχρέωση προσκομίσεως των εμπορευμάτων στο τελωνείο αναχωρήσεως, λόγω του ότι τα εμπορεύματα έχουν ήδη προσκομιστεί στο τελωνείο.
20 Πρέπει να υπομνησθεί ότι η τελευταία αυτή διάταξη παρέχει στις τελωνειακές αρχές κάθε κράτους μέλους τη δυνατότητα να επιτρέπουν σε εγκεκριμένο αποστολέα να μη προσκομίζει στο τελωνείο αναχωρήσεως ούτε τα εμπορεύματα ούτε τη δήλωση κοινοτικής διαμετακομίσεως που αναφέρεται στα εμπορεύματα αυτά.
21 Καίτοι από τη διατύπωση στις διάφορες γλώσσες του άρθρου 398 του εκτελεστικού κανονισμού δεν προκύπτει αν ο εγκεκριμένος αποστολέας μπορεί να απαλλάσσεται της υποχρεώσεως προσκομίσεως στο τελωνείο αναχωρήσεως της δηλώσεως κοινοτικής διαμετακομίσεως, χωρίς να απαλλάσσεται της υποχρεώσεως προσκομίσεως των εμπορευμάτων στο τελωνείο αυτό, παρά ταύτα καμία από τις γλωσσικές αποδόσεις της διατάξεως δεν αποκλείει τη δυνατότητα απαλλαγής του αποστολέα από μία μόνο από τις δύο αυτές υποχρεώσεις.
22 Εξάλλου, από την έκτη και την όγδοη αιτιολογική σκέψη του κώδικα προκύπτει ότι ο σκοπός των απλοποιημένων τελωνειακών διαδικασιών είναι να ελαφρυνθούν «όσο το δυνατόν περισσότερο οι διατυπώσεις και οι τελωνειακοί έλεγχοι», ενώ παράλληλα θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι οι προβλεπόμενες ελαφρύνσεις δεν θα είναι ικανές να επιφέρουν ζημία στα τελωνειακά συμφέροντα της Κοινότητας.
23 Είναι αδιαμφισβήτητο ότι έστω και η απαλλαγή μόνον από την υποχρέωση προσκομίσεως στο τελωνείο αναχωρήσεως της δηλώσεως κοινοτικής διαμετακομίσεως εξυπηρετεί, αφ' εαυτής, την ελάφρυνση των τελωνειακών διαδικασιών που βαρύνουν συνήθως τον επιχειρηματία. Επιπλέον, η ελάφρυνση αυτή εξυπηρετεί, εντός ορισμένου μέτρου, τη μείωση του φόρτου εργασίας των τελωνειακών αρχών κατά την άσκηση των διοικητικών τους καθηκόντων.
24 Όσον αφορά την ενδεχόμενη ζημία που θα υφίσταντο τα τελωνειακά συμφέροντα της Κοινότητας, πρέπει κατ' αρχάς να τονιστεί ότι από το άρθρο 399, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού προκύπτει ότι οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αρνηθούν να χορηγήσουν την άδεια του άρθρου 398 του ίδιου κανονισμού, όταν έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι ο αιτών δεν θα μεριμνήσει για την τήρηση της τελωνειακής ρυθμίσεως. Ομοίως, δυνάμει της παραγράφου 2 της διατάξεως αυτής, οι τελωνειακές αρχές μπορούν πάντοτε να ανακαλούν τη χορηγηθείσα άδεια, όταν προκύπτει ότι ο εγκεκριμένος αποστολέας δεν τηρεί την εν λόγω ρύθμιση.
25 Στη συνέχεια, τα εμπορεύματα που μεταφέρονται στο πλαίσιο του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακομίσεως εξακολουθούν να υπόκεινται στην τελωνειακή ρύθμιση μέχρι του τελευταίου κοινοτικού ελέγχου στο τελωνείο προορισμού. Το γεγονός ότι τα εμπορεύματα υπόκεινται στις απλοποιημένες διαδικασίες στο τελωνείο αναχωρήσεως δεν είναι, επομένως, ικανό να επιφέρει ζημία στα τελωνειακά συμφέροντα της Κοινότητας.
26 Εν πάση περιπτώσει, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν τεκμαίρεται ότι τα τελωνειακά συμφέροντα της Κοινότητας θα απειλούνται σε μεγαλύτερο βαθμό αν η αναφερόμενη στο άρθρο 398 του εκτελεστικού κανονισμού άδεια απαλλάσσει τον εγκεκριμένο αποστολέα μόνον από την υποχρέωση προσκομίσεως στο τελωνείο αναχωρήσεως της δηλώσεως κοινοτικής διαμετακομίσεως, χωρίς να τον απαλλάσσει από την υποχρέωση προσκομίσεως των εμπορευμάτων στο τελωνείο αυτό. Πράγματι, εφόσον ο κοινοτικός νομοθέτης επέτρεψε ενδεχόμενη απαλλαγή από τις δύο υποχρεώσεις προσκομίσεως, εξυπακούεται ότι η απαλλαγή αυτή μπορεί να περιορίζεται σε μία μόνο από τις δύο αυτές υποχρεώσεις.
27 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 398 του εκτελεστικού κανονισμού παρέχει στις τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα να απονέμουν την ιδιότητα του εγκεκριμένου αποστολέα, ακόμη και όταν δεν είναι πλέον δυνατό να απαλλαγεί ο ενδιαφερόμενος από την υποχρέωση προσκομίσεως των εμπορευμάτων στο τελωνείο αναχωρήσεως λόγω του ότι τα εμπορεύματα έχουν ήδη προσκομιστεί στο τελωνείο.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 14ης Αυγούστου 1996 το Finanzgericht Dόsseldorf, αποφαίνεται:
1) Δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να απονέμουν την ιδιότητα του εγκεκριμένου αποστολέα αποκλειστικά βάσει των άρθρων 398 έως 405 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92.
2) Το άρθρο 398 του κανονισμού 2454/93 παρέχει στις τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα να απονέμουν την ιδιότητα του εγκεκριμένου αποστολέα, ακόμη και όταν δεν είναι πλέον δυνατό να απαλλαγεί ο ενδιαφερόμενος από την υποχρέωση προσκομίσεως των εμπορευμάτων στο τελωνείο αναχωρήσεως λόγω του ότι τα εμπορεύματα έχουν ήδη προσκομιστεί στο τελωνείο.
Full & Egal Universal Law Academy