Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Ακατέργαστος καπνός - Καθεστώς μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων - Γενική μείωση των τιμών παρεμβάσεως και της καταβαλλομένης στους αγοραστές πριμοδοτήσεως σε περίπτωση υπερβάσεως - Συμβιβάζεται με τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής - Προσβολή της αρχής της αναλογικότητας ή της απαγορεύσεως των διακρίσεων - Δεν υφίσταται
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 39· κανονισμός 1114/88 του Συμβουλίου)
2 Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Ακατέργαστος καπνός - Καθεστώς μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων - Καθορισμός τους για ορισμένες ποικιλίες συγκομιδής 1989, μετά την έναρξη της καλλιέργειάς τους - Προσβολή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης - Δεν υφίσταται - Αναδρομική ισχύς αναγκαία προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού - Καθορισμός, για τη συγκεκριμένη συγκομιδή, της πραγματικής παραγωγής καθώς και των προκυπτουσών τιμών και πριμοδοτήσεως - Νόμιμος
(Κανονισμοί 1114/88 και 1252/89 του Συμβουλίου· κανονισμός 2046/90 της Επιτροπής)
3 Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Ακατέργαστος καπνός - Καθεστώς μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων - Αρχή του κατ' έτος καθορισμού τους για τη συγκομιδή του επόμενου έτους - Εφαρμόζεται χωρίς αναδρομική ισχύ - Έναρξη ισχύος του σχετικού κανονισμού μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού περί κατανομής των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων για την τρέχουσα συγκομιδή - Νόμιμη
(Κανονισμοί 1251/89 και 1252/89 του Συμβουλίου)
4 Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Ακατέργαστος καπνός - Καθεστώς μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων - Υπέρβαση - Επιστροφή της διαφοράς που προκύπτει από τη μείωση των τιμών και της πριμοδοτήσεως - Υποχρέωση της επιχειρήσεως μεταποιήσεως - Αναδιαπραγμάτευση της τιμής πωλήσεως με τους παραγωγούς - Ευχέρεια παρεχόμενη από τη σύμβαση καλλιέργειας
(Κανονισμός 727/70 του Συμβουλίου, άρθρο 4 § 5· κανονισμός 4263/88 της Επιτροπής, παράρτημα)
Περίληψη
5 Ο κανονισμός 1114/88, που τροποποιεί τον κανονισμό 727/70 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού, καθ' όσον καθορίζει ολικές μέγιστες εγγυημένες ποσότητες και προβλέπει, σε περίπτωση υπερβάσεως αυτών των ποσοτήτων, γενική μείωση των τιμών παρεμβάσεως και της καταβαλλομένης στους αγοραστές πριμοδοτήσεως, ασχέτως του όγκου της παραγωγής κάθε παραγωγού και αδιακρίτως ποικιλίας καπνού, δεν είναι ασυμβίβαστος προς τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής ούτε προς την αρχή της αναλογικότητας ή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
Ως προς τους επί μέρους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής που απαριθμούνται στο άρθρο 39 της Συνθήκης και που ενδέχεται να εμφανίζονται αντιφατικοί, τα κοινοτικά όργανα πρέπει να μεριμνούν διαρκώς ώστε να τους συμβιβάζουν, ενδεχομένως δε να δίνουν σε κάποιον από αυτούς προσωρινά την προτεραιότητα που επιβάλλεται από τις πραγματικές ή τις οικονομικές περιστάσεις ενόψει των οποίων εκδίδουν τις αποφάσεις τους, υπό τον όρον πάντως ότι ο συμβιβασμός αυτός δεν έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά αδύνατη την πραγματοποίηση των λοιπών σκοπών. Αν όμως λαμβανόταν υπόψη μόνον ο σκοπός της εξασφαλίσεως δικαίου βιοτικού επιπέδου στους παραγωγούς και μεταποιητές ακατεργάστου καπνού, ιδίως με την αύξηση του ατομικού τους εισοδήματος, θα εδημιουργείτο σοβαρός κίνδυνος να καταστεί αδύνατη η επίτευξη ενός άλλου από τους τιθέμενους στο άρθρο 39 της Συνθήκης σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής, τον οποίο επιδίωξε με την εισαγωγή του καθεστώτος των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων ο εν λόγω κανονισμός, του σκοπού δηλαδή της σταθεροποιήσεως της αγοράς του ακατέργαστου καπνού που χαρακτηρίζεται από πλεονασματική παραγωγή.
Ως προς την αρχή της αναλογικότητας, το Συμβούλιο, εκδίδοντας τον εν λόγω κανονισμό, ετήρησε την αρχή αυτήν, καθόσον δεν επέλεξε μέτρο προδήλως απρόσφορο προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, και ενήργησε σύμφωνα προς την - προβλεπόμενη στο άρθρο 39, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, της Συνθήκης - ανάγκη βαθμιαίας εφαρμογής των καταλλήλων προσαρμογών. Ειδικότερα, κατά την έκδοση του κανονισμού, το Συμβούλιο έκρινε, χωρίς να υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, ότι το καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων ήταν λιγότερο επαχθές για τους καπνοπαραγωγούς από ένα καθεστώς ατομικών ποσοστώσεων, εν πάση δε περιπτώσει το γεγονός και μόνον ότι το καθεστώς αυτό δεν αποδείχθηκε αρκούντως αποτελεσματικό δεν αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κανονισμός είναι ανίσχυρος.
Τέλος, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν απαγορεύει τη θέσπιση κοινοτικής ρυθμίσεως η οποία εισάγει σύστημα ορίων εγγυήσεως για το σύνολο της κοινοτικής αγοράς, συνεπαγόμενο μείωση της ενισχύσεως της παραγωγής για όλους τους επιχειρηματίες του οικείου κλάδου, ακόμη και εάν η υπέρβαση των ορίων αυτών δεν οφειλόταν σε αύξηση της δικής τους παραγωγής. Σε ένα τέτοιο σύστημα, όλοι οι παραγωγοί της Κοινότητας πρέπει να υφίστανται αλληλεγγύως και ισομερώς τις συνέπειες των αποφάσεων τις οποίες λαμβάνουν τα κοινοτικά όργανα για να αποκρούσουν τον κίνδυνο να εμφανιστεί στην αγορά διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ της παραγωγής και των δυνατοτήτων διαθέσεως.
6 Ο κανονισμός 1252/89 - ο οποίος κατανέμει, ανά ποικιλία ή ομάδα ποικιλιών, την ολική μέγιστη εγγυημένη ποσότητα την οποία καθόρισε ο κανονισμός 1114/88 για τη συγκομιδή καπνού ολόκληρης της Κοινότητας του έτους 1989 - καθ' όσον καθορίζει μεν τις μέγιστες ποσότητες για τις ποικιλίες Μαύρα και Τσεμπέλια συγκομιδής 1989, τέθηκε όμως σε ισχύ στις 11 Μαου 1989, δεν πλήττει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η δε αναδρομικότητά του ήταν αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού του.
Συγκεκριμένα, αφενός μεν, έστω και αν, κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού, δεν ήταν πλέον δυνατόν να προγραμματισθούν οι επενδύσεις από τους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες, ούτε ήταν πλέον δυνατή η αποφυγή του πλεονάσματος παραγωγής των εν λόγω ποικιλιών, ο καθορισμός των ποσοτήτων δεν ήταν απρόβλεπτος για τους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες, οι οποίοι έπρεπε να αναμένουν - καθόσον ο κανονισμός αποτελεί μέρος συνόλου μέτρων που ίσχυαν από το 1988 και αποσκοπούσαν στον περιορισμό της καπνοπαραγωγής εντός της Κοινότητας - ότι η ποσότητα των εν λόγω δύο ποικιλιών θα μειωνόταν ακόμη περισσότερο για τη συγκομιδή 1989.
Αφετέρου δε οι επιδιωκόμενοι από τον κανονισμό 1114/88 σκοποί - που ήταν να περιοριστεί, για τις διάφορες συγκομιδές, η καπνοπαραγωγή της Κοινότητας σε ορισμένη ποσότητα και να αποθαρρυνθεί η παραγωγή ποικιλίων, όπως τα Μαύρα και τα Τσεμπέλια, των οποίων η διάθεση εμφανίζει δυσχέρειες - απαιτούσαν τον, ακόμη και αναδρομικό, καθορισμό μεγίστης εγγυημένης ποσότητας για τη συγκομιδή 1989 των ποικιλιών αυτών.
Εξ άλλου, και καθόσον ο κανονισμός 1252/89 δεν είναι ανίσχυρος, η Επιτροπή μπορούσε εγκύρως να προσδιορίσει, με τον κανονισμό 2046/90, το ακριβές ύψος των τιμών και των πριμοδοτήσεων που είχαν εισπράξει οι παραγωγοί αναλόγως του αν υπήρξε ή όχι υπέρβαση των ποσοτήτων τις οποίες καθόριζε ανά ποικιλία ο κανονισμός 1252/89 και, συνεπώς, να μειώσει τις τιμές και την πριμοδότηση για την εσοδεία 1989 των εν λόγω ποικιλιών.
7 Όπως προκύπτει από το γράμμα του κανονισμού 1251/89 - που προβλέπει ότι οι μέγιστες εγγυημένες ποσότητες για καθεμία από τις ποικιλίες ή ομάδες ποικιλιών καπνού της κοινοτικής παραγωγής καθορίζονται κατ' έτος για τη συγκομιδή του επόμενου έτους - κατά τον νομοθέτη, η αρχή του καθορισμού ένα έτος πριν από την συγκομιδή έπρεπε να εφαρμοσθεί για το μέλλον μόνο, για πρώτη δε φορά κατά τη συγκομιδή του 1990. Συνεπώς, το Συμβούλιο δεν προσέδωσε αναδρομική εφαρμογή στον κανονισμό και το ότι, επομένως, καθόρισε την έναρξη ισχύος του σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 1252/89, κατανέμοντας τις μέγιστες ποσότητες για τη συγκομιδή 1989, δεν συνιστά υπέρβαση των ορίων της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως την οποία διαθέτει στην κοινή γεωργική πολιτική, ούτε εσφαλμένη αιτιολογία της επιλογής του αυτής.
8 Στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού, που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 727/70, υπόχρεος προς επιστροφή της διαφοράς που προκύπτει από τη μείωση των τιμών παρεμβάσεως και της πριμοδοτήσεως προς τους παραγωγούς - μείωση που αποφασίζεται, σε περίπτωση υπερβάσεως της μεγίστης εγγυημένης ποσότητας των οικείων ποικιλιών καπνού της κοινοτικής παραγωγής, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 5, του κανονισμού 727/70, όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς 1114/88 και 1251/89, - είναι η επιχείρηση μεταποιήσεως. Ο όρος 8, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως καλλιέργειας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του κανονισμού 4263/88 επιτρέπει όμως, στην περίπτωση αυτή, την αναδιαπραγμάτευση της συμβατικής τιμής μεταξύ της επιχειρήσεως μεταποιήσεως και των καπνοπαραγωγών σε συνάρτηση προς τη μείωση των τιμών και της πριμοδοτήσεως. Μια τέτοια αναδιαπραγμάτευση συνάδει, πράγματι, προς το γεγονός ότι, στο πλαίσιο ενός συστήματος μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων, όλοι οι παραγωγοί της Κοινότητας πρέπει να υφίστανται αλληλεγγύως και ισομερώς τις συνέπειες των αποφάσεων τις οποίες λαμβάνουν τα κοινοτικά όργανα κατά του κινδύνου εμφανίσεως στην αγορά διαταράξεως της ισορροπίας μεταξύ της παραγωγής και των δυνατοτήτων διαθέσεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-324/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Ειρηνοδικείου Εχίνου (Ελλάς) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
της εταιρίας Οδέττη Νίκου Πετρίδη Ανώνυμος Καπνεμπορική ΑΕ
και
Αθανασίας Σίμου κ.λπ.,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1114/88 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 1988, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 727/70 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού (ΕΕ 1988, L 110, σ. 35), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1251/89 του Συμβουλίου, της 3ης Μαου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού 727/70 (ΕΕ 1989, L 129, σ. 16), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1252/89 του Συμβουλίου, της 3ης Μαου 1989, για τον καθορισμό, για τη συγκομιδή 1989, των τιμών στόχου, των τιμών παρέμβασης και των πριμοδοτήσεων που χορηγούνται στους αγοραστές καπνού σε φύλλα, των παραγώγων τιμών παρέμβασης του δεματοποιημένου καπνού, των ποιοτήτων αναφοράς, των ζωνών παραγωγής, καθώς και των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων, και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 1577/86, (ΕΟΚ) 1975/87 και (ΕΟΚ) 2268/88 (ΕΕ 1989, L 129, σ. 17), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 2046/90 της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 1990, περί καθορισμού, για τον καπνό της συγκομιδής 1989, της πραγματικής παραγωγής, καθώς και των τιμών και πριμοδοτήσεων που πληρώνονται κατ' εφαρμογή του καθεστώτος των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων (ΕΕ 1990, L 187, σ. 23), καθώς και ως προς την ερμηνεία του όρου 8, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως καλλιέργειας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΟΚ) 4263/88 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1726/70 σχετικά με τις λεπτομέρειες χορήγησης της πριμοδότησης για τον καπνό σε φύλλα (ΕΕ 1988, L 376, σ. 34),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet και P. Jann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. B. Elmer
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η εταιρία Οδέττη Νίκου Πετρίδη Ανώνυμος Καπνεμπορική ΑΕ, εκπροσωπούμενη από τους Ν. Βασιλακάκι και Ε. Βασιλακάκι, δικηγόρους Θεσσαλονίκης, την Ε. Παλλιούδη, δικηγόρο Καβάλας, και τον A. Kronshagen, δικηγόρο Λουξεμβούργου,
- η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Δ. Παπαγεωργόπουλο, νομικό σύμβουλο του κράτους, και τον Π. Μυλωνόπουλο, νομικό συνεργάτη ΑΑ στην Ειδική Νομική Υπηρεσία Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών,
- το Συμβούλιο της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τους J. Carbery, νομικό σύμβουλο, και Μ. Βιτσεντζάτο, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μ. Κοντού-Durande, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της εταιρίας Οδέττη Νίκου Πετρίδη Ανώνυμος Καπνεμπορική ΑΕ, εκπροσωπουμένης από τους Ν. Βασιλακάκι, Ε. Βασιλακάκι και Ε. Παλλιούδη, της Ελληνικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Π. Μυλωνόπουλο και τη Φ. Δεδούση, δικαστική αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, του Συμβουλίου, εκπροσωπουμένου από τους J. Carbery και Μ. Βιτσεντζάτο, καθώς και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τη Μ. Κοντού-Durande, κατά τη συνεδρίαση της 17ης Ιουλίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Οκτωβρίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 24ης Ιουλίου 1995, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Οκτωβρίου 1996, το Ειρηνοδικείο Εχίνου υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, πέντε προδικαστικά ερωτήματα ως προς το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1114/88 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 1988, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 727/70 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού (ΕΕ 1988, L 110, σ. 35), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1251/89 του Συμβουλίου, της 3ης Μαου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού 727/70 (ΕΕ 1989, L 129, σ. 16), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1252/89 του Συμβουλίου, της 3ης Μαου 1989, για τον καθορισμό, για τη συγκομιδή 1989, των τιμών στόχου, των τιμών παρέμβασης και των πριμοδοτήσεων που χορηγούνται στους αγοραστές καπνού σε φύλλα, των παραγώγων τιμών παρέμβασης του δεματοποιημένου καπνού, των ποιοτήτων αναφοράς, των ζωνών παραγωγής, καθώς και των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων, και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 1577/86, (ΕΟΚ) 1975/87 και (ΕΟΚ) 2268/88 (ΕΕ 1989, L 129, σ. 17), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 2046/90 της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 1990, περί καθορισμού, για τον καπνό της συγκομιδής 1989, της πραγματικής παραγωγής καθώς και των τιμών και πριμοδοτήσεων που πληρώνονται κατ' εφαρμογή του καθεστώτος των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων (ΕΕ 1990, L 187, σ. 23), καθώς και ως προς την ερμηνεία του όρου 8, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως καλλιέργειας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΟΚ) 4263/88 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1726/70 σχετικά με τις λεπτομέρειες χορήγησης της πριμοδότησης για τον καπνό σε φύλλα (ΕΕ 1988, L 376, σ. 34).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Οδέττη Νίκου Πετρίδη Ανώνυμος Καπνεμπορική ΑΕ (στο εξής: Πετρίδη) και δεκαέξι καπνοπαραγωγών, Αθανασίας Σίμου κ.λπ. (στο εξής: Σίμου κ.λπ.), όταν, κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 2046/90, μειώθηκε η πριμοδότηση που είχε καταβληθεί για την ποικιλία Τσεμπέλια βάσει των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων (στο εξής: ΜΕΠ) τις οποίες καθόριζαν οι κανονισμοί 1114/88, 1251/89 και 1252/89.
Η εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση
3 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 727/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 85), καθιέρωσε καθεστώς στηρίξεως των παραγωγών βασιζόμενο στις τιμές στόχου και παρεμβάσεως, τις οποίες καθορίζει ετησίως το Συμβούλιο για τον καπνό σε φύλλα της Κοινότητας.
4 Προς ενθάρρυνση της αγοράς από τους παραγωγούς σε τιμή όσο το δυνατόν πλησιέστερη προς την τιμή στόχου, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προέβλεψε την καταβολή πριμοδοτήσεως σε όσους αγοράζουν καπνό σε φύλλα απ' ευθείας από τους παραγωγούς της Κοινότητας, υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ότι ο αγοραστής έχει συνάψει με τον παραγωγό σύμβαση καλλιέργειας. Οι προϋποθέσεις και τα υποχρεωτικά στοιχεία της συμβάσεως καλλιέργειας ορίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1726/70 της Επιτροπής, της 25ης Αυγούστου 1970, περί των λεπτομερειών της χορηγήσεως πριμοδοτήσεως του καπνού σε φύλλα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 178).
5 Ακολούθως, προκειμένου να περιοριστεί κάθε αύξηση της καπνοπαραγωγής εντός της Κοινότητας και να αποθαρρυνθεί συγχρόνως η παραγωγή ποικιλιών των οποίων η διάθεση εμφανίζει δυσχέρειες, ο κανονισμός 1114/88 προσέθεσε στο άρθρο 4 του κανονισμού 727/70 μια παράγραφο 5 έχουσα ως εξής:
«Κάθε χρόνο το Συμβούλιο καθορίζει, με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43 παράγραφος 2 της Συνθήκης, για καθεμία από τις ποικιλίες ή ομάδες ποικιλιών καπνού της κοινοτικής παραγωγής για τις οποίες καθορίζονται οι τιμές και οι πριμοδοτήσεις, μια μέγιστη εγγυημένη ποσότητα, συναρτήσει ιδίως των συνθηκών της αγοράς και των κοινωνικοοικονομικών και γεωργικών συνθηκών των συγκεκριμένων περιφερειών. Η ολική μέγιστη ποσότητα για την Κοινότητα καθορίζεται για καθεμία από τις συγκομιδές 1988, 1989 και 1990 σε 385 000 τόνους καπνού σε φύλλα.
Με την επιφύλαξη των άρθρων 12α και 13, για κάθε υπέρβαση κατά 1 % της μέγιστης εγγυημένης ποσότητας για μια ποικιλία ή για μια ομάδα ποικιλιών, αντιστοιχεί μια μείωση κατά 1 % των τιμών παρέμβασης καθώς και των σχετικών πριμοδοτήσεων. Ένας διορθωτικός συντελεστής, αντίστοιχος της μείωσης της πριμοδότησης, εφαρμόζεται στην τιμή στόχου της εν λόγω συγκομιδής.
Οι μειώσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο δεν υπερβαίνουν το 5 % για τη συγκομιδή 1988 και το 15 % για τις συγκομιδές 1989 και 1990.
Για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή διαπιστώνει πριν από τις 31 Ιουλίου αν η παραγωγή υπερβαίνει τη μέγιστη εγγυημένη ποσότητα για μία ποικιλία ή για μία ομάδα ποικιλιών.
(...)»
6 Ο κανονισμός 4263/88, που τροποποιεί τον κανονισμό 1726/70, ορίζει τα ελάχιστα υποχρεωτικά στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει η ευρωπαϋκή σύμβαση καλλιέργειας που συνάπτεται μεταξύ καπνοπαραγωγού και μεταποιητή καπνού, από την εσοδεία 1989 και εφεξής, και παραθέτει, σε παράρτημα, υπόδειγμα ευρωπαϋκής συμβάσεως καλλιέργειας, που περιλαμβάνει δεκατέσσερις υποχρεωτικούς όρους. Μεταξύ αυτών, ο όρος 8 έχει ως εξής:
«Η συμβατική τιμή της ποιότητας αναφοράς που αναφέρεται στην κοινοτική ρύθμιση ανέρχεται σε (...) ανά χιλιόγραμμο. Αυτή η συμβατική τιμή δεν μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 2β, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1726/70, σε καμία περίπτωση να είναι μικρότερη από την τιμή παρέμβασης που ισχύει για τη σχετική εσοδεία που έχει καθοριστεί για την ποικιλία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 της παρούσας σύμβασης.
Με την επιφύλαξη της διατάξεως που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο, αν οι τιμές ή οι πριμοδοτήσεις οι σχετικές με την ποικιλία του καπνού που αναφέρεται στο πρώτο σημείο της παρούσας σύμβασης τροποποιήθηκαν με κοινοτικό κανονισμό, ο αγοραστής και ο πωλητής επαναδιαπραγματεύονται τη συμβατική τιμή.
Σε περίπτωση κατά την οποία οι τιμές αυτές ή οι πριμοδοτήσεις αυτές που αφορούν την ποικιλία καπνού η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1 τροποποιούνται με την εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 727/70, η συμβατική τιμή προσαρμόζεται σύμφωνα με την τροποποίηση των τιμών και των πριμοδοτήσεων.»
7 Για να καταστήσει δυνατό τον προγραμματισμό των καλλιεργειών, ο κανονισμός 1251/89 τροποποίησε το άρθρο 4, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 727/70, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1114/88. Η διάταξη αυτή έχει έκτοτε ως εξής:
«Κάθε χρόνο το Συμβούλιο καθορίζει, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης, για τη συγκομιδή του επόμενου έτους και για καθεμία από τις ποικιλίες ή ομάδες ποικιλιών καπνού της κοινοτικής παραγωγής για τις οποίες καθορίζονται οι τιμές και οι πριμοδοτήσεις, μια μέγιστη εγγυημένη ποσότητα, συναρτήσει ιδίως των συνθηκών της αγοράς και των κοινωνικοοικονομικών και αγρονομικών συνθηκών των συγκεκριμένων περιφερειών. Το Συμβούλιο καθορίζει τις εν λόγω μέγιστες εγγυημένες ποσότητες για τη συγκομιδή 1990 και συγχρόνως για τη συγκομιδή 1989. Η συνολική μέγιστη ποσότητα για την Κοινότητα καθορίζεται για καθεμία από τις συγκομιδές 1988, 1989 και 1990 σε 385 000 τόνους καπνού σε φύλλα.»
8 Κατά το άρθρο του 2, ο κανονισμός 1251/89 αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων. Δεδομένου ότι δημοσιεύθηκε στις 11 Μαου 1989, ο κανονισμός 1251/89 τέθηκε σε ισχύ στις 14 Μαου 1989.
9 Ο κανονισμός 1252/89 κατανέμει, ανά ποικιλία ή ομάδα ποικιλιών, την ολική ΜΕΠ, την οποία ο κανονισμός 1114/88 καθόρισε, για τη συγκομιδή καπνού ολόκληρης της Κοινότητας του έτους 1989, σε 385 000 τόνους.
10 Τα παραρτήματα IV και V του κανονισμού 1252/89 καθορίζουν, ανά ποικιλία, τις τιμές, τις πριμοδοτήσεις και τις ΜΕΠ, μεταξύ άλλων για τη συγκομιδή 1989. Έτσι, για τις ποικιλίες Μαύρα και Τσεμπέλια οι ΜΕΠ καθορίστηκαν σε 30 000 τόνους.
11 Κατά το άρθρο του 5, πρώτο εδάφιο, ο κανονισμός 1252/89 «αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων». Δεδομένου ότι δημοσιεύθηκε στις 11 Μαου 1989, ο κανονισμός 1252/89 τέθηκε σε ισχύ αυθημερόν.
12 Βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 5, τέταρτο εδάφιο, του τροποποιηθέντος κανονισμού 727/70, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 2046/90, ο οποίος καθορίζει, για τον καπνό συγκομιδής 1989, την πραγματική παραγωγή, καθώς και τις τιμές και πριμοδοτήσεις που πρέπει να πληρωθούν κατ' εφαρμογήν των ΜΕΠ, τις οποίες καθόριζε ανά ποικιλία για την ίδια συγκομιδή ο κανονισμός 1252/89.
13 Στο παράρτημα Ι του κανονισμού 2046/90 διαπιστώνεται συνολική υπέρβαση κατά 44,1 % της ΜΕΠ, η οποία, για τις ποικιλίες Μαύρα και Τσεμπέλια, καθοριζόταν σε 30 000 τόνους, ενώ το παράρτημα ΙΙ μειώνει τις τιμές στόχου και παρεμβάσεως, καθώς και το ύψος της πριμοδοτήσεως, κατά 15 %, καθορίζοντάς τες σε 2,806, 2,037, 2,204 ECU ανά χιλιόγραμμο και σε 2,802, 1,989, 1,802 ECU ανά χιλιόγραμμο, αντιστοίχως.
Η διαφορά της κύριας δίκης
14 Τον Ιούλιο του 1989, η Πετρίδη συνήψε με τους Σίμου κ.λπ. ευρωπαϋκές συμβάσεις καλλιέργειας ακατέργαστου καπνού, σύμφωνα με το υπόδειγμα του παραρτήματος του κανονισμού 4263/88. Με τις συμβάσεις αυτές, οι Σίμου κ.λπ. αναλάμβαναν την υποχρέωση να καλλιεργήσουν, σε συγκεκριμένες εκτάσεις, για το καλλιεργητικό έτος 1989, καπνά της ποικιλίας Τσεμπέλια και να πωλήσουν την παραχθησόμενη ποσότητα στην Πετρίδη έναντι του τιμήματος των 2,410 ECU ανά χιλιόγραμμο, δυναμένου να μειωθεί.
15 Οι συμβάσεις αυτές στηρίζονταν στο γεγονός ότι καταβλήθηκε στην Πετρίδη κοινοτική πριμοδότηση, η οποία, κατά τον χρόνο συνάψεως των συμβάσεων, ανερχόταν σε 2,593 ECU ανά χιλιόγραμμο καπνού. Η Πετρίδη αναλάμβανε την υποχρέωση να μεταβιβάσει μέγα μέρος της πριμοδοτήσεως αυτής στους παραγωγούς Σίμου κ.λπ., καθόσον όφειλε να τους καταβάλει τίμημα τουλάχιστον ίσο προς την τιμή παρεμβάσεως, που ανερχόταν σε 2,396 ECU ανά χιλιόγραμμο καπνού.
16 Σύμφωνα με το υπόδειγμα ευρωπαϋκής συμβάσεως καλλιέργειας του παραρτήματος του κανονισμού 4263/88, στις εν λόγω συμβάσεις περιελήφθη ρήτρα περί αναδιαπραγματεύσεως της συμβατικής τιμής μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή σε περίπτωση μειώσεως των τιμών ή της πριμοδοτήσεως.
17 Τον Μάιο του 1990, η Πετρίδη κατέβαλε στους Σίμου κ.λπ. το πλήρες τίμημα που είχαν συνομολογήσει για τα καπνά ποικιλίας Τσεμπέλια εσοδείας 1989, τα οποία αφορούσαν οι ως άνω συμβάσεις και εισέπραξε την αντίστοιχη πριμοδότηση.
18 Όπως προκύπτει από την ανωτέρω σκέψη 13, μετά τη συγκομιδή, η Επιτροπή, με τον κανονισμό 2046/90, διαπίστωσε συνολική υπέρβαση κατά 44,1 % της ΜΕΠ, η οποία είχε καθοριστεί σε 30 000 τόνους για τις ποικιλίες Τσεμπέλια και Μαύρα, και μείωσε, συνεπώς, κατά 15 % την αρχικώς χορηγηθείσα πριμοδότηση. Ως εκ τούτου, η Πετρίδη κλήθηκε από τον Εθνικό Οργανισμό Καπνού να επιστρέψει το 15 % της πριμοδοτήσεως την οποία είχε εισπράξει.
19 Στις 26 Νοεμβρίου 1993, η Πετρίδη ενήγαγε τους Σίμου κ.λπ., ζητώντας να της καταβάλουν τα παρατιθέμενα στην αγωγή της ποσά, λόγω της κατά 15 % μειώσεως της πριμοδοτήσεως που είχε καταβληθεί για την ποικιλία Τσεμπέλια κατ' εφαρμογήν των ΜΕΠ, τις οποίες καθόριζαν οι κανονισμοί 1114/88, 1251/89 1252/89 και 2046/90.
20 Οι Σίμου κ.λπ. αρνούνται ότι οφείλουν τα εν λόγω ποσά.
21 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς το - αμφισβητούμενο από την Πετρίδη - κύρος των κανονισμών 1114/88, 1251/89, 1252/89 και 2046/90, καθώς και ως προς την εφαρμογή της οποίας πρέπει να τύχει ο περιεχόμενος στις συμβάσεις καλλιέργειας όρος, ο οποίος προβλέπει αναπροσαρμογή των συμβατικών τιμών σε περίπτωση τροποποιήσεως των τιμών ή της πριμοδοτήσεως.
22 Όσον αφορά, ειδικότερα, το κύρος των κανονισμών 1251/89 και 1252/89, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991, C-368/89, Crispoltoni (Συλλογή 1991, σ. I-3695, στο εξής: απόφαση Crispoltoni I), με την οποία το Δικαστήριο κήρυξε άκυρο τον κανονισμό 1114/88 και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2268/88 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1988, για τον καθορισμό, για τη συγκομιδή 1988, των τιμών στόχου, των τιμών παρέμβασης και των πριμοδοτήσεων που χορηγούνται στους αγοραστές καπνού σε φύλλα, των παραγώγων τιμών παρέμβασης του δεματοποιημένου καπνού, των ποιοτήτων αναφοράς των ζωνών παραγωγής καθώς και των μέγιστων εγγυημένων ποσοτήτων, και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1975/87 (EE 1987, L 199, σ. 20), κατά το μέτρο που προέβλεπε μέγιστη εγγυημένη ποσότητα για τον καπνό της ποικιλίας Bright συγκομιδής 1988. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι κανονισμοί αυτοί, που δημοσιεύθηκαν, αντιστοίχως, στις 29 Απριλίου και 26 Ιουλίου 1988, ήτοι σε ημερομηνίες κατά τις οποίες οι επιλογές παραγωγής είχαν ήδη γίνει ή και εφαρμοσθεί, παρήγαν αναδρομικά αποτελέσματα που δεν ήσαν αναγκαία προς επίτευξη του σκοπού τους και έπλητταν τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων.
23 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι ο κανονισμός 1251/89 ορίζει ότι το Συμβούλιο καθορίζει τις ΜΕΠ ένα έτος πριν από την αντίστοιχη συγκομιδή, προκειμένου να καταστεί δυνατός ο προγραμματισμός της φυτεύσεως. Αυτό όμως δεν συνέβη για την εσοδεία 1989, καθόσον ο κανονισμός 1252/89, με τον οποίο καθορίζονταν οι ΜΕΠ για κάθε ποικιλία ή ομάδα ποικιλιών της εσοδείας αυτής, εκδόθηκε την ίδια ημέρα με τον κανονισμό 1251/89, ήτοι στις 3 Μαου 1989, και δημοσιεύθηκε στις 11 Μαου 1989.
24 Δεδομένου ότι όχι μόνο στις 11 Μαου 1989, αλλά και στις 3 Μαου 1989, οι παραγωγοί Σίμου κ.λπ. είχαν ήδη φυτεύσει τα καπνά της ποικιλίας Τσεμπέλια εσοδείας 1989, το αιτούν δικαστήριο δεν αντιλαμβάνεται πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος με τον κανονισμό 1251/89 σκοπός, ήτοι ο προγραμματισμός της φυτεύσεως. Περαιτέρω, τονίζει ότι, στην Ελλάδα, οι ευρωπαϋκές συμβάσεις καλλιέργειας, εφαρμοζόμενες για πρώτη φορά στην εσοδεία 1989, συνήφθησαν με καθυστέρηση τον Ιούλιο του 1989, αφού οι καπνοπαραγωγοί είχαν ήδη φυτεύσει τα επίμαχα καπνά.
25 Έχοντας υπόψη ότι η εκδοθησόμενη απόφασή του δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο του εσωτερικού δικαίου, το Ειρηνοδικείο Εχίνου κρίνει ότι υποχρεούται να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο Εχίνου υποβάλλει στο Δικαστήριο πέντε ερωτήματα, δυνάμενα να διατυπωθούν ως εξής:
1) Είναι έγκυρος ο κανονισμός 1114/88 του Συμβουλίου, ο οποίος τροποποίησε τον κανονισμό 727/70, καθόσον προβλέπει ότι, σε περίπτωση υπερβάσεως της μέγιστης εγγυημένης ποσότητας παραγωγής καπνού σε φύλλα σε ολόκληρη την Κοινότητα, μειώνονται οι τιμές παρέμβασης και οι πριμοδοτήσεις, γενικώς και αδιακρίτως, χωρίς να σχετίζεται η μείωση των τιμών με το αν ένας παραγωγός έχει κάνει ή όχι υπέρβαση;
2) Είναι έγκυροι οι κανονισμοί 1251/89 και 1252/89 σε σχέση με τον καθορισμό των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων για την ποικιλία καπνού Τσεμπέλια εσοδείας 1989 και η εφαρμογή τους προσβάλλει ή όχι τις γενικές αρχές της απαγόρευσης της αναδρομικής εφαρμογής των κοινοτικών πράξεων, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των παραγωγών και των μεταποιητών-αγοραστών καπνού, καθώς και της ασφάλειας δικαίου;
3) Αν η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα είναι καταφατική, τότε, ενόψει της διαπιστώσεως της Επιτροπής ότι σημειώθηκε υπερπαραγωγή και υπέρβαση των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων στην ποικιλία Τσεμπέλια και Μαύρα εσοδείας 1989 κατά ποσοστό 44,1 % και για τον λόγο αυτό επεβλήθη μείωση των τιμών πριμοδότησης και παρέμβασης κατά το ανώτατο ποσοστό 15 %, είναι έγκυρος ο κανονισμός 2046/90 της Επιτροπής και μπορούμε να αξιώσουμε εφαρμογή του όρου 8, παράγραφος 2, και, ιδίως, παράγραφος 3, των συμβάσεων καλλιέργειας που συνήφθησαν με βάση τον κανονισμό 4263/88 της Επιτροπής; Σε περίπτωση κατά την οποία οι τιμές αυτές ή οι πριμοδοτήσεις τροποποιούνται με την εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 727/70, προσαρμόζεται η συμβατική τιμή σύμφωνα με την τροποποίηση των τιμών και των πριμοδοτήσεων;
4) Μήπως οι λόγοι που οδήγησαν, το 1991 (υπόθεση C-368/89), το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στην ακύρωση του κανονισμού των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων της εσοδείας 1988 για την ποικιλία Bright συντρέχουν και στην παρούσα υπόθεση, ενόψει του ότι η Επιτροπή επανέλαβε το ίδιο σφάλμα με την καθυστέρηση του καθορισμού των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων για την εσοδεία 1989;
5) Τέλος, αν κριθεί ότι οι εν λόγω κανονισμοί είναι έγκυροι, τότε ποιος είναι τελικά υπόχρεος προς επιστροφή της μειωθείσας πριμοδοτήσεως;
26 Με τα πέντε αυτά ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο περί του κύρους των κανονισμών 1114/88, 1251/89, 1252/89 και 2046/90, καθώς και περί της ερμηνείας του όρου 8, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως καλλιέργειας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του κανονισμού 4263/88. Ειδικότερα, με το τρίτο και το πέμπτο ερώτημά του, ερωτά, για την περίπτωση κατά την οποία οι κανονισμοί είναι έγκυροι, αφενός μεν ποιος υποχρεούται να επιστρέψει τα ποσά που αντιστοιχούν στη μείωση των τιμών και της πριμοδοτήσεως που αποφασίστηκε δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 5, του τροποποιηθέντος κανονισμού 727/70, αφετέρου δε αν, στην περίπτωση αυτή, ο όρος 8, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως καλλιέργειας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του κανονισμού 4263/88 επιτρέπει την αναδιαπραγμάτευση της συμβατικής τιμής σε συνάρτηση προς τη μείωση των τιμών και της πριμοδοτήσεως.
Επί του κύρους του κανονισμού 1114/88
27 Με ένα πρώτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν ο κανονισμός 1114/88 είναι έγκυρος, καθόσον καθορίζει συνολικές ΜΕΠ και προβλέπει, σε περίπτωση υπερβάσεως αυτών των ΜΕΠ, γενική μείωση των τιμών και της πριμοδοτήσεως, ασχέτως του όγκου της παραγωγής κάθε παραγωγού και αδιακρίτως ποικιλίας καπνού.
28 Η Πετρίδη θεωρεί ότι ο κανονισμός οδηγεί, κατ' αυτόν τον τρόπο, σε δυσανάλογη μείωση του εισοδήματος των καπνοπαραγωγών στο σύνολό τους, πλήττοντας έτσι τους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής.
29 Όπως παρατηρούν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, το Δικαστήριο, με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-133/93, C-300/93 και C-362/93, Crispoltoni κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-4863, σκέψη 30, στο εξής: Crispoltoni II), έκρινε ότι παρόμοια επιχειρήματα δεν ήσαν ικανά να επηρεάσουν το κύρος του κανονισμού 1114/88.
30 Πρώτον, το Δικαστήριο υπέμνησε, στη σκέψη 31 της αποφάσεως αυτής, την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως την οποία διαθέτουν τα κοινοτικά όργανα σε θέματα κοινής γεωργικής πολιτικής, λαμβανομένων υπόψη των ευθυνών που τους ανατίθενται. Είπε ακόμη, στη σκέψη 32, ότι τα κοινοτικά όργανα πρέπει να μεριμνούν διαρκώς ώστε να συμβιβάζουν τους επί μέρους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής που απαριθμούνται στο άρθρο 39 της Συνθήκης και που ενδέχεται να εμφανίζονται αντιφατικοί, ενδεχομένως δε να δίνουν σε κάποιον από αυτούς προσωρινά την προτεραιότητα που επιβάλλεται από τις πραγματικές ή τις οικονομικές περιστάσεις ενόψει των οποίων εκδίδουν τις αποφάσεις τους, υπό τον όρον πάντως ότι ο συμβιβασμός αυτός δεν έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά αδύνατη την πραγματοποίηση των λοιπών σκοπών.
31 Όπως τόνισε όμως το Δικαστήριο στη σκέψη 34 της ίδιας αποφάσεως, αν λαμβανόταν υπόψη μόνον ο σκοπός της εξασφαλίσεως δικαίου βιοτικού επιπέδου στους παραγωγούς και μεταποιητές ακατεργάστου καπνού, ιδίως με την αύξηση του ατομικού τους εισοδήματος, θα εδημιουργείτο σοβαρός κίνδυνος να καταστεί αδύνατη η επίτευξη ενός άλλου από τους τιθέμενους στο άρθρο 39 της Συνθήκης σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής, τον οποίο επιδίωξε με την εισαγωγή του καθεστώτος των ΜΕΠ ο κανονισμός 1114/88, του σκοπού δηλαδή της σταθεροποιήσεως της αγοράς του ακατέργαστου καπνού που χαρακτηρίζεται από πλεονασματική παραγωγή.
32 Επομένως, το Δικαστήριο κατέληξε, στη σκέψη 30 της αποφάσεως Crispoltoni II, ότι ο κανονισμός 1114/88 δεν ήταν ασυμβίβαστος προς τους τιθεμένους στο άρθρο 39 της Συνθήκης σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής.
33 Δεύτερον, το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 47 της ίδιας αποφάσεως, ότι το Συμβούλιο, εκδίδοντας τον κανονισμό 1114/88, ενήργησε τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον δεν είχε επιλέξει μέτρο προδήλως απρόσφορο προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, και σύμφωνα προς την - προβλεπόμενη στο άρθρο 39, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, της Συνθήκης - ανάγκη βαθμιαίας εφαρμογής των καταλλήλων προσαρμογών.
34 Ειδικότερα, όπως παρατήρησε το Δικαστήριο στη σκέψη 46, κατά την έκδοση του κανονισμού 1114/88, το Συμβούλιο έκρινε, χωρίς να υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, ότι το καθεστώς των ΜΕΠ ήταν λιγότερο επαχθές για τους καπνοπαραγωγούς από ένα καθεστώς ατομικών ποσοστώσεων, εφόσον, κατά το μεν πρώτο καθεστώς, η παραγωγή των ενδιαφερομένων δεν περιοριζόταν, υπό την έννοια ότι μπορούσαν πάντοτε να πωλούν τα προϋόντα τους στους οργανισμούς παρεμβάσεως, έστω και έναντι τιμής ή πριμοδοτήσεως μειωμένης κατά 15 % κατ' ανώτατο όριο, ενώ, κατά το δευτέρο καθεστώς, οι παραγωγοί δεν λαμβάνουν καμία ενίσχυση για το τμήμα της παραγωγής το οποίο υπερβαίνει την ατομική τους ποσόστωση. Περαιτέρω, το γεγονός και μόνον ότι το καθεστώς δεν αποδείχθηκε αρκούντως αποτελεσματικό δεν αρκούσε για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κανονισμός 1114/88 ήταν ανίσχυρος.
35 Τρίτον, το Δικαστήριο υπέμνησε, στη σκέψη 52 της αποφάσεως Crispoltoni II, ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν απαγορεύει τη θέσπιση κοινοτικής ρυθμίσεως η οποία εισάγει σύστημα ορίων εγγυήσεως για το σύνολο της κοινοτικής αγοράς, συνεπαγόμενο μείωση της ενισχύσεως της παραγωγής για όλους τους επιχειρηματίες του οικείου κλάδου, ακόμη και εάν η υπέρβαση των ορίων αυτών δεν οφειλόταν σε αύξηση της δικής τους παραγωγής. Έκρινε ότι, σε ένα τέτοιο σύστημα, όλοι οι παραγωγοί της Κοινότητας πρέπει να υφίστανται αλληλεγγύως και ισομερώς τις συνέπειες των αποφάσεων τις οποίες λαμβάνουν τα κοινοτικά όργανα για ν' αποκρούσουν τον κίνδυνο να εμφανιστεί στην αγορά διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ της παραγωγής και των δυνατοτήτων διαθέσεως.
36 Βάσει του ίδιου σκεπτικού, στο αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του κανονισμού 1114/88.
Επί του κύρους των κανονισμών 1251/89 και 1252/89
37 Με ένα δεύτερο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά μήπως οι κανονισμοί 1251/89 και 1252/89 είναι άκυροι, καθόσον καθορίζουν τις ΜΕΠ για την ποικιλία καπνού Τσεμπέλια εσοδείας 1989, ως αντιβαίνοντες προς τις αρχές της μη αναδρομικότητας, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου.
38 Συναφώς, η Πετρίδη και η Ελληνική Κυβέρνηση, παραπέμποντας στην απόφαση Crispoltoni I, τονίζουν ότι ο κανονισμός 1252/89, με τον οποίο καθορίστηκαν ανά ποικιλία οι τιμές, οι πριμοδοτήσεις και οι ΜΕΠ της εσοδείας 1989, εκδόθηκε στις 3 Μαου 1989 και δημοσιεύθηκε στις 11 Μαου 1989, ενώ η εκ μέρους των παραγωγών επιλογή της καλλιέργειας του καπνού γίνεται τον Οκτώβριο του προηγουμένου έτους, η δε μεταφύτευση των εν λόγω ποικιλιών καπνού στους αγρούς γίνεται το αργότερο στις αρχές Απριλίου, λόγω των ευνοϋκών κλιματολογικών συνθηκών που επικρατούν στη νότια Ελλάδα όπου καλλιεργούνται οι ποικιλίες αυτές. Κατά συνέπεια, κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως του κανονισμού 1252/89, δεν ήταν πλέον δυνατός ο προγραμματισμός των επενδύσεων, ούτε μπορούσε να αποφευχθεί η πλεονασματική καπνοπαραγωγή.
39 Περαιτέρω, η Πετρίδη και η Ελληνική Κυβέρνηση επικρίνουν το ότι η έναρξη της ισχύος του κανονισμού 1251/89 - που θέτει την αρχή του κατ' έτος καθορισμού των ΜΕΠ ανά ποικιλία για το επόμενο έτος - ορίστηκε στις 14 Μαου 1989, ήτοι τρεις ημέρες μετά την έναρξη της ισχύος, στις 11 Μαου 1989, του κανονισμού 1252/89, με τον οποίο κατανεμήθηκαν οι ΜΕΠ της εσοδείας 1989. Ορίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τις ημερομηνίες ενάρξεως της ισχύος των δύο κανονισμών, το Συμβούλιο υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας. Εν πάση περιπτώσει, το Συμβούλιο, επικαλούμενο, στον κανονισμό 1251/89, την ανάγκη να καταστεί δυνατός ο προγραμματισμός της φυτεύσεως δεν αιτιολόγησε ορθά γιατί επέλεξε τις ημερομηνίες αυτές.
Επί του κανονισμού 1252/89
40 Υπενθυμίζεται κατ' αρχάς ότι, στην απόφαση Crispoltoni I, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι κανονισμοί 1114/88 και 2268/88 ήσαν άκυροι, καθόσον προέβλεπαν ΜΕΠ για τον καπνό της ποικιλίας Bright συγκομιδής 1988.
41 Ειδικότερα, στις σκέψεις 14 έως 16 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι κανονισμοί 1114/88 και 2268/88 είχαν αναδρομική ισχύ, εφόσον, σε περίπτωση υπερβάσεως της ΜΕΠ για τον καπνό της ποικιλίας Bright συγκομιδής 1988, επέβαλλαν μείωση των τιμών παρεμβάσεως και των πριμοδοτήσεων και δημοσιεύθηκαν στα τέλη Απριλίου και Ιουλίου 1988 αντιστοίχως, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο, στη μεν πρώτη περίπτωση είχε ήδη γίνει η σπορά για το τρέχον έτος, στη δε δεύτερη είχε ήδη συντελεστεί η μεταφύτευση των νεαρών φυτών στους αγρούς.
42 Στη σκέψη 17 της ίδιας αποφάσεως, το Δικαστήριο υπέμνησε κατ' αρχάς ότι, έστω και αν, κατά κανόνα, η αρχή της ασφαλείας των εννόμων καταστάσεων δεν επιτρέπει μια κοινοτική πράξη να τίθεται σε ισχύ σε χρονικό σημείο προγενέστερο της δημοσιεύσεώς της, μπορεί, κατ' εξαίρεση, να συμβαίνει το αντίθετο, οσάκις το απαιτεί ο προς επίτευξη σκοπός και λαμβάνεται δεόντως υπόψη η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων.
43 Ακολούθως, το Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 18 της ίδιας αποφάσεως, ότι σκοπός του κανονισμού 1114/88 ήταν ο περιορισμός κάθε αυξήσεως της καπνοπαραγωγής εντός της Κοινότητας και ταυτόχρονα η αποθάρρυνση της παραγωγής των ποικιλιών που διατίθενται δυσχερώς στην αγορά και ότι ο σκοπός αυτός δεν μπορούσε να επιτευχθεί, όσον αφορά τη συγκομιδή της ποικιλίας Bright του 1988, με κανονισμούς που δημοσιεύθηκαν στα τέλη των μηνών Απριλίου και Ιουλίου του αυτού έτους.
44 Συνεπώς, το Δικαστήριο κατέληξε, στις σκέψεις 20 και 21 της αποφάσεως Crispoltoni I, ότι η αναδρομικότητα των κανονισμών 1114/88 και 2268/88 ήταν ανεπίτρεπτη, καθόσον δεν την επέβαλλε ο επιδιωκόμενος από τους κανονισμούς αυτούς σκοπός. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι οι παραπάνω κανονισμοί κλόνισαν τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών. Πράγματι, ναι μεν αυτοί έπρεπε να θεωρήσουν ως προβλέψιμα μέτρα αποσκοπούντα στον περιορισμό κάθε αυξήσεως της παραγωγής των ποικιλιών που διατίθενται δυσχερώς, μπορούσαν όμως ευλόγως να προσδοκούν ότι ενδεχόμενα μέτρα έχοντα επιπτώσεις επί των επενδύσεών τους θα τους αναγγέλλονταν εγκαίρως, πράγμα που δεν συνέβη στην περίπτωση εκείνη.
45 Έτσι, με την απόφαση Crispoltoni I, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της αναδρομικής εφαρμογής, στην εσοδεία καπνού 1988, του συστήματος των ΜΕΠ, το οποίο ήταν άγνωστο στους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες όσον αφορά τόσο τη φύση των νέων μέτρων οργανώσεως της αγοράς καπνού στην Κοινότητα όσο και τον χρόνο θέσεώς τους σε ισχύ.
46 Η έκδοση, όμως, του αμφισβητούμενου στην κύρια δίκη κανονισμού 1252/89, που αφορά την εσοδεία 1989, εντάσσεται σε διαφορετικό πλαίσιο, καθόσον ο κανονισμός αυτός αποτελεί μέρος συνόλου μέτρων που ίσχυαν από το 1988 και αποσκοπούσαν στον περιορισμό της καπνοπαραγωγής εντός της Κοινότητας.
47 Συγκεκριμένα, από της δημοσιεύσεως, στις 29 Απριλίου 1988, του κανονισμού 1114/88, οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες γνώριζαν ότι, για καθεμία από τις συγκομιδές 1988, 1989 και 1990 της Κοινότητας, είχε καθοριστεί ολική ΜΕΠ 385 000 τόνων και ότι, εντός αυτής της αμετάβλητης ολικής ΜΕΠ, το Συμβούλιο θα όριζε, κατ' έτος, ΜΕΠ ανά ποικιλία.
48 Ομοίως, οι ίδιοι επιχειρηματίες γνώριζαν, όταν προγραμμάτιζαν τη συγκομιδή 1989, ότι με τον κανονισμό 2268/88 είχε καθοριστεί, για τη συγκομιδή 1988 των ποικιλιών Μαύρα και Τσεμπέλια, ΜΕΠ 33 000 τόνων καπνού και ότι οι ποικιλίες αυτές συναντούσαν δυσχέρειες διαθέσεως, διότι υφίσταντο σημαντικά αποθέματα από το 1987.
49 Από της δημοσιεύσεως δηλαδή, στα τέλη Απριλίου και Ιουλίου 1988, των κανονισμών 1114/88 και 2268/88, οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες γνώριζαν την πολιτική προοδευτικής μειώσεως της καπνοπαραγωγής της Κοινότητας εν γένει και των ποικιλιών Μαύρα και Τσεμπέλια ειδικότερα.
50 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο καθορισμός, μέσω του κανονισμού 1252/89, της ΜΕΠ για τη συγκομιδή 1989 των ποικιλιών Μαύρα και Τσεμπέλια δεν ήταν απρόβλεπτος για τους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες, οι οποίοι έπρεπε να αναμένουν ότι η ΜΕΠ των ποικιλιών Μαύρα και Τσεμπέλια θα μειωνόταν ακόμη περισσότερο για τη συγκομιδή 1989. Επομένως, δεν διαψεύστηκε η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τους.
51 Οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί, άλλωστε, εναργούντες ως συνετοί και επιμελείς επιχειρηματίες, δεν μπορούσαν, ούτως ή άλλως, να προγραμματίσουν για τη συγκομιδή 1989 παραγωγή υπερβαίνουσα τη ΜΕΠ του 1988. Όπως όμως προκύπτει από τον κανονισμό 2046/90, η πραγματοποιηθείσα καπνοπαραγωγή των ποικιλιών Μαύρα και Τσεμπέλια ανήλθε σε 43 236 τόνους. Υπερβαίνοντας, επομένως, κατά τη συγκομιδή 1989, κατά 40,1 % τη ΜΕΠ που είχε καθορισθεί για τη συγκομιδή 1988, είναι προφανές ότι οι καπνοπαραγωγοί των ποικιλιών Μαύρα και Τσεμπέλια δεν ενήργησαν ως συνετοί και επιμελείς επιχειρηματίες.
52 Όπως παρατηρούν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, το πλεόνασμα παραγωγής των ποικιλιών Μαύρα και Τσεμπέλια της εσοδείας 1989 ήταν τέτοιο που, ακόμη και αν η ΜΕΠ για τις ποικιλίες αυτές παρέμενε αμετάβλητη, θα έπρεπε να αποφασισθεί η κατά 15 % μέγιστη μείωση των τιμών και των πριμοδοτήσεων.
53 Υπενθυμίζεται, περαιτέρω, ότι σκοπός του κανονισμού 1114/88 ήταν, μέσω της καθιερώσεως του συστήματος των ΜΕΠ, να περιοριστεί η καπνοπαραγωγή της Κοινότητας σε ποσότητα ίση προς ολική ΜΕΠ 385 000 τόνων για καθεμία από τις συγκομιδές 1989, 1990 και 1991 και να αποθαρρυνθεί η παραγωγή ποικιλίων, όπως τα Μαύρα και τα Τσεμπέλια, των οποίων η διάθεση εμφανίζει δυσχέρειες. Οι σκοποί αυτοί, και ειδικότερα η τήρηση της προβλεπομένης για τη συγκομιδή 1989 ολικής ΜΕΠ των 385 000 τόνων, απαιτούσαν τον - ακόμη και αναδρομικό - καθορισμό, με τον κανονισμό 1252/89, ΜΕΠ για τη συγκομιδή 1989 των ποικιλιών Μαύρα και Τσεμπέλια.
54 Το Δικαστήριο, επομένως, καταλήγει ότι η αναδρομικότητα του κανονισμού 1252/89 ήταν αναγκαία για να μπορέσει ο κανονισμός να επιτύχει τον σκοπό του και ότι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων ελήφθη δεόντως υπόψη.
Επί του κανονισμού 1251/89
55 Υπενθυμίζεται ότι, με τον κανονισμό 1251/89, το Συμβούλιο τροποποίησε τον κανονισμό 727/70 και προέβλεψε ότι οι ΜΕΠ θα καθορίζονταν κατ' έτος για τη συγκομιδή του επομένου έτους.
56 Κατά την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, σκοπός της τροποποιήσεως αυτής ήταν «να καταστεί δυνατός ο προγραμματισμός της φύτευσης». Κατά την ίδια, άλλωστε, αιτιολογική σκέψη, «κατά συνέπεια, [έπρεπε] να καθοριστούν συγχρόνως οι ποσότητες για τις συγκομιδές 1989 και 1990».
57 Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο του 2, ο κανονισμός 1251/89 τέθηκε σε ισχύ στις 14 Μαου 1989, ήτοι τρεις ημέρες μετά τον κανονισμό 1252/89, που καθόριζε τις ΜΕΠ για τις εσοδείες 1989 και 1990.
58 Κατά συνέπεια, από την πρώτη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 2 του κανονισμού 1251/89 προκύπτει ότι, κατά το Συμβούλιο, η καθιερωθείσα με τον κανονισμό 1252/89 αρχή του καθορισμού των ΜΕΠ ανά ποικιλία ένα έτος πριν από την συγκομιδή έπρεπε να εφαρμοσθεί για το μέλλον μόνο, για πρώτη δε φορά κατά τη συγκομιδή του 1990.
59 Επομένως, το επιχείρημα της Ελληνικής Κυβερνήσεως ότι το Συμβούλιο προσέδωσε αναδρομική εφαρμογή στον κανονισμό 1251/89 δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
60 Υπ' αυτές τις συνθήκες, το γεγονός ότι το Συμβούλιο καθόρισε την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1251/89 σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 1252/89, ώστε η αρχή περί του καθορισμού των ΜΕΠ ανά ποικιλία ένα έτος πριν από την συγκομιδή να εφαρμοσθεί για πρώτη φορά κατά τη συγκομιδή του 1990, δεν συνιστά υπέρβαση των ορίων της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως την οποία διαθέτει στην κοινή γεωργική πολιτική, ούτε εσφαλμένη αιτιολογία της επιλογής του αυτής.
61 Εν όψει των προεκτεθέντων, στο αιτούν δικαστήριο πρέπει, επομένως, να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος των κανονισμών 1251/89 και 1252/89.
Επί του κύρους του κανονισμού 2046/90
62 Με ένα τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν είναι έγκυρος ο κανονισμός 2046/90, κατά το μέτρο που διαπιστώνει συνολική υπέρβαση κατά 44,1 % της ΜΕΠ, η οποία για τις ποικιλίες Τσεμπέλια και Μαύρα εσοδείας 1989, είχε καθοριστεί σε 30 000 τόνους, και που επιβάλλει, για τον λόγο αυτό, μείωση των τιμών στόχου και παρεμβάσεως, καθώς και της πριμοδοτήσεως, κατά 15 %, ήτοι κατά το ανώτατο ποσοστό μειώσεως που επιτρεπόταν για το 1989 από το άρθρο 4, παράγραφος 5, του τροποποιηθέντος κανονισμού 727/70.
63 Παρατηρείται ότι, καθόσον από την εξέταση του κανονισμού 1252/89 δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του, η Επιτροπή μπορούσε εγκύρως να προσδιορίσει, με τον κανονισμό 2046/90, το ακριβές ύψος των τιμών και των πριμοδοτήσεων που είχαν εισπράξει οι παραγωγοί αναλόγως του αν υπήρξε ή όχι υπέρβαση των ΜΕΠ τις οποίες καθόριζε ανά ποικιλία ο κανονισμός 1252/89 και, συνεπώς, να μειώσει κατά 15 % τις τιμές και την πριμοδότηση, αφού διαπίστωσε συνολική υπέρβαση κατά 44,1 % της ΜΕΠ που είχε καθοριστεί για την εσοδεία 1989 των ποικιλιών Τσεμπέλια και Μαύρα.
64 Υπ' αυτές τις συνθήκες, στο αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του κανονισμού 2046/90.
Επί της ερμηνείας του κανονισμού 4263/88
65 Με ένα τέταρτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, σε περίπτωση κατά την οποία οι εν λόγω κανονισμοί είναι έγκυροι, ποιος υποχρεούται προς επιστροφή των ποσών που αντιστοιχούν στη μείωση των τιμών και της πριμοδοτήσεως που αποφασίστηκε δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 5, του τροποποιηθέντος κανονισμού 727/70 και αν ο όρος 8, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως καλλιέργειας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του κανονισμού 4263/88 επιτρέπει, στην περίπτωση αυτή, την αναδιαπραγμάτευση της συμβατικής τιμής σε συνάρτηση προς τη μείωση των τιμών και της πριμοδοτήσεως.
66 Κατ' αρχάς, υπενθυμίζεται ότι ο κανονισμός 4263/88 ορίζει τα ελάχιστα υποχρεωτικά στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει η ευρωπαϋκή σύμβαση καλλιέργειας που συνάπτεται μεταξύ καπνοπαραγωγού και μεταποιητή καπνού, από την εσοδεία 1989 και εφεξής, και παραθέτει, σε παράρτημα, υπόδειγμα ευρωπαϋκής συμβάσεως καλλιέργειας, που περιλαμβάνει δεκατέσσερις υποχρεωτικούς όρους. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται ο όρος 8 που προβλέπει ιδίως ότι, «αν οι τιμές ή οι πριμοδοτήσεις οι σχετικές με την ποικιλία του καπνού που αναφέρεται στο πρώτο σημείο της παρούσας σύμβασης τροποποιήθηκαν με κοινοτικό κανονισμό, ο αγοραστής και ο πωλητής επαναδιαπραγματεύονται τη συμβατική τιμή. Σε περίπτωση κατά την οποία οι τιμές αυτές ή οι πριμοδοτήσεις αυτές που αφορούν την ποικιλία καπνού η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1 τροποποιούνται με την εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 727/70, η συμβατική τιμή προσαρμόζεται σύμφωνα με την τροποποίηση των τιμών και των πριμοδοτήσεων».
67 Δεδομένου ότι από την εξέταση των κανονισμών 1114/88, 1251/89, 1252/89 και 2046/90 δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος τους, μπορεί να ζητηθεί η εφαρμογή του όρου 8, δεύτερο εδάφιο, του υποδείγματος συμβάσεως του παραρτήματος του κανονισμού 4263/88, ούτως ώστε να αναπροσαρμοσθεί η συμβατική τιμή σε συνάρτηση προς τη μεταβολή των τιμών και της πριμοδοτήσεως. Μια τέτοια αναπροσαρμογή αποτελεί, πράγματι, τη λογική συνέπεια του γεγονότος ότι, σε συνάρτηση προς την ενδεχομένη υπέρβαση της ΜΕΠ στο πλαίσιο του καθεστώτος του κανονισμού 1114/88, καθορίστηκε το ακριβές ποσό της πριμοδοτήσεως την οποία εισέπραξε η επιχείρηση μεταποιήσεως και μεταβίβασε εν μέρει στους παραγωγούς ορισμένης ποικιλίας καπνού.
68 Η Ελληνική Κυβέρνηση διατείνεται, όμως, ότι, αν τυχόν επιτρεπόταν η αναδιαπραγμάτευση της τιμής που καταβλήθηκε στους παραγωγούς, θα παρεχόταν ουσιαστικά στις επιχειρήσεις η δυνατότητα να μετακυλίσουν στους παραγωγούς την υποχρέωση επιστροφής της τυχόν μειώσεως της πριμοδοτήσεως που είχαν συνυπολογίσει και προεισπράξει, πράγμα που θα αντέβαινε στον σκοπό της πριμοδοτήσεως, που συνίσταται στην ενίσχυση του εισοδήματος των καπνοπαραγωγών.
69 Τονίζεται συναφώς ότι, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, υπόχρεος προς επιστροφή της προκύπτουσας από τη μείωση διαφοράς είναι μεν η επιχείρηση μεταποιήσεως, εφόσον αυτή εισπράττει την πριμοδότηση, η οποία μπορεί όμως, με τη σειρά της, να αναδιαπραγματευθεί τη συμβατική τιμή με τους καπνοπαραγωγούς, κατ' εφαρμογήν του όρου 8, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως καλλιέργειας την οποία περιέχει το παράρτημα του κανονισμού 4263/88.
70 Μια τέτοια αναδιαπραγμάτευση της συμβατικής τιμής κατόπιν μειώσεως της πριμοδοτήσεως συνάδει, πράγματι, προς το γεγονός ότι, όπως υπομνήστηκε στην ανωτέρω σκέψη 35, στο πλαίσιο ενός συστήματος ΜΕΠ, όλοι οι παραγωγοί της Κοινότητας πρέπει να υφίστανται αλληλεγγύως και ισομερώς τις συνέπειες των αποφάσεων τις οποίες λαμβάνουν τα κοινοτικά όργανα κατά του κινδύνου εμφανίσεως στην αγορά διαταράξεως της ισορροπίας μεταξύ της παραγωγής και των δυνατοτήτων διαθέσεως.
71 Επομένως, στο αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι προς επιστροφή των ποσών που αντιστοιχούν στη μείωση των τιμών και της πριμοδοτήσεως που αποφασίστηκε δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 5, του τροποποιηθέντος κανονισμού 727/70 υποχρεούται η επιχείρηση μεταποιήσεως· ο όρος 8, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως καλλιέργειας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του κανονισμού 4263/88 επιτρέπει όμως, στην περίπτωση αυτή, την αναδιαπραγμάτευση της συμβατικής τιμής μεταξύ της επιχειρήσεως μεταποιήσεως και των καπνοπαραγωγών σε συνάρτηση προς τη μείωση των τιμών και της πριμοδοτήσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
72 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ελληνική Κυβέρνηση, το Συμβούλιο της Ευρωπαϋκής Ενώσεως και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 24ης Ιουλίου 1995 το Ειρηνοδικείο Εχίνου αποφαίνεται:
1) Από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1114/88 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 1988, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 727/70 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού.
2) Από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος των κανονισμών του κανονισμού (ΕΟΚ) 1251/89 του Συμβουλίου, της 3ης Μαου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 727/70 και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1252/89 του Συμβουλίου, της 3ης Μαου 1989, για τον καθορισμό, για την συγκομιδή 1989, των τιμών στόχου, των τιμών παρέμβασης και των πριμοδοτήσεων που χορηγούνται στους αγοραστές καπνού σε φύλλα, των παραγώγων τιμών παρέμβασης του δεματοποιημένου καπνού, των ποιοτήτων αναφοράς, των ζωνών παραγωγής, καθώς και των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 1577/86, (ΕΟΚ) 1975/87 και (ΕΟΚ) 2268/88.
3) Από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 2046/90 της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 1990, περί καθορισμού, για τον καπνό της συγκομιδής 1989, της πραγματικής παραγωγής καθώς και των τιμών και πριμοδοτήσεων που πληρώνονται κατ' εφαρμογή του καθεστώτος των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων.
4) Προς επιστροφή των ποσών που αντιστοιχούν στη μείωση των τιμών και της πριμοδοτήσεως που αποφασίστηκε δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 5, του τροποποιηθέντος κανονισμού 727/70 υποχρεούται η επιχείρηση μεταποιήσεως· ο όρος 8, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως καλλιέργειας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του κανονισμού 4263/88 επιτρέπει όμως, στην περίπτωση αυτή, την αναδιαπραγμάτευση της συμβατικής τιμής μεταξύ της επιχειρήσεως μεταποιήσεως και των καπνοπαραγωγών σε συνάρτηση προς τη μείωση των τιμών και της πριμοδοτήσεως.
Full & Egal Universal Law Academy