Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Διοικητική διαδικασία που προηγείται της ασκήσεως της προσφυγής - Αντικείμενο - Αιτιολογημένη γνώμη - Περιεχόμενο
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169 (νυν άρθρο 226 ΕΚ)]
2 Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Διοικητική διαδικασία που προηγείται της ασκήσεως προσφυγής - Αντικείμενο - Προθεσμίες που τάσσονται στο κράτος μέλος - Απαιτείται να τάσσονται εύλογες προθεσμίες - Κριτήρια εκτιμήσεως
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169 (νυν άρθρο 226 ΕΚ)]
3 Προσέγγιση των νομοθεσιών - Διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων - Οδηγία 89/665 - Διαδικασία επιτρέπουσα στην Επιτροπή να παρεμβαίνει προληπτικώς σε περίπτωση σαφούς και κατάφωρης παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων - Διαδικασία μη έχουσα σχέση με τη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως του άρθρου 169 της Συνθήκης (νυν άρθρου 226 ΕΚ)
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169 (νυν άρθρο 226 ΕΚ) οδηγία 89/665 του Συμβουλίου]
4 Προσέγγιση των νομοθεσιών - Διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων - Οδηγία 93/37 - Παράβαση των κοινοτικών διατάξεων από αναθέτουσα αρχή ελεγχόμενη και χρηματοδοτούμενη από ομόσπονδο φορέα κράτους ομοσπονδιακής δομής - Καταλογιστέα στο κράτος παράβαση
(Οδηγία 93/37 του Συμβουλίου, άρθρο 1, στοιχ. ββ)
Περίληψη
1 Επειδή το αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ) οριοθετείται από την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή, το δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορεί να στηρίζεται σε αιτιάσεις άλλες πλην εκείνων που διατυπώθηκαν στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής. Όσον αφορά τις αιτιάσεις αυτές, η Επιτροπή δεν έχει την υποχρέωση να υποδείξει τα μέτρα με τα οποία θα μπορούσε να εξαλειφθεί η καταλογιζόμενη παράβαση· πρέπει πάντως να υποδείξει ειδικά στο οικείο κράτος μέλος ότι πρέπει να προβεί στη θέσπιση συγκεκριμένου μέτρου, εφόσον προτίθεται να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως με αντικείμενο την παράλειψη της θεσπίσεως του μέτρου αυτού.
2 Στο πλαίσιο της προσφυγής λόγω παραβάσεως κράτους μέλους, ο σκοπός της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας έγκειται στο να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα, αφενός μεν, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, αφετέρου δε, να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή.
Ο διπλός αυτός σκοπός επιβάλλει στην Επιτροπή να τάσσει εύλογη προθεσμία στα κράτη μέλη για να απαντήσουν στο έγγραφο οχλήσεως και να συμμορφωθούν προς την αιτιολογημένη γνώμη ή, ενδεχομένως, για να ετοιμάσουν την υπεράσπισή τους. Για την εκτίμηση του ευλόγου της τασσομένης προθεσμίας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα περιστατικά που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη κατάσταση. Σε ειδικές περιστάσεις δικαιολογείται ο καθορισμός πολύ συντόμων προθεσμιών, όταν ιδίως επιβάλλεται η επείγουσα άρση μιας παραβάσεως ή όταν το οικείο κράτος μέλος γνωρίζει πλήρως τις απόψεις της Επιτροπής πολύ πριν από την έναρξη της διαδικασίας.
3 H διαδικασία με την οποία η Επιτροπή μπορεί, δυνάμει της οδηγίας 89/665, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, να παρεμβαίνει σε κράτος μέλος όταν φρονεί ότι έχει διαπραχθεί σαφής και κατάφωρη παράβαση των κοινοτικών διατάξεων περί συμβάσεων του Δημοσίου, αποτελεί προληπτικό μέτρο το οποίο δεν μπορεί ούτε να παρεκκλίνει από ούτε να υποκαταστήσει τις αρμοδιότητες της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ). Επομένως, ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή χρησιμοποιεί τη διαδικασία αυτή δεν ασκεί επιρροή όταν πρόκειται να εκτιμηθεί το παραδεκτό προσφυγής κατά παραβάσεως που ασκείται βάσει του άρθρου αυτού.
4 Ένα ομοσπονδιακό κράτος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο για τη συμπεριφορά αναθέτουσας αρχής, υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ββ, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 93/37, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, της οποίας όλες οι δραστηριότητες ελέγχονται και χρηματοδοτούνται από ομόσπονδο φορέα του εν λογω κράτους. Πράγματι, οι κοινοτικές διατάξεις που ισχύουν στον τομέα της συνάψεως των συμβάσεων του Δημοσίου θα στερούνταν της πρακτικής αποτελεσματικότητάς τους αν η συμπεριφορά μιας τέτοιας αναθέτουσας αρχής δεν μπορούσε να καταλογιστεί στο οικείο κράτος μέλος.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-328/96,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον H. van Lier, νομικό σύμβουλο, και την C. Schmidt, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Δημοκρατίας της Αυστρίας, εκπροσωπούμενης από τον W. Okresek, Sektionschef στην Καγκελαρία, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Αυστρίας, 3, rue des Bains,
καθής,
" που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας, στο πλαίσιο της κατασκευής στο Sankt Pφlten του νέου διοικητικού και πολιτιστικού κέντρου για το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας, κατά τη διαδικασία συνάψεως των συμβάσεων οι οποίες υπογράφηκαν πριν από τις 6 Φεβρουαρίου 1996, αλλά στις 7 Μαρτίου 1996 δεν είχαν ακόμη εκτελεσθεί ή μπορούσαν να ακυρωθούν, καθ' ο μέτρο ήταν δυνατή η ακύρωση, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (EE L 199, σ. 54), και 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ L 395, σ. 33), καθώς και το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, J. C. Moitinho de Almeida, D. A. O. Edward, και L. Sevσn, προέδρους τμήματος, C. Gulmann (εισηγητή), J.-P. Puissochet, G. Hirsch, P. Jann και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 10ης Νοεμβρίου 1998, κατά την οποία την Επιτροπή εκπροσώπησε ο H. van Lier, επικουρούμενος από τον B. Wδgenbaur, δικηγόρο Αμβούργου, και τη Δημοκρατία της Αυστρίας οι W. Okresek και C. Kleiser, του Amt der Niederφsterreichischen Landesregierung, Sankt Pφlten,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Ιανουαρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Οκτωβρίου 1996, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας, στο πλαίσιο της κατασκευής στο Sankt Pφlten του νέου διοικητικού και πολιτιστικού κέντρου για το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας, κατά τη διαδικασία συνάψεως των συμβάσεων οι οποίες υπογράφηκαν πριν από τις 6 Φεβρουαρίου 1996, αλλά στις 7 Μαρτίου 1996 δεν είχαν ακόμη εκτελεσθεί ή μπορούσαν να ακυρωθούν, καθ' ο μέτρο ήταν δυνατή η ακύρωση, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (EE L 199, σ. 54), και 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ L 395, σ. 33), καθώς και το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ).
Πραγματικά περιστατικά και προδικασία
2 Από τον φάκελο προκύπτει ότι, το 1986, η κυβέρνηση του ομοσπόνδου κράτους της Κάτω Αυστρίας αποφάσισε να μεταφέρει στο Sankt Pφlten την έδρα της, η οποία βρισκόταν μέχρι τότε στη Βιέννη.
3 Τα έργα που επρόκειτο να εκτελεστούν ενόψει της πραγματοποιήσεως του φιλόδοξου αυτού σχεδίου, το οποίο περιλαμβάνει την πλήρη κατασκευή των νέων κτιρίων που πρόκειται να στεγάσουν την κυβέρνηση και τη διοίκηση, καθώς και την κατασκευή πολιτιστικού κέντρου στο Sankt Pφlten, άρχισαν το 1992. Η ολοκλήρωσή τους είχε προβλεφθεί για το 1996, ημερομηνία εορτασμού της χιλιετίας της Αυστρίας.
4 Στις αρχές του Φεβρουαρίου 1995, η Επιτροπή πληροφορήθηκε, κατόπιν καταγγελίας, την πρόσκληση υποβολής προσφορών αφορώσα σύμβαση κρατικών προμηθειών, η οποία επρόκειτο να συναφθεί στα πλαίσια του σχεδίου αυτού, και δημοσιευθείσα στην Εφημερίδα της κυβερνήσεως της Κάτω Αυστρίας. Η εν λόγω πρόσκληση υποβολής προσφορών στηριζόταν στους Allgemeine Angebots- und Vertragsbedingungen (γενικούς όρους προσφορών και συγγραφή υποχρεώσεων, στο εξής: AAVB), τους οποίους η Επιτροπή θεώρησε αντίθετους προς το κοινοτικό δίκαιο, λόγω παραβάσεως, μεταξύ άλλων, των κανόνων δημοσιότητας, των κανόνων περί προδιαγραφών και των υποχρεώσεων όσον αφορά την ενημέρωση και την προστασία των προσφερόντων.
5 Με έγγραφο της 12ης Απριλίου 1995, η Επιτροπή γνωστοποίησε τις διαπιστώσεις της στην Αυστριακή Κυβέρνηση.
6 Μερικούς μήνες αργότερα κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή, αντί των αναμενομένων διορθώσεων, νόμος σχετικός με τη σύναψη συμβάσεων του Δημοσίου, ψηφισθείς στις 31 Μαου 1995 από το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας, ως προς τον οποίον υπήρχαν επίσης αντιρρήσεις, διότι σχεδόν απέκλειε από το πεδίο εφαρμογής του τις συμβάσεις σχετικά με το επίμαχο σχέδιο.
7 Στο τέλος Νοεμβρίου του 1995, τα ζητήματα που αφορούσαν τις συμβάσεις αυτές εξετάστηκαν στο πλαίσιο συνεδριάσεως μεταξύ των αυστριακών υπηρεσιών και των υπηρεσιών της Επιτροπής. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, κατά τον χρόνο εκείνο, έπρεπε να συναφθούν ακόμη συμβάσεις σημαντικής αξίας, η Επιτροπή απαίτησε την άμεση διασφάλιση της τηρήσεως του κοινοτικού δικαίου. Οι αυστριακές αρχές ανέλαβαν την υποχρέωση να προβούν στις απαιτούμενες τροποποιήσεις. Επικαλέστηκαν πάντως την ανάγκη προβλέψεως αρκούντως εύλογης μεταβατικής περιόδου, λόγω των τεχνικών προβλημάτων που συνδέονται με την προσαρμογή.
8 Η Επιτροπή θεώρησε ότι η δήλωση αυτή ήταν ανεπαρκής, τουλάχιστον όσον αφορά την τροποποίηση των AAVB και των ακολουθουμένων στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων πρακτικών δυναμένων να τροποποιηθούν αμέσως με απλή απόφαση της αναθέτουσας αρχής, δηλαδή της Niederφsterreichische Landeshauptstadt Planungsgesellschaft mbH (στο εξής: Nφplan).
9 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή, με έγγραφο της 15ης Δεκεμβρίου 1995, αποφάσισε να κινήσει κατά της Δημοκρατίας της Αυστρίας τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης, καλώντας την να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί των παραβάσεων που της προσάπτονται εντός προθεσμίας μιας εβδομάδας από της παραλαβής του εγγράφου.
10 Με έγγραφο της 22ας Δεκεμβρίου 1995, η Αυστριακή Κυβέρνηση απάντησε ότι οι AAVB είχαν τροποποιηθεί υπό την έννοια που απαίτησε η Επιτροπή και ότι η Nφplan είχε αποφασίσει «να εφαρμόζει εφεξής τις κοινοτικές οδηγίες σε όλες τις προσκλήσεις υποβολής προσφορών» και ότι είχε καταρτιστεί σχέδιο νόμου για την τροποποίηση του νόμου σχετικά με τη σύναψη συμβάσεων που είχε ψηφίσει το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας.
11 Η Επιτροπή θεώρησε ότι από το έγγραφο αυτό δεν προέκυπτε ότι είχαν ληφθεί μέτρα ώστε να παύσουν όλες οι προσαπτόμενες παραβάσεις. Επομένως, στις 21 Φεβρουαρίου 1996, διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κάλεσε τη Δημοκρατία της Αυστρίας να λάβει όλα τα απαιτούμενα μέτρα για να συμμορφωθεί εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από της κοινοποιήσεως της γνώμης αυτής.
12 Στην από 22 Μαρτίου 1996 απάντησή της, η Αυστριακή Κυβέρνηση ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής:
- οι πρακτικές στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων είχαν τροποποιηθεί ήδη από τις 6 Φεβρουαρίου 1996, οπότε, από την ημερομηνία αυτή, οι αποφάσεις περί αναθέσεως είχαν ανασταλεί και είχε εξασφαλιστεί η τήρηση του κοινοτικού δικαίου για τις διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων που δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί κατά την ημερομηνία αυτή·
- οι συμβάσεις συνολικής αξίας 360 περίπου εκατομμυρίων αυστριακών σελινίων (ATS), που συνήφθησαν μεταξύ της 27ης Νοεμβρίου 1995 (ημερομηνίας της συνεδριάσεως που πραγματοποιήθηκε μεταξύ των αυστριακών υπηρεσιών και των υπηρεσιών της Επιτροπής) και της 6ης Φεβρουαρίου 1996, δεν μπορούσαν να ανασταλούν ή να ακυρωθούν για διαφόρους λόγους.
13 Επειδή θεώρησε ότι οι συμβάσεις αυτές είχαν συναφθεί κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου και ότι η συμπεριφορά της Δημοκρατίας της Αυστρίας δεν ήταν δικαιολογημένη, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
14 Η οδηγία 93/37 ορίζει, στο άρθρο 8, παράγραφος 1, τα εξής:
«Η αναθέτουσα αρχή γνωστοποιεί, εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από την παραλαβή της αίτησης, σε κάθε αποκλεισθέντα υποψήφιο ή προσφέροντα που υποβάλλει σχετική αίτηση, τους λόγους απόρριψης της υποψηφιότητάς του ή της προσφοράς του και, στην περίπτωση υποβολής προσφοράς, γνωστοποιεί και την επωνυμία του αναδόχου.»
15 Το άρθρο 10, παράγραφος 6, της οδηγίας αυτής ορίζει, όσον αφορά τις τεχνικές προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στις ρήτρες της συγκεκριμένης συμβάσεως, τα εξής:
«Τα κράτη μέλη απαγορεύουν την εισαγωγή, στις συμβατικές ρήτρες συγκεκριμένης συμβάσεως, τεχνικών προδιαγραφών που μνημονεύουν προϋόντα συγκεκριμένης κατασκευής ή προελεύσεως ή ιδιαίτερες μεθόδους και που έχουν ως αποτέλεσμα να ευνοούν ή να αποκλείουν ορισμένες επιχειρήσεις, εκτός αν οι προδιαγραφές αυτές δικαιολογούνται από το αντικείμενο της συμβάσεως. Απαγορεύεται ιδίως η αναφορά σημάτων, διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ή τύπων, καθώς και η αναφορά ορισμένης καταγωγής ή ορισμένης παραγωγής· επιτρέπεται, ωστόσο, η αναφορά αυτή, αν συνοδεύεται από τη μνεία "ή ισοδύναμο", όταν οι αναθέτουσες αρχές αδυνατούν να προβούν σε περιγραφή του αντικειμένου της συμβάσεως μέσω προδιαγραφών που να είναι αρκούντως ακριβείς και κατανοητές σ' όλους τους ενδιαφερομένους.»
16 Το άρθρο 11 της οδηγίας αυτής διατυπώνει τους κοινούς κανόνες δημοσιότητας που πρέπει να τηρούν οι αναθέτουσες αρχές στο πλαίσιο των συμβάσεων δημοσίων έργων που προτίθενται να συνάψουν. Ειδικότερα, οι παράγραφοι 6, πρώτο εδάφιο, και 11 ορίζουν τα εξής:
«6. Οι προκηρύξεις και ανακοινώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 5 συντάσσονται σύμφωνα με τα υποδείγματα που εμφαίνονται στα παραρτήματα ΙV, V και VΙ και περιέχουν τις πληροφορίες που ζητούνται στα παραρτήματα αυτά.
(...)
11. Μια προκήρυξη δεν πρέπει να δημοσιεύεται στις επίσημες εφημερίδες ή στον τύπο της χώρας της αναθέτουσας αρχής πριν από την ημερομηνία αποστολής της στην Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων και πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία αυτή. Η προκήρυξη αυτή δεν πρέπει να περιέχει πληροφορίες άλλες από εκείνες που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων.»
17 Επιπλέον, κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής:
«Στις ανοικτές διαδικασίες, η προθεσμία παραλαβής των προσφορών που καθορίζεται από τις αναθέτουσες αρχές δεν μπορεί να είναι μικρότερη των πενήντα δύο ημερών από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης.»
18 Το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37 θεσπίζει τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής των εργοληπτών, δηλαδή τους νόμιμους λόγους για τους οποίους ένας εργολήπτης μπορεί να αποκλειστεί από τη συμμετοχή στον διαγωνισμό.
19 Τέλος, το άρθρο 30 της οδηγίας αυτής εκθέτει τα κριτήρια αναθέσεως του έργου. Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού προβλέπει τα εξής:
«Τα κριτήρια βάσει των οποίων οι αναθέτουσες αρχές αναθέτουν τα δημόσια έργα είναι τα ακόλουθα:
α) είτε αποκλειστικά η χαμηλότερη τιμή·
β) είτε, αν η ανάθεση γίνεται στον υποβάλλοντα την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη, προσφορά, διάφορα κριτήρια, ανάλογα με το αντικείμενο της οικείας συμβάσεως: π.χ. η τιμή, η προθεσμία εκτελέσεως, τα έξοδα λειτουργίας, η αποδοτικότητα, η τεχνική αξία.»
20 Η οδηγία 89/665 ορίζει, στο άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 3, τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζεται, όσον αφορά τις διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων του δημοσίου που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 71/305/ΕΟΚ και 77/62/ΕΟΚ, ότι οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα παρακάτω άρθρα, και ιδίως στο άρθρο 2 παράγραφος 7, για τον λόγο ότι οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν είτε το κοινοτικό δίκαιο περί συμβάσεων του δημοσίου είτε τους εθνικούς κανόνες που μεταγράφουν το δίκαιο αυτό.
2. (...)
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διαδικασίες προσφυγής μπορούν να κινηθούν, σύμφωνα με προϋποθέσεις που μπορούν να καθορίζουν τα κράτη μέλη, τουλάχιστον από οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση κρατικών προμηθειών ή δημοσίων έργων και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από μια εικαζόμενη παράβαση (...)».
21 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, της ίδιας οδηγίας:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα που λαμβάνουν όσον αφορά τις διαδικασίες προσφυγής που ορίζονται στο άρθρο 1 να προβλέπουν τις αναγκαίες εξουσίες προκειμένου:
(...)
γ) να επιδικάζουν αποζημίωση στα ζημιωθέντα από την παράβαση πρόσωπα.»
Οι όροι που διέπουν τις προσκλήσεις για την υποβολή προσφορών στα πλαίσια των επιδίκων συμβάσεων
22 Από τον φάκελο προκύπτει ότι οι AAVB, όπως ίσχυαν την 1η Ιανουαρίου 1995, περιελάμβαναν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα σημεία:
- το σημείο 2.5, με τίτλο «Επιλογή των προσφορών από την αναθέτουσα αρχή», προέβλεπε ότι η αναθέτουσα αρχή διατηρεί σε όλες τις περιπτώσεις την ελευθερία να επιλέγει ή να απορρίπτει οποιαδήποτε προσφορά χωρίς οι προσφέροντες να μπορούν να προβάλουν συναφώς οποιοδήποτε δικαίωμα, κυρίως λόγω διαφυγόντος κέρδους. Προβλεπόταν επίσης ότι η αναθέτουσα αρχή διέθετε ελευθερία ως προς την απόφασή της σχετικά με την ανάθεση του έργου και ότι οι προσφέροντες δεν μπορούσαν να επικαλεστούν ούτε νομικές διατάξεις ούτε τον κανόνα ΦNORM A 2050. Η αναθέτουσα αρχή δεν ήταν υποχρεωμένη να γνωστοποιήσει τους λόγους για τους οποίους απέρριψε μια προσφορά ή ανέθεσε το έργο·
- το σημείο 2.10 των AAVB, με τίτλο «Δείγματα των προϋόντων και των υλικών που παρατίθενται ή προτείνονται», εξέθετε ότι, επί της αυτής τεχνικής ποιότητας και επί ίσων τιμών, θα προτιμώνταν τα υλικά που προέρχονταν από την Κάτω Αυστρία ή η συμμετοχή επιχειρήσεων της Κάτω Αυστρίας.
23 Επιπλέον, μια προκήρυξη που δημοσιεύθηκε στην έκδοση της 6ης Ιανουαρίου 1995 της Εφημερίδας της κυβερνήσεως της Κάτω Αυστρίας, όσον αφορά τη σύμβαση σχετικά με το συγκεντρωτικό σύστημα διαχειρίσεως του διοικητικού κέντρου του Sankt Pφlten, περιελάμβανε, στη συγγραφή υποχρεώσεων των ζητουμένων έργων, τις ακόλουθες ρήτρες:
«Το σύστημα εκμεταλλεύσεως της κεντρικής μονάδας πρέπει να πληροί τις προδιαγραφές IEEE 1003.X (POSIX) και πρέπει, κατά συνέπεια, να είναι προϋόν UNIfied eXtension System V (Unix είναι σήμα κατατεθέν της εταιρίας AT&T)» [σ. 60 της προκηρύξεως του διαγωνισμού]. Τα εγκεκριμένα συστήματα εκμεταλλεύσεως για το σύστημα εντολής Unix ήσαν OS/2 Windows και Windows-NT (σ. 61 της προκηρύξεως του διαγωνισμού). Απαιτούνταν, επιπλέον, ως τεχνικές προδιαγραφές των μονάδων διεπαφής, τα συστήματα OSF ή X/OPEN, καθώς και, για τις μονάδες διεπαφής που χρησιμοποιούσαν τα λογισμικά χρήσεως, τα συστήματα OSF/Motiv, Unix και X-Windows.
24 Από την ίδια προκήρυξη προέκυπτε ότι η προθεσμία παραλαβής των προσφορών είχε οριστεί στις τρεις εβδομάδες.
Επί του παραδεκτού
25 Η Αυστριακή Κυβέρνηση προβάλλει πέντε λόγους απαραδέκτου της προσφυγής που αντλούνται, αντιστοίχως, από το απαράδεκτο της αιτιάσεως που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής, από την παύση των προσαπτομένων με την αιτιολογημένη γνώμη παραβάσεων, από τον καθορισμό υπερβολικά συντόμων προθεσμιών κατά την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, από την ανακρίβεια των αιτημάτων της προσφυγής και από τον ανεπανόρθωτο χαρακτήρα των προσαπτομένων παραβάσεων.
Επί του προβαλλομένου απαραδέκτου της αιτιάσεως που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής
26 Η Αυστριακή Κυβέρνηση θεωρεί ότι η αιτίαση που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής, όπως ορίστηκε στο αιτητικό του δικογράφου, αφορά τις «συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από τις 6 Φεβρουαρίου 1996, αλλά στις 7 Μαρτίου 1996 δεν είχαν ακόμη εκτελεστεί ή μπορούσαν να ακυρωθούν, καθ' ο μέτρο ήταν δυνατή η ακύρωση». Η αιτίαση όμως αυτή δεν περιλαμβάνεται στην αιτιολογημένη γνώμη.
27 Πρέπει να τονιστεί συναφώς ότι η ένσταση απαραδέκτου που πρότεινε η Δημοκρατία της Αυστρίας στηρίζεται σε ερμηνεία του αιτητικού του δικογράφου, κατά την οποία το αντικείμενο της προσφυγής είναι η εκ μέρους του κράτους αυτού παράβαση της υποχρεώσεως που υπέχει να ακυρώσει, στο μέτρο του δυνατού, τις συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν πριν από τις 6 Φεβρουαρίου 1996 αλλά δεν είχαν ακόμη εκτελεστεί κατά την εκπνοή της προθεσμίας που τάσσει η αιτιολογημένη γνώμη.
28 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η εν λόγω οριοθέτηση του αντικειμένου της προσφυγής είναι ακριβής.
29 Από το αιτητικό που περιλαμβάνεται στη σκέψη 1 της παρούσας αποφάσεως, εξεταζόμενο υπό το πρίσμα των εκτιθεμένων ιδίως στο κεφάλαιο ΙΙ του δικογράφου της προσφυγής, που φέρει τον τίτλο «Αντικείμενο της προσφυγής» και αφορά την ανάλυση των προβαλλομένων παραβάσεων, προκύπτει κατ' αρχάς ότι η Επιτροπή προσάπτει στη Δημοκρατία της Αυστρίας ότι παρέβη ορισμένες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου στο πλαίσιο των διαδικασιών συνάψεως των συμβάσεων οι οποίες διεξήχθησαν δυνάμει του κειμένου των AAVB που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου 1995, καθόσον οι εν λόγω διαδικασίες συνάψεως κατέληξαν σε συμβάσεις οι οποίες υπογράφηκαν πριν από τις 6 Φεβρουαρίου 1996 αλλά, στις 7 Μαρτίου 1996, δεν είχαν ακόμη εκτελεστεί πλήρως.
30 Πρέπει να τονιστεί, στη συνέχεια, ότι, στο εν λόγω κεφάλαιο του δικογράφου, η Επιτροπή δεν διατυπώνει καμία αιτίαση όσον αφορά το γεγονός ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προέβη στην ακύρωση των συναφθεισών συμβάσεων.
31 Μόνο στο κεφάλαιο Ι του δικογράφου της προσφυγής, το οποίο περιλαμβάνει την έκθεση των πραγματικών περιστατικών και της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας, η Επιτροπή κατατάσσει μεταξύ των στόχων που επιδιώκονται με την κίνηση της διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως τον στόχο που συνίσταται στην «εξασφάλιση, στο μέτρο του δυνατού, της ακυρώσεως των συναφθεισών κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου αλλά μη εκτελεσθεισών ακόμη συμβάσεων». Στο τέλος του κεφαλαίου αυτού, διευκρινίζει ότι άσκησε την παρούσα προσφυγή για τον λόγον ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας παραιτήθηκε από την εξουσία ακυρώσεως των συμβάσεων που συνήφθησαν κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
32 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή πρέπει να ερμηνευθεί ως αφορώσα την παράβαση της Δημοκρατίας της Αυστρίας, η οποία προκύπτει από την παραβίαση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, παράβαση από την οποία πάσχουν οι διαδικασίες συνάψεως των συμβάσεων που διεξήχθησαν δυνάμει του κειμένου των AAVB που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου 1995. Οι αναφορές, που το κεφάλαιο Ι και το αιτητικό του δικογράφου της προσφυγής κάνουν στα δημόσια έργα και στις συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν πριν από τις 6 Φεβρουαρίου 1996 αλλά στις 7 Μαρτίου 1996 δεν είχαν ακόμη εκτελεστεί ή μπορούσαν να ακυρωθούν, καθ' ο μέτρο ήταν δυνατή η ακύρωση, επιτελούν τουλάχιστον τη λειτουργία της οριοθετήσεως των συμβάσεων τις οποίες αφορά η εν λόγω αιτίαση της προσφυγής.
33 Στο μέτρο που με τις αναφορές αυτές, εκτός του ότι οριοθετούνται οι δημόσιες συμβάσεις τις οποίες αφορά η αιτίαση της προσφυγής σχετικά με την παραβίαση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, προσάπτεται επίσης στη Δημοκρατία της Αυστρίας ότι παρέβη την υποχρέωση που υπέχει να ακυρώσει, στο μέτρο του δυνατού, τις αναθέσεις έργων και τις συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από τις 6 Φεβρουαρίου 1996, πρέπει να εξεταστεί αν η αιτίαση αυτή διατυπώθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη.
34 Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, ο σκοπός της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας έγκειται στο να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα αφενός μεν να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και αφετέρου να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή. Το αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης οριοθετείται, επομένως, από την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή. Συνεπώς, το δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορεί να στηρίζεται σε αιτιάσεις άλλες πλην εκείνων που διατυπώθηκαν με την αιτιολογημένη γνώμη (βλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 1998, C-206/96, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 1998, σ. Ι-3401, σκέψη 13).
35 Στην αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή εξέθεσε τις διάφορες παραβάσεις οι οποίες προσάπτονται στη Δημοκρατία της Αυστρίας και διαπράχθηκαν κατά τη διεξαγωγή των διαδικασιών συνάψεως. Επισήμανε επίσης ότι η απάντηση των αυστριακών αρχών στο έγγραφο οχλήσεως δεν αφορούσε «τα δημόσια έργα τα οποία είχαν ήδη προκηρυχθεί, με εθνική δημοσίευση κυρίως, αλλά δεν είχαν ακόμη αποτελέσει το αντικείμενο αποφάσεως αναθέσεως» και υπογράμμισε ότι «στις αυστριακές αρχές εναπέκειτο να λάβουν κάθε χρήσιμο μέτρο για την εξάλειψη της καταγγελθείσας παραβάσεως» αναφέροντας ότι «τούτο ισχύει προφανώς και για τα δημόσια έργα για τα οποία δεν έχει εκδοθεί ακόμη οριστική απόφαση» ή «ως προς τα οποία δεν έχει ακόμη κινηθεί διαδικασία συνάψεως συμβάσεως».
36 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι καίτοι, με την από 21 Φεβρουαρίου 1996 αιτιολογημένη γνώμη της, η Επιτροπή εξέτασε τις παραβάσεις που διαπράχθηκαν κατά τη διεξαγωγή των διαδικασιών συνάψεως δυνάμει του κειμένου των AAVB που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου 1995, σε κανένα σημείο δεν αναφέρθηκε πάντως ρητώς σε υποχρέωση ακυρώσεως, στο μέτρο του δυνατού, των αναθέσεων έργων και των συμβάσεων που συνήφθησαν πριν από τις 6 Φεβρουαρίου 1996.
37 Επιπλέον, η διαπίστωση αυτή επιρρωννύεται από το γεγονός ότι, στο έγγραφο οχλήσεως της 15ης Φεβρουαρίου 1995, η Επιτροπή αναφέρθηκε ρητά «σε όλες τις ενότητες εργασιών που είχαν ήδη ανατεθεί» και ζήτησε από τη Δημοκρατία της Αυστρίας «να αναστείλει τις έννομες συνέπειες των έργων που είχαν ανατεθεί παρανόμως». Κατά συνέπεια, η απουσία τέτοιου χωρίου στην αιτιολογημένη γνώμη οδηγεί μάλλον στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή παραιτήθηκε, με τη γνώμη αυτή, από την αντίστοιχη αιτίαση.
38 Η Επιτροπή υποστηρίζει πάντως ότι το γεγονός ότι ζήτησε από την Αυστριακή Κυβέρνηση, με την αιτιολογημένη γνώμη, να λάβει «κάθε χρήσιμο μέτρο για την εξάλειψη της καταγγελθείσας παραβάσεως» αρκούσε, διότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991, C-247/89, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, Συλλογή 1991, σ. Ι-3659, σκέψη 22), η Επιτροπή δεν έχει την υποχρέωση να υποδείξει με την αιτιολογημένη γνώμη τα μέτρα με τα οποία θα μπορούσε να εξαλειφθεί καταλογιζόμενη παράβαση. Ισχυρίζεται επίσης ότι, στην απάντησή της προς την αιτιολογημένη γνώμη, η Αυστριακή Κυβέρνηση αφιέρωσε ένα κεφάλαιο στα «ήδη ανατεθέντα έργα», πράγμα που σημαίνει ότι η κυβέρνηση αυτή είχε ήδη εξετάσει, κατά την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, τον ισχυρισμό αυτόν.
39 Επιβάλλεται συναφώς η διαπίστωση ότι, καίτοι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή δεν έχει την υποχρέωση να υποδείξει, με την αιτιολογημένη γνώμη, τα μέτρα με τα οποία θα μπορούσε να εξαλειφθεί η καταλογιζόμενη παράβαση (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, σκέψη 22), τούτο ουδόλως σημαίνει ότι δεν έχει την υποχρέωση να εκθέσει τις αιτιάσεις οι οποίες θα αποτελέσουν το αντικείμενο της προσφυγής της (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, σκέψη 13). Συγκεκριμένα, η Επιτροπή πρέπει να υποδείξει ειδικά στο οικείο κράτος μέλος ότι πρέπει να προβεί στη θέσπιση συγκεκριμένου μέτρου, εφόσον προτίθεται να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως με αντικείμενο την παράλειψη της θεσπίσεως του μέτρου αυτού. Η εν λόγω δικονομική απαίτηση, που αφορά ειδικά τις διαφορές των οποίων επιλαμβάνεται το Δικαστήριο, δεν μπορεί πάντως να περιορίσει τα δικαιώματα τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από την κοινοτική έννομη τάξη και μπορούν να επικαλεστούν ευθέως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
40 Το γεγονός ότι, με την απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη, η Αυστριακή Κυβέρνηση αναφέρθηκε επί μακρόν στα ήδη ανατεθέντα έργα, εκθέτοντας και τους λόγους για τους οποίους εκτιμούσε ότι δεν ήταν δυνατόν να ακυρωθούν οι οικείες συμβάσεις, δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι θεραπεύθηκε η έλλειψη μνείας, στην αιτιολογημένη γνώμη, της αιτιάσεως σχετικά με την παράλειψη ακυρώσεως των αναθέσεων και των ήδη συναφθεισών συμβάσεων. Πράγματι, η διασφάλιση των δικαιωμάτων άμυνας εξαρτάται αποκλειστικά από την προϋπόθεση ότι οι αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στην προσφυγή ταυτίζονται με τις διατυπούμενες στην αιτιολογημένη γνώμη και όχι απ' όσα εκθέτει το κράτος μέλος, αυθόρμητα ή κατόπιν ανεπισήμων επαφών, στην απάντησή του προς την εν λόγω γνώμη.
41 Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, η αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτη, στο μέτρο που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως σκοπούσα στη διαπίστωση ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας όφειλε εν πάση περιπτώσει να ακυρώσει τις συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από τις 6 Φεβρουαρίου 1996 κατά παράβαση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.
Επί της παύσεως των προσαπτομένων παραβάσεων
42 Η Αυστριακή Κυβέρνηση εκθέτει ότι, στις 7 Μαρτίου 1996, ημερομηνία εκπνοής της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, είχε σταματήσει πλήρως τις παραβάσεις που προσάπτονται με την αιτιολογημένη γνώμη, εφόσον οι AAVB είχαν τροποποιηθεί υπό την έννοια που υπέδειξε η Επιτροπή και οι πρακτικές που ακολουθούνταν στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων είχαν επίσης τροποποιηθεί από τις 6 Φεβρουαρίου 1996.
43 Ενόψει των διαπιστώσεων στις σκέψεις 32 και 41 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να εξεταστεί αν, κατά την ημερομηνία εκπνοής της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, η Δημοκρατία της Αυστρίας είχε παύσει την προβαλλομένη παράβαση η οποία απορρέει από την παράβαση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και χαρακτηρίζει τις διαδικασίες συνάψεως που διεξήχθησαν δυνάμει του κειμένου των AAVB που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου 1995.
44 Συναφώς, καίτοι είναι αληθές ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας τροποποίησε, από τις 12 Δεκεμβρίου 1995, τις AAVB υπό την έννοια που υπέδειξε η Επιτροπή και εφάρμοσε, από τις 6 Φεβρουαρίου 1996, το νέο κείμενο των AAVB σε όλες τις διαδικασίες που βρίσκονταν εν εξελίξει κατά την ημερομηνία εκείνη, είναι επίσης σαφές ότι δεν προέβη σε καμία ενέργεια όσον αφορά τις διαδικασίες συνάψεως οι οποίες είχαν διεξαχθεί εξ ολοκλήρου δυνάμει του κειμένου των AAVB που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου 1995, οπότε οι ενδεχομένως αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο συνέπειες των διαδικασιών αυτών υφίσταντο κατά την ημερομηνία εκπνοής της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.
45 Επομένως, η εν λόγω ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.
Επί του καθορισμού δήθεν υπερβολικά συντόμων προθεσμιών κατά την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία
46 Η Αυστριακή Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής, ισχυριζόμενη ότι οι προθεσμίες μιας εβδομάδας, για να απαντήσει στο έγγραφο οχλήσεως, και δεκαπέντε ημερών, για να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη, είναι υπερβολικά σύντομες και όχι εύλογες.
47 Συναφώς προβάλλει, πρώτον, την έλλειψη επείγοντος, εφόσον η κατάσταση που επικρίνει η Επιτροπή υφίστατο πριν από τις 6 Φεβρουαρίου, επομένως καθ' ολοκληρίαν στο παρελθόν, και η Επιτροπή είχε γνώση του γεγονότος αυτού όταν διατύπωσε την αιτιολογημένη γνώμη, εφόσον οι αυστριακές αρχές την είχαν ενημερώσει εγγράφως, στις 7 Φεβρουαρίου 1996, για την προσαρμογή στο κοινοτικό δίκαιο των πρακτικών που ίσχυαν στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων. Επιπλέον, η ίδια η Επιτροπή άφησε να παρέλθει σχεδόν ένας μήνας πριν απευθύνει στη Δημοκρατία της Αυστρίας την αιτιολογημένη γνώμη της οποίας η αποστολή δημοσιεύθηκε σε ανακοινωθέν τύπου της 25ης Ιανουαρίου 1996.
48 Δεύτερον, κατά τον καθορισμό των προθεσμιών δεν ελήφθη υπόψη ο χρόνος που απαιτούσε η προσπάθεια συντονισμού μεταξύ των ομοσπονδιακών αρχών, του ομοσπόνδου κράτους της Κάτω Αυστρίας και της Nφplan, κατόπιν νέας εκτιμήσεως της νομικής καταστάσεως του ομοσπόνδου κράτους όσον αφορά τις επικριθείσες διαδικασίες.
49 Τέλος, για να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 89/665, το οποίο κάνει λόγο για προθεσμία 21 ημερών.
50 Η Επιτροπή απαντά ότι οι ταχθείσες προθεσμίες δικαιολούνταν ενόψει της επικρινόμενης καταστάσεως. Ειδικότερα, η ταχθείσα με το έγγραφο οχλήσεως προθεσμία ήταν δικαιολογημένη διότι, κατά τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέσχαν οι ίδιες οι αυστριακές υπηρεσίες, στην αρχή Δεκεμβρίου του 1995 επρόκειτο ακόμη να συναφθούν συμβάσεις δημοσίων έργων σημαντικού ύψους και ότι έπρεπε, κατά συνέπεια, να παρασχεθούν το ταχύτερο δυνατό εγγυήσεις εκ μέρους της Αυστριακής Κυβερνήσεως ότι οι συνάψεις αυτές θα πραγματοποιούνταν τηρουμένου του κοινοτικού δικαίου και ότι θα επανορθώνονταν οι ήδη διαπραχθείσες παραβάσεις. Κατά την Επιτροπή, η ταχθείσα με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμία είναι επίσης ενδεδειγμένη, διότι η απάντηση στο έγγραφο οχλήσεως δεν φαίνεται να παρέχει εγγυήσεις περί του ότι η Αυστριακή Κυβέρνηση ήταν διατεθειμένη να επανορθώσει όλες τις προσαφθείσες παραβάσεις, κατά μείζονα λόγο διότι δεν είχε ικανοποιήσει το αίτημα της Επιτροπής να της διαβιβάσει κατάλογο περιλαμβάνοντα, μεταξύ άλλων, τους διαγωνισμούς που επρόκειτο να αποτελέσουν στο μέλλον το αντικείμενο δημοσιεύσεως.
51 Πρέπει να τονιστεί συναφώς ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο διπλός σκοπός που επιδιώκεται με την πριν απο την άσκηση της προσφυγής διαδικασία (βλ. σκέψη 34 της παρούσας αποφάσεως) επιβάλλει στην Επιτροπή να τάσσει εύλογη προθεσμία στα κράτη μέλη για να απαντήσουν στο έγγραφο οχλήσεως και να συμμορφωθούν προς την αιτιολογημένη γνώμη ή, ενδεχομένως, για να ετοιμάσουν την υπεράσπισή τους. Για την εκτίμηση του ευλόγου της τασσόμενης προθεσμίας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα περιστατικά που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη κατάσταση. Σε ειδικές περιστάσεις δικαιολογείται ο καθορισμός πολύ συντόμων προθεσμιών, όταν ιδίως επιβάλλεται η επείγουσα άρση μιας παραβάσεως ή όταν το οικείο κράτος μέλος γνωρίζει πλήρως τις απόψεις της Επιτροπής πολύ πριν από την έναρξη της διαδικασίας (απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 293/85, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1988, σ. 305, σκέψη 14).
52 Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί αν οι σύντομες προθεσμίες που έταξε η Επιτροπή ήσαν δικαιολογημένες ενόψει των ειδικών περιστάσεων της παρούσας υποθέσεως.
53 Όσον αφορά, κατ' αρχάς, την προθεσμία μιας εβδομάδας που τάχθηκε με το έγγραφο οχλήσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως ορθώς ανέφερε η Επιτροπή χωρίς να αντικρουστεί λυσιτελώς από την Αυστριακή Κυβέρνηση, η επικριθείσα κατάσταση είχε επείγοντα χαρακτήρα, ενόψει των σημαντικών συμβάσεων οι οποίες, κατά την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, βρίσκονταν ακόμη στο στάδιο της συνάψεως βάσει διαδικασιών που η Επιτροπή θεωρούσε αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο.
54 Επιπλέον, η προσαρμογή στο κοινοτικό δίκαιο των πρακτικών στον τομέα της συνάψεως των συμβάσεων δεν προϋπέθετε μακρά προσπάθεια συντονισμού μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών, εφόσον θα αρκούσε απλή απόφαση της αναθέτουσας αρχής. Προσέτι, οι αυστριακές αρχές είχαν πληροφορηθεί τις αιτιάσεις που διατύπωσε η Επιτροπή το αργότερο από τη συνεδρίαση η οποία πραγματοποιήθηκε στο τέλος του Νοεμβρίου 1995.
55 Όσον αφορά, στη συνέχεια, την προθεσμία των δεκαπέντε ημερών που έταξε η αιτιολογημένη γνώμη, είναι σαφές ότι, κατά τον χρόνο της διατυπώσεως της γνώμης αυτής, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν είχε διαβιβάσει στην Επιτροπή τον κατάλογο των συμβάσεων των οποίων η διαδικασία συνάψεως είχε διεξαχθεί δυνάμει του κειμένου των AAVB που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου 1995, οπότε δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει κατά πόσον η κοινοποίηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας της 7ης Φεβρουαρίου 1996 όσον αφορά την προσαρμογή στο κοινοτικό δίκαιο των πρακτικών που ακολουθούνται στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων με ισχύ από την 6η Φεβρουαρίου 1996 μπορούσε να διασφαλίσει ότι δεν θα διεξαγόταν πλέον καμία αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο διαδικασία. Ομοίως, το γεγονός ότι η Επιτροπή διατύπωσε την αιτιολογημένη γνώμη της σχεδόν ένα μήνα μετά τη σχετική ανακοίνωση στον Τύπο, όσο και αν είναι αξιόμεμπτο, δεν μπορεί να προκαλέσει αμφιβολίες ως προς τον επείγοντα χαρακτήρα της επικριθείσας καταστάσεως.
56 Επομένως, οι προθεσμίες που έταξε η Επιτροπή με το έγγραφο οχλήσεως και την αιτιολογημένη γνώμη πρέπει να θεωρηθούν εύλογες.
57 Όσον αφορά το επιχείρημα που η Αυστριακή Κυβέρνηση αντλεί από το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 89/665, αρκεί να υπομνηστεί ότι η ειδική διαδικασία που προβλέπει η οδηγία αυτή συνιστά προληπτικό μέτρο το οποίο δεν μπορεί ούτε να αποκλίνει ούτε να αντικαταστήσει τις αρμοδιότητες της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης (βλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-353/96, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 1998, σ. Ι-8565, σκέψη 22). Επομένως, οι κανόνες στους οποίους υπόκειται η ειδική αυτή διαδικασία δεν μπορούν να επηρεάσουν το παραδεκτό προσφυγής που ασκείται βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης.
58 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω ένσταση απαραδέκτου.
Επί της προβαλλομένης ανακρίβειας των αιτημάτων της προσφυγής
59 Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη για τον λόγον ότι η Επιτροπή, τόσο στο αιτητικό όσο και σε πολλά σημεία του δικογράφου της, αναφέρεται στη δυνατότητα ακυρώσεως, χωρίς να εκθέτει, στο τμήμα του δικογράφου της προσφυγής που αφορά τη νομική εκτίμησή της, τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να εκτιμηθεί η δυνατότητα αυτή.
60 Αρκεί η διαπίστωση ότι η ένσταση αυτή κατέστη άνευ αντικειμένου, εφόσον το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 41 της παρούσας αποφάσεως, ότι, στο μέτρο που η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να ερμηνευθεί ως περιλαμβάνουσα αιτίαση αντλουμένη από την παράλειψη ακυρώσεως των αναθέσεων και των συναφθεισών συμβάσεων, αυτή είναι απαράδεκτη.
Επί του δήθεν ανεπανόρθωτου χαρακτήρα των προσαπτομένων παραβάσεων
61 Η Αυστριακή Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής, ισχυριζόμενη ότι η προσαπτομένη παράβαση που αντλείται από την παραίτηση από την εξουσία ακυρώσεως των ήδη συναφθεισών συμβάσεων είναι, εκ της φύσεώς της, ανεπανόρθωτη.
62 Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ένσταση αυτή κατέστη επίσης άνευ αντικειμένου, για τον λόγο που εκτίθεται στη σκέψη 60 της παρούσας αποφάσεως.
Επί της ουσίας
63 Η Επιτροπή υπενθυμίζει, πρώτον, ότι, ήδη από τις προσχωρήσεώς της στην Ευρωπαϋκή Ένωση, την 1η Ιανουαρίου 1995, η Δημοκρατία της Αυστρίας ήταν υποχρεωμένη να τηρεί την κοινοτική νομοθεσία, τμήμα της οποίας αποτελούν οι οδηγίες σχετικά με τη σύναψη συμβάσεων του Δημοσίου.
64 Εκθέτει, δεύτερον, ότι, κατά τις διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων του Δημοσίου, δυνάμει του κειμένου των AAVB όπως ίσχυε την 1η Ιανουαρίου 1995, η Δημοκρατία της Αυστρίας παρέβη ορισμένες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
65 Κατ' αρχάς, παρέβη ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 93/37. Πράγματι, από τους AAVB, όπως ίσχυαν την 1η Ιανουαρίου 1995, και από την προκήρυξη του διαγωνισμού που δημοσιεύθηκε στην έκδοση της 6ης Ιανουαρίου 1995 της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως της Κάτω Αυστρίας, σχετικά με τη σύμβαση που αφορά το συγκεντρωτικό σύστημα διαχειρίσεως του διοικητικού κέντρου του Sankt Pφlten προκύπτει ότι η Nφplan δεν τήρησε τους κανόνες δημοσιότητας του άρθρου 11, παράγραφοι 6 και 11, της οδηγίας αυτής ούτε τον κανόνα περί ελάχιστης προθεσμίας παραλαβής των προσφορών που διατυπώνεται στο άρθρο 12 της ίδιας οδηγίας.
66 Από τους AAVB, ειδικότερα δε από το σημείο 2.5 αυτών, προκύπτει επίσης ότι η Nφplan δεν εκπλήρωσε ούτε την υποχρέωση ενημερώσεως των αποκλεισθέντων υποψηφίων, που προβλέπεται στο άρθρο 8 της οδηγίας 93/37.
67 Στη συνέχεια, από το σημείο 2.5 των AAVB κυρίως προκύπτει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη ούτε τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής που θέτει η οδηγία 93/37, όπως οι λόγοι αποκλεισμού που προβλέπει το άρθρο 24, όταν επρόκειτο να αποδειχθεί αν μια επιχείρηση πληρούσε τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να συμμετάσχει στην υποβολή προσφορών, ούτε τα κριτήρια αναθέσεως του έργου που θέτει το άρθρο 30 της ίδιας οδηγίας.
68 Τέλος, όσον αφορά την τεχνική πτυχή του ζητήματος, η Nφplan παρέβη, τουλάχιστον ως προς τη διαδικασία συνάψεως συμβάσεως σχετικά με το συγκεντρωτικό σύστημα διαχειρίσεως του διοικητικού κέντρου του Sankt Pφlten, το άρθρο 10, παράγραφος 6, της οδηγίας 93/37, στο μέτρο που περιέλαβε στα σχετικά με την πρόσκληση για την υποβολή προσφορών έγγραφα συγκεκριμένη προδιαγραφή αφορώσα το σύστημα εκμεταλλεύσεως που προορίζεται για το κέντρο ελέγχου των κτιρίων· η προδιαγραφή αυτή είχε ως αποτέλεσμα να ευνοούνται τα προϋόντα Unix.
69 Η Επιτροπή προσάπτει, τρίτον, στη Δημοκρατία της Αυστρίας ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης. Τούτο ισχύει για την πρόβλεψη της τεχνικής προδιαγραφής, η οποία ευνοεί τα προϋόντα Unix και συνεπάγεται εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
70 Το ίδιο ισχύει, κατά την Επιτροπή, για την προβλεπόμενη στο σημείο 2.10 των AAVB προτίμηση, επί ισοδυνάμων προσφορών, των υλικών που παράγονται στην Κάτω Αυστρία ή των επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στην Κάτω Αυστρία.
71 Τέλος, η Επιτροπή διατείνεται ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας παρέβη την οδηγία 89/665. Ειδικότερα, το σημείο 2.5 των AAVB αποκλείει, ήδη εξ αρχής και χωρίς όρους, όλα τα δικαιώματα που οι προσφέροντες θα μπορούσαν να προβάλουν στο πλαίσιο διαδικασίας επιλογής, πράγμα που αντιβαίνει προς τις αρχές που αφορούν την προστασία των προσφερόντων, οι οποίες διατυπώνονται στα άρθρα 1, παράγραφοι 1 και 3, και 2, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, της οδηγίας αυτής.
72 Η Αυστριακή Κυβέρνηση αμφισβητεί απλώς τη δυνατότητα εφαρμογής των οδηγιών 89/665 και 93/37, υποστηρίζοντας ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή παρέλειψε να αναφέρει τον νομικό λόγο για τον οποίο η Nφplan, ως ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο και, κατά συνέπεια, ως αναθέτουσα αρχή υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ββ, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 93/37, όφειλε να εφαρμόσει ευθέως τις οδηγίες αυτές. Το ζήτημα αυτό έχει αποφασιστική σημασία, διότι ο νόμος της Κάτω Αυστρίας που ίσχυε κατά τον χρόνο συνάψεως των συμβάσεων απέκλειε ρητώς από το πεδίο εφαρμογής του το σχέδιο Sankt Pφlten. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν διευκρίνισε τον λόγο για τον οποίον η συμπεριφορά της Nφplan καταλογίζεται στη Δημοκρατία της Αυστρίας.
73 Κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, η Επιτροπή δεν αναφέρει στο δικόγραφό της ούτε τον λόγο για τον οποίο, ενώ θεωρεί προφανώς την κατασκευή του νέου διοικητικού και πολιτιστικού κέντρου του Sankt Pφlten ως ενιαίο έργο, σύμφωνα με τα άρθρα 1, στοιχείο γγ, και 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας 93/37, το συνολικό αυτό έργο θα έπρεπε να υπαχθεί από την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ευρωπαϋκή Ένωση, στις οδηγίες 89/665 και 93/37.
74 Πρέπει να τονιστεί συναφώς ότι η Nφplan είναι αναμφιβόλως αναθέτουσα αρχή υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας 93/37 και ότι, όπως δέχεται η ίδια η Αυστριακή Κυβέρνηση στο υπόμνημα αντικρούσεως, δεν αμφισβήτησε την εμπεριστατωμένη ανάλυση στην οποία προέβη η Επιτροπή στην αιτιολογημένη γνώμη όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του ομοσπόνδου κράτους της Κάτω Αυστρίας και της Nφplan, κατά την οποία το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας ελέγχει και χρηματοδοτεί όλες τις δραστηριότητες στο πλαίσιο της κατασκευής του διοικητικού κέντρου. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Nφplan όφειλε να τηρήσει τις κοινοτικές διατάξεις που ισχύουν στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων του Δημοσίου, ανεξαρτήτως της δυνατότητας που έχουν ενδεχομένως οι οικείοι επιχειρηματίες να επικαλεστούν υπέρ τους όσες από τις διατάξεις αυτές έχουν άμεσο αποτέλεσμα.
75 Προκειμένου περί του κατά πόσον η Δημοκρατία της Αυστρίας μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τη συμπεριφορά της Nφplan ως αναθέτουσας αρχής, αρκεί η διαπίστωση ότι οι κοινοτικές διατάξεις που ισχύουν στον τομέα της συνάψεως των συμβάσεων του δημοσίου θα στερούνταν της πρακτικής αποτελεσματικότητάς τους αν η συμπεριφορά αναθέτουσας αρχής όπως η Nφplan δεν καταλογιζόταν στο οικείο κράτος μέλος (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα
απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκέψη 23).
76 Τέλος, από τον φάκελο προκύπτει ότι, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της Αυστριακής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή ουδόλως άφησε να νοηθεί ότι η κατασκευή του νέου διοικητικού και πολιτιστικού κέντρου του Sankt Pφlten θα πρέπει να θεωρηθεί ως ενιαίο έργο. Αντιθέτως, σε όλα τα στάδια της παρούσας διαδικασίας, τόνισε στην Αυστριακή Κυβέρνηση ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι η αξία των συμβάσεων που πρέπει ακόμη να συναφθούν, από την 1η Ιανουαρίου 1995, ημερομηνία προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ευρωπαϋκή Ένωση, υπερέβαινε το όριο που προβλέπει η οδηγία 93/37, το εν λόγω κράτος μέλος όφειλε να τηρήσει τις κοινοτικές διατάξεις στον τομέα της συνάψεως των συμβάσεων του Δημοσίου.
77 Επομένως, οι αντιρρήσεις που διατύπωσε η Δημοκρατία της Αυστρίας ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής των οδηγιών 89/665 και 93/37 πρέπει να απορριφθούν.
78 Η Αυστριακή Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε το βάσιμο των παραβάσεων που της προσάπτονται.
79 Ενόψει των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στο πλαίσιο της κατασκευής στο Sankt Pφlten του νέου διοικητικού και πολιτιστικού κέντρου για το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας, κατά τη διαδικασία συνάψεως των συμβάσεων οι οποίες υπογράφηκαν πριν από τις 6 Φεβρουαρίου 1996, αλλά στις 7 Μαρτίου 1996 δεν είχαν ακόμη εκτελεστεί ή μπορούσαν να ακυρωθούν, καθ' ο μέτρο ήταν δυνατή η ακύρωση, η Δημοκρατία της Αυστρίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες 93/37 και 89/665, καθώς και από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
80 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Δημοκρατίας της Αυστρίας στα δικαστικά έξοδα και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
αποφασίζει:
1) Στο πλαίσιο της κατασκευής στο Sankt Pφlten του νέου διοικητικού και πολιτιστικού κέντρου για το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας, κατά τη διαδικασία συνάψεως των συμβάσεων οι οποίες υπογράφηκαν πριν από τις 6 Φεβρουαρίου 1996, αλλά στις 7 Μαρτίου 1996 δεν είχαν ακόμη εκτελεσθεί ή μπορούσαν να ακυρωθούν, καθ' ο μέτρο ήταν δυνατή η ακύρωση, η Δημοκρατία της Αυστρίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, και 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, καθώς και από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ).
2) Η Δημοκρατία της Αυστρίας φέρει τα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy