Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Koινωνική ασφάλιση διακινουμένων εργαζομένων - Παροχές - Εθνικοί νομοθετικοί κανόνες περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως - Δεν μπορούν να αντιταχθούν στους λαμβάνοντες παροχές της ιδίας φύσεως οι οποίες έχουν εκκαθαριστεί κατά τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71 - Παροχές της ιδίας φύσεως - Κριτήρια - Σύνταξη επιζώντος και προσωπική σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου - Παροχές διαφορετικής φύσεως
(Κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, άρθρο 12 § 2)
Περίληψη
Οι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως πρέπει να θεωρούνται ότι είναι της ιδίας φύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2001/83, όταν το αντικείμενο και ο σκοπός τους, καθώς και η βάση υπολογισμού τους και οι προϋποθέσεις χορηγήσεώς τους είναι πανομοιότυπες. Παροχές υπολογιζόμενες βάσει περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν από διαφορετικά πρόσωπα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως παροχές της ιδίας φύσεως.
Κατά συνέπεια, το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν αποκλείει την εφαρμογή κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως κράτους μέλους ο οποίος προβλέπει, στο πλαίσιο υπολογισμού παροχής επιζώντος χορηγουμένης δυνάμει της νομοθεσίας αυτού του κράτους και υπολογιζομένης βάσει της σταδιοδρομίας του αποθανόντος συζύγου του, τη λήψη υπόψη παροχών χορηγουμένων προσωπικώς εντός άλλου κράτους μέλους χαρακτηριζομένων ως συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή ως πλεονεκτημάτων επεχόντων θέση τέτοιας συντάξεως κατά την έννοια της νομοθεσίας του πρώτου κράτους μέλους. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προβεί στον χαρακτηρισμό των εν λόγω παροχών, στο πλαίσιο εφαρμογής αυτού του κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-366/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal du travail de Charleroi (Βέλγιο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Louisette Cordelle
και
Office national des pensions (ONP),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), και του άρθρου 46α του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 2001/83, όπως εκ νέου τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992 (ΕΕ L 136, σ. 7),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Wathelet, πρόεδρο του πρώτου τμήματος, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida, D. A. O. Edward (εισηγητή), P. Jann και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- το Office national des pensions, εκπροσωπούμενο από τον Gabriel Perl, administrateur gιnιral,
- η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Anne-Marie Snyers, γενικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας για την Ανάπτυξη,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Mαρία Πατακιά, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Office national des pensions, εκπροσωπουμένου από τον Jean-Paul Lheureux, αναπληρωτή σύμβουλο, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τη Mαρία Πατακιά, κατά τη συνεδρίαση της 1ης Ιουλίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 7ης Νοεμβρίου 1996, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Νοεμβρίου 1996, το tribunal du travail de Charleroi υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης EΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6, στο εξής: κανονισμός 1408/71), και του άρθρου 46α του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992 (ΕΕ L 136, σ. 7).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Cordelle και του Office national des pensions (στο εξής: ONP) αναφορικά με την εφαρμογή των κανόνων της βελγικής νομοθεσίας περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως.
3 Από το 1989 η Cordelle λαμβάνει, αφενός, σύνταξη επιζώντος, υπολογιζόμενη βάσει της πλήρους επαγγελματικής σταδιοδρομίας του αποθανόντος συζύγου της και καταβαλλόμενη από τον βελγικό φορέα συντάξεων μισθωτών (στο εξής: βελγική σύνταξη επιζώντος), και, αφετέρου, τρεις προσωπικές συντάξεις από τις οποίες οι μεν δύο, μια «σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου μισθωτού» και μια «σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου αυτοτελώς απασχολουμένου», καταβάλλονται από τον βελγικό φορέα, η δε τρίτη, σύνταξη γήρατος, καταβάλλεται από τον γαλλικό φορέα (στο εξής: γαλλική σύνταξη γήρατος).
4 Η γαλλική σύνταξη γήρατος υπολογίζεται βάσει επαγγελματικής σταδιοδρομίας 27 τριμήνων, αυξημένη κατά 48 τρίμηνα που χορηγήθηκαν στην Cordelle επειδή ανέθρεψε έξι τέκνα. Επίσης, η προκύπτουσα παροχή αυξήθηκε κατά 10 % λόγω συντηρουμένων τέκνων.
5 Στις 3 Οκτωβρίου 1994, ο ΟΝΡ ζήτησε από την Cordelle ποσό 42 460 βελγικών φράγκων (ΒFR) με το αιτιολογικό ότι, όταν το 1989 υπολογίστηκε η βελγική σύνταξη επιζώντος, δεν είχε ληφθεί υπόψη η γαλλική σύνταξη γήρατος. ςΟταν πληροφορήθηκε το ποσό της τελευταίας αυτής παροχής, ο ΟΝΡ προέβη στον ορθό υπολογισμό της συντάξεως εφαρμόζοντας τον κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως του άρθρου 52 του βασιλικού διατάγματος, της 21ης Δεκεμβρίου 1967, περί γενικού κανονισμού συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου και συντάξεων επιζώντος των μισθωτών (στο εξής: βελγικός κανόνας περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως).
6 Η διάταξη αυτή προβλέπει ανώτατο όριο για την καταβολή συντάξεως επιζώντος σε περίπτωση συμπτώσεως μιας ή περισσοτέρων συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή οποιουδήποτε άλλου πλεονεκτήματος επέχοντος θέση τέτοιας συντάξεως, χορηγουμένων δυνάμει βελγικής ή αλλοδαπής νομοθετικής διατάξεως. Το ανώτατο αυτό όριο καθορίστηκε στο 110 % του ποσού της συντάξεως επιζώντος που χορηγείται στον επιζώντα σύζυγο, πολλαπλασιαζόμενο επί το αντίστροφο του κλάσματος, του ενδεχομένως περιοριζομένου στη μονάδα, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου βάσει της οποίας υπολογίστηκε η σύνταξη επιζώντος.
7 Η Cordelle αμφισβήτησε την απόφαση του ΟΝΡ υποστηρίζοντας ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το άρθρο 52 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967 δεν έχει εφαρμογή δεδομένου ότι η αύξηση κατά 48 τρίμηνα της περιόδου, βάσει της οποίας υπολογίστηκε η γαλλική της σύνταξη γήρατος, δεν συνιστά «σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή άλλο πλεονέκτημα επέχον θέση τέτοιας συντάξεως» κατά την έννοια του βελγικού κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, αλλά πλεονέκτημα αντίστοιχο του οποίου δεν προβλέπεται στο κράτος αυτό.
8 Το tribunal du travail de Charleroi αναρωτήθηκε αν η γαλλική σύνταξη γήρατος, που εκκαθαρίστηκε βάσει χρόνου σταδιοδρομίας αυξημένου λόγω ανατροφής τέκνων της αιτούσας, έπρεπε να θεωρηθεί, στο σύνολό του, ως σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή ως πλεονέκτημα επέχον θέση τέτοιας συντάξεως και, κατά συνέπεια, αν θα έπρεπε να εφαρμοστεί ο βελγικός κανόνας περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, λαμβανομένων υπόψη των κοινοτικών κανονισμών. Κατά συνέπεια, το tribunal du travail de Charleroi ανέστειλε την εκδίκαση της υποθέσεως και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Λαμβανομένων υπόψη, αφενός, των κατά τη γαλλική νομοθεσία παροχών που καταβάλλει το Caisse rιgionale d'assurance maladie Nord Picardie και, αφετέρου, της κατά το βελγικό δίκαιο συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου, έχει εφαρμογή, ως προς τους κοινοτικούς κανονισμούς, ο κανόνας απαγορεύσεως της σωρεύσεως του άρθρου 52 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967;»
9 Υπενθυμίζεται, κατ' αρχάς, ότι στο πλαίσιο διαδικασίας βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης, το Δικαστήριο δεν έχει την αρμοδιότητα να εφαρμόζει τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου σε συγκεκριμένη περίπτωση ούτε, κατά συνέπεια, να προβαίνει στον χαρακτηρισμό των διατάξεων του εθνικού δικαίου σε σχέση προς ένα τέτοιο κανόνα. Ωστόσο, μπορεί να παρέχει στο εθνικό δικαστήριο όλα εκείνα τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που θα μπορούσαν να του είναι χρήσιμα κατά την εκτίμηση των συνεπειών αυτών των διατάξεων (βλ., ιδίως, απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1987, 37/86, Coenen, Συλλογή 1987, σ. 3589, σκέψη 8).
10 Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα στοιχεία της δικογραφίας της κύριας δίκης, πρέπει να θεωρηθεί ότι με το προδικαστικό ερώτημα επιδιώκεται να διευκρινιστεί, πρώτον, αν οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 αποκλείουν την εφαρμογή κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, ισχύοντα σε κράτος μέλος και προβλέποντα, για τον υπολογισμό συντάξεως επιζώντος χορηγουμένης δυνάμει της νομοθεσίας αυτού του κράτους και υπολογιζομένης βάσει της σταδιοδρομίας του αποθανόντος συζύγου, ότι λαμβάνονται υπόψη οι παροχές που προσωπικώς δικαιούται ο αιτών σε άλλο κράτος μέλος και που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν συντάξεις λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή πλεονεκτήματα επέχοντα θέση τέτοιας συντάξεως κατά την έννοια της νομοθεσίας του πρώτου κράτους μέλους. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, με το προδικαστικό ερώτημα ζητείται, δεύτερον, να διευκρινιστεί αν σύνταξη γήρατος εκκαθαρισθείσα, κατά τη νομοθεσία του δευτέρου κράτους μέλους, βάσει χρόνου σταδιοδρομίας αυξημένου λόγω ανατροφής των τέκνων της αιτούσας, μπορεί να θεωρηθεί, στο σύνολό της, ως σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή ως πλεονέκτημα επέχον θέση τέτοιας συντάξεως κατά την έννοια της νομοθεσίας του πρώτου κράτους μέλους.
11 Δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, όπως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο του αρχικού υπολογισμού από τον βελγικό φορέα της επίμαχης στην κύρια δίκη παροχής επιζώντος, «οι διατάξεις περί μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως, που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως ή με άλλα εισοδήματα, εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου, ακόμα και αν πρόκειται περί παροχών που εκτήθησαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή περί εισοδημάτων που εκτήθησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει όταν ο δικαιούχος λαμβάνει παροχές της ίδιας φύσεως για αναπηρία, γήρας, θάνατο (συντάξεις) ή επαγγελματική ασθένεια που καταβάλλονται από τους φορείς δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46, 50, 51 ή του άρθρου 60, παράγραφος 1, περίπτωση ββ».
12 Με τον κανονισμό 1248/92 επήλθαν ορισμένες τροποποιήσεις στη διάταξη αυτή οι οποίες δεν θίγουν την αρχή, αλλά καθορίζουν με ακρίβεια τα όρια εφαρμογής των εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως στο πλαίσιο του υπολογισμού των συντάξεων.
13 Το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1248/92, δεν περιλαμβάνει πλέον την εξαίρεση που αφορά τις παροχές της ιδίας φύσεως και έχει πλέον ένα μόνον εδάφιο που ορίζει τα εξής:
«Οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφάλισης ή με άλλα εισοδήματα πάσης φύσεως, εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου, εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, ακόμη και αν πρόκειται περί παροχών που αποκτήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή περί εισοδημάτων που αποκτήθηκαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.»
14 Εξάλλου, στον κανονισμό 1408/71 προστέθηκε το άρθρο 46α το οποίο, στην παράγραφο 3, στοιχείο δδ, προβλέπει, ιδίως, ότι στην περίπτωση που εφαρμόζονται οι εθνικοί κανόνες περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως ενός μόνον κράτους μέλους, λόγω του ότι ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει παροχές της ίδιας ή άλλης φύσης, οι οποίες απορρέουν από τη νομοθεσία άλλων κρατών μελών ή άλλα εισοδήματα κτηθέντα στο έδαφος άλλων κρατών μελών, η μείωση της παροχής, που απορρέει από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους, μπορεί να φθάσει μόνο μέχρι του ύψους των παροχών που απορρέουν από τη νομοθεσία των άλλων κρατών μελών.
15 Κατ' εφαρμογήν αυτού του κανόνα, η βελγική σύνταξη επιζώντος μπορούσε να μειωθεί μόνον κατά το ποσό της γαλλικής συντάξεως γήρατος.
16 Πρέπει πάντως να υπογραμμιστεί σχετικώς ότι, στην περίπτωση που οι παροχές έχουν ήδη εκκαθαριστεί πριν από την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού κανονισμού, την 1η Ιουνίου 1992, το άρθρο 95α, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71, το οποίο προστέθηκε με τον κανονισμό 1248/92, προβλέπει ότι τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων μπορούν να αναθεωρηθούν κατόπιν αιτήσεώς τους. Αντίθετως, από την απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1997, C-307/96, Baldone (Συλλογή 1997, σ. Ι-5123), προκύπτει ότι η ίδια αυτή διάταξη δεν επιτρέπει στον αρμόδιο φορέα κράτους μέλους να προβεί αυτεπαγγέλτως στην εφαρμογή των κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως που προβλέπει ο κανονισμός 1248/92, εις βάρος του ενδιαφερομένου, αν η σύνταξή του εκκαθαρίστηκε πριν τεθεί σε ισχύ αυτός ο κανονισμός την 1η Ιουνίου 1992.
17 Σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, ο ενδιαφερόμενος, του οποίου η βελγική σύνταξη επιζώντος εκκαθαρίστηκε προ της 1ης Ιουνίου 1992, μπορεί να ζητήσει αναθεώρηση των δικαιωμάτων του βάσει των νέων κανόνων που προστέθηκαν στον κανονισμό 1408/71 με τον τροποποιητικό κανονισμό, ιδίως με το άρθρο 46α, παράγραφος 3, στοιχείο δδ. Πάντως, από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε τέτοια αίτηση.
18 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται, συνεπώς, να εξεταστεί αν σύνταξη επιζώντος χορηγούμενη δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους και υπολογιζόμενη βάσει της σταδιοδρομίας του αποθανόντος συζύγου και προσωπική σύνταξη γήρατος χορηγούμενη δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους συνιστούν «παροχές της ιδίας φύσεως» κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71.
19 Κατά πάγια νομολογία, οι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως πρέπει να θεωρούνται ότι είναι της ιδίας φύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, όταν το αντικείμενο και ο σκοπός τους, καθώς και η βάση υπολογισμού τους και οι προϋποθέσεις χορηγήσεώς τους είναι πανομοιότυπες (απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995, C-98/94, Schmidt, Συλλογή 1995, σ. Ι-2559, σκέψη 24).
20 Στην απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1987, 197/85, Stefanutti (Συλλογή 1987, σ. 3855, σκέψη 13), το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είναι της ίδιας φύσεως μια προσωπική σύνταξη αναπηρίας στηριζόμενη στην επαγγελματική σταδιοδρομία του ίδιου του δικαιούχου σε κράτος μέλος και μια σύνταξη επιζώντος στηριζόμενη στην επαγγελματική σταδιοδρομία του αποθανόντος συζύγου του δικαιούχου διανυθείσα εντός άλλου κράτους μέλους.
21 Επιβάλλεται, συνεπώς, το συμπέρασμα ότι παροχές υπολογιζόμενες βάσει περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν από διαφορετικά πρόσωπα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως παροχές της ιδίας φύσεως κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 και, κατά συνέπεια, ο κανονισμός αυτός δεν αποκλείει την εφαρμογή εθνικού κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, όπως αυτός στον οποίο αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο.
22 Κατά συνέπεια, απομένει να εξεταστεί αν, στο πλαίσιο εφαρμογής της νομοθεσίας κράτους μέλους, σύνταξη γήρατος εκκαθαρισθείσα κατά τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, βάσει χρόνου σταδιοδρομίας αυξημένου λόγω ανατροφής τέκνων, μπορεί να θεωρηθεί, στο σύνολό της, ως σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή ως άλλο πλεονέκτημα επέχον θέση τέτοιας συντάξεως κατά τη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους.
23 Πρέπει σχετικώς να υπογραμμιστεί ότι, ανεξαρτήτως της καταφατικής ή αρνητικής απαντήσεως σε αυτό το ερώτημα στο πλαίσιο της εφαρμογής της βελγικής νομοθεσίας, η γαλλική παροχή γήρατος θα πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να χαρακτηριστεί ως «παροχή διαφορετικής φύσεως» κατά την έννοια του άρθρου 12 του κανονισμού 1408/71.
24 Συνεπώς, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να προβεί στον χαρακτηρισμό, στο πλαίσιο εφαρμογής του κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως που προβλέπει η εθνική του νομοθεσία περί συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή πλεονεκτημάτων που επέχουν θέση τέτοιας συντάξεως, μιας παροχής γήρατος χορηγουμένης δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους βάσει χρόνου σταδιοδρομίας αυξημένου λόγω ανατροφής τέκνων.
25 Συνεπώς, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν αποκλείει την εφαρμογή κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως κράτους μέλους ο οποίος προβλέπει, στο πλαίσιο υπολογισμού παροχής επιζώντος χορηγουμένης δυνάμει της νομοθεσίας αυτού του κράτους και υπολογιζομένης βάσει της σταδιοδρομίας του αποθανόντος συζύγου του, τη λήψη υπόψη παροχών χορηγουμένων προσωπικώς εντός άλλου κράτους μέλους χαρακτηριζομένων ως συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή ως πλεονεκτημάτων επεχόντων θέση τέτοιας συντάξεως κατά την έννοια της νομοθεσίας του πρώτου κράτους μέλους. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προβεί στον χαρακτηρισμό των εν λόγω παροχών, στο πλαίσιο εφαρμογής αυτού του κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 7ης Νοεμβρίου 1996 το tribunal du travail de Charleroi, αποφαίνεται:
Το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, δεν αποκλείει την εφαρμογή κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως κράτους μέλους ο οποίος προβλέπει, στο πλαίσιο υπολογισμού παροχής επιζώντος χορηγουμένης δυνάμει της νομοθεσίας αυτού του κράτους και υπολογιζομένης βάσει της σταδιοδρομίας του αποθανόντος συζύγου του, τη λήψη υπόψη παροχών χορηγουμένων προσωπικώς εντός άλλου κράτους μέλους χαρακτηριζομένων ως συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή ως πλεονεκτημάτων επεχόντων θέση τέτοιας συντάξεως κατά την έννοια της νομοθεσίας του πρώτου κράτους μέλους. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προβεί στον χαρακτηρισμό των εν λόγω παροχών, στο πλαίσιο εφαρμογής αυτού του κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως.
Full & Egal Universal Law Academy