Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Οπωροκηπευτικά - Εισαγωγές από τρίτες χώρες - Εξισωτική εισφορά κατά την εισαγωγή κερασιών καταγωγής Βουλγαρίας - Πεδίο εφαρμογής
(Κανονισμός 1591/92 της Επιτροπής)
2 Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων - Είσπραξη εκ των υστέρων των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών - Προϋποθέσεις - Λάθος της διοικήσεως που μπορούσε να εντοπιστεί από τον επιχειρηματία - Έννοια - Λάθος που μπορούσε να εντοπιστεί κατόπιν αναγνώσεως της Επίσημης Εφημερίδας - Δεν καλύπτεται - Επιστροφή ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή διαγραφή χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών- Προϋποθέσεις - Μη ύπαρξη δόλου ή προφανούς αμέλειας του ενδιαφερομένου - Κριτήρια
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1430/79, άρθρο 13, και 1697/79,άρθρο 5 § 2)
3 Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων - Είσπραξη εκ των υστέρων των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών - Προθεσμία εισπράξεως
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1697/79, άρθρο 2 § 1, και 1854/89, άρθρα 3 και 5)
Περίληψη
4 Η εξισωτική εισφορά που επιβλήθηκε με τον κανονισμό 1591/92, περί καθιερώσεως εξισωτικής εισφοράς για την εισαγωγή κερασιών καταγωγής Βουλγαρίας, δεν πλήττει μόνο τα επιτραπέζια κεράσια που καταναλώνονται νωπά, αλλά και τα κεράσια που προορίζονται για βιομηχανική επεξεργασία.
5 Ο επιχειρηματίας που έχει αποκτήσει πείρα στις εισαγωγές και εξαγωγές και έχει γνώση ιδίως του επικειμένου κινδύνου επιβολής εξισωτικής εισφοράς δεν μπορεί να επικαλεστεί, αν η εισφορά αυτή όντως επιβληθεί, ούτε το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών, ούτε το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, εφόσον ήταν σε θέση να ενημερωθεί, συμβουλευόμενος την Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, για την επιβολή της εισφοράς αυτής, αλλά παρέλειψε να το πράξει.
Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, το οποίο προβλέπει ως προϋπόθεση για τη μη εκ των υστέρων είσπραξη δασμών από τις αρχές την ύπαρξη λάθους των αρμοδίων αρχών τέτοιας φύσεως, ώστε να μην μπορούσε λογικά να εντοπιστεί από τον καλόπιστο φορολογούμενο, παρά την επαγγελματική πείρα του και παρά την επιμέλεια την οποία έπρεπε κανονικά να επιδείξει, έχει την έννοια ότι, όταν ο επιχειρηματίας που προβαίνει κατ' επάγγελμα σε εισαγωγές εμπορευμάτων έχει γνώση του άμεσου κινδύνου επιβολής εξισωτικής εισφοράς επί ορισμένων εμπορευμάτων, πρέπει να φροντίσει, διαβάζοντας τα σχετικά φύλλα της Επίσημης Εφημερίδας, να έχει σαφή αντίληψη του κοινοτικού δικαίου που διέπει τις πράξεις στις οποίες προβαίνει. Η επιβολή στον επιχειρηματία αυτής της υποχρεώσεως ενημερώσεως δεν είναι δυσανάλογη προς τον σκοπό που επιδιώκεται με την επιβολή της εξισωτικής εισφοράς, δηλαδή προς τον σκοπό αποφυγής των διαταράξεων εντός της κοινοτικής αγοράς, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη η ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
Εξάλλου, είναι προφανές ότι ο επιχειρηματίας ο οποίος, μολονότι είχε γνώση του άμεσου κινδύνου επιβολής εξισωτικής εισφοράς, δεν φρόντισε, διαβάζοντας τα σχετικά φύλλα της Επίσημης Εφημερίδας, να έχει σαφή αντίληψη του κοινοτικού δικαίου που διέπει τις πράξεις στις οποίες προβαίνει ενήργησε αμελώς, κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, και ότι συνεπώς δεν πληροί μία από τις προϋποθέσεις που θέτει η διάταξη αυτή για την επιστροφή ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή τη διαγραφή χρέους εισαγωγικών δασμών.
6 Το γεγονός ότι οι τελωνειακές αρχές, κατά την εκ των υστέρων είσπραξη της εξισωτικής εισφοράς, δεν έχουν τηρήσει τις προθεσμίες που τάσσουν τα άρθρα 3 και 5 του κανονισμού 1854/89, για τη βεβαίωση και τους όρους καταβολής των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή, δεν αποδυναμώνει το δικαίωμα των αρχών αυτών να προβούν στην είσπραξη, εφόσον για την είσπραξη αυτή τηρείται η προθεσμία του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1697/79.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-370/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Covita ΑΒΕ
και
Ελληνικού Δημοσίου,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015, σ. 162), του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254), των άρθρων 3 και 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1854/89 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1989, για τη βεβαίωση και τους όρους καταβολής των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή (ΕΕ L 186, σ. 1), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1591/92 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1992, περί καθιερώσεως εξισωτικής εισφοράς για την εισαγωγή κερασιών καταγωγής Βουλγαρίας (ΕΕ L 168, σ. 18),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. Hirsch (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini και R. Schintgen, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Covita AΒΕ, εκπροσωπούμενη από τον Δ. Σαββόπουλο, δικηγόρο Γιαννιτσών,
- η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Γ. Κανελλόπουλο, πάρεδρο του Nομικού Συμβουλίου του Κράτους,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. de Salins, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον F. Pascal, attachι d'administration centrale στην ίδια διεύθυνση,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. E. Collins, Assistant Treasury Solicitor,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μ. Κοντού-Durande και τον Μ. Nolin, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Covita AΒE, εκπροσωπούμενης από τον Δ. Σαββόπουλο, της Ελληνικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τους Γ. Κανελλόπουλο και Γ. Καριψιάδη, ειδικό επιστημονικό συνεργάτη στην ειδική νομική υπηρεσία Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από την C. Vasak, αναπληρώτρια γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενης από τον J. E. Collins και την S. Moore, barrister, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τη Μ. Κοντού-Durande, κατά τη συνεδρίαση της 2ας Απριλίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Μαου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Νοεμβρίου 1996, το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015, σ. 162), του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254), των άρθρων 3 και 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1854/89 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1989, για τη βεβαίωση και τους όρους καταβολής των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή (ΕΕ L 186, σ. 1), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1591/92 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1992, περί καθιερώσεως εξισωτικής εισφοράς για την εισαγωγή κερασιών καταγωγής Βουλγαρίας (ΕΕ L 168, σ. 18).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ της ελληνικής ανώνυμης εταιρίας Covita ABE (στο εξής: Covita), η οποία ασχολείται με τη βιομηχανική μεταποίηση κερασιών και σταφυλιών από τις αρχές του 1991, και του Ελληνικού Δημοσίου, αντικείμενο της οποίας είναι η εκ των υστέρων είσπραξη εξισωτικών εισφορών κατά την εισαγωγή κερασιών από τη Βουλγαρία.
Η κοινοτική ρύθμιση
3 Κατά τον επίδικο χρόνο ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2587/91 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1991, που τροποποιεί το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 259, σ. 1), προέβλεπε για τα κεράσια την ακόλουθη δασμολογική κατάταξη:
«0809 Βερίκοκα, κεράσια, ροδάκινα (στα οποία περιλαμβάνονται και τα brugnons και nectarines). Δαμάσκηνα και αγριοδαμάσκηνα, νωπά:
(...)
0809 20 - Κεράσια:
0809 20 10 - - Από 1 Μαου μέχρι 15 Ιουλίου
0809 20 90 - - Από 16 Ιουλίου μέχρι 30 Απριλίου».
4 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών (ΕΕ L 118, σ. 1), που έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα, προβλέπει τον καθορισμό κανόνων ποιότητας για ορισμένα προϋόντα που προορίζονται να διατίθενται νωπά στον καταναλωτή, μεταξύ των οποίων καταλέγονται τα κεράσια. Το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 899/87 της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 1987, που καθορίζει τους κανόνες ποιότητας για τα κεράσια και για τις φράουλες (ΕΕ L 88, σ. 17), προβλέπει έναν κανόνα ποιότητας για τα κεράσια «των ποικιλιών που προέρχονται από τα είδη Prunus avium L., Prunus cerasus L. ή τα υβρίδιά τους, τα οποία προορίζονται να παραδοθούν νωπά στους καταναλωτές, εξαιρουμένων των κερασιών που προορίζονται για βιομηχανική μεταποίηση». Προβλέπονται τέσσερις ποιοτικές κατηγορίες: η κατηγορία extra και οι κατηγορίες Ι, ΙΙ και ΙΙΙ.
5 Το άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμoύ 1035/72 προβλέπει ότι, αν η τιμή εισόδου προϋόντος που εισάγεται από τρίτη χώρα διατηρείται επί δύο συνεχείς ημέρες αγοράς σε επίπεδο κατώτερο τουλάχιστον κατά 0,6 ECU της τιμής αναγωγής, επιβάλλεται, εκτός εξαιρετικής περιπτώσεως, εξισωτική εισφορά για την εν λόγω προέλευση.
6 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 956/92 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1992, περί καθορισμού των τιμών αναγωγής των κερασιών για την περίοδο εμπορίας 1992 (ΕΕ L 102, σ. 27), καθόρισε για τα εν λόγω προϋόντα της ποιοτικής κατηγορίας Ι την τιμή αναγωγής σε 125,70 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους, για τον Ιούνιο 1992.
7 Στις 22 Ιουνίου 1992 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 1591/92, του οποίου το άρθρο 1 ορίζει τα εξής:
«Κατά την εισαγωγή κερασιών (κωδικός ΣΟ ex 0809 20), καταγωγής Βουλγαρίας, εισπράττεται εξισωτική εισφορά, της οποίας το ύψος καθορίζεται σε 37,86 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους.»
Ο κανονισμός αυτός δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων της 23ης Ιουνίου 1992 και, σύμφωνα με το άρθρο 2, άρχισε να ισχύει στις 24 Ιουνίου 1992.
8 Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 ορίζει τα εξής:
«Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μη προβαίνουν σε ενέργειες εισπράξεως εκ των υστέρων ποσού εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν καταβλήθηκε συνεπεία λάθους αυτών των ιδίων των αρμοδίων αρχών που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο ο οποίος, από μέρους του, ενήργησε καλοπίστως και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, όσον αφορά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως».
9 Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3069/86 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1986 (ΕΕ L 286, σ. 1), ορίζει τα εξής:
«Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε ειδικές περιπτώσεις, εκτός από εκείνες που αναφέρονται στα μέρη Α έως Δ, οι οποίες προκύπτουν από περιστάσεις κατά τις οποίες δεν υπήρξε ούτε προφανής αμέλεια ούτε δόλος εκ μέρους του ενδιαφερομένου.
Οι περιστάσεις κατά τις οποίες είναι δυνατή η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου, καθώς και οι λεπτομέρειες της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται για τον σκοπό αυτό, καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 25. Η επιστροφή ή η διαγραφή χρέους είναι δυνατό να προϋποθέτουν την πλήρωση ειδικών όρων.»
10 Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3799/86 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1986, που καθορίζει τις διατάξεις εφαρμογής των άρθρων 4α, 6α, 11α και 13 του κανονισμού 1430/79 (ΕΕ L 352, σ. 19), απαριθμεί τις ιδιαίτερες καταστάσεις που προκύπτουν από περιστάσεις για τις οποίες δεν υπήρξε ούτε δόλος ούτε προφανής αμέλεια του ενδιαφερομένου.
11 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1854/89 προβλέπει τα εξής:
«Κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού νοούνται ως:
(...)
γ) βεβαίωση: η εγγραφή από μέρους της τελωνειακής αρχής στα λογιστικά βιβλία ή σε οποιοδήποτε άλλο αντίστοιχο έγγραφο του ποσού των εισαγωγικών ή των εξαγωγικών δασμών, που αντιστοιχεί σε τελωνειακή οφειλή·
(...).»
12 Tο άρθρο 5 του ίδιου κανονισμού ορίζει:
«Όταν το ποσό των δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή δεν βεβαιούται σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4 ή υπολογίζεται σε χαμηλότερο επίπεδο από το νομίμως οφειλόμενο ποσό, η βεβαίωση του ποσού των δασμών που πρέπει να εισπραχθεί ή υπολείπεται να εισπραχθεί πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσα σε προθεσμία δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή λαμβάνει γνώση της κατάστασης και είναι σε θέση να υπολογίσει το νομίμως οφειλόμενο ποσό και να ορίσει το πρόσωπο που οφείλει να καταβάλει το ποσό αυτό. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί σύμφωνα με το άρθρο 4.»
Η διαφορά της κύριας δίκης
13 Στις 28 Μαου 1992 η Covita άρχισε να εισάγει στην Ελλάδα νωπά κεράσια καταγωγής Βουλγαρίας που προορίζονταν για βιομηχανική μεταποίηση.
14 Η Covita, για να αποφύγει την επιβολή εξισωτικής εισφοράς, ήταν σε καθημερινή επαφή με το Τελωνείο Σκύδρας, όπου γινόταν διασάφηση των κερασιών. Στις 3 Ιουλίου 1992 το Τελωνείο Σκύδρας ενημέρωσε την Covita για την ύπαρξη του κανονισμού 1591/92, οπότε η Covita διέκοψε τις εισαγωγές. Ο κανονισμός αυτός κοινοποιήθηκε από την Επιτροπή στο ελληνικό Υπουργείο Γεωργίας με τηλετύπημα της 29ης Ιουνίου 1992. Το υπουργείο αυτό τον διαβίβασε στο Τελωνείο Σκύδρας με τηλετύπημα της 2ας Ιουλίου, το οποίο παρελήφθη στις 3 Ιουλίου. Η Επιτροπή ισχυρίζεται πάντως ότι στις 23 Ιουνίου 1992 είχε ήδη αποστείλει στο ελληνικό υπουργείο τηλετύπημα με το οποίο το πληροφορούσε για την έκδοση του εν λόγω κανονισμού.
15 Στις 21 Δεκεμβρίου 1992 το Τελωνείο Σκύδρας, κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 1591/92, απαίτησε εκ των υστέρων από την Covita την καταβολή εξισωτικής εισφοράς συνολικού ύψους 83 580 760 δραχμών για την εισαγωγή κερασιών καταγωγής Βουλγαρίας κατά τη χρονική περίοδο από τις 24 Ιουνίου μέχρι την 1η Ιουλίου 1992.
16 Κατά των πράξεων επιβολής εισφοράς η Covita άσκησε προσφυγή, ισχυριζόμενη ότι η επιβολή της εξισωτικής εισφοράς κατά τον κανονισμό 1591/92 προβλέφθηκε μόνο για τα επιτραπέζια κεράσια που καταναλώνονται νωπά και για τα οποία μόνον ισχύουν οι κανόνες ποιότητας, πράγμα που σημαίνει ότι η εκ των υστέρων επιβολή της εισφοράς αντιβαίνει προς την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Η υπόθεση της κύριας δίκης εκκρεμεί σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Οι όροι "ιδιαίτερες περιστάσεις" και "λάθος των αρμόδιων αρχών" που χρησιμοποιούνται, αντίστοιχα, στα άρθρα 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου και 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου μπορούν να ερμηνευτούν ότι περιλαμβάνουν, ο καθένας χωριστά ή σε συνδυασμό τόσο μεταξύ τους όσο και με τυχόν άλλες διατάξεις ή αρχές που προσιδιάζουν προς το υπό έρευνα θέμα, και την περίπτωση κατά την οποία ο καλόπιστος εισαγωγέας παρέλαβε με άδεια της τελωνειακής αρχής και διέθεσε στην κατανάλωση τα εισαχθέντα από τρίτη χώρα προϋόντα, χωρίς να καταβάλει την επιβληθείσα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1591/92 της Επιτροπής εξισωτική εισφορά, όταν τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι η αρμόδια τελωνειακή αρχή δεν εγνώριζε την ύπαρξη του τελευταίου αυτού κανονισμού είτε λόγω ανυπαρξίας μηχανισμού έγκαιρης ενημέρωσής της για τη θέσπιση κοινοτικού κανόνα δικαίου άμεσης εφαρμογής είτε στον πλημμελή συντονισμό μεταξύ των εμπλεκομένων κοινοτικών και εθνικών οργάνων είτε σε οποιοδήποτε άλλο λόγο που δεν σχετίζεται πάντως με ενέργεια του εισαγωγέα ή για την εκ των υστέρων επιβολή της εξισωτικής εισφοράς αρκεί μόνη η έκδοση του κανονισμού;
2) Οι προθεσμίες που τάσσονται από τα άρθρα 3 και 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1854/89 του Συμβουλίου, για τη βεβαίωση τελωνειακής οφειλής, είναι αποκλειστικές, με την έννοια ότι η άπρακτη παρέλευσή τους αποδυναμώνει το δικαίωμα της τελωνειακής αρχής να προβεί στη βεβαίωση και είσπραξη εξισωτικής εισφοράς; Περαιτέρω, εάν δεν συντρέχει έκτακτη περίσταση ή περιστατικό ανώτερης βίας, η πάροδος χρονικού διαστήματος πέντε και πλέον μηνών από τότε που η τελωνειακή αρχή έλαβε γνώση της κατάστασης και ήταν σε θέση να υπολογίσει το οφειλόμενο ποσό μπορεί να θεωρηθεί ότι υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο εντός του οποίου όφειλε να ενεργήσει;
3) Η επιβολή της επίδικης εξισωτικής εισφοράς αφορά μόνο τα νωπά κεράσια επιτραπέζιας χρήσης ή και τα προοριζόμενα για βιομηχανική επεξεργασία;»
Επί του τρίτου ερωτήματος
17 Κατ' αρχάς πρέπει να εξεταστεί το τρίτο ερώτημα, δεδομένου ότι το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα ανακύπτουν μόνον εφόσον ο κανονισμός 1591/92 έχει εφαρμογή και στα κεράσια που προορίζονται για βιομηχανική επεξεργασία.
18 Η Covita τονίζει ότι για την ποικιλία κερασιών την οποία εισάγει και η οποία προορίζεται για βιομηχανική χρήση λόγω της φύσεώς της δεν υφίστανται κανόνες ποιότητας. Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1591/92 αναφέρονται όμως τα κεράσια της ποιοτικής κατηγορίας Ι. Κατά συνέπεια, ο κανονισμός αυτός προέβλεψε την επιβολή εξισωτικής εισφοράς μόνο για τα προϋόντα για τα οποία ισχύουν κανόνες ποιότητας και τα οποία ανήκουν στην ποιοτική κατηγορία Ι. Συναφώς, η Covita υπενθυμίζει ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 1591/92 αφορά τη διάκριση 0809 20 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, που αντιστοιχεί στο προϋόν «κεράσια», αλλά πριν από τον κωδικό της διακρίσεως αυτής έχει τεθεί η ένδειξη «ex». Η ένδειξη αυτή σημαίνει, κατά την Covita, ότι η εξισωτική εισφορά πλήττει μόνον ένα τμήμα των προϋόντων που εμπίπτουν στην κλάση αυτή, και συγκεκριμένα την ομάδα των προϋόντων που ανήκουν στην ποιοτική κατηγορία Ι.
19 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Είναι αληθές ότι ο κανονισμός 956/92 καθορίζει την τιμή αναγωγής των κερασιών για την περίοδο εμπορίας 1992 για τα προϋόντα της ποιοτικής κατηγορίας Ι και ότι η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού αφορά την τιμή αναγωγής των κερασιών αυτής της ποιοτικής κατηγορίας.
20 Εντούτοις, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 18 των προτάσεών του, η τιμή αναγωγής και η τιμή εισόδου καθορίζονται για προϋόντα μιας μόνον ποιοτικής κατηγορίας, προκειμένου να επιτυγχάνεται η σύγκριση μεταξύ ομοίων πραγμάτων. Κατά συνέπεια, αυτή η μέθοδος καθορισμού δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να περιοριστεί η επιβολή της εξισωτικής εισφοράς, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 1035/72, υπολογίζεται σε συνάρτηση με τη διαφορά μεταξύ τιμής αναγωγής και μέσης τιμής εισόδου, στα προϋόντα μόνο της συγκεκριμένης ποιοτικής κατηγορίας.
21 Η ερμηνεία αυτή θα ήταν αντίθετη προς τον σκοπό που επιδιώκεται με την επιβολή της εξισωτικής εισφοράς, δηλαδή τον σκοπό αποφυγής του ενδεχομένου εμφανίσεως διαταράξεων στην κοινοτική αγορά λόγω πωλήσεων εμπορευμάτων προελεύσεως τρίτων χωρών σε ασυνήθιστα χαμηλές τιμές (βλ. διάταξη της 5ης Φεβρουαρίου 1997, C-51/95 P, Unifruit Hellas κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-727, σκέψη 21). Συγκεκριμένα, ο σκοπός αυτός δεν μπορεί κανονικά να επιτευχθεί παρά μόνον αν όλες οι κατηγορίες του συγκεκριμένου εμπορεύματος πλήττονται από την εξισωτική εισφορά. Κατά συνέπεια, πρέπει κατ' αρχήν να θεωρηθεί δεδομένο ότι η εξισωτική εισφορά που επιβάλλεται δυνάμει του άρθρου 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 1035/72 πλήττει, προκειμένου να επιτευχθεί ο ανωτέρω σκοπός, όλα τα μνημονευόμενα προϋόντα, εκτός αν υπάρχει διάταξη που προβλέπει ρητά συγκεκριμένη εξαίρεση.
22 Διαπιστώνεται όμως ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 1591/92 αναφέρει τα κεράσια καταγωγής Βουλγαρίας, χωρίς να προβαίνει σε διαφοροποιήσεις ανάλογα με την ποιοτική κατηγορία. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ένδειξη «ex» πριν από τον κωδικό που μνημονεύεται στο άρθρο 1 του κανονισμού 1591/92 δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως συνιστώσα εξαίρεση υπό την ανωτέρω έννοια, έχουσα ως συνέπεια ότι η εξισωτική εισφορά επιβάλλεται μόνο στα κεράσια της ποιοτικής κατηγορίας Ι.
23 Στο τρίτο ερώτημα πρέπει συνεπώς να δοθεί η απάντηση ότι η εξισωτική εισφορά που επιβλήθηκε με τον κανονισμό 1591/92 πλήττει και τα κεράσια που προορίζονται για βιομηχανική επεξεργασία.
Επί του πρώτου ερωτήματος
24 Όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, επιβάλλεται να υπενθυμιστεί εκ προοιμίου ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η διάταξη αυτή θέτει σωρευτικώς τρεις προϋποθέσεις για τη μη είσπραξη εκ των υστέρων των δασμών από τις αρχές (βλ., ειδικότερα, αποφάσεις της 1ης Απριλίου 1993, C-250/91, Hewlett Packard France, Συλλογή 1993, σ. Ι-1819, σκέψεις 12 και 13, και της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C-47/95 έως C-50/95, C-60/95, C-81/95, C-92/95 και C-148/95, Olasagasti κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. Ι-6579, σκέψη 32).
25 Πρώτον, οι δασμοί πρέπει να μην έχουν εισπραχθεί λόγω λάθους των ίδιων των αρμόδιων αρχών. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του φορολογουμένου είναι άξια της προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, μόνον αν οι ίδιες αυτές αρχές δημιούργησαν το έρεισμα της δικαιολογημένης αυτής εμπιστοσύνης του (βλ. απόφαση της 27ης Ιουνίου 1991, C-348/89, Mecanarte, Συλλογή 1991, σ. Ι-3277, σκέψεις 22 και 23). Επιπλέον, σφάλμα δυνάμενο να καταλογιστεί στις αρμόδιες αρχές υφίσταται όταν οι αρχές αυτές έχουν παράσχει, όπως ισχυρίζεται η Covita ότι συνέβη εν προκειμένω, εσφαλμένες πληροφορίες που δημιούργησαν στον φορολογούμενο δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.
26 Δεύτερον, το σφάλμα των αρμόδιων αρχών πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως, ώστε να μην μπορούσε λογικά να εντοπιστεί από τον καλόπιστο φορολογούμενο, παρά την επαγγελματική πείρα του και παρά την επιμέλεια την οποία έπρεπε κανονικά να καταβάλει. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι οι κοινοτικές διατάξεις που προβλέπουν την επιβολή εξισωτικής εισφοράς δημοσιεύονται υποχρεωτικά στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων. Μετά τη δημοσίευση αυτή λογίζεται ότι ουδείς αγνοεί την εισφορά αυτή (βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1989, 161/88, Binder, Συλλογή 1989, σ. 2415, σκέψη 19). Τούτο ισχύει οπωσδήποτε στην περίπτωση στην οποία ο επιχειρηματίας που προβαίνει κατ' επάγγελμα σε εισαγωγές εμπορευμάτων έχει γνώση του άμεσου κινδύνου επιβολής εξισωτικής εισφοράς επί των εμπορευμάτων αυτών. Ο επιχειρηματίας αυτός δεν μπορεί να αναμένει ότι όλα τα τελωνεία θα ενημερωθούν αμέσως για την επιβολή της εισφοράς, αλλά πρέπει να φροντίσει, διαβάζοντας τα σχετικά φύλλα της Επίσημης Εφημερίδας, να έχει σαφή αντίληψη του κοινοτικού δικαίου που διέπει τις πράξεις στις οποίες προβαίνει. Η επιβολή στον επιχειρηματία αυτής της υποχρεώσεως ενημερώσεως δεν είναι δυσανάλογη προς τον σκοπό που επιδιώκεται με την επιβολή της εξισωτικής εισφοράς, δηλαδή προς τον σκοπό αποφυγής των διαταράξεων εντός της κοινοτικής αγοράς, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη η ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
27 Εντούτοις, πρέπει να τονιστεί ότι, όπως εξέθεσε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 31 των προτάσεών του, δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η έκδοση του κανονισμού 1591/92 περιήλθε σε γνώση των επιχειρηματιών σαν την Covita, αν οι επιχειρηματίες αυτοί αποδείκνυαν ότι η ελληνική έκδοση της Επίσημης Εφημερίδας της 23ης Ιουνίου 1992 δεν ήταν διαθέσιμη κατά την ημερομηνία εκείνη στην Υπηρεσία Επίσημων Εκδόσεων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων που είναι εγκατεστημένη στο Λουξεμβούργο. Αν προσκομιζόταν αυτή η απόδειξη καθυστερήσεως της πραγματικής δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα, θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία κατά την οποία ήταν πράγματι διαθέσιμο το σχετικό φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας (βλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1979, 98/78, Racke, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 55, σκέψη 15).
28 Τέλος, ο φορολογούμενος πρέπει να έχει τηρήσει όλες τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας, όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση. Εξάλλου, επισημαίνεται ότι στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να διαπιστώσει αν, ενόψει των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Olasagasti κ.λπ., σκέψη 36).
29 Όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, διαπιστώνεται ότι από το γράμμα της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι για την επιστροφή ή τη διαγραφή των εισαγωγικών δασμών προβλέπονται σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις, και συγκεκριμένα η ύπαρξη ειδικής περιπτώσεως και η μη ύπαρξη δόλου ή προφανούς αμέλειας του επιχειρηματία.
30 Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 και το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή στον περιορισμό της εκ των υστέρων καταβολής των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών στις περιπτώσεις όπου η καταβολή αυτή είναι δικαιολογημένη και συμβιβάζεται με τη θεμελιώδη αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Hewlett Packard France, σκέψη 46).
31 Συναφώς, το γεγονός ότι ο επιχειρηματίας βασίζεται σε εσφαλμένη πληροφορία που του έχει δώσει η αρμόδια αρχή θα μπορούσε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να θεωρηθεί ως ειδική περίπτωση κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, μολονότι η περίπτωση αυτή δεν προβλέπεται από τον κανονισμό 3799/86. Η απαρίθμηση των κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79 ειδικών περιπτώσεων, την οποία περιέχει το άρθρο 4 του κανονισμού 3799/86, δεν είναι περιοριστική (βλ., συναφώς, την προπαρατεθείσα απόφαση Hewlett Packard France, σκέψεις 39 και 43).
32 Εντούτοις, όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79, υπενθυμίζεται ότι η δυνατότητα διαγνώσεως του λάθους, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, ισοδυναμεί με την προφανή αμέλεια κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79 (βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Hewlett Packard France, σκέψη 46).
33 Κατά συνέπεια, από τις σκέψεις 25 και 26 της παρούσας αποφάσεως συνάγεται ήδη ότι ο επιχειρηματίας ο οποίος, ευρισκόμενος στην κατάσταση που βρέθηκε η Covita, δεν φρόντισε, διαβάζοντας τα σχετικά φύλλα της Επίσημης Εφημερίδας, να έχει σαφή αντίληψη του κοινοτικού δικαίου που διέπει τις πράξεις στις οποίες προβαίνει ενήργησε αμελώς, εκτός αν αποδειχθεί ότι το ελληνικό κείμενο του κανονισμού 1591/92 δεν ήταν διαθέσιμο κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου.
34 Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο επιχειρηματίας που έχει αποκτήσει πείρα στις εισαγωγές και εξαγωγές και έχει γνώση ιδίως του επικειμένου κινδύνου επιβολής εξισωτικής εισφοράς δεν μπορεί να επικαλεστεί, αν η εισφορά αυτή όντως επιβληθεί, ούτε το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 ούτε το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79, εφόσον ήταν σε θέση να ενημερωθεί, συμβουλευόμενος την Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, για την επιβολή της εισφοράς αυτής, αλλά παρέλειψε να το πράξει.
Επί του δεύτερου ερωτήματος
35 Με το δεύτερο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν ο επιχειρηματίας μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι οι τελωνειακές αρχές που προβαίνουν στην εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών δεν έχουν τηρήσει τις προθεσμίες που τάσσονται από τα άρθρα 3 και 5 του κανονισμού 1854/89 και αν η πάροδος χρονικού διαστήματος πέντε και πλέον μηνών από τότε που η τελωνειακή αρχή ήταν σε θέση να υπολογίσει το ποσό των οφειλόμενων δασμών αποδυναμώνει το δικαίωμα των τελωνειακών αρχών να προβούν στην εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών.
36 Οι προβλεπόμενες στα άρθρα 3 και 5 του κανονισμού 1854/89 προθεσμίες έχουν ως μόνο σκοπό να διασφαλίσουν ότι οι αρμόδιες διοικητικές αρχές θα εφαρμόζουν ταχέως και ομοιομόρφως τις τεχνικές μεθόδους βεβαιώσεως των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών. Η μη τήρηση των προθεσμιών αυτών από τις τελωνειακές αρχές μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την υποχρέωση του οικείου κράτους μέλους να καταβάλει τόκους υπερημερίας στις Κοινότητες, στο πλαίσιο της αποδόσεως των ιδίων πόρων δυνάμει των άρθρων 10 και 11 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 155, σ. 1). Κατά συνέπεια, η μη τήρηση των προθεσμιών αυτών δεν αποδυναμώνει το δικαίωμα των τελωνειακών αρχών να προβούν στην εκ των υστέρων είσπραξη σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 1697/79, δεδομένου ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει τριετή προθεσμία για την είσπραξη των μη καταβληθέντων δασμών, η οποία υπολογίζεται είτε από την ημερομηνία βεβαιώσεως του αρχικού ποσού που δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογούμενου είτε από την ημερομηνία γενέσεως της τελωνειακής οφειλής, εφόσον δεν έχει βεβαιωθεί το χρέος.
37 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το γεγονός ότι οι τελωνειακές αρχές, κατά την εκ των υστέρων είσπραξη της εξισωτικής εισφοράς, δεν έχουν τηρήσει τις προθεσμίες που τάσσουν τα άρθρα 3 και 5 του κανονισμού 1854/89 δεν αποδυναμώνει το δικαίωμα των αρχών αυτών να προβούν στην είσπραξη, εφόσον για την είσπραξη αυτή τηρείται η προθεσμία του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1697/79.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
38 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ελληνική Κυβέρνηση, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996 το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, αποφαίνεται:
1) Η εξισωτική εισφορά που επιβλήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1591/92 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1992, περί καθιερώσεως εξισωτικής εισφοράς για την εισαγωγή κερασιών καταγωγής Βουλγαρίας, πλήττει και τα κεράσια που προορίζονται για βιομηχανική επεξεργασία.
2) Ο επιχειρηματίας που έχει αποκτήσει πείρα στις εισαγωγές και εξαγωγές και έχει γνώση ιδίως του επικειμένου κινδύνου επιβολής εξισωτικής εισφοράς δεν μπορεί να επικαλεστεί, αν η εισφορά αυτή όντως επιβληθεί, ούτε το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών, ούτε το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, εφόσον ήταν σε θέση να ενημερωθεί, συμβουλευόμενος την Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, για την επιβολή της εισφοράς αυτής, αλλά παρέλειψε να το πράξει.
3) Το γεγονός ότι οι τελωνειακές αρχές, κατά την εκ των υστέρων είσπραξη της εξισωτικής εισφοράς, δεν έχουν τηρήσει τις προθεσμίες που τάσσουν τα άρθρα 3 και 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1854/89 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1989, για τη βεβαίωση και τους όρους καταβολής των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή, δεν αποδυναμώνει το δικαίωμα των αρχών αυτών να προβούν στην είσπραξη, εφόσον για την είσπραξη αυτή τηρείται η προθεσμία του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1697/79.
Full & Egal Universal Law Academy