Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Οίνος - Υποχρεωτική απόσταξη επιτραπέζιων οίνων - Μεταφορά των μη αποσταχθεισών ποσοτήτων από τη μία αμπελουργική περίοδο στην άλλη, προς τον σκοπό υπολογισμού της συνολικής ποσότητας για δεδομένη περίοδο - Μέθοδοι υπολογισμού της αποσταχθείσας ποσότητας στην Ιταλία - Άνιση κατανομή της ποσότητας μεταξύ των διαφόρων περιοχών παραγωγής - Παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων ή της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης - Δεν υφίσταται
(Κανονισμός 822/87 του Συμβουλίου, άρθρο 39· κανονισμός 343/94 της Επιτροπής, άρθρο 1 § 3, τέταρτη περίπτωση)
2 Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Οίνος - Υποχρεωτική απόσταξη επιτραπέζιων οίνων - Κατανομή των προς απόσταξη ποσοτήτων μεταξύ των διαφόρων παραγωγών μιας περιοχής - Εφαρμογή του κριτηρίου της αποδόσεως ανά εκτάριο - Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας - Δεν υφίσταται - Εκτίμηση μη επηρεαζόμενη από μεταγενέστερα στοιχεία
(Κανονισμός 822/87 του Συμβουλίου, άρθρο 39 § 4· κανονισμός 465/94 της Επιτροπής)
3 Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Οίνος - Υποχρεωτική απόσταξη επιτραπέζιων οίνων - Κατανομή της ποσότητας μεταξύ των διαφόρων περιοχών παραγωγής - Καθορισμός των περιοχών σε συνάρτηση προς το έδαφος των κρατών μελών - Επιτρέπεται
(Κανονισμός 822/87 του Συμβουλίου, άρθρο 39· κανονισμός 441/88 της Επιτροπής)
4 Προδικαστικά ερωτήματα - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - Όρια - Προδήλως αλυσιτελή ερωτήματα - Αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 177)
Περίληψη
1 Στο πλαίσιο του καθεστώτος υποχρεωτικής αποστάξεως επιτραπέζιων οίνων, το οποίο θεσπίστηκε με το άρθρο 39 του κανονισμού 822/87, και ειδικότερα της υποχρεωτικής αποστάξεως που προβλέφθηκε για την αμπελοοινική περίοδο 1993/94 από τον κανονισμό 343/94, ο συνυπολογισμός, όσον αφορά τον υπολογισμό της συνολικής ποσότητας προς απόσταξη, την οποία είχε καθορίσει για την Ιταλία το άρθρο 1, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του τελευταίου αυτού κανονισμού, των ποσοτήτων οι οποίες, κατά παράβαση του νόμου, δεν είχαν αποσταχθεί κατά την προηγούμενη περίοδο και βρίσκονταν συνεπώς ακόμη εντός της αγοράς δεν συνιστά διάκριση για ορισμένους από τους παραγωγούς που υπέχουν την υποχρέωση αποστάξεως. Πράγματι, κατά την επιδίωξη του σκοπού της εξυγιάνσεως της αμπελοοινικής αγοράς, στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, όλοι οι παραγωγοί της Κοινότητας, ανεξαρτήτως του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένοι, πρέπει να υφίστανται αλληλεγγύως και ισομερώς τις συνέπειες των αποφάσεων που καλούνται να λάβουν τα κοινοτικά όργανα προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο να εμφανιστεί στην αγορά διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ της παραγωγής και των δυνατοτήτων διαθέσεως. Εξάλλου, από τις μεθόδους υπολογισμού της προς απόσταξη ποσότητας για την Ιταλία δεν προκύπτει καμία διαφορετική μεταχείριση της Ιταλικής Δημοκρατίας έναντι των άλλων κρατών μελών.
Επιπλέον, όπως ακριβώς και η ανωτέρω αναφερθείσα μεταφορά των μη αποσταχθεισών ποσοτήτων από τη μία περίοδο στην άλλη, έτσι και η άνιση κατανομή της προς απόσταξη ποσότητας μεταξύ των διαφόρων περιοχών παραγωγής δεν προσβάλλει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των Ιταλών οινοπαραγωγών οι οποίοι τήρησαν την υποχρέωση αποστάξεως κατά την περίοδο 1992/93, δεδομένου ότι, πρώτον, οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να έχουν την πεποίθηση ότι δεν θα θεσπιστούν κανόνες της πολιτικής αγορών ή της διαρθρωτικής πολιτικής που να επιβάλλουν περιορισμούς και, δεύτερον, η Κοινότητα δεν δημιούργησε προηγουμένως κατάσταση που θα μπορούσε να δημιουργήσει τέτοια δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.
2 Στο πλαίσιο του καθεστώτος υποχρεωτικής αποστάξεως επιτραπέζιων οίνων, το οποίο θεσπίστηκε με το άρθρο 39 του κανονισμού 822/87, η κατανομή των προς απόσταξη ποσοτήτων μεταξύ των διαφόρων παραγωγών μιας περιοχής σε συνάρτηση με την απόδοση ανά εκτάριο, όπως προέβλεπε η παράγραφος 4 της προαναφερθείσας διατάξεως και όπως εφαρμόστηκε για την περίοδο 1993/94 σύμφωνα με τον κανονισμό 465/94, δεν αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας. Το μέτρο αυτό, το οποίο σκοπεί να επιβαρύνει με την υποχρεωτική απόσταξη πρωτίστως τους παραγωγούς που είναι οι κυρίως υπεύθυνοι για την παραγωγή πλεονασμάτων εντός της οικείας αγοράς, χωρίς να αποβαίνει σε βάρος των παραγωγών που έχουν χαμηλή απόδοση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δυσανάλογο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, δηλαδή την απορρόφηση των εν λόγω πλεονασμάτων.
Εξάλλου, αφού η επιλογή της αποδόσεως ανά εκτάριο ως κριτηρίου δεν ήταν προδήλως εσφαλμένη κατά τον χρόνο της επιλογής αυτής, το γεγονός ότι ενδέχεται να επιλεγούν άλλα κριτήρια για το μέλλον δεν συνιστά αναδρομική έλλειψη νομιμότητας του αρχικού κριτηρίου, δεδομένου ότι το κύρος μιας κοινοτικής πράξεως δεν μπορεί να εξαρτάται από μεταγενέστερες εκτιμήσεις της αποτελεσματικότητάς του.
3 Στο πλαίσιο του καθεστώτος υποχρεωτικής αποστάξεως επιτραπέζιων οίνων, το οποίο θεσπίστηκε με το άρθρο 39 του κανονισμού 822/87, και των μέτρων που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 441/88 για τον προσδιορισμό των λεπτομερειών της αποστάξεως αυτής, η Επιτροπή καλώς θεώρησε, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειάς της, ότι οι περιοχές παραγωγής εντός της Κοινότητας μπορούσαν να εξομοιωθούν με τις εθνικές επικράτειες, και συγκεκριμένα η αμπελουργική ζώνη Γ με την ιταλική επικράτεια. Πράγματι, όταν πρόκειται για μια ενότητα που αποτελείται από κράτη μέλη, όπως είναι η Ευρωπαϋκή Κοινότητα, είναι εύλογο να λαμβάνεται ως αφετηρία, προς εξυπηρέτηση διοικητικών αναγκών, το έδαφος αυτών των κρατών μελών, έστω και αν οι γεωγραφικές και οικονομικές συνθήκες δεν είναι ακριβώς οι ίδιες στα διάφορα τμήματα του εθνικού εδάφους, εκτός αν η επιλογή αυτή έρχεται σε προφανή δυσαρμονία με τις διαρθρώσεις του οικείου κράτους μέλους.
4 Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντά σε προδικαστικά ερωτήματα που δεν αφορούν ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι αντικειμενικώς αναγκαία για την απόφαση που καλείται να λάβει το αιτούν δικαστήριο. Αυτό συμβαίνει όταν είναι προφανές ότι η διάταξη της οποίας το κύρος αποτελεί το αντικείμενο της αιτήσεως δεν ασκεί επιρροή επί της επιλύσεως της διαφοράς της κύριας δίκης.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-375/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση της Pretura circondariale di Treviso, sezione distaccata di Conegliano (Ιταλία), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Galileo Zaninotto
και
Ispettorato Centrale Repressione Frodi - Ufficio di Conegliano - Ministero delle risorse agricole, alimentari e forestali,
"η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του άρθρου 1, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΚ) 343/94 της Επιτροπής, της 15ης Φεβρουαρίου 1994, για το άνοιγμα υποχρεωτικής αποστάξεως που προβλέπεται στο άρθρο 39 του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου και για την παρέκκλιση από ορισμένες σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής για την περίοδο 1993/94 (EE L 44, σ. 9), του άρθρου 1, παράγραφοι 1, στοιχείο γγ, 2 και 3, του κανονισμού (ΕΚ) 465/94 της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 1994, για τον καθορισμό, για την περίοδο 1993/94, των ποσοστών της παραγωγής επιτραπέζιου οίνου που παραδίδονται στην υποχρεωτική απόσταξη που αναφέρεται στο άρθρο 39 του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου για τις περιοχές 3 και 6 (EE L 58, σ. 2), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 610/94 της Επιτροπής, της 18ης Μαρτίου 1994 (EE L 77, σ. 12), του άρθρου 39, παράγραφοι 1 και 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (EE L 84, σ. 1), του άρθρου 4, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 441/88 της Επιτροπής, της 17ης Φεβρουαρίου 1988, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής για την υποχρεωτική απόσταξη που προβλέπεται στο άρθρο 39 του κανονισμού 822/87 (EE L 45, σ. 15), και του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3151/94 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μέτρου περαιτέρω παρέκκλισης κατά την περίοδο εμπορίας 1993/94 όσον αφορά την παράδοση από τους παραγωγούς των ποσοτήτων επιτραπέζιου οίνου τις οποίες πρέπει να παραδώσουν για την υποχρεωτική απόσταξη (EE L 332, σ. 32),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann (εισηγητή), πρόεδρο του πρώτου τμήματος, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, C. Gulmann, D. A. O. Edward, L. Sevσn και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο G. Zaninotto, εκπροσωπούμενος από τον Ivone Cacciavillani, δικηγόρο Βενετίας, και τον Antonio Cimino, δικηγόρο Πάδοβας,
- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή Umberto Leanza, προϋστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Danilo Del Gaizo, avvocato dello Stato,
- η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Santiago Ortiz Vaamonde, abogado del Estado,
- το Συμβούλιο της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τους Jan-Peter Hix και Antonio Tanca, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Paolo Ziotti, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Alberto Dal Ferro, δικηγόρο Βιτσέντσας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του G. Zaninotto, εκπροσωπούμενου από τους Ivone Cacciavillani και Antonio Cimino, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον Danilo del Gaizo, της Ισπανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον Santiago Ortiz Vaamonde, του Συμβουλίου, εκπροσωπούμενου από τον Antonio Tanca, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον Francesco Ruggeri Laderchi, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Alberto Dal Ferro, κατά τη συνεδρίαση της 26ης Μαρτίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Μαου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 2ας Νοεμβρίου 1996, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Νοεμβρίου 1996, η Pretura circondariale di Treviso, Sezione Distaccata di Conegliano, υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, διάφορα προδικαστικά ερωτήματα ως προς το κύρος του άρθρου 1, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΚ) 343/94 της Επιτροπής, της 15ης Φεβρουαρίου 1994, για το άνοιγμα υποχρεωτικής αποστάξεως που προβλέπεται στο άρθρο 39 του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου και για την παρέκκλιση από ορισμένες σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής για την περίοδο 1993/94 (EE L 44, σ. 9), του άρθρου 1, παράγραφοι 1, στοιχείο γγ, 2 και 3, του κανονισμού (ΕΚ) 465/94 της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 1994, για τον καθορισμό, για την περίοδο 1993/94, των ποσοστών της παραγωγής επιτραπέζιου οίνου που παραδίδονται στην υποχρεωτική απόσταξη που αναφέρεται στο άρθρο 39 του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου για τις περιοχές 3 και 6 (EE L 58, σ. 2), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 610/94 της Επιτροπής, της 18ης Μαρτίου 1994 (EE L 77, σ. 12), του άρθρου 39, παράγραφοι 1 και 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (EE L 84, σ. 1), του άρθρου 4, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 441/88 της Επιτροπής, της 17ης Φεβρουαρίου 1988, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής για την υποχρεωτική απόσταξη που προβλέπεται στο άρθρο 39 του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 (EE L 45, σ. 15), και του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3151/94 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μέτρου περαιτέρω παρέκκλισης κατά την περίοδο εμπορίας 1993/94 όσον αφορά την παράδοση από τους παραγωγούς των ποσοτήτων επιτραπέζιου οίνου τις οποίες πρέπει να παραδώσουν για την υποχρεωτική απόσταξη (EE L 332, σ. 32).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ ενός οινοπαραγωγού, ονόματι Zaninotto, και του Ispettorato Centrale Repressione Frodi - Ufficio di Conegliano - Ministero delle risorse agricole, alimentari e forestali (της Κεντρικής Επιθεωρήσεως πατάξεως της απάτης - Γραφείο του Conegliano - του ιταλικού Υπουργείου Γεωργικών, Επισιτιστικών και Δασικών Πόρων, στο εξής: Υπουργείο) σε σχέση με χρηματική ποινή που επιβλήθηκε στον Zaninotto, βάσει του εθνικού δικαίου, για παράβαση των κοινοτικών κανόνων περί υποχρεωτικής αποστάξεως των επιτραπέζιων οίνων. Ο Zaninotto ισχυρίζεται ότι είναι παράνομη η κοινοτική ρύθμιση που διέπει την υποχρέωση των Ιταλών παραγωγών να αποστάξουν ορισμένες ποσότητες επιτραπέζιων οίνων κατά την αμπελουργική περίοδο 1993/94.
Επί της κοινοτικής ρυθμίσεως
3 Για την αμπελοοινική παραγωγή της Κοινότητας έχει προβλεφθεί κοινή οργάνωση αγοράς δυνάμει του κανονισμού 822/87, ο οποίος εκδόθηκε βάσει των άρθρων 42 και 43 της Συνθήκης ΕΟΚ. Ο κανονισμός αυτός έχει τροποποιηθεί, μεταξύ άλλων, με τους κανονισμούς του Συμβουλίου (ΕΟΚ) 1972/87, της 2ας Ιουλίου 1987 (EE L 184, σ. 26), (ΕΟΚ) 1441/88, της 24ης Μαου 1988 (EE L 132, σ. 1), (EOK) 1236/89, της 3ης Μαου 1989 (EE L 128, σ. 31), (ΕΟΚ) 1325/90, της 14ης Μαου 1990 (EE L 132, σ. 19), (ΕΟΚ) 1734/91, της 13ης Ιουνίου 1991 (EE L 163, σ. 6), (ΕΟΚ) 1756/92, της 30ής Ιουνίου 1992 (EE L 180, σ. 27), και (ΕΟΚ) 1566/93, της 14ης Ιουνίου 1993 (EE L 154, σ. 39).
4 Ο τίτλος ΙΙΙ του κανονισμού 822/87 προβλέπει ένα καθεστώς τιμών και ορισμένους κανόνες που αφορούν τις παρεμβάσεις και άλλα μέτρα εξυγιάνσεως της αγοράς. Προς τον σκοπό συλλογής των στατιστικών στοιχείων που είναι αναγκαία για τη διαμόρφωση ορθής εικόνας για την κατάσταση στην αγορά, έχει καθιερωθεί ένα σύστημα δηλώσεως των συγκομιδών και των αποθεμάτων, καθώς και η κατάρτιση ενός ετήσιου ισοζυγίου προβλέψεων. Συναφώς, το άρθρο 31 του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:
«1. Πριν από τις 10 Δεκεμβρίου κάθε έτους, συντάσσεται ισοζύγιο προβλέψεων για να καθοριστούν οι πόροι και να εκτιμηθούν οι ανάγκες της Κοινότητας, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπόμενων εισαγωγών και εξαγωγών από και προς τρίτες χώρες.
2. Το ισοζύγιο προβλέψεων παρουσιάζει τους πόρους και τις ανάγκες σε οίνους της Κοινότητας (...).
3. Για κάθε αμπελουργική περίοδο, η Επιτροπή αποστέλλει στο Συμβούλιο οριστικό ισοζύγιο των πόρων και των κοινοτικών χρησιμοποιήσεων για την προηγούμενη αμπελουργική περίοδο.
4. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 83.»
5 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 6, του κανονισμού 822/87, η αμπελουργική περίοδος αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους και λήγει στις 31 Αυγούστου του επόμενου έτους.
6 Όσον αφορά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 31, παράγραφος 4, του κανονισμού 822/87, τα άρθρα 82 και 83 του κανονισμού αυτού ορίζουν τα εξής:
Άρθρο 82:
«1. Συνιστάται επιτροπή διαχείρισης των οίνων, καλούμενη στο εξής "επιτροπή", που αποτελείται από αντιπροσώπους των κρατών μελών και προεδρεύεται από αντιπρόσωπο της Επιτροπής.
2. Στην επιτροπή αυτή, οι ψήφοι των κρατών μελών σταθμίζονται σύμφωνα με το άρθρο 148, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Ο πρόεδρος δεν λαμβάνει μέρος στην ψηφοφορία.»
Άρθρο 83:
«1. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες γίνεται αναφορά στη διαδικασία που καθορίζεται στο παρόν άρθρο, η επιτροπή διαχείρισης των οίνων συγκαλείται από τον πρόεδρό της, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε μετά από αίτηση αντιπροσώπου κράτους μέλους.
2. Ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει σχέδιο για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Η επιτροπή διαχείρισης των οίνων διατυπώνει τη γνώμη της για τα μέτρα αυτά εντός προθεσμίας την οποία ο πρόεδρος μπορεί να καθορίζει σε συνάρτηση με τον επείγοντα χαρακτήρα των θεμάτων που υποβάλλονται για εξέταση, αποφαίνεται δε με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 148, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
3. Η Επιτροπή θεσπίζει μέτρα τα οποία μπορούν να εφαρμοστούν αμέσως (...).»
7 Προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα πλεονάσματα στην παραγωγή επιτραπέζιων οίνων, τα οποία δημιουργούν σοβαρή έλλειψη ισορροπίας στην αγορά, καθιερώθηκε, μεταξύ άλλων, η υποχρεωτική απόσταξη των επιτραπέζιων οίνων. Η ειδική σχετική ρύθμιση περιλαμβάνεται στο άρθρο 39 του κανονισμού 822/87, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1566/93.
«1. Όταν, για μια αμπελουργική περίοδο, η αγορά των επιτραπέζιων οίνων και των οίνων που είναι κατάλληλοι να δώσουν επιτραπέζιους οίνους παρουσιάζει σοβαρή ανισορροπία, αποφασίζεται η διεξαγωγή υποχρεωτικής απόσταξης επιτραπέζιων οίνων [και οίνων που είναι κατάλληλοι να δώσουν επιτραπέζιους οίνους].
Θεωρείται ότι υπάρχει σοβαρή έλλειψη ισορροπίας της αγοράς κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου:
α) όταν τα διαθέσιμα αποθέματα στην αρχή της περιόδου υπερβαίνουν κατά περισσότερο από τέσσερις μήνες τις συνήθεις χρήσεις ή
β) όταν η παραγωγή υπερβαίνει κατά περισσότερο από 9 % τις συνήθεις χρήσεις ή
γ) όταν ο σταθμισμένος μέσος όρος των αντιπροσωπευτικών τιμών όλων των τύπων επιτραπέζιων οίνων, στην αρχή μιας περιόδου και για χρονικό διάστημα που θα καθοριστεί, παραμένει κατώτερος του 82 % της τιμής προσανατολισμού.
2. Η Επιτροπή καθορίζει τις ποσότητες που πρέπει να παραδίδονται στην υποχρεωτική απόσταξη για να εξαλειφθεί η πλεονασματική παραγωγή και έτσι να αποκατασταθεί η ομαλή κατάσταση της αγοράς, ιδίως σε ό,τι αφορά τα επίπεδα των προβλεπόμενων διαθέσιμων ποσοτήτων στο τέλος της περιόδου και τις τιμές.
3. Η συνολική ποσότητα που πρέπει να αποστάζεται και η οποία καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 κατανέμεται μεταξύ των διαφόρων περιοχών παραγωγής της Κοινότητας, ανά κράτος μέλος.
Η ποσότητα που πρέπει να αποστάζεται σε κάθε περιοχή παραγωγής είναι ανάλογη προς τη διαφορά που διαπιστώνεται μεταξύ:
- αφενός, της παραγωγής επιτραπέζιου οίνου και προϋόντων που προηγούνται του σταδίου παραγωγής του επιτραπέζιου οίνου και που θα καθοριστούν, [παραγωγής] η οποία έχει πραγματοποιηθεί στη σχετική περιοχή για τη συγκεκριμένη περίοδο, και,
- αφετέρου, ενός ενιαίου ποσοστού της μέσης παραγωγής επιτραπέζιου οίνου και προϋόντων που προηγούνται του σταδίου παραγωγής του επιτραπέζιου οίνου και που θα καθοριστούν, [παραγωγής] η οποία έχει πραγματοποιηθεί στη σχετική περιοχή κατά τη διάρκεια τριών διαδοχικών αμπελουργικών περιόδων αναφοράς.
Μέχρι το τέλος της περιόδου 1993/94,
- το ενιαίο ποσοστό είναι 85 %,
- οι διαδοχικές περίοδοι αναφοράς είναι οι περίοδοι 1981/82, 1982/83 και 1983/84.
(...)
4. Η ποσότητα που αποστάζεται και που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 κατανέμεται μεταξύ των διαφόρων παραγωγών επιτραπέζιου οίνου της κάθε περιοχής παραγωγής.
Για τους παραγωγούς που υπόκεινται στην υποχρεωτική απόσταξη, η ποσότητα που αποστάζεται ισοδυναμεί με καθοριζόμενο ποσοστό της παραγωγής τους σε επιτραπέζιο οίνο και σε προϋόντα που προηγούνται του σταδίου παραγωγής του επιτραπέζιου οίνου και που θα καθοριστούν, όπως αναφέρεται στη δήλωση παραγωγής τους.
Το ποσοστό αυτό:
- προκύπτει από προοδευτική κλίμακα που καθορίζεται ανάλογα με την ανά εκτάριο απόδοση και μπορεί να διαφέρει στις διάφορες περιοχές ανάλογα με τις αποδόσεις που σημειώθηκαν στο παρελθόν.
(...)
5. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τις ποσότητες επιτραπέζιου οίνου που παράγονται σε κάθε περιοχή παραγωγής, η οποία οριοθετείται σύμφωνα με την παράγραφο 9· οι ποσότητες αυτές κατατάσσονται ανά κατηγορία απόδοσης. Τα στοιχεία αυτά καταρτίζονται με βάση τις δηλώσεις παραγωγής που αναφέρονται στο άρθρο 3.
Με βάση τις γνωστοποιήσεις αυτές:
α) καθορίζεται η συνολική ποσότητα που πρέπει να αποστάζεται στην Κοινότητα,
β) κατανέμεται η ποσότητα αυτή μεταξύ των περιοχών παραγωγής που αναφέρονται στην παράγραφο 3,
γ) καθορίζεται, σε συνεργασία με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, το ποσοστό απόσταξης που πρέπει να επιβληθεί στην παραγωγή κάθε οινοπαραγωγού, που υπόκειται στη ρύθμιση, έτσι ώστε να επιτευχθεί ο όγκος της απόσταξης που προβλέπεται για κάθε περιοχή.
(...)
9. Σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 83:
(...)
- αποφασίζεται να πραγματοποιηθεί η απόσταξη που αναφέρεται στην παράγραφο 1,
- καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου 2 και η συνολική ποσότητα για απόσταξη που αναφέρεται στην παράγραφο αυτή,
- καθορίζονται τα κριτήρια για την οροθέτηση των καταταγμένων ανά κράτος μέλος περιοχών παραγωγής, που αναφέρονται στην παράγραφο 3, καθώς και τα όρια των περιοχών αυτών,
- καθορίζεται το ενιαίο ποσοστό και οι διαδοχικές περίοδοι αναφοράς, καθώς και η κατανομή των προς απόσταξη ποσοτήτων μεταξύ των καταταγμένων ανά κράτος μέλος περιοχών που αναφέρονται στην παράγραφο 3,
- καθορίζεται η προοδευτική κλίμακα και τα ποσοστά που αναφέρονται στην παράγραφο 4,
(...).
11. Εάν κατά τη διάρκεια των περιόδων 1987/88 έως 1993/94, εμφανισθούν δυσχέρειες που είναι δυνατόν να θέσουν σε κίνδυνο την πραγματοποίηση ή την ισόρροπη εφαρμογή της υποχρεωτικής απόσταξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική εφαρμογή της απόσταξης θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 83.
Αυτά τα μέτρα:
(...)
β) μπορούν να περιλαμβάνουν προσαρμογή του ποσοστού 85 %, που αναφέρεται στην παράγραφο 3, τρίτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, μόνο στο μέτρο που, για μια ορισμένη αμπελουργική περίοδο, η αναλογία μεταξύ των διαθέσιμων ποσοτήτων και των ποσοτήτων του επιτραπέζιου οίνου που συνήθως χρησιμοποιούνται αλλάζει αισθητά σε σύγκριση με εκείνη των περιόδων αναφοράς που αναφέρεται στην παράγραφο 3, τρίτο εδάφιο.»
8 Με τον κανονισμό 441/88 η Επιτροπή θέσπισε ορισμένα μέτρα για τη διασαφήνιση των λεπτομερειών της υποχρεωτικής αποστάξεως που είχε επιβληθεί με τον κανονισμό 822/87. Συγκεκριμένα, το άρθρο 4 του κανονισμού 441/88 ορίζει τα εξής:
«1. Οι περιοχές παραγωγής που αναφέρονται στο άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 καθορίζονται λαμβανομένων υπόψη, αφενός, των συνθηκών παραγωγής και του κλίματος και, αφετέρου, των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των κρατών μελών σε διοικητικό και νομικό επίπεδο, ιδίως όσον αφορά την εσωτερική οργάνωση των οινοποιητικών συνεταιρισμών και των ομάδων παραγωγών.
(...)»
9 Η παράγραφος 2 του ανωτέρω άρθρου ορίζει τις περιοχές παραγωγής της Κοινότητας ως εξής: η περιοχή 1 αντιστοιχεί στη Γερμανία, η περιοχή 2 στο Λουξεμβούργο, η περιοχή 3 στη Γαλλία, η περιοχή 4 στην Ιταλία, η περιοχή 5 στην Ελλάδα και η περιοχή 6 στην Ισπανία. Στη συνέχεια περιελήφθη στον εν λόγω πίνακα η Πορτογαλία ως περιοχή 7.
10 Τέλος, το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 441/88 προβλέπει τα εξής:
«3. Οι μέσοι όροι παραγωγής επιτραπέζιου οίνου και των προϋόντων που λαμβάνονται πριν από την παραγωγή επιτραπέζιου οίνου, στις περιοχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2, κατά τη διάρκεια των τριών συνεχόμενων περιόδων 1981/82, 1982/83 και 1983/84, είναι οι ακόλουθοι:
- περιοχή 1: 1 341 700 εκατόλιτρα,
- περιοχή 2: 57 300 εκατόλιτρα,
- περιοχή 3: 40 182 000 εκατόλιτρα,
- περιοχή 4: 64 163 000 εκατόλιτρα,
- περιοχή 5: 4 632 000 εκατόλιτρα,
- περιοχή 6: 27 500 000 εκατόλιτρα.»
Στη συνέχεια περιελήφθη στον ανωτέρω πίνακα και ο μέσος όρος της περιοχής 7, ο οποίος ανερχόταν συνολικά σε 7 250 000 εκατόλιτρα.
11 Το άρθρο 5 του ίδιου αυτού κανονισμού ορίζει τα εξής:
«1. Βάσει των ανακοινώσεων των κρατών μελών που προβλέπονται στο άρθρο 39, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87, η παραγωγή επιτραπέζιου οίνου κάθε περιοχής κατανέμεται ανάλογα με τις κατηγορίες αποδόσεως. Οι κατηγορίες αυτές καθορίζονται λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο του επιτραπέζιου οίνου που πρέπει να αποσταχθεί στην εν λόγω περιοχή, καθώς και το ποσοστό που αντιπροσωπεύει αυτός ο όγκος σε σχέση με την παραγωγή του επιτραπέζιου οίνου της περιοχής. Οι προαναφερόμενες κατηγορίες καθορίζονται κυρίως βάσει των κατηγοριών αποδόσεων που προβλέπονται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3929/87.
2. Κατά την έναρξη της υποχρεωτικής απόσταξης καταρτίζεται, για κάθε περιοχή, προοδευτικός πίνακας ανάλογα με τις κατηγορίες απόδοσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Ο πίνακας αυτός καθορίζεται σε επίπεδο που εξασφαλίζει ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις εξαιρέσεις που προβλέπονται δυνάμει του άρθρου 9, ο συνολικός όγκος που προκύπτει από την εφαρμογή του στις ποσότητες που εμφαίνονται σε κάθε κατηγορία απόδοσης για μια περιοχή αντιστοιχεί με τον προς απόσταξη όγκο που προβλέπεται για την εν λόγω περιοχή.»
12 Το άρθρο 12 του ίδιου αυτού κανονισμού ρυθμίζει την εκ μέρους των οινοπαραγωγών παράδοση προς απόσταξη, ιδίως δε την προθεσμία παραδόσεως. Συγκεκριμένα, η προθεσμία πρέπει να πραγματοποιείται το αργότερο τον Ιούλιο της οικείας αμπελουργικής περιόδου.
13 Οι συνέπειες της μη τηρήσεως της προθεσμίας προβλέπονται από το άρθρο 23 του κανονισμού 441/88, που ορίζει τα εξής:
«Η λήξη των προθεσμιών (...) δεν προδικάζει καθόλου την περάτωση της υποχρέωσης απόσταξης των ποσοτήτων που οφείλονται από κάθε παραγωγό.
Μετά τη λήξη των εν λόγω προθεσμιών η τιμή αγοράς των ποσοτήτων που παραδίδονται, καθώς και η τιμή της αλκοόλης που λαμβάνεται και η οποία παραδίδεται στον οργανισμό παρεμβάσεως, μειώνονται κατά ποσό ίσο με την ενίσχυση που καθορίζεται για την εν λόγω απόσταξη, για την ουδέτερη αλκοόλη. Για τα προϋόντα της απόσταξης τα οποία δεν παραδίδονται στον οργανισμό παρέμβασης, δεν καταβάλλεται καμία ενίσχυση.»
14 Επειδή η Επιτροπή διαπίστωσε ότι για την αμπελουργική περίοδο 1993/94 τα στοιχεία του ισοζυγίου προβλέψεων έδειχναν ότι η κατάσταση χαρακτηριζόταν από σοβαρή έλλειψη ισορροπίας της αγοράς επιτραπέζιων οίνων, αποφάσισε να επιβάλει την υποχρεωτική απόσταξη για την εν λόγω περίοδο. Η απόφαση αυτή και οι τρόποι εφαρμογής της θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 343/94, του οποίου το άρθρο 1 προβλέπει τα εξής:
«1. Η απόσταξη που αναφέρεται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, του κανονισμού (EΟΚ) 822/87 αποφασίζεται για την περίοδο 1993/94.
2. Η συνολική ποσότητα επιτραπέζιου οίνου που πρόκειται να αποσταχθεί είναι 18 200 000 εκατόλιτρα.
3. Οι ποσότητες που πρόκειται να αποσταχθούν στις περιοχές που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού (EΟΚ) 441/88 της Επιτροπής είναι οι ακόλουθες:
- περιοχή 1: -
- περιοχή 2: -
- περιοχή 3:2 550 000 εκατόλιτρα,
- περιοχή 4:12 150 000 εκατόλιτρα,
- περιοχή 5:500 000 εκατόλιτρα,
- περιοχή 6:3 000 000 εκατόλιτρα,
- περιοχή 7: -
(...)»
15 Με τον κανονισμό 465/94 η Επιτροπή άρχισε να κατανέμει τις προς απόσταξη ποσότητες κάθε περιοχής μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών αποδόσεως. Επειδή η Ιταλική Δημοκρατία, όπως αναφέρεται στην έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, δεν είχε διαβιβάσει εγκαίρως τα στοιχεία σχετικά με την παραγωγή επιτραπέζιων οίνων και με την κατανομή της παραγωγής αυτής ανά κατηγορία αποδόσεως, οι ρυθμίσεις σχετικά με το κράτος μέλος αυτό θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 610/94.
Το άρθρο 1 του κανονισμού 465/94, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 610/94, ορίζει τα εξής:
«1. Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (EΟΚ) 441/88, η παραγωγή της εσοδείας 1993/94 κατανέμεται ανάλογα με τις ακόλουθες κατηγορίες απόδοσης:
(...)
γ) Περιοχή 4:
Παραγωγή που λαμβάνεται με απόδοση εκφρασμένη σε εκατόλιτρα ανά εκτάριο:
- κατώτερη ή ίση με 45:1 887 143 εκατόλιτρα,
- ανώτερη από 45 και όχι ανώτερη από 70:8 394 081 εκατόλιτρα,
- ανώτερη από 70 και όχι ανώτερη από 90:11 843 922 εκατόλιτρα,
- ανώτερη από 90 και όχι ανώτερη από 110:10 209 474 εκατόλιτρα,
- ανώτερη από 110 και όχι ανώτερη από 125:4 853 825 εκατόλιτρα,
- ανώτερη από 125 και όχι ανώτερη από 140:2 002 827 εκατόλιτρα,
- ανώτερη από 140 και όχι ανώτερη από 170:1 261 827 εκατόλιτρα,
- ανώτερη από 170 και όχι ανώτερη από 200:195 041 εκατόλιτρα,
- ανώτερη από 200:238 774 εκατόλιτρα.
2. (...)
Η μέση απόδοση της περιοχής παραγωγής 4 είναι 77 εκατόλιτρα ανά εκτάριο.»
16 Τέλος, το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 3151/94, του οποίου το κείμενο διορθώθηκε μεταγενέστερα (ΕΕ 1994, L 341, σ. 76), επεξέτεινε την προθεσμία για την παράδοση οίνου στην υποχρεωτική απόσταξη για την περίοδο 1993/94 κατά 140 ημέρες μετά την ημερομηνία της 11ης Σεπτεμβρίου 1994, δηλαδή την επεξέτεινε μέχρι τις 29 Ιανουαρίου 1995.
Επί της εθνικής ρυθμίσεως
17 Το άρθρο 4, παράγραφος 11, του ιταλικού νομοθετικού διατάγματος (decreto legge) της 7ης Σεπτεμβρίου 1987, το οποίο, κατόπιν τροποποιήσεων, κατέστη νόμος στις 4 Νοεμβρίου 1987 (στο εξής: ιταλικός νόμος), προβλέπει την επιβολή διοικητικής χρηματικής ποινής για την παράλειψη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αποστάξεως που απορρέει από το άρθρο 39 του κανονισμού 822/87 και από τις διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή του.
Επί της διαφοράς της κύριας δίκης
18 Ο G. Zaninotto είναι οινοπαραγωγός της περιοχής του Treviso. Στις 15 Φεβρουαρίου 1996 το Υπουργείο του επέβαλε χρηματική ποινή λόγω παραβάσεως του άρθρου 39 του κανονισμού 822/87, επειδή δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπείχε σχετικά με την υποχρεωτική απόσταξη επιτραπέζιων οίνων κατά την περίοδο 1993/94, δεδομένου ότι δεν είχε παραδώσει 379,47 εκατόλιτρα (hl) οίνου προς υποχρεωτική απόσταξη.
19 Στις 30 Απριλίου 1996 ο G. Zaninotto άσκησε ανακοπή κατά της ανωτέρω αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο αποφάσισε, λόγω των αμφιβολιών του ως προς το κύρος ορισμένων διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας περί υποχρεωτικής αποστάξεως επιτραπέζιων οίνων, να αναστείλει τη δίκη και να υποβάλει στο Δικαστήριο επτά προδικαστικά ερωτήματα ως προς το κύρος:
«1) του άρθρου 1, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 343/94 και του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και παράγραφος 3 (καθώς και του παραρτήματος, όσον αφορά την περιοχή 4), του κανονισμού (ΕΚ) 465/94, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 610/94 σε σχέση με την περιοχή 4, λόγω παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η οποία θεσπίστηκε με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, και λόγω παραβάσεως του άρθρου 23 του κανονισμού (ΕΟΚ) 441/88,
2) του άρθρου 1, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 343/94 και του άρθρου 1, παράγραφοι 1, 2 και 3, του κανονισμού 465/94, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 610/94, λόγω παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης,
3) του άρθρου 1, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 343/94 και του άρθρου 1, παράγραφοι 1, 2 και 3, του κανονισμού 465/94, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 610/94, λόγω παραβάσεως της νομοθετικής διατάξεως του άρθρου 31 του κανονισμού 822/87 και υπερβάσεως εξουσίας λόγω μη συνδρομής των αναγκαίων προϋποθέσεων,
4) του άρθρου 39, παράγραφος 4, του κανονισμού 822/87 λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον με τον κανονισμό αυτό προσδιορίζεται η ποσότητα που πρέπει να αποστάξει κάθε παραγωγός που υπέχει τη σχετική υποχρέωση, και από την άποψη της πλήρους ακαταλληλότητάς της για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού,
5) του άρθρου 4, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 441/88,
6) του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 3151/94 λόγω παραβάσεως του νόμου, λόγω παραβάσεως του άρθρου 39, παράγραφος 1, του κανονισμού 822/87 και λόγω μη πληρώσεως των προϋποθέσεων,
7) του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 3151/94 λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας της κοινοτικής δράσεως.»
Επί του πρώτου ερωτήματος
20 Το πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά το κύρος των διατάξεων με τις οποίες καθορίστηκε για την Ιταλία η συνολική ποσότητα των προς απόσταξη επιτραπέζιων οίνων για την αμπελουργική περίοδο 1993/94, ποσότητα που ανέρχεται σε 12 150 000 hl. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, πρώτον, κατά πόσον η Ιταλική Δημοκρατία δεν υπέστη δυσμενή μεταχείριση έναντι των άλλων κρατών μελών, δεύτερον, κατά πόσον οι επίμαχες διατάξεις εκδόθηκαν αυθαίρετα λόγω του ότι οι ιταλικές αρχές δεν είχαν παράσχει ακριβή στοιχεία και, τέλος, κατά πόσον η Επιτροπή μπορούσε να λάβει υπόψη, όσον αφορά τον υπολογισμό της συνολικής ποσότητας προς απόσταξη, τις ποσότητες οι οποίες, κατά παράβαση του νόμου, δεν είχαν αποσταχθεί κατά την προηγούμενη περίοδο και βρίσκονταν συνεπώς ακόμη εντός της αγοράς.
Επί του ενδεχομένου να έχει υποστεί η Ιταλική Δημοκρατία δυσμενή διάκριση έναντι των λοιπών κρατών μελών
21 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το άρθρο 1, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 343/94, καθώς και το άρθρο 1, παράγραφοι 1, στοιχείο γγ, και 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 465/94, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 610/94, τα οποία καθορίζουν την προς απόσταξη ποσότητα της Ιταλίας, καθώς και την κατανομή της ποσότητας αυτής εντός του κράτους αυτού, αντιβαίνουν αφενός προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η οποία διακηρύσσεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, και αφετέρου προς το άρθρο 23 του κανονισμού 441/88, το οποίο προβλέπει ότι η λήξη των προθεσμιών δεν προδικάζει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αποστάξεως των ποσοτήτων που οφείλονται από κάθε παραγωγό.
22 Ο ανακόπτων της κύριας δίκης και η Ιταλική Κυβέρνηση φρονούν ότι ο προσδιορισμός της συνολικής προς απόσταξη ποσότητας της Ιταλίας είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία διακρίσεων κατά την κατανομή της υποχρεώσεως αποστάξεως μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών και υπήρξε ιδιαίτερα αρνητικός για την Ιταλία. Κατά τον κανονισμό 343/94, τα δύο τρία των 18 200 000 hl οίνων που επρόκειτο να αποσταχθούν στην Κοινότητα κατά την περίοδο 1993/94 αφορούσαν την Ιταλία, ενώ η παραγωγή του κράτους αυτού υπολειπόταν κατά πολύ των δύο τρίτων της συνολικής παραγωγής της Κοινότητας. Οι Ιταλοί οινοπαραγωγοί υποχρεώθηκαν συνεπώς να αποστάξουν πολύ μεγαλύτερη ποσότητα οίνων απ' ό,τι οι οινοπαραγωγοί άλλων κρατών μελών, όπου οι συνθήκες παραγωγής ήσαν παρόμοιες. Ο ανακόπτων και η Ιταλική Κυβέρνηση δεν κατανοούν τους υπολογισμούς της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή φαίνεται να εφάρμοσε διαφορετικό ποσοστό αναφοράς στα διάφορα κράτη μέλη, προκειμένου να προσδιορίσει τις προς απόσταξη ποσότητες, πράγμα που δεν προβλέπεται από την ισχύουσα ρύθμιση. Εξάλλου, η Επιτροπή ουδέποτε αποκάλυψε το ποσοστό αναφοράς στο οποίο στηρίχθηκε. Μολονότι το αρχικό ποσοστό του 85 % που προβλέπεται στο άρθρο 39, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 822/87 μπορεί να προσαρμόζεται υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 11 του εν λόγω άρθρου, η Επιτροπή οφείλει εντούτοις να εξηγεί τουλάχιστον τα κριτήρια αυτά και να τα εφαρμόζει χωρίς να δημιουργεί διακρίσεις.
23 Ο ανακόπτων της κύριας δίκης και η Ιταλική Κυβέρνηση παραπέμπουν συναφώς στην απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1984, 106/83, Sermide (Συλλογή 1984, σ. 4209), από την οποία συνάγεται ότι τα διάφορα στοιχεία της κοινής οργανώσεως αγοράς δεν είναι δυνατόν να διαφοροποιούνται ανάλογα με τις περιοχές και τις λοιπές συνθήκες παραγωγής ή καταναλώσεως παρά μόνο βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, τα οποία εξασφαλίζουν στους ενδιαφερόμενους αναλογική κατανομή των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ των εδαφών των κρατών μελών. Είναι προφανές ότι η Επιτροπή έχει παραβιάσει την ανωτέρω αρχή.
24 Η Επιτροπή υπενθυμίζει κατ' αρχάς ότι η κοινοτική παραγωγή επιτραπέζιων οίνων κατά την περίοδο 1993/94 εμφάνιζε ιδιαίτερα μεγάλα πλεονάσματα μέχρι τον Ιανουάριο 1994 και επομένως έπρεπε να επιβληθεί η υποχρέωση αποστάξεως, προκειμένου να διασφαλιστεί η αξία και η ποιότητα των επιτραπέζιων οίνων. Δεδομένου ότι η παραγωγή της Ιταλικής Δημοκρατίας ήταν πολύ μεγαλύτερη απ' ό,τι η παραγωγή οποιασδήποτε άλλης περιοχής, το βάρος της αποστάξεως που θα έφερε η Ιταλία έπρεπε συνεπώς να είναι ανάλογο προς τη συνολική παραγωγή της.
25 Συναφώς η Επιτροπή παρέθεσε, κατόπιν γραπτής ερωτήσεως του Δικαστηρίου, τις μεθόδους που εφάρμοσε για τους υπολογισμούς της. Από την απάντηση της Επιτροπής προκύπτει ότι, σύμφωνα με το ισοζύγιο προβλέψεων για την περίοδο 1993/94 (που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 1994, C 49, σ. 12), η συνολική παραγωγή της Κοινότητας σε επιτραπέζιους οίνους ανερχόταν σε 98 610 000 hl, από τα οποία τα 91 365 000 hl προορίζονταν για οινοποίηση. Η παραγωγή επιτραπέζιων οίνων, χωρίς το οινικό παρακράτημα και τις απώλειες, εκτιμήθηκε σε 87 385 000 hl, ενώ οι συνήθεις χρησιμοποιήσεις οι οποίες, κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 441/88, συνίστανται στο άθροισμα των ποσοτήτων που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση, για βιομηχανικούς σκοπούς και για εξαγωγή, μείον τις εισαγόμενες ποσότητες οίνων, εκτιμήθηκαν σε 79 807 000 hl. Κατά συνέπεια, το συνολικό πλεόνασμα της οικείας περιόδου ανερχόταν σε 7 578 000 hl (87 385 000 hl - 79 807 000 hl = 7 578 000 hl). Αν ληφθούν υπόψη τα αποθέματα στην αρχή της περιόδου εμπορίας, που ανέρχονταν σε 46 886 000 hl, και τα αποθέματα στο τέλος της περιόδου, που ανέρχονταν κατ' εκτίμηση σε 33 253 000 hl, το πλεόνασμα των αποθεμάτων ανερχόταν σε 13 633 000 hl. Το συνολικό πλεόνασμα που έπρεπε συνεπώς να εξαλειφθεί ισούνταν με τη διαφορά μεταξύ του συνόλου των διαθέσιμων ποσοτήτων (87 385 000 hl + 46 886 000 hl = 134 271 000 hl) και του συνόλου των αναγκών της αμπελουργικής περιόδου (79 807 000 hl + 33 253 000 hl = 113 060 000 hl), δηλαδή με 21 211 000 hl.
26 Η Επιτροπή εκθέτει στη συνέχεια ότι το ποσοστό αναφοράς του 85 %, το οποίο προβλεπόταν αρχικά από το άρθρο 39, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 822/87, έπρεπε να προσαρμοστεί για να ληφθεί υπόψη η μεταβολή της καταναλώσεως, η οποία είχε μειωθεί σημαντικά με το πέρασμα του χρόνου. Η προσαρμογή αυτή προβλέπεται από το άρθρο 39, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο ββ, του κανονισμού 822/87, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1972/87, το οποίο επιτρέπει την προσαρμογή του ποσοστού, εφόσον σε συγκεκριμένη αμπελουργική περίοδο η σχέση μεταξύ των διαθέσιμων ποσοτήτων και των συνήθων χρησιμοποιήσεων επιτραπέζιου οίνου έχει μεταβληθεί αισθητά σε σχέση με το ποσοστό των περιόδων αναφοράς, πράγμα που συνέβη εν προκειμένω.
27 Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έπρεπε να καθοριστεί, για την αμπελουργική περίοδο 1993/94, η σχέση μεταξύ της συνήθους χρησιμοποιήσεως, που ισούνταν με 79 807 000 hl, και της συνολικής κοινοτικής ποσότητας αναφοράς, την οποία προέβλεπε το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 441/88, δηλαδή των 145 069 000 hl (δεδομένου ότι η περιοχή 2, που αντιστοιχεί στο Λουξεμβούργο, δεν είχε ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό λόγω της χαμηλής παραγωγής της). Το ποσοστό που προέκυψε ανερχόταν σε 55,01 % (79 807 000 hl, πολλαπλασιαζόμενα με το 100 και διαιρούμενα στη συνέχεια με τα 145 069 000 hl).
28 Το ποσοστό αυτό έπρεπε να εφαρμοστεί ομοιόμορφα στην ποσότητα αναφοράς κάθε περιοχής, όπως προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 441/88. Λόγω της διαφοράς μεταξύ της ετήσιας παραγωγής κάθε περιοχής και της ποσότητας αναφοράς, όπως είχε διαμορφωθεί μετά την προσαρμογή της, η συμβολή κάθε περιοχής στη δημιουργία της συνολικής διαφοράς υπολογίστηκε ως εξής:
Κράτος μέλος
Ποσότητα αναφοράς
Ποσότητα αναφοράς περιόδου 1993/94
Παραγωγή 1993
Πλεόνασμα
Διαφορά επί τοις %
D
F
I
GR
E
P
1 342
40 182
64 163
4 632
27 500
7 250
738
22 104
35 296
2 548
15 128
3 988
630
23 500
45 025
3 645
15 490
3 050
-
1 396
9 729
1 097
362
-
-
11,09
77,31
8,72
2,88
-
Σύνολο
145 069
79 802
91 365
12 584
100,00
29 Η σχετικά μεγάλη συμβολή της Ιταλικής Δημοκρατίας έναντι των άλλων κρατών μελών οφείλεται συνεπώς στον εξαιρετικά μεγάλο όγκο των πλεονασμάτων στην Ιταλία.
30 Όσον αφορά την κατανομή της υποχρεώσεως αποστάξεως, η Επιτροπή αναφέρει, τέλος, ότι ο συνολικός όγκος των πλεονασμάτων, ίσος με 21 200 000 hl, κατανεμήθηκε μεταξύ της υποχρεωτικής αποστάξεως (18 200 000 hl) και της εθελοντικής αποστάξεως στηρίξεως (3 000 000 hl), η οποία προβλέπεται στο άρθρο 38 του κανονισμού 822/87. Έτσι, στην Ιταλική Δημοκρατία επιβλήθηκε υποχρέωση αποστάξεως 14 070 420 hl (77,31 % των 18 200 000 hl). Κατόπιν των συζητήσεων που διεξήχθησαν στο πλαίσιο της επιτροπής διαχειρίσεως των οίνων, η οποία συγκλήθηκε σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 82 και 83 του κανονισμού 822/87, η προς απόσταξη ποσότητα της Ιταλίας μάλιστα μειώθηκε κάπως, δηλαδή από 14 070 420 hl σε 12 150 000 hl, με αντάλλαγμα τη μειωμένη συμμετοχή της στην απόσταξη στηρίξεως.
31 Συναφώς διαπιστώνεται ότι από τους υπολογισμούς αυτούς δεν προκύπτει καμία διαφορετική και δυσμενής μεταχείριση της Ιταλικής Δημοκρατίας έναντι των λοιπών κρατών μελών. Αντίθετα, η επιτροπή διαχειρίσεως των οίνων αποφάσισε μάλιστα να μειώσει την προς απόσταξη ποσότητα της Ιταλίας (από 14 070 420 hl σε 12 150 000 hl). Κατά συνέπεια, το άρθρο 1, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 343/94 δεν είχε ως αποτέλεσμα, αν ληφθεί υπόψη το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, τη δυσμενή διάκριση της Ιταλικής Δημοκρατίας έναντι των λοιπών κρατών μελών. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι το άρθρο 1, παράγραφοι 1, στοιχείο γγ, και 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 465/94, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 610/94, που προβλέπει διαφορετικές κατηγορίες αποδόσεως ανά εκτάριο για την περιοχή της Ιταλίας, αντιβαίνει προς την ανωτέρω διάταξη.
32 Όσον αφορά το άρθρο 23 του κανονισμού 441/88, για το οποίο επίσης προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι παραβιάστηκε, ενδείκνυται να υπενθυμιστεί ότι η διάταξη αυτή προβλέπει ότι η λήξη των προθεσμιών παραδόσεως του οίνου προς απόσταξη στις 15 ή στις 31 Ιουλίου κάθε έτους «δεν προδικάζει καθόλου την περάτωση της υποχρέωσης απόσταξης των ποσοτήτων που οφείλονται από κάθε παραγωγό».
33 Δεν διασαφηνίστηκε όμως για ποιο λόγο αντέβαιναν προς το άρθρο 23 του κανονισμού 441/88 οι διατάξεις για τον προσδιορισμό της συνολικής προς απόσταξη ποσότητας της Ιταλίας καθώς και για την κατανομή της ποσότητας αυτής εντός του κράτους αυτού. Κατά συνέπεια, αφού δεν υφίσταται προφανές ασυμβίβαστο μεταξύ των εν λόγω διατάξεων και του άρθρου 23 του κανονισμού 441/88, το επιχείρημα περί παραβάσεως του τελευταίου αυτού άρθρου δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
Επί της ανακρίβειας των στοιχείων που διαβίβασε η Ιταλική Δημοκρατία
34 Επ' αυτού ο ανακόπτων της κύριας δίκης φρονεί ότι η υποχρέωση αποστάξεως της προσδιορισθείσας ποσότητας οίνων δημιούργησε διακρίσεις σε βάρος των Ιταλών οινοπαραγωγών, διότι η ποσότητα των 12 150 000 hl υπολογίστηκε βάσει ανακριβών εθνικών στοιχείων. Οι διαθέσιμες ποσότητες που διαπιστώθηκαν κατά το τέλος της προηγούμενης αμπελουργικής περιόδου, δηλαδή της περιόδου 1992/93, είχαν υπερβεί κατά 80 % τις προβλέψεις, πράγμα που αποδεικνύει ότι η Επιτροπή είχε βασιστεί σε προφανώς εσφαλμένο ισοζύγιο προβλέψεων.
35 Ο ανακόπτων της κύριας δίκης εκθέτει ότι στις 15 Φεβρουαρίου 1994, ημερομηνία εκδόσεως του κανονισμού 343/94, για το άνοιγμα υποχρεωτικής αποστάξεως για την περίοδο 1993/94, η Επιτροπή δεν διέθετε ακόμα τα σχετικά με την παραγωγή επιτραπέζιων οίνων στοιχεία που έπρεπε να της έχει διαβιβάσει η Ιταλική Δημοκρατία. Συναφώς ο ανακόπτων υπενθυμίζει ότι, όπως προκύπτει από την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 465/94, την 1η Μαρτίου 1994 η Ιταλία δεν είχε ακόμη διαβιβάσει τα εν λόγω στοιχεία. Τα στοιχεία όμως αυτά ήταν αναγκαία για τον προσδιορισμό των συνολικών προς απόσταξη ποσοτήτων εντός της Κοινότητας και για την κατανομή τους μεταξύ των διαφόρων περιοχών παραγωγής.
36 Συναφώς πρέπει να υπενθυμιστεί ότι με την τρίτη αιτιολογική σκέψη του ισοζυγίου προβλέψεων για την αμπελουργική περίοδο 1993/94 διαπιστώνεται ότι τα κράτη μέλη είχαν ανακοινώσει στην Επιτροπή τα δεδομένα σχετικά με τις δηλώσεις παραγωγής και αποθεμάτων προϋόντων του αμπελοοινικού τομέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 3929/87 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1987, σχετικά με τις δηλώσεις εσοδείας, παραγωγής και αποθεμάτων προϋόντων του αμπελοοινικού τομέα (EE L 369, σ. 59).
37 Κατά το άρθρο 8 του εν λόγω κανονισμού, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή, εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο ίδιο αυτό άρθρο, την ανακεφαλαίωση των δηλώσεων εσοδείας, παραγωγής και αποθεμάτων των παραγωγών, καθώς και τα οριστικά αποτελέσματα της κατανομής της παραγωγής σύμφωνα με τις κατηγορίες αποδόσεως της παραγωγής επιτραπέζιων οίνων στο έδαφός τους.
38 Μολονότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε διαβιβάσει μέχρι την 1η Μαρτίου 1994 τα στοιχεία σχετικά με την παραγωγή επιτραπέζιων οίνων και σχετικά με την κατανομή της παραγωγής αυτής ανά κατηγορία αποδόσεως, όπως διαπιστώνεται με την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 465/94, εντούτοις η Επιτροπή διέθετε, κατά τον χρόνο του ανοίγματος της υποχρεωτικής αποστάξεως, τα στοιχεία που είχαν διαβιβάσει τα κράτη μέλη, άρα και η Ιταλική Δημοκρατία, προκειμένου να καταρτίσει το ισοζύγιο προβλέψεων.
39 Πράγματι, όπως προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 343/94, το ισοζύγιο προβλέψεων είχε καταρτιστεί τουλάχιστον πριν από τις 15 Φεβρουαρίου 1994. Κατά την ημερομηνία όμως αυτή η Επιτροπή διέθετε τα στοιχεία των κρατών μελών σχετικά με τις δηλώσεις εσοδείας και αποθεμάτων των προϋόντων του αμπελοοινικού τομέα και διέθετε επίσης, όπως προκύπτει ειδικότερα από τη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως, ενδείξεις σχετικά με την αμπελοοινική παραγωγή, οι οποίες της είχαν διαβιβαστεί από τα κράτη μέλη.
40 Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί ανακρίβειας των στοιχείων που είχαν παράσχει οι ιταλικές αρχές, επισημαίνεται ότι, εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι οι διαθέσιμες ποσότητες που διαπιστώθηκαν κατά τη λήξη της περιόδου 1992/93 υπερέβαιναν κατά 80 % τις προβλέψεις δεν έχει σημασία προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσον το ισοζύγιο προβλέψεων για την περίοδο 1993/94 ανταποκρινόταν στην αλήθεια.
41 Κατά συνέπεια, δεν αποδείχθηκε ότι τα παρασχεθέντα από τις ιταλικές αρχές στοιχεία ήσαν ανακριβή. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα στοιχεία αυτά ήσαν ανακριβή, ο ανακόπτων της κύριας δίκης δεν προσκόμισε, εν πάση περιπτώσει, κανένα στοιχείο προς απόδειξη του ότι η κατά τους ισχυρισμούς του ανακρίβεια των παρασχεθέντων από τις ιταλικές αρχές στοιχείων απέβη σε βάρος των Ιταλών παραγωγών και όχι υπέρ αυτών.
Επί της μεταφοράς των μη αποσταχθεισών ποσοτήτων από τη μία αμπελουργική περίοδο στην άλλη
42 Ο ανακόπτων της κύριας δίκης ισχυρίζεται ακόμη ότι ο καταλογισμός ολόκληρης της προς απόσταξη ποσότητας στην Ιταλία προκάλεσε επίσης διάκριση σε βάρος των οινοπαραγωγών που υπείχαν την υποχρέωση αποστάξεως, διότι υποχρεώθηκαν να φέρουν το βάρος των ποσοτήτων επιτραπέζιων οίνων που έπρεπε να έχουν αποσταχθεί από άλλους παραγωγούς (που όμως δεν είχαν εκπληρώσει την υποχρέωσή τους) κατά τη διάρκεια της προηγούμενης αμπελουργικής περιόδου. Οι ποσότητες αυτές, οι οποίες βρίσκονταν ακόμη στην αγορά κατά το επόμενο έτος, θεωρήθηκαν ως μέρος των αποθεμάτων της τρέχουσας αμπελουργικής περιόδου, πράγμα που σημαίνει ότι, αφού ελήφθησαν υπόψη, νοθεύτηκε ο υπολογισμός της ποσότητας που έπρεπε πλέον να αποσταχθεί («αποτέλεσμα της μεταγγίσεως»). Κατά συνέπεια, ο υπολογισμός αυτός είναι παράνομος.
43 Κατά τον ανακόπτοντα της κύριας δίκης, οι παραγωγοί που εκπλήρωσαν την υποχρέωσή τους δεν πρέπει να υφίστανται ζημία επ' ωφελεία όσων παρέβησαν τον νόμο. Το επίμαχο μέτρο είχε ως συνέπεια ότι οι καλόπιστοι παραγωγοί αναγκάστηκαν να αγοράσουν οίνους από τους συναδέλφους τους, προκειμένου να προβούν στην απόσταξή του, αφού είχαν ήδη πωλήσει την παραγωγή τους. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε μια αγορά αποστάξεως, από την οποία επωφελήθηκαν ορισμένοι οργανωμένοι απατεώνες.
44 Η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί συναφώς ότι η κατανομή των βαρών είναι αναπόφευκτη, προκειμένου το σύστημα να μπορεί να λειτουργεί κάθε έτος και να γίνεται αναλογική κατανομή σε όλους τους τομείς. Επιπλέον, ένας παραγωγός όψιμων οίνων, όπως ο ανακόπτων της κύριας δίκης, δεν μπορεί να επικαλείται ως πρόσχημα την εν λόγω αύξηση της προς απόσταξη ποσότητας κατά την επόμενη αμπελουργική περίοδο για να μην εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του.
45 Κατά την Επιτροπή, κατά τον υπολογισμό των αποθεμάτων οίνων εντός της αγοράς πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ποσότητες που δεν αποστάχθηκαν κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας και οι οποίες έχουν διατεθεί προς πώληση και βρίσκονται επομένως ακόμη εντός της αγοράς. Η Επιτροπή παραπέμπει συναφώς στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 343/94, κατά την οποία «δεδομένων των τιμών και του επιθυμητού επιπέδου των διαθέσιμων ποσοτήτων κατά το τέλος της περιόδου, κρίνεται απαραίτητη για την Κοινότητα η απόσταξη 18 200 000 εκατόλιτρων επιτραπέζιου οίνου· ο όγκος αυτός καθορίζεται βάσει του ισοζυγίου προβλέψεων, για να ληφθεί υπόψη η κατάσταση ανισορροπίας η οποία χαρακτηρίζεται κυρίως από τη μεταφορά αποθεμάτων από τη μία αμπελουργική περίοδο στην άλλη, που υπερβαίνουν τις εκτιμήσεις που ελήφθησαν ως βάση για τον υπολογισμό των σχετικών με την εν λόγω περίοδο δημοσιονομικών στοιχείων». Η Επιτροπή εκθέτει ότι, αν ο οίνος που δεν αποστάχθηκε κατά την προηγούμενη αμπελουργική περίοδο παρέμενε επ' αόριστο στην αγορά, χωρίς να ενσωματώνεται στο απόθεμα του επόμενου έτους, θα διακυβεύονταν οι επιδιωκόμενοι με την υποχρεωτική απόσταξη σκοποί και θα ζημιώνονταν όλοι οι παραγωγοί, ιδίως δε όσοι εκπλήρωσαν νομότυπα την υποχρέωσή τους, οι οποίοι θα διέτρεχαν τον κίνδυνο, λόγω της παραβάσεως που τέλεσαν άλλοι παραγωγοί, να έχουν προβεί ματαίως στην απόσταξη, αφού δεν θα είχε πραγματοποιηθεί η εξυγίανση της αγοράς· επομένως, η επίτευξη του σκοπού αυτού δικαιολογούσε τον συνυπολογισμό των αποθεμάτων της προηγούμενης αμπελουργικής περιόδου. Το εν λόγω πλεόνασμα δεν επιβάρυνε μόνο τους Ιταλούς παραγωγούς, αλλά ανακατανεμήθηκε μεταξύ όλων των κοινοτικών παραγωγών, σύμφωνα με την αρχή της αλληλεγγύης, πράγμα που είναι σύμφωνο με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όπως η αρχή αυτή έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο. Ανεξάρτητα από τις βαριές κυρώσεις σε βάρος των παραγωγών που δεν εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους, είναι ιδιαίτερα επιτακτική η ανάγκη να αποσυρθούν από την αγορά οι μη αποσταχθείσες ποσότητες, προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός του συστήματος.
46 Συναφώς είναι σκόπιμο να υπενθυμιστεί ότι τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σε θέματα κοινής γεωργικής πολιτικής, λαμβανομένων υπόψη των ευθυνών που τους αναθέτει η Συνθήκη (βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-133/93, C-300/93 και C-362/93, Crispoltoni κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. Ι-4863, σκέψη 31). Έτσι, ο εξουσιοδοτικός κανόνας που περιέχεται στο άρθρο 39, παράγραφος 2, του κανονισμού 822/87 παρέχει στην Επιτροπή ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για τον προσδιορισμό των προς απόσταξη ποσοτήτων, προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός της εξυγιάνσεως της αμπελοοινικής αγοράς.
47 Στο πλαίσιο της επιδιώξεως του σκοπού αυτού, όλοι οι παραγωγοί της Κοινότητας, ανεξαρτήτως του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένοι, πρέπει να υφίστανται αλληλεγγύως και ισομερώς τις συνέπειες των αποφάσεων που καλούνται να λάβουν τα κοινοτικά όργανα κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο να εμφανιστεί στην αγορά διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ της παραγωγής και των δυνατοτήτων διαθέσεως (προπαρατεθείσα απόφαση Crispoltoni κ.λπ., σκέψη 52).
48 Κατά συνέπεια, δεν προκύπτει ότι η μεταφορά των μη αποσταχθεισών ποσοτήτων από τη μία αμπελουργική περίοδο στην άλλη, στην οποία προέβη η Επιτροπή, προκάλεσε διακρίσεις μεταξύ των οινοπαραγωγών που υπείχαν την υποχρέωση αποστάξεως.
Επί του δεύτερου ερωτήματος
49 Με το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατά πόσον το άρθρο 1, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 343/94 και το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, και παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 465/94, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 610/94, είναι ανίσχυρα λόγω παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η άνιση κατανομή της προς απόσταξη ποσότητας, οι προφανείς ανακρίβειες που υπεισήλθαν στον υπολογισμό της ανωτέρω ποσότητας, καθώς και η μεταφορά των μη αποσταχθεισών ποσοτήτων της περιόδου 1992/93 στα αποθέματα της περιόδου 1993/94 συνιστούν προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των Ιταλών οινοπαραγωγών, οι οποίοι προσδοκούσαν, αφού είχαν τηρήσει την υποχρέωση αποστάξεως κατά την περίοδο 1992/93, ότι δεν θα τους επιβάλλονταν στη συνέχεια και άλλες επιβαρύνσεις, οι οποίες αφορούσαν στην πραγματικότητα την περίοδο 1992/93 και τους επιβλήθηκαν για τον λόγο και μόνο ότι ορισμένοι οινοπαραγωγοί δεν είχαν συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις τους.
50 Κατά πάγια νομολογία, στις κοινές οργανώσεις αγορών, οι οποίες, λόγω του αντικειμένου τους, προσαρμόζονται συνεχώς σε συνάρτηση με τις μεταβολές της οικονομικής καταστάσεως, οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να έχουν την πεποίθηση ότι δεν θα θεσπιστούν κανόνες της πολιτικής αγορών ή της διαρθρωτικής πολιτικής που να επιβάλλουν περιορισμούς (βλ. απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 1996, C-63/93, Duff κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. Ι-569, σκέψη 20). Επιπλέον, δεν επιτρέπεται η επίκληση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης κατά κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως παρά μόνον εφόσον η ίδια η Κοινότητα δημιούργησε μια κατάσταση που μπορούσε να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στους διοικουμένους (βλ. απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 1992, C-177/90, Kόhn, Συλλογή 1992, σ. Ι-35, σκέψη 14). Τα επιχειρήματα όμως που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο προς στήριξη του ισχυρισμού περί παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των Ιταλών οινοπαραγωγών και με τα οποία εξάλλου συμφωνεί ο ανακόπτων της κύριας δίκης δεν είναι ικανά να αποδείξουν ότι η Κοινότητα δημιούργησε μια τέτοια συγκεκριμένη κατάσταση.
Επί του τρίτου ερωτήματος
51 Με το τρίτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατά πόσον το άρθρο 1, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 343/94 και το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, και παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 465/94, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 610/94, είναι ανίσχυρα λόγω υπερβάσεως εξουσίας εκ μέρους της Επιτροπής και ιδίως λόγω παραβάσεως του άρθρου 31 του κανονισμού 822/87.
52 Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν ο εκ μέρους της Επιτροπής προσδιορισμός της ιταλικής ποσότητας προς υποχρεωτική απόσταξη ήταν εσφαλμένος για τον λόγο ότι η ορθή εκτίμηση της αποδόσεως ανά εκτάριο, η οποία προκύπτει από τη διαίρεση του όγκου της παραγωγής διά της καλλιεργημένης με αμπέλια εκτάσεως, ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί για την εν λόγω περιοχή, διότι δεν υφίσταται αξιόπιστο εθνικό κτηματολόγιο. Συγκεκριμένα, η Ιταλική Δημοκρατία δεν έχει καταρτίσει το αναγκαίο αμπελουργικό μητρώο, παρά τη νομική υποχρέωση που υπέχει και τις προθεσμίες που της έχουν ταχθεί. Κατά συνέπεια, η Ιταλική Δημοκρατία ανακοίνωσε εσφαλμένα στοιχεία. Απόρροια τούτου είναι η νόθευση ολόκληρου του μηχανισμού κατανομής των προς απόσταξη ποσοτήτων μεταξύ των παραγωγών, πράγμα που ενδέχεται να προξενήσει σοβαρή ζημία στους οινοπαραγωγούς.
53 Ο ανακόπτων της κύριας δίκης, ο οποίος συμφωνεί με την ανωτέρω ανάλυση, προσθέτει ότι η Επιτροπή ήταν πλήρως ενήμερη για την ανακρίβεια των εθνικών στοιχείων. Υπό τις συνθήκες αυτές, η έλλειψη νομιμότητας της εθνικής πράξεως επί της οποίας βασίστηκαν οι πράξεις της Επιτροπής επισύρει την ακυρότητα των πράξεων της Επιτροπής.
54 Η Επιτροπή εκφράζει μεν τη λύπη της για το ότι δεν υφίσταται στην Ιταλία αξιόπιστο αμπελουργικό μητρώο, παρά την ύπαρξη σχετικής υποχρεώσεως, αλλά επισημαίνει ότι ο μόνος σκοπός του μητρώου αυτού είναι η διευκόλυνση των ελέγχων και όχι η απεικόνιση στοιχείων σχετικών με την εσοδεία και τα αποθέματα ορισμένης παραγωγής. Συγκεκριμένα, όπως τόνισε επίσης η Ισπανική Κυβέρνηση, τα στοιχεία στα οποία βασίζονται τα κριτήρια υπολογισμού της αποδόσεως ανά εκτάριο παρέχονται κατά τακτά διαστήματα από τα κράτη μέλη βάσει των δηλώσεων παραγωγής των οινοπαραγωγών και όχι βάσει των αμπελουργικών εκτάσεων, οι οποίες αποτελούν το μόνο στοιχείο που αποδεικνύεται από το κτηματολόγιο ή μητρώο.
55 Συναφώς, προκύπτει από το άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 822/87 ότι, για τον προσδιορισμό του όγκου επιτραπέζιων οίνων που πρέπει να αποσταχθούν σε κάθε κράτος μέλος, δεν λαμβάνονται υπόψη οι αμπελουργικές εκτάσεις από τις οποίες προέρχονται οι οίνοι, αλλά μόνον ο όγκος παραγωγής του κράτους αυτού, ο οποίος υπολογίζεται κυρίως βάσει των δηλώσεων εσοδείας. Κατά συνέπεια, η απουσία αμπελουργικού μητρώου δεν επηρέασε τον προσδιορισμό των προς απόσταξη ποσοτήτων.
56 Μολονότι οι ενδείξεις που προκύπτουν από το αμπελουργικό μητρώο διευκολύνουν ενδεχομένως τον προσδιορισμό της αποδόσεως ανά εκτάριο, η οποία, όπως αναφέρθηκε, προκύπτει από τη διαίρεση του όγκου παραγωγής διά της καλλιεργημένης με αμπέλια εκτάσεως, από κανένα στοιχείο δεν συνάγεται ότι, όταν δεν υφίσταται τέτοιο μητρώο, ο υπολογισμός είναι εσφαλμένος. Συγκεκριμένα, η εκ μέρους των κρατών μελών συλλογή των στοιχείων στα οποία στηρίζονται τα κριτήρια υπολογισμού της αποδόσεως ανά εκτάριο, τα οποία στη συνέχεια διαβιβάζονται στην Επιτροπή, βασίζεται στις δηλώσεις των οινοπαραγωγών. Το ζήτημα κατά πόσον τα στοιχεία αυτά ανταποκρίνονται στην αλήθεια δεν εξαρτάται από την ύπαρξη αξιόπιστου αμπελουργικού μητρώου.
Επί του τέταρτου ερωτήματος
57 Με το τέταρτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 39, παράγραφος 4, του κανονισμού 822/87, το οποίο προβλέπει ότι οι προς απόσταξη ποσότητες κατανέμονται μεταξύ των διαφόρων παραγωγών μιας περιοχής σε συνάρτηση με την απόδοση ανά εκτάριο, είναι ανίσχυρο λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας.
58 Κατά τον ανακόπτοντα της κύριας δίκης, το κριτήριο της αποδόσεως ανά εκτάριο, το οποίο επέλεξε το Συμβούλιο, δεν είναι το ενδεδειγμένο για την επίτευξη των σκοπών της εξυγιάνσεως της αμπελοοινικής αγοράς και ζημιώνει υπερβολικά τους μη πλεονασματικούς παραγωγούς, ενώ παράλληλα ενθαρρύνει την παραγωγή οίνων κακής ποιότητας.
59 Ο ανακόπτων τονίζει κατά τα λοιπά ότι η εφαρμογή του κριτηρίου της αποδόσεως ανά εκτάριο ως μόνου κριτηρίου δεν ενδείκνυται ούτε για την απόδειξη της μέτριας ποιότητας του παραγομένου προϋόντος ούτε για τη διαπίστωση του πλεονασματικού χαρακτήρα της παραγωγής. Αντίθετα, η πώληση των καλής ποιότητας οίνων είναι συνήθως πολύ εύκολη, πράγμα που δημιουργεί τον παραλογισμό να έχει ήδη πωλήσει ο υπέχων την υποχρέωση αποστάξεως παραγωγός όλη την παραγωγή του και να πρέπει να αγοράσει μια άλλη ποσότητα για να την αποστάξει.
60 Εξάλλου, θα μπορούσε να εφαρμοστεί, κατά τον ανακόπτοντα, ένα άλλο κριτήριο, εξίσου αποτελεσματικό αλλά λιγότερο επιζήμιο απ' ό,τι η απόδοση ανά εκτάριο, και συγκεκριμένα το ύψος των αποθεμάτων στο τέλος κάθε περιόδου εμπορίας, από το οποίο αποδεικνύεται αναμφισβήτητα αν υφίσταται πλεονασματική παραγωγή ή όχι. Η ίδια η Επιτροπή έχει δεχθεί ότι το κριτήριο αυτό είναι καταλληλότερο απ' ό,τι η απόδοση ανά εκτάριο, αφού το έχει περιλάβει στις προτάσεις της για τη μεταρρύθμιση της κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς.
61 Το Συμβούλιο και η Επιτροπή, όπως και η Ισπανική Κυβέρνηση, φρονούν πάντως ότι δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα κύρους του άρθρου 39, παράγραφος 4, του κανονισμού 822/87. Συγκεκριμένα, η επιλογή ορισμένου μέτρου παρεμβάσεως, όπως είναι το κριτήριο της αποδόσεως ανά εκτάριο, συνιστά πολιτική επιλογή, για την οποία υπεύθυνο είναι το Συμβούλιο. Ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είναι σε θέση να προβλέπει με ακρίβεια όλα τα μελλοντικά αποτελέσματα των μέτρων που θεσπίζει και, όταν αποδεικνύεται στη συνέχεια ότι ορισμένα μέτρα είναι λιγότερο αποτελεσματικά απ' ό,τι προβλεπόταν, τούτο δεν σημαίνει αυτόματα ότι τα μέτρα αυτά ήσαν παράνομα κατά τον χρόνο της θεσπίσεώς τους.
62 Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι το κριτήριο της αποδόσεως ανά εκτάριο είναι κατάλληλο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού της εξυγιάνσεως της αγοράς, διότι η υψηλή απόδοση αποτελεί γενικά ένδειξη παραγωγής οίνων χαμηλότερης ποιότητας, των οποίων η διάθεση στην αγορά δεν είναι εύκολη. Το κριτήριο της αποδόσεως ανά εκτάριο είναι επίσης αναγκαίο, καθόσον δεν υφίστανται, ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, εναλλακτικά κριτήρια: το κριτήριο που θα βασιζόταν στα υπάρχοντα αποθέματα κατά τη λήξη της περιόδου εμπορίας θα ήταν πολύ δύσκολο να ελεγχθεί· το κριτήριο που θα βασιζόταν στη μείωση των αμπελουργικών εκτάσεων θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της απασχολήσεως των παραγωγών, με παράλληλη διατήρηση υψηλής αποδόσεως· το κριτήριο που θα βασιζόταν στις τιμές των οίνων θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση από την αγορά όλων των φθηνών οίνων και ενδεχομένως τον κατακερματισμό της αγοράς. Κατά συνέπεια, έχει τηρηθεί η αρχή της αναλογικότητας.
63 Συναφώς επιβάλλεται να υπενθυμιστεί ότι από την αρχή της αναλογικότητας, που αποτελεί τμήμα των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, προκύπτει ότι οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια του καταλλήλου και αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των σκοπών που νομίμως επιδιώκονται από την οικεία ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, οσάκις υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ πλειόνων καταλλήλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό, ενώ τα προξενούμενα μειονεκτήματα δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Crispoltoni κ.λπ., σκέψη 41, και απόφαση της 5ης Μαου 1998, C-157/96, National Farmers' Union κ.λπ., Συλλογή 1998, σ. Ι-2211, σκέψη 60).
64 Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο των ανωτέρω προϋποθέσεων, ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής διακριτική ευχέρεια αντίστοιχη προς τις πολιτικές ευθύνες που του αναθέτουν τα άρθρα 40 έως 43 της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, η νομιμότητα μέτρου θεσπιζομένου στον τομέα αυτό μπορεί να επηρεαστεί μόνον όταν το μέτρο είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκομένου από το αρμόδιο όργανο σκοπού (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Crispoltoni κ.λπ., σκέψη 42, και National Farmers' Union κ.λπ., σκέψη 61).
65 Εν προκειμένω, όπως τόνισε και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 128 των προτάσεών του, η κατανομή των υποχρεώσεων μεταξύ των οινοπαραγωγών της ίδιας περιοχής με βάση την απόδοση ανά εκτάριο δεν συνιστά καταφανώς εσφαλμένη επιλογή, αφού σκοπεί να επικεντρώσει την υποχρεωτική απόσταξη στους παραγωγούς εκείνους που κατ' εξοχήν συμβάλλουν στην παραγωγή πλεονασματικών ποσοτήτων επιτραπέζιων οίνων στην αγορά, χωρίς να αποβαίνει σε βάρος των παραγωγών των οποίων η απόδοση είναι χαμηλή. Κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ο οποίος συνίσταται, όπως προκύπτει από την τεσσαρακοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 822/87, στη μείωση των πλεονασμάτων επιτραπέζιου οίνου στην αγορά.
66 Όσον αφορά το επιχείρημα του ανακόπτοντος ότι η Επιτροπή δέχθηκε, με τις προτάσεις της για τη νομοθετική μεταρρύθμιση της κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς, ότι το κριτήριο των αποθεμάτων που υφίστανται κατά τη λήξη της αμπελουργικής περιόδου είναι καταλληλότερο από το κριτήριο που βασίζεται στην απόδοση ανά εκτάριο, επιβάλλεται να υπενθυμιστεί ότι η ισχύς μιας κοινοτικής πράξεως δεν μπορεί να εξαρτάται από αναδρομικές εκτιμήσεις αφορώσες τον βαθμό αποτελεσματικότητάς της (προπαρατεθείσα απόφαση Crispoltoni κ.λπ., σκέψη 43). Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι οσάκις ο κοινοτικός νομοθέτης είναι αναγκασμένος να εκτιμήσει τα μελλοντικά αποτελέσματα ρυθμίσεως την οποία πρέπει να θεσπίσει, καίτοι τα αποτελέσματα αυτά δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια, η εκτίμησή του δεν μπορεί να επικριθεί παρά μόνον εφόσον προκύπτει ότι είναι καταφανώς εσφαλμένη ενόψει των στοιχείων που ο εν λόγω νομοθέτης διέθετε κατά τον χρόνο θεσπίσεως της οικείας ρυθμίσεως (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Crispoltoni κ.λπ., σκέψη 43).
67 Κατά συνέπεια, αφού διαπιστώθηκε ότι η επιλογή της αποδόσεως ανά εκτάριο ως κριτηρίου δεν ήταν προδήλως εσφαλμένη κατά τον χρόνο της επιλογής αυτής, το γεγονός ότι ενδέχεται να επιλεγούν άλλα κριτήρια για το μέλλον δεν συνιστά αναδρομική έλλειψη νομιμότητας του αρχικού κριτηρίου.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
68 Με το πέμπτο ερώτημα, το οποίο αφορά το κύρος του άρθρου 4, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 441/88, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής να εξομοιώσει τις περιοχές παραγωγής εντός της Κοινότητας με τις εθνικές επικράτειες, και συγκεκριμένα την αμπελουργική ζώνη Γ με την ιταλική επικράτεια.
69 Κατά τον ανακόπτοντα της κύριας δίκης, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη ότι η ιταλική επικράτεια χαρακτηρίζεται από μεγάλη ανομοιογένεια, τόσο από γεωγραφική όσο και από οινολογική άποψη, και επομένως υπερέβη τα όρια της διακριτικής εξουσίας της.
70 Ο ανακόπτων ισχυρίζεται επίσης ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη, κατά τον προσδιορισμό των διαφόρων κατηγοριών, τη διαφορετική εξέλιξη της παραγωγής στις διάφορες περιοχές της Κοινότητας, η οποία οφείλεται στους κλιματικούς παράγοντες και στα αποτελέσματα της διαρθρωτικής πολιτικής. Κατά συνέπεια, οι περιοχές παραγωγής έπρεπε να οριοθετηθούν σύμφωνα με ομοιογενή χαρακτηριστικά και να μην αναχθεί ολόκληρη η ιταλική επικράτεια σε ενιαία περιφέρεια, πράγμα που είναι παράλογο και άδικο.
71 Η Επιτροπή και η Ισπανική Κυβέρνηση φρονούν πάντως ότι ο προσδιορισμός των περιοχών παραγωγής με κριτήριο το έδαφος των διαφόρων κρατών μελών αποτελεί, από διοικητική άποψη, τη μόνη μέθοδο που επιτρέπει την αξιόπιστη συλλογή στοιχείων από τις εθνικές αρχές σχετικά με τα αποθέματα και την παραγωγή. Για παράδειγμα, το ιστορικό πλαίσιο του όλου συστήματος, δηλαδή οι περίοδοι αναφοράς βάσει των οποίων προσδιορίζεται κατά πόσον είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθεί υποχρεωτική απόσταξη κατά το άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 822/87, συνίσταται στα δεδομένα που συγκέντρωσαν τα κράτη μέλη για το εθνικό έδαφός τους. Τούτο είναι επίσης αναγκαίο για τα στοιχεία στα οποία βασίζεται το ισοζύγιο προβλέψεων, επί του οποίου στηρίζεται η απόφαση για ενδεχόμενο άνοιγμα της υποχρεωτικής αποστάξεως. Η Επιτροπή τονίζει εξάλλου ότι, όσον αφορά τις κλιματικές και οινολογικές συνθήκες, τα διαφορετικά χαρακτηριστικά ορισμένων ζωνών παραγωγής της Ιταλίας έχουν, εν πάση περιπτώσει, ως αποτέλεσμα μια φυσική εξισορρόπηση, οπότε η κατανομή αποδεικνύεται τελικά ισόρροπη. Εξάλλου, η ίδια η Ιταλική Κυβέρνηση είχε συμφωνήσει με την εν λόγω οριοθέτηση.
72 Συναφώς επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όταν πρόκειται για μια ενότητα που αποτελείται από κράτη μέλη, όπως είναι η Ευρωπαϋκή Κοινότητα, είναι εύλογο να λαμβάνεται ως αφετηρία, προς εξυπηρέτηση διοικητικών αναγκών, το έδαφος αυτών των κρατών μελών. Συνεπώς, έστω και αν οι γεωγραφικές και οικονομικές συνθήκες δεν είναι ακριβώς οι ίδιες στα διάφορα τμήματα του εθνικού εδάφους, η Επιτροπή καλώς θεώρησε, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειάς της, ότι το σύνολο του εδάφους ενός κράτους μέλους αποτελεί ενιαία περιοχή, εκτός αν η επιλογή αυτή έρχεται σε προφανή δυσαρμονία με τις διαρθρώσεις του οικείου κράτους μέλους (βλ., όσον αφορά την παρεμφερή περίπτωση στην οποία ένα κράτος μέλος είχε αποφασίσει να θεωρήσει ολόκληρο το έδαφός του ως μία και μόνη περιοχή σε σχέση με την επιβολή της πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος σε περιφερειακό πλαίσιο, την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1990, C-267/88 έως C-285/88, Wuidart κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. Ι-435, σκέψη 35).
73 Αφού επομένως η επιλογή της Επιτροπής να κατανείμει τις περιοχές οινοπαραγωγής σε συνάρτηση με το έδαφος των κρατών μελών στα οποία παράγονται οίνοι αποτελεί, εκ πρώτης όψεως, εύλογη λύση, η οποία εξάλλου αποφασίστηκε σε συμφωνία με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, το κύρος της θα μπορούσε να αμφισβητηθεί μόνο με την προβολή βαρυσήμαντων επιχειρημάτων, τα οποία θα στηρίζονταν σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Εν προκειμένω, η απλώς γενική και αναπόδεικτη αναφορά στις διαφορές κλίματος εντός της Ιταλίας και στα αποτελέσματα της διαρθρωτικής πολιτικής δεν αποδεικνύει την ύπαρξη τέτοιων περιστάσεων.
Επί του έκτου και του έβδομου ερωτήματος
74 Το έκτο και το έβδομο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορούν το κύρος του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 3151/94 της Επιτροπής, που παρέτεινε την προθεσμία παραδόσεως προς απόσταξη των ποσοτήτων επιτραπέζιου οίνου παραγωγής 1993/94 από τους οινοπαραγωγούς ως τις 29 Ιανουαρίου 1995, προθεσμία που κανονικά θα έληγε, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού 441/88, τον Ιούλιο 1994. Κατά το αιτούν δικαστήριο, προϋπόθεση για την υποχρεωτική απόσταξη, η οποία αποτελεί συγκυριακό μέτρο, είναι να συμβάλλει στην αποκατάσταση της ισορροπίας της αγοράς, η οποία έχει διαταραχθεί κατά την τρέχουσα αμπελουργική περίοδο. Όταν η απόσταξη πραγματοποιείται αργότερα, ελλείπει η προϋπόθεση αυτή και το μέτρο καθίσταται παράνομο λόγω παραβάσεως του άρθρου 39, παράγραφος 1, του κανονισμού 822/87 και λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον δεν είναι ούτε κατάλληλο ούτε αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της εξυγιάνσεως της περιόδου 1993/94.
75 Ο ανακόπτων της κύριας δίκης προσθέτει ότι στην πράξη τα πλεονάσματα της περιόδου 1993/94 είχαν εξαλειφθεί από τον Αύγουστο 1994 και ότι οι παραγωγοί, για να συμμορφωθούν προς την υποχρέωσή τους περί αποστάξεως, χρησιμοποίησαν τη νέα εσοδεία τους. Έτσι, η απόσταξη καθίσταται μια τυπική υποχρέωση που δεν εξυπηρετεί πραγματικούς και συγκεκριμένους σκοπούς.
76 Κατά την Επιτροπή, η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν ασκεί επιρροή επί της επιλύσεως της διαφοράς, καθόσον ο ανακόπτων της κύριας δίκης δεν έκανε χρήση της δυνατότητας που του παρείχε η παράταση της προθεσμίας.
77 Συναφώς, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το Υπουργείο επέβαλε στον Zaninotto χρηματική ποινή για τη μη απόσταξη των ποσοτήτων που έπρεπε να παραδώσει κατά την περίοδο 1993/94. Τούτο προϋποθέτει συνεπώς ότι ο Zaninotto δεν έκανε χρήση της πρόσθετης δυνατότητάς του να προβεί στην απόσταξη σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο προκειμένου να αποφύγει την επιβολή της χρηματικής ποινής.
78 Συνεπώς το κύρος της επικρινόμενης διατάξεως δεν ασκεί προδήλως καμία επιρροή επί της επιλύσεως της διαφοράς της κύριας δίκης.
79 Κατά πάγια νομολογία, επιβάλλεται στις περιπτώσεις αυτές να γίνεται δεκτό ότι τα υποβληθέντα στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα δεν αφορούν ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι αντικειμενικώς αναγκαία για την απόφαση που καλείται να λάβει το αιτούν δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 25ης Μαου 1998, C-361/97, Nour, Συλλογή 1998, σ. Ι-3101, σκέψη 15, και παρατιθέμενη στη σκέψη αυτή νομολογία).
80 Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στο έκτο και το έβδομο ερώτημα.
81 Κατά συνέπεια, στα ερωτήματα που υπέβαλε η Pretura circondariale di Treviso πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση των ερωτημάτων αυτών δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος των διατάξεων που παρατίθενται στα ερωτήματα αυτά.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
82 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική και η Ισπανική Κυβέρνηση καθώς και το Συμβούλιο και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 2ας Νοεμβρίου 1996 η Pretura circondariale di Treviso, sezione Distaccata di Conegliano, αποφαίνεται:
Από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος
- του άρθρου 1, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΚ) 343/94 της Επιτροπής, της 15ης Φεβρουαρίου 1994, για το άνοιγμα υποχρεωτικής αποστάξεως που προβλέπεται στο άρθρο 39 του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου και για την παρέκκλιση από ορισμένες σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής για την περίοδο 1993/94,
- του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, και παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 465/94 της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 1994, για τον καθορισμό, για την περίοδο 1993/94, των ποσοστών της παραγωγής επιτραπέζιου οίνου που παραδίδονται στην υποχρεωτική απόσταξη που αναφέρεται στο άρθρο 39 του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου για τις περιοχές 3 και 6, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 610/94 της Επιτροπής, της 18ης Μαρτίου 1994,
- του άρθρου 39, παράγραφοι 1 και 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς,
- και του άρθρου 4, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 441/88 της Επιτροπής, της 17ης Φεβρουαρίου 1988, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής για την υποχρεωτική απόσταξη που προβλέπεται στο άρθρο 39 του κανονισμού 822/87.
Full & Egal Universal Law Academy