Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων - Παροχές που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους για βλάβη που επήλθε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους - Δικαίωμα αναγωγής των οφειλετών φορέων έναντι του τρίτου υπευθύνου - Δικαιώματα του θύματος - Προσδιορίζονται από την έννομη τάξη του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία - Υποκατάσταση του οφειλέτη φορέα και περιεχόμενο των δικαιωμάτων που αποτελούν το αντικείμενο της υποκαταστάσεως - Προσδιορίζονται από την έννομη τάξη στην οποία υπάγεται ο οφειλέτης φορέας - Όρια
(Κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, άρθρο 93 § 1, στοιχ. αα)
Περίληψη
$$Το άρθρο 93, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού 1408/71, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 2001/83, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση ζημίας επελθούσας στο έδαφος κράτους μέλους που είχε ως συνέπεια την καταβολή παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως στο θύμα ή στους εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα από φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως, υπό την έννοια του κανονισμού αυτού, ανήκοντα σε άλλο κράτος μέλος, τα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία, στα οποία μπορεί να υποκατασταθεί ο εν λόγω φορέας, καθώς και οι προϋποθέσεις ασκήσεως της αγωγής αποζημιώσεως ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία, προσδιορίζονται από τη νομοθεσία του κράτους αυτού, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που είναι εφαρμοστέοι.
Όσον αφορά την ενδεχόμενη υποκατάσταση φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως στα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα, η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η υποκατάσταση, καθώς και το περιεχόμενο των δικαιωμάτων στα οποία υποκαταστάθηκε ο φορέας, προσδιορίζονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στην οποία υπάγεται ο φορέας αυτός, υπό την προϋπόθεση ότι η υποκατάσταση που προβλέπει η νομοθεσία αυτή δεν βαίνει πέραν των δικαιωμάτων του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία, όπως αυτά προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία.
Στο επιληφθέν δικαστήριο εναπόκειται να προσδιορίσει και να εφαρμόσει τις κρίσιμες διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας, ακόμη κι αν οι διατάξεις αυτές αποκλείουν ή περιορίζουν την υποκατάσταση του φορέα αυτού στα δικαιώματα του δικαιούχου των παροχών έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία ή την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών εκ μέρους του φορέα που υποκαταστάθηκε σ' αυτά.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-397/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Landgericht Trier (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Caisse de pension des employιs privιs
και
Dieter Kordel,
Rainer Kordel,
Frankfurter Allianz Versicherungs AG,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 93, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet, πρόεδρο τμήματος, P. Jann, D. A. O. Edward (εισηγητή), L. Sevσn και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Saggio
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- το Caisse de pension des employιs privιs, εκπροσωπούμενο από τον Frank Peter, δικηγόρο Trier,
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ernst Rφder, Ministerialrat στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας,
- η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενη από τον Claude Ewen, επιθεωρητή ΑΑ στη γενική επιθεώρηση κοινωνικής ασφαλίσεως,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Peter Hillenkamp, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Caisse de pension des employιs privιs και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 18ης Μαρτίου 1999,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Μαου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 29ης Νοεμβρίου 1996, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Δεκεμβρίου 1996 και συμπληρώθηκε με διάταξη της 24ης Οκτωβρίου 1997, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Οκτωβρίου 1997, το Landgericht Trier υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6, στο εξής: κανονισμός).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Caisse de pension des employιs privιs (Ταμείου συντάξεων ιδιωτικών υπαλλήλων, στο εξής: ταμείο συντάξεων), που είναι φορέας του Λουξεμβούργου, και, αφετέρου, των Dieter και Rainer Kordel και της γερμανικής εταιρίας ασφαλίσεως αυτοκινήτων Frankfurter Allianz Versicherungs AG, σχετικά με την επιστροφή των ποσών που κατέβαλε το ταμείο συντάξεων κατόπιν του θανάτου από ατύχημα προσώπου ασφαλισμένου σ' αυτό.
Το νομικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 93 του κανονισμού, που επιγράφεται «Δικαίωμα των οφειλετών φορέων έναντι τρίτων υπευθύνων» προβλέπει, στην παράγραφο 1, στοιχείο αα, τα εξής:
«1. Αν, δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους, χορηγούνται παροχές για ζημία προκληθείσα από περιστατικά που συνέβησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τα τυχόν δικαιώματα του οφειλέτη φορέα έναντι του τρίτου, ο οποίος υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας, ρυθμίζονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:
α) όταν ο οφειλέτης φορέας υποκαθιστά, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται απ' αυτόν, τον δικαιούχο στα δικαιώματα τα οποία αυτός έχει έναντι του τρίτου, η υποκατάσταση αυτή αναγνωρίζεται από κάθε κράτος μέλος·
(...).»
4 Το άρθρο 232 του λουξεμβουργιανού κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων (νόμου της 27ης Ιουλίου 1987, σχετικά με τη συνταξιοδοτική ασφάλιση γήρατος, αναπηρίας και επιζώντος, Mιmorial 60, της 28ης Ιουλίου 1987, σ. 1102) προβλέπει τα εξής:
«Αν το πρόσωπο που έχει δικαίωμα συντάξεως δυνάμει του παρόντος βιβλίου έχει έναντι τρίτων εκ του νόμου προβλεπόμενο δικαίωμα αποκαταστάσεως της ζημίας που υπέστη συνεπεία της αναπηρίας ή του θανάτου που θεμελιώνει το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα, το δικαίωμα αποκαταστάσεως της ζημίας του ιδίου είδους με εκείνη που καλύπτεται από τη σύνταξη μεταβιβάζεται στο ταμείο συντάξεων μέχρι του ποσού των παροχών του. Αν η σύνταξη έχει μόνιμο χαρακτήρα, η αναγωγή αντιστοιχεί στο κεφάλαιο καλύψεως, αφαιρουμένων των δικαιωμάτων προσδοκίας που έχουν αποκτηθεί. Οι τρόποι εφαρμογής μπορούν να ρυθμιστούν με κανονιστική απόφαση του Μεγάλου Δουκάτου.»
5 Τα άρθρα 3 και 4 της κανονιστικής αποφάσεως του Μεγάλου Δουκάτου της 18ης Νοεμβρίου 1992, που έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό των τρόπων υλοποιήσεως του δικαιώματος αναγωγής κατά των τρίτων υπευθύνων που προβλέπει το άρθρο 232 του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων (Mιmorial 89, της 3ης Δεκεμβρίου 1992, σ. 2545, στο εξής: λουξεμβουργιανή κανονιστική απόφαση), προβλέπουν τα εξής:
«Άρθρο 3. Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου που δεν έχει δικαίωμα συντάξεως, η αναγωγή αντιστοιχεί στο ακαθάριστο ποσό των συντάξεων επιζώντος που εκκαθαρίστηκαν κατά τη διάρκεια των τριάντα έξι τελευταίων μηνών πριν από την ημερομηνία θανάτου του ασφαλισμένου και χωρεί ετησίως, βάσει αναλύσεως λογαριασμού που καταρτίζει το ταμείο συντάξεων.
(...)
Άρθρο 4. Σε περίπτωση θανάτου δικαιούχου συντάξεως, δεν χωρεί αναγωγή κατά τρίτου υπευθύνου.»
Η διαφορά της κύριας δίκης
6 Ο Alfons Ginsbach, ασφαλισμένος στο ταμείο συντάξεων, απεβίωσε όταν τον κτύπησε, στις 27 Δεκεμβρίου 1991, κοντά στην Trier της Γερμανίας, αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Dieter Kordel και του οποίου κύριος (Halter) ήταν ο Rainer Kordel.
7 Το ταμείο συντάξεων κατέβαλε στη χήρα και στη θυγατέρα του Α. Ginsbach παροχές επιζώντων ως σύνταξη χήρας και σύνταξη ορφανού, εντός των ορίων κεφαλαίου καλύψεως ανερχομένου σε 4 003 236 φράγκα Λουξεμβούργου (LFR).
8 Eπικαλούμενο την υποκατάστασή του στα δικαιώματα αποζημιώσεως των δικαιούχων δυνάμει του άρθρου 232 του λουξεμβουργιανού κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων, το ταμείο συντάξεων άσκησε ενώπιον του Landgericht Trier αγωγή με αίτημα να υποχρεωθούν οι Dieter και Rainer Kordel, καθώς και η Frankfurter Allianz Versicherungs AG, που είχε ασφαλίσει την αστική ευθύνη του Rainer Kordel, να του καταβάλουν αποζημίωση ίση με το ήμισυ του κεφαλαίου καλύψεως.
9 Το ταμείο συντάξεων υποστηρίζει ότι, όσον αφορά το ποσό στο οποίο αντιστοιχούν τα δικαιώματα τα οποία προβάλλει, το Landgericht οφείλει να εφαρμόσει το άρθρο 232 του λουξεμβουργιανού κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων. Πράγματι, το δικαίωμα στο οποίο έχει υποκατασταθεί το ταμείο συντάξεων πρέπει να αναγνωριστεί από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού.
10 Διερωτώμενο για το περιεχόμενο του άρθρου 93, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού, καθώς και για τη δυνατότητα εφαρμογής του λουξεμβουργιανού νόμου στη διαφορά της κύριας δίκης, το Landgericht Trier αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Ποια ερμηνεία πρέπει να δοθεί στο άρθρο 93, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, όσον αφορά το ζήτημα αν η αναγνώριση από μέρους των κρατών μελών αφορά επίσης το περιεχόμενο του δικαιώματος στο οποίο έχει υποκατασταθεί ο ασφαλιστικός φορέας άλλου κράτους μέλους (εν προκειμένω σύμφωνα με το άρθρο 232, δεύτερο εδάφιο, του λουξεμβουργιανού Code des Assurances Sociales, σε συνδυασμό με τη συναφή κανονιστική απόφαση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, το οποίο προβλέπει ότι το δικαίωμα στο οποίο υποκαθίσταται το ταμείο συντάξεων πρέπει να αντιστοιχεί σε ποσό ίσο με το κεφάλαιο καλύψεως, αφαιρουμένων των εκ του νόμου προβλεπομένων δικαιωμάτων προσδοκίας) ή μόνον την υποκατάσταση, αυτή καθαυτή;»
11 Με έγγραφο της 24ης Ιουλίου 1997, το Δικαστήριο απέστειλε στο Landgericht την απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994, C-428/92, DAK (Συλλογή 1994, σ. Ι-2259), και το ρώτησε αν, υπό το φως της αποφάσεως αυτής, επιθυμούσε να αφήσει άθικτο ή να αναδιατυπώσει το προδικαστικό του ερώτημα.
12 Το Landgericht Trier συμπλήρωσε τότε το υποβληθέν στο Δικαστήριο ερώτημα ως εξής:
«Δεν εμποδίζουν οι διατάξεις οι οποίες αποκλείουν την υποκατάσταση του οφειλέτη φορέα κράτους μέλους, υπό την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, στο δικαίωμα αποζημιώσεως του δικαιούχου των παροχών έναντι του τρίτου υπευθύνου για ζημία που επήλθε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή την προβολή του δικαιώματος αυτού από τον εν λόγω φορέα το δικαίωμα αναγωγής που έχει ο οφειλέτης φορέας κατά του τρίτου, ούτε όταν πρόκειται για διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει ο ίδιος ο οφειλέτης φορέας (εν προκειμένω: άρθρο 4 της κανονιστικής αποφάσεως για την εκτέλεση του άρθρου 232 του λουξεμβουργιανού Κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σύμφωνα με το οποίο, σε περίπτωση θανάτου δικαιούχου συντάξεως, δεν χωρεί αναγωγή κατά του τρίτου υπευθύνου);»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
13 Με τα ερωτήματα αυτά, που πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ' ουσίαν, από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 93, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού, προκειμένου να διαπιστώσει αν και σε ποιο μέτρο η υποκατάσταση, υπό την έννοια του κανονισμού, ενός φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως στα δικαιώματα που έχει το θύμα ή οι εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος ζημία επελθούσα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την καταβολή από τον φορέα αυτόν παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, καθώς και το περιεχόμενο των δικαιωμάτων στα οποία επήλθε η υποκατάσταση, πρέπει να προσδιορίζονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει ο φορέας αυτός. Το εθνικό δικαστήριο ερωτά, ειδικότερα, αν πρέπει να εφαρμόζονται οι διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει ο φορέας που οφείλει τις παροχές, οι οποίες, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των διατάξεων του άρθρου 4 της λουξεμβουργιανής κανονιστικής αποφάσεως, θα είχαν ως συνέπεια τον αποκλεισμό ή τον περιορισμό της υποκαταστάσεως του φορέα αυτού στα δικαιώματα του δικαιούχου των παροχών ή της προβολής των δικαιωμάτων αυτών από τον φορέα που υποκαταστάθηκε σ' αυτά ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία.
14 Προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, πρέπει να εξεταστούν διαδοχικά τα δικαιώματα του θύματος του ατυχήματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα, η καταρχήν επέλευση και το περιεχόμενο της ενδεχόμενης υποκαταστάσεως του οφειλέτη φορέα στα εν λόγω δικαιώματα και, τέλος, οι ενδεχόμενοι περιορισμοί που απορρέουν από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας, όσον αφορά την άσκηση των δικαιωμάτων στα οποία αυτός έχει υποκατασταθεί.
15 Όσον αφορά, κατ' αρχάς, τα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία, το άρθρο 93, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού σκοπεί απλώς να κατοχυρώσει την αναγνώριση από τα άλλα κράτη μέλη των δικαιωμάτων που έχει ενδεχομένως ο οφειλέτης φορέας δυνάμει της νομοθεσίας την οποία εφαρμόζει. Δεν αποβλέπει στο να τροποποιήσει τους κανόνες βάσει των οποίων προσδιορίζεται αν και κατά πόσο θεμελιώνεται η εξωσυμβατική ευθύνη του τρίτου που προκάλεσε τη ζημία. Το ζήτημα της ευθύνης του τρίτου εξακολουθεί να διέπεται από τους ουσιαστικούς κανόνες που οφείλει καταρχήν να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο στο οποίο προσέφυγε το θύμα ή οι εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα, δηλαδή, καταρχήν, από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 9ης Δεκεμβρίου 1965, 44/65, Singer, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 201· της 16ης Μαου 1973, 78/72, De Waal, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 539, σκέψη 6, και προαναφερθείσα απόφαση DAK, σκέψη 21).
16 Εντεύθεν προκύπτει ότι τα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία καθώς και οι προϋποθέσεις ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία προσδιορίζονται από τη νομοθεσία του κράτους αυτού, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοστέων κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.
17 Ο οφειλέτης φορέας μπορεί να υποκατασταθεί μόνο στα κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισθέντα δικαιώματα. Πράγματι, μια υποκατάσταση όπως η προβλεπόμενη από το άρθρο 93, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια τη χορήγηση στον δικαιούχο των παροχών προσθέτων δικαιωμάτων έναντι τρίτων.
18 Ακολούθως, όσον αφορά την υποκατάσταση του οφειλέτη φορέα στα δικαιώματα των προσώπων που έλκουν δικαιώματα από το θύμα, το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι, κατά τη γερμανική νομοθεσία, ο φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως μπορεί να υποκατασταθεί στα δικαιώματα των προσώπων αυτών έναντι του τρίτου υπευθύνου μόνον κατά το μέτρο που αυτά είχαν τη δυνατότητα να απαιτήσουν από τον αποθανόντα την καταβολή διατροφής. Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρινίζει αν, κατά τη γερμανική νομοθεσία, οι επιζώντες του θύματος θανατηφόρου ατυχήματος έχουν δικαίωμα αναγωγής κατά του τρίτου υπευθύνου μόνον εφόσον είχαν τη δυνατότητα να απαιτήσουν από το θύμα την καταβολή διατροφής ή αν, αντιθέτως, ο παρατεθείς κανόνας εφαρμόζεται μόνο στην υποκατάσταση του οφειλέτη φορέα.
19 Αν η γερμανική νομοθεσία εξαρτά κάθε δικαίωμα αναγωγής των επιζώντων του θύματος κατά του τρίτου υπευθύνου από την προϋπόθεση ότι, αν ζούσε το θύμα, θα είχε έναντι αυτών ενεστώσα ή μελλοντική υποχρέωση καταβολής διατροφής, ένας τέτοιος κανόνας, που εξαρτά από προϋποθέσεις την ίδια την καταρχήν ύπαρξη δικαιώματος αναγωγής των επιζώντων, θα είχε ως συνέπεια, σύμφωνα με τις αρχές που υπομνήστηκαν στις σκέψεις 15 έως 17 της παρούσας αποφάσεως, να τους στερήσει από κάθε δικαίωμα στο οποίο θα μπορούσε να υποκατασταθεί ο οφειλέτης φορέας, εφόσον δεν είχαν τη δυνατότητα να απαιτήσουν την καταβολή διατροφής.
20 Το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρινίζει επίσης αν η γερμανική νομοθεσία απαιτεί να κατέβαλλε το θύμα, αμέσως πριν τον θάνατό του, διατροφή σ' εκείνους που προβάλλουν δικαίωμα αναγωγής ή αν αρκούσε το ότι αυτοί είχαν τη δυνατότητα να απαιτήσουν στο μέλλον την καταβολή διατροφής. Συναφώς, αρκεί να παρατηρηθεί ότι δεν είναι κατ' ανάγκην η εθνική νομοθεσία του επιληφθέντος δικαστηρίου εκείνη που καθορίζει τη φύση και το περιεχόμενο των υποχρεώσεων διατροφής του θύματος έναντι των επιζώντων. Πράγματι, οι κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου μπορούν να υποδεικνύουν μια άλλη έννομη τάξη.
21 Στο μέτρο που ο κανόνας της γερμανικής νομοθεσίας στον οποίο αναφέρθηκε το αιτούν δικαστήριο δεν θα επηρέαζε την υποκατάσταση του οφειλέτη φορέα στα δικαιώματα του δικαιούχου των παροχών, πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 93, παράγραφος 1, του κανονισμού προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει την υποκατάσταση του οφειλέτη φορέα στα δικαιώματα που έχει ο δικαιούχος των παροχών έναντι του τρίτου υποχρέου προς αποκατάσταση της ζημίας, οσάκις η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας προβλέπει υπέρ αυτού τη δυνατότητα αυτή (βλ. προαναφερθείσα απόφαση DAK, σκέψη 17).
22 Η διάταξη αυτή αναλύεται έτσι σε κανόνα άρσεως συγκρούσεως νόμων, που επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο το οποίο εκδικάζει αγωγή αποζημιώσεως κατά του προκαλέσαντος τη ζημία την υποχρέωση να εφαρμόσει τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας όχι μόνο για να προσδιορίσει αν ο φορέας αυτός υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα, αλλά και για να προσδιορίσει τη φύση και το περιεχόμενο των απαιτήσεων στις οποίες υποκαθίσταται ο οφειλέτης φορέας (βλ. προαναφερθείσα απόφαση DAK, σκέψη 18).
23 Επομένως, τόσο ο υποκατασταθείς οφειλέτης φορέας όσο και τα εθνικά δικαστήρια κάθε κράτους μέλους οφείλουν να εφαρμόζουν τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας, υπό την προϋπόθεση ότι η υλοποίηση της προβλεπομένης από τη νομοθεσία αυτή υποκαταστάσεως δεν βαίνει πέραν των δικαιωμάτων του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία.
24 Τέλος, όσον αφορά το ζήτημα αν τα δικαιώματα του ταμείου συντάξεων πρέπει να προσδιοριστούν βάσει του άρθρου 4 της λουξεμβουργιανής κανονιστικής αποφάσεως, το ταμείο αυτό αμφισβητεί ότι η εφαρμογή της διατάξεως στη διαφορά της κύριας δίκης είναι λυσιτελής.
25 Συναφώς, αρκεί να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο, στα πλαίσια της διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης, να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο και να εκτιμά τα αποτελέσματά του (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1977, 52/76, Benedetti, Συλλογή τόμος 1977, σ. 63, σκέψη 25).
26 Στο επιληφθέν δικαστήριο εναπόκειται να προσδιορίσει και να εφαρμόσει τις κρίσιμες διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας, ακόμη κι αν οι διατάξεις αυτές αποκλείουν ή περιορίζουν την υποκατάσταση του φορέα αυτού στα δικαιώματα του δικαιούχου των παροχών έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία ή την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών εκ μέρους του φορέα που υποκαταστάθηκε σ' αυτά.
27 Υπ' αυτές τις συνθήκες, στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι:
- το άρθρο 93, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση ζημίας επελθούσας στο έδαφος κράτους μέλους που είχε ως συνέπεια την καταβολή παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως στο θύμα ή στους εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα από φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως, υπό την έννοια του κανονισμού αυτού, ανήκοντα σε άλλο κράτος μέλος, τα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία, στα οποία μπορεί να υποκατασταθεί ο εν λόγω φορέας, καθώς και οι προϋποθέσεις ασκήσεως της αγωγής αποζημιώσεως ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία, προσδιορίζονται από τη νομοθεσία του κράτους αυτού, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που είναι εφαρμοστέοι·
- το άρθρο 93, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η υποκατάσταση φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως, υπό την έννοια του κανονισμού αυτού, που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους, στα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος ζημία επελθούσα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, η οποία είχε ως συνέπεια την καταβολή παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως από τον φορέα αυτόν, καθώς και το περιεχόμενο των δικαιωμάτων στα οποία υποκαταστάθηκε ο φορέας αυτός προσδιορίζονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στην οποία υπάγεται ο εν λόγω φορέας, υπό την προϋπόθεση ότι η υποκατάσταση που προβλέπει η νομοθεσία αυτή δεν βαίνει πέραν των δικαιωμάτων του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία, όπως αυτά προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία·
- στο επιληφθέν δικαστήριο εναπόκειται να προσδιορίσει και να εφαρμόσει τις κρίσιμες διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας, ακόμη κι αν οι διατάξεις αυτές αποκλείουν ή περιορίζουν την υποκατάσταση του φορέα αυτού στα δικαιώματα του δικαιούχου των παροχών έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία ή την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών εκ μέρους του φορέα που υποκαταστάθηκε σ' αυτά.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με διάταξη της 29ης Νοεμβρίου 1996, συμπληρωθείσα με διάταξη της 24ης Οκτωβρίου 1997, το Landgericht Trier, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 93, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση ζημίας επελθούσας στο έδαφος κράτους μέλους που είχε ως συνέπεια την καταβολή παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως στο θύμα ή στους εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα από φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως, υπό την έννοια του κανονισμού αυτού, ανήκοντα σε άλλο κράτος μέλος, τα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία, στα οποία μπορεί να υποκατασταθεί ο εν λόγω φορέας, καθώς και οι προϋποθέσεις ασκήσεως της αγωγής αποζημιώσεως ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία, προσδιορίζονται από τη νομοθεσία του κράτους αυτού, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που είναι εφαρμοστέοι.
2) Το άρθρο 93, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 2001/83, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η υποκατάσταση φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως, υπό την έννοια του κανονισμού αυτού, που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους, στα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος ζημία επελθούσα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, η οποία είχε ως συνέπεια την καταβολή παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως από τον φορέα αυτόν, καθώς και το περιεχόμενο των δικαιωμάτων στα οποία υποκαταστάθηκε ο φορέας αυτός, προσδιορίζονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στην οποία υπάγεται ο φορέας αυτός, υπό την προϋπόθεση ότι η υποκατάσταση που προβλέπει η νομοθεσία αυτή δεν βαίνει πέραν των δικαιωμάτων του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία, όπως αυτά προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία.
3) Στο επιληφθέν δικαστήριο εναπόκειται να προσδιορίσει και να εφαρμόσει τις κρίσιμες διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας, ακόμη κι αν οι διατάξεις αυτές αποκλείουν ή περιορίζουν την υποκατάσταση του φορέα αυτού στα δικαιώματα του δικαιούχου των παροχών έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία ή την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών εκ μέρους του φορέα που υποκαταστάθηκε σ' αυτά.
Full & Egal Universal Law Academy