Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Αναίρεση - Λόγοι - Απλή επανάληψη των λόγων και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου - Απαράδεκτο - Απόρριψη
(Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρο 51, εδ. 1· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 112 § 1, στοιχ. γγ)
2 Αναίρεση - Λόγοι - Ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία - Παραδεκτό
3 Αναίρεση - Λόγοι - Αλλοίωση των αποδεικτικών στοιχείων - Παραδεκτό
4 Εξωσυμβατική ευθύνη - Προϋποθέσεις - Ζημία - Αιτιώδης σύνδεσμος - Βάρος αποδείξεως
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 178 και 215)
Περίληψη
1 Από τον συνδυασμό των άρθρων 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 112, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου απορρέει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιέχει με ακρίβεια τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση καθώς και τα συγκεκριμένα νομικά επιχειρήματα στα οποία στηρίζεται το αίτημα αυτό.
Δεν πληροί την επιταγή αυτή η αίτηση αναιρέσεως η οποία περιορίζεται στην επανάληψη - έστω και κατά γράμμα - των λόγων και των επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, περιλαμβανομένων και εκείνων που στηρίζονται σε πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ρητώς απορριφθεί από αυτό.
2 Το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου είναι αντιφατική ή ανεπαρκής αποτελεί νομικό ζήτημα, το οποίο μπορεί, ως τοιούτο, να προβληθεί στο πλαίσιο μιας αναιρέσεως.
3 Μολονότι το Πρωτοδικείο και μόνο είναι αρμόδιο να εκτιμά την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα αποδεικτικά στοιχεία που του έχουν προσκομιστεί, ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται στην αλλοίωση των εν λόγω στοιχείων είναι παραδεκτός.
4 Εναπόκειται κυρίως στον διάδικο που επικαλείται την ευθύνη της Κοινότητας να προσκομίσει πειστικά αποδεικτικά στοιχεία ως προς την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας που προβάλλει και να αποδείξει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της ζημίας αυτής και της συμπεριφοράς την οποία προσάπτει στα κοινοτικά όργανα.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-401/96 P,
Somaco SARL, με έδρα το Fort-de-France (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τον Jean-Claude Fourgoux, δικηγόρο Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Pierrot Schiltz, 4, rue Bιatrix de Bourbon,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 18 Σεπτεμβρίου 1996 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (τέταρτο πενταμελές τμήμα) στην υπόθεση T-387/94, Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής, (Συλλογή 1996, σ. II-961), με την οποία ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Berend Jan Drijber, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Hervι Lehman, δικηγόρο Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, M. Wathelet, D. A. O. Edward, P. Jann και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Δεκεμβρίου 1996, η Somaco SARL (στο εξής: Somaco) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 18ης Σεπτεμβρίου 1996, Τ-387/94, Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-961, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο, αφενός, αρνήθηκε να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 13ης Οκτωβρίου 1994 (στο εξής: επίδικη απόφαση της Επιτροπής), με την οποία απορρίφθηκε η από 5 Ιουνίου 1990 καταγγελία της Somaco και, αφετέρου, απέρριψε ως απαράδεκτα τα αιτήματα της Somaco περί επιδικάσεως αποζημιώσεως.
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
2 Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, θεωρώντας ότι πλήττονται από παράνομη σύμπραξη μεταξύ πέντε εισαγωγέων ιαπωνικών οχημάτων στη Γαλλία (ήτοι μεταξύ των Sidat Toyota France, Mazda France Motors, Honda France, Mitsubishi Sonauto και Richard Nissan SA), η Asia Motor France και τρεις άλλες επιχειρήσεις οι οποίες ασχολούνται με την εισαγωγή και την εμπορία στη μητροπολιτική Γαλλία οχημάτων ιαπωνικών εταιριών τα οποία έχουν τεθεί υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας σε άλλα κράτη της Κοινότητας, κατέθεσαν στην Επιτροπή, στις 18 Νοεμβρίου 1985 και στις 29 Νοεμβρίου 1988, καταγγελίες για παραβίαση, μεταξύ άλλων, του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ.
3 Οι επιχειρήσεις αυτές ισχυρίζονταν κατ' ουσίαν ότι οι προαναφερθέντες πέντε εισαγωγείς ιαπωνικών οχημάτων είχαν αναλάβει έναντι των γαλλικών αρχών την υποχρέωση να μη πωλούν στην εσωτερική γαλλική αγορά αριθμό οχημάτων ανώτερο του 3 % των ταξινομηθέντων κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος αυτοκινήτων σε όλο το γαλλικό έδαφος. Κατά τις καταγγελίες, οι ίδιοι αυτοί εισαγωγείς είχαν συνεννοηθεί να κατανείμουν μεταξύ τους αυτή την ποσόστωση σύμφωνα με προκαθορισμένους κανόνες, αποκλείοντας κάθε άλλη επιχείρηση που θα επιθυμούσε να πωλήσει εντός της Γαλλίας ιαπωνικά οχήματα άλλων σημάτων από εκείνα που πωλούσαν οι μετέχοντες στην καταγγελλόμενη σύμπραξη.
4 Κατόπιν των καταγγελιών αυτών, η Επιτροπή ζήτησε, με έγγραφο της 9ης Ιουνίου 1989, πληροφορίες από τους καταγγελθέντες εισαγωγείς. Με έγγραφο της 20ής Ιουλίου 1989, η Γενική Διεύθυνση Βιομηχανίας του γαλλικού Υπουργείου Βιομηχανίας και Ξωροταξίας παρήγγειλε στους εν λόγω εισαγωγείς να μην απαντήσουν σ' ένα από τα ερωτήματα που έθεσε η Επιτροπή, αναφέροντας ότι: «η Επιτροπή [τους ζητούσε] να της ανακοινώ[-σουν] πληροφορίες σχετικά με την πολιτική που ασκούν οι γαλλικές δημόσιες αρχές όσον αφορά τις εισαγωγές ιαπωνικών οχημάτων» και ότι «δεν [ήταν] δικό [τους] έργο να της απαντή[-σουν] αντ' αυτών».
5 Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν πληροφορίες από τις γαλλικές αρχές. Στις 28 Νοεμβρίου 1989, οι γαλλικές αρχές απάντησαν σ' αυτήν την αίτηση παροχής πληροφοριών ισχυριζόμενες κυρίως ότι οι οικείες επιχειρήσεις δεν διέθεταν καμία αυτονομία κατά την εφαρμογή της ρυθμίσεως αυτής.
6 Κατόπιν της ασκήσεως, στις 20 Μαρτίου 1990, εκ μέρους των τεσσάρων επιχειρήσεων προσφυγής κατά παραλείψεως και αγωγής αποζημιώσεως, η Επιτροπή, με έγγραφο της 8ης Μαου 1990, τις πληροφόρησε, σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 99/63/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1963, περί των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 37), ότι δεν σκόπευε να δώσει συνέχεια στις καταγγελίες τους και τις κάλεσε να υποβάλουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους επί του θέματος αυτού. Στις 29 Ιουνίου 1990, οι επιχειρήσεις αυτές απέστειλαν στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις τους, με τις οποίες επαναβεβαίωναν το βάσιμο των καταγγελιών τους.
7 Εν τω μεταξύ, στις 5 Ιουνίου 1990, η Somaco κατέθεσε στην Επιτροπή παρόμοια καταγγελία, στηριζόμενη στο άρθρο 85 της Συνθήκης και στρεφόμενη ιδίως κατά της πρακτικής των εταιριών CCIE, SIGAM, SAVA, SIDA και Auto GM, που έχουν όλες έδρα το Lamentin (Μαρτινίκα) και είναι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι των σημάτων Toyota, Nissan, Mazda, Honda και Mitsubishi, αντιστοίχως, και εισαγωγείς οχημάτων των σημάτων αυτών στην εν λόγω νήσο.
8 Με έγγραφο της 9ης Αυγούστου 1990, η Επιτροπή, παραπέμποντας στο έγγραφο της 8ης Μαου 1990 που είχε στείλει στις τέσσερις άλλες καταγγείλασες, πληροφόρησε τη Somaco ότι δεν σκόπευε να δώσει συνέχεια στην καταγγελία της και την κάλεσε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του κανονισμού 99/63, να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Με επιστολή της 28ης Σεπτεμβρίου 1990, η Somaco υποστήριξε και πάλι το βάσιμο της καταγγελίας της.
9 Με έγγραφο της 5ης Δεκεμβρίου 1991, η Επιτροπή κοινοποίησε στις πέντε εν λόγω επιχειρήσεις (στο εξής: καταγγείλασες) απόφαση απορριπτική των καταγγελιών τους. Η απόρριψη αυτή στηριζόταν σε δύο λόγους. Κατά τον πρώτο, η συμπεριφορά των πέντε καταγγελθέντων εισαγωγέων ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την πολιτική των γαλλικών δημοσίων αρχών όσον αφορά τις εισαγωγές ιαπωνικών αυτοκινήτων στη Γαλλία. Στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής, οι δημόσιες αρχές όχι μόνον καθόριζαν τον συνολικό αριθμό των οχημάτων που μπορούσαν να εισαχθούν κάθε χρόνο στη Γαλλία, αλλά όριζαν και τις λεπτομέρειες κατανομής αυτού του αριθμού. Κατά τον δεύτερο λόγο απορρίψεως, δεν υπήρχε σχέση μεταξύ του συμφέροντος των καταγγειλασών και της φερομένης παραβάσεως, διότι, και αν ακόμη εφαρμοζόταν το άρθρο 85, δεν θα θεραπευόταν η κατάσταση που οι καταγγείλασες θεωρούσαν ότι τις έθιγε.
10 Κατά της αποφάσεως της Επιτροπής της 5ης Δεκεμβρίου 1991 ασκήθηκε προσφυγή ακυρώσεως, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 4 Φεβρουαρίου 1992. Με απόφαση της 29ης Ιουνίου 1993, Τ-7/92, Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-669, στο εξής: απόφαση Asia Motor France ΙΙ), το Πρωτοδικείο την ακύρωσε καθόσον αφορούσε το άρθρο 85 της Συνθήκης. Αναλύοντας ιδίως τα πρακτικά μιας διυπουργικής συσκέψεως της 19ης Οκτωβρίου 1987, στην οποία είχαν μετάσχει οι καταγγελθέντες αποκλειστικοί αντιπρόσωποι στη Μαρτινίκα, και το συνημμένο σ' αυτά πρωτόκολλο συμφωνίας, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι ο πρώτος απορριπτικός λόγος στηριζόταν σε εσφαλμένη εκτίμηση, από πραγματικής και νομικής απόψεως, των στοιχείων που είχαν υποβληθεί στην κρίση της Επιτροπής. Όσον αφορά τον δεύτερο απορριπτικό λόγο, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι έπασχε πλάνη περί το δίκαιο.
11 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 25 Αυγούστου 1993, στις γαλλικές αρχές και στους αποκλειστικούς αντιπροσώπους της Μαρτινίκας κατά των οποίων έβαλλε η από 5 Ιουνίου 1990 καταγγελία της Somaco νέες αιτήσεις παροχής πληροφοριών.
12 Στις 10 Ιανουαρίου 1994, η Επιτροπή απηύθυνε στις καταγγείλασες εταιρίες ανακοίνωση σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 99/63. Τους κοινοποίησε αντίγραφο των απαντήσεων που είχαν δοθεί στις προαναφερθείσες αιτήσεις παροχής πληροφοριών και τους παρέσχε τη δυνατότητα να εξετάσουν τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία που της είχαν υποβληθεί. Με έγγραφο της 9ης Μαρτίου 1994, οι καταγγείλασες υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί της ανακοινώσεως αυτής.
13 Με έγγραφο της 13ης Οκτωβρίου 1994, η Επιτροπή κοινοποίησε στις καταγγείλασες την επίδικη απόφαση. Στην απόφαση αυτή, η Επιτροπή υπενθύμισε κατ' αρχάς τη διατύπωση της από 5 Δεκεμβρίου 1991 αποφάσεώς της. Ακολούθως, διαπίστωσε ότι, στην απόφαση Asia Motor France II, το Πρωτοδικείο αμφισβήτησε τα συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει η Επιτροπή, στηριζόμενο κυρίως σε έγγραφα προερχόμενα από το διαμέρισμα της Μαρτινίκας. Επομένως, αυτά ήσαν τα έγγραφα που αφορούσαν οι νέες αιτήσεις παροχής πληροφοριών οι οποίες είχαν απευθυνθεί στις γαλλικές αρχές και στους εισαγωγείς της Μαρτινίκας.
14 Ακολούθως, η Επιτροπή διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι η εξέταση των απαντήσεων στις νέες αιτήσεις παροχής πληροφοριών επιβεβαίωνε ότι οι γαλλικές αρχές είχαν καθιερώσει από το 1977 κρατικό καθεστώς εισαγωγών για τα οχήματα τρίτων χωρών. Έτσι, το Υπουργείο Βιομηχανίας είχε αναγνωρίσει πέντε εισαγωγείς ως αποκλειστικούς αντιπροσώπους των πέντε σημάτων Honda, Toyota, Mazda, Mitsubishi και Nissan αντιστοίχως και καθένας από αυτούς πληροφορούνταν υπ' αυτή του την ιδιότητα κάθε χρόνο από το Υπουργείο τον μέγιστο συνολικό αριθμό οχημάτων του σήματός του των οποίων επιτρεπόταν η εισαγωγή (ο αριθμός αυτός ανερχόταν σε 3 % της αγοράς για τη μητροπολιτική Γαλλία και σε 15 % για το διαμέρισμα της Μαρτινίκας).
15 Η Επιτροπή εξήγησε ότι αυτό ήταν το πλαίσιο εντός του οποίου διεξήχθη στη Μαρτινίκα, στις 19 Οκτωβρίου 1987, μια σύσκεψη για την οποία συντάχθηκαν πρακτικά, συνοδευόμενα από πρωτόκολλο συμφωνίας, τα οποία προσκομίστηκαν στο Πρωτοδικείο στο πλαίσιο της υποθέσεως Asia Motor France ΙΙ. Ωστόσο, η Επιτροπή εξέθεσε ότι, στην πραγματικότητα, η σύσκεψη αυτή διεξήχθη κατόπιν προσκλήσεως του περιφερειάρχη και είχε ως μοναδικό αντικείμενο το συναφές ζήτημα του πώς η εταιρία CCIE, που είναι ο τοπικός αντιπρόσωπος της Toyota, θα «επέστρεφε», όπως το αξίωνε η διοίκηση, 487 οχήματα τα οποία είχε πωλήσει από το 1982 καθ' υπέρβαση του αριθμού εισαγωγών που της είχε οριστεί. Η Επιτροπή διαπίστωσε έτσι ότι τα έγγραφα αυτά, εντασσόμενα σ' αυτή την αλληλουχία, δεν αλλοίωναν τον αποκλειστικά κρατικό χαρακτήρα του καθεστώτος εισαγωγών και των λεπτομερειών της εφαρμογής του.
16 Η Επιτροπή προσέθεσε ότι το ίδιο ίσχυε και για τα λοιπά έγγραφα που αναφέρονται στην απόφαση Asia Motor France ΙΙ, με αποτέλεσμα να επιβεβαιώνεται επαρκώς ότι οι καταγγελθέντες εισαγωγείς, και ειδικότερα οι της Μαρτινίκας, δεν διέθεταν κανένα περιθώριο ελιγμού κατά την εφαρμογή του υπό κρίση καθεστώτος εισαγωγών. Υπ' αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή ενέμεινε στην απόρριψη των καταγγελιών, καθόσον αυτές σκοπούσαν στην αναγνώριση της υπάρξεως συμπράξεως υπό την έννοια του άρθρου 85 της Συνθήκης.
17 Υπ' αυτές τις συνθήκες, οι καταγγείλασες άσκησαν εκ νέου προσφυγή ακυρώσεως και αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου. Μεταξύ άλλων, ζήτησαν από το Πρωτοδικείο να ακυρώσει την επίδικη απόφαση της Επιτροπής και να υποχρεώσει την Κοινότητα να αποκαταστήσει τη ζημία που τους προκλήθηκε. Προέβαλαν δύο λόγους ακυρώσεως, από τους οποίους ο ένας στηριζόταν σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και ο έτερος σε έλλειψη αιτιολογίας.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
18 Όσον αφορά τον στηριζόμενο σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως λόγο ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο αποφάσισε, στη σκέψη 58, να εξετάσει χωριστά τη συμπεριφορά που καταγγελλόταν με τις καταγγελίες που αφορούσαν τις εισαγωγές στη μητροπολιτική Γαλλία, αφενός, και τη συμπεριφορά που καταγγελλόταν με την καταγγελία που αφορούσε τις εισαγωγές στη Μαρτινίκα, αφετέρου.
19 Όσον αφορά τις καταγγελίες κατά των εισαγωγέων στη μητροπολιτική Γαλλία, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, στη σκέψη 60, τη νομολογία σχετικά με το ζήτημα αν η συμπεριφορά μιας επιχειρήσεως εκφεύγει της εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, ελλείψει αυτονομίας της. Μεταξύ άλλων διαπίστωσε, στη σκέψη 61, ότι, όταν μια δεσμευτική κανονιστική διάταξη, δυνάμενη να επηρεάσει τη λειτουργία του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, ουδόλως συνδέεται με συμπεριφορά επιχειρήσεων εμπίπτουσα στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις απλώς τηρούν μια τέτοια κανονιστική διάταξη εκφεύγει της εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, ελλείπει το περιθώριο αυτονομίας των επιχειρήσεων, το οποίο προϋποθέτει το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
20 Ακολούθως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 62, ότι οι γαλλικές αρχές, με την απάντησή τους στη νέα αίτηση παροχής πληροφοριών της Επιτροπής, επιβεβαίωσαν ότι το 1977 αποφάσισαν να λάβουν μέτρα περιορισμού της διεισδύσεως των ιαπωνικών οχημάτων στο 3 % της μητροπολιτικής αγοράς και ότι, σ' αυτό το πλαίσιο, αποφάσισαν να κατανείμουν τον όγκο των επιτρεπομένων εισαγωγών μεταξύ των πέντε αναγνωρισμένων εισαγωγέων που δρούσαν τότε στην αγορά, βάσει των μεριδίων αγοράς που αυτοί κατείχαν τη στιγμή εκείνη. Οι γαλλικές αρχές επιβεβαίωσαν επίσης ότι, σε εκτέλεση της πολιτικής αυτής, γνωστοποιούσαν, κάθε χρόνο, σε κάθε εισαγωγέα πόσα ακριβώς ήσαν τα αντιστοιχούντα στην ποσόστωσή του οχήματα και τον ειδοποιούσαν ταυτόχρονα να μην υπερβεί αυτόν τον αριθμό εισαγωγών.
21 Κατά συνέπεια, στη σκέψη 63, το Πρωτοδικείο εξέτασε αν η επίδικη απόφαση δικαιολογούσε το συμπέρασμα ότι οι γαλλικές αρχές επέβαλλαν στις καταγγελθείσες επιχειρήσεις το εν λόγω καθεστώς κατά τρόπο που να τους αφαιρούν κάθε περιθώριο αυτονομίας. Συναφώς, διαπίστωσε κατ' αρχάς, στη σκέψη 64, ότι οι ίδιες οι γαλλικές αρχές είχαν επιβεβαιώσει ότι καμία διάταξη του γαλλικού δικαίου δεν επέβαλλε στους εισαγωγείς ιαπωνικών οχημάτων στη μητροπολιτική Γαλλία την καταγγελλόμενη συμπεριφορά. Ελλείψει δεσμευτικής κανονιστικής διατάξεως επιβάλλουσας την καταγγελλόμενη συμπεριφορά, το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 65, ότι η Επιτροπή δεν δύναται να απορρίπτει τις καταγγελίες με την αιτιολογία ότι οι καταγγελλόμενες επιχειρήσεις στερούνται αυτονομίας, παρά μόνον αν προκύπτει, βάσει αντικειμενικών, κρισίμων και συγκλινουσών ενδείξεων, ότι αυτή τη συμπεριφορά τους την επέβαλαν μονομερώς οι εθνικές αρχές, διά της ασκήσεως αφορήτων πιέσεων, όπως είναι η απειλή ότι θα λάβουν κρατικά μέτρα δυνάμενα να τους προκαλέσουν σοβαρή οικονομική ζημία.
22 Συναφώς, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 66, ότι η Επιτροπή στήριξε την επίδικη απόφασή της - καθ' όσον αφορούσε τις καταγγελίες που έβαλλαν κατά των εισαγωγών ιαπωνικών αυτοκινήτων στη μητροπολιτική Γαλλία - στα ίδια στοιχεία που στήριζαν το συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει στην προηγούμενη απόφασή της, της 5ης Δεκεμβρίου 1991, ότι δηλαδή οι καταγγελλόμενες επιχειρήσεις δεν διέθεταν καμία αυτονομία ή «περιθώριο ελιγμού». Έτσι, τα στοιχεία τα οποία η Επιτροπή χαρακτήριζε ως «νέα στοιχεία» αφορούσαν μόνον την κατάσταση στη Μαρτινίκα. Περαιτέρω, οι απαντήσεις των γαλλικών αρχών στη νέα αίτηση παροχής πληροφοριών δεν παρέσχαν κανένα στοιχείο δυνάμενο να στηρίξει ή να αποσαφηνίσει τον ισχυρισμό ότι δεν ευσταθούσε καμία μομφή σε βάρος των καταγγελθέντων εισαγωγέων, οι οποίοι εφάρμοσαν απλώς μέτρα που απέρρεαν από αποφάσεις των δημοσίων αρχών, χωρίς να διαθέτουν κανένα περιθώριο ελιγμού.
23 Υπ' αυτές τις συνθήκες, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 68, ότι κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν δικαιολογούσε το συμπέρασμα ότι τέτοιου είδους πιέσεις είχαν όντως ασκηθεί στους εισαγωγείς και ότι το ζήτημα αυτό δεν είχε καν τεθεί, κατά τη διοικητική διαδικασία, στις γαλλικές αρχές ή στους εισαγωγείς στη μητροπολιτική Γαλλία.
24 Το Πρωτοδικείο κατέληξε επομένως, με τη σκέψη 70, ότι, ενόψει των διαπιστώσεων στις οποίες είχε προβεί με την απόφασή του Asia Motor France II, η επίδικη απόφαση της Επιτροπής δεν στηριζόταν, ελλείψει νέων στοιχείων για το εφαρμοζόμενο στη μητροπολιτική Γαλλία καθεστώς εισαγωγών, σε αντικειμενικές, κρίσιμες και συγκλίνουσες ενδείξεις ότι οι γαλλικές αρχές είχαν ασκήσει μονομερώς αφόρητες πιέσεις στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, για να ακολουθήσουν την καταγγελλόμενη συμπεριφορά. Κατά συνέπεια, στη σκέψη 71, διαπίστωσε ότι η Επιτροπή είχε υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, με αποτέλεσμα να ακυρώσει, στη σκέψη 72, την επίδικη απόφαση καθόσον απέρριπτε τις καταγγελίες που αφορούσαν τη μητροπολιτική Γαλλία.
25 Όσον αφορά, ακολούθως, την από 5 Ιουνίου 1990 καταγγελία της Somaco κατά των αποκλειστικών αντιπροσώπων στη Μαρτινίκα, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, στη σκέψη 73, ότι, κατά την καταγγελία, η Somaco είχε συσταθεί τον Ιούνιο 1988, με σκοπό την εισαγωγή στη Μαρτινίκα ιαπωνικών και κορεατικών οχημάτων των σημάτων Daihatsu, Isuzu, Hyundai, Suzuki και Subaru. Με την καταγγελία της, η Somaco ισχυρίστηκε ότι υφίστατο τις συνέπειες αθέμιτης συμπράξεως μεταξύ των αποκλειστικών αντιπροσώπων των ιαπωνικών σημάτων Toyota, Honda, Mazda, Mitsubishi και Nissan και ότι οι ίδιοι αυτοί αποκλειστικοί αντιπρόσωποι «μοιράζοντα[ν] την αγορά, την οποία η διοίκηση [είχε] καθορίσει στο 15 % των ταξινομήσεων, σε βάρος της εταιρίας Somaco, η οποία αποκλει[-όταν] από την αγορά». Προς στήριξη της καταγγελίας της, προσκόμισε δύο έγγραφα, ήτοι τα πρακτικά της διυπουργικής συσκέψεως της 19ης Οκτωβρίου 1987 και το πρωτόκολλο συμφωνίας που ήταν συνημμένο στα πρακτικά αυτά.
26 Το Πρωτοδικείο παρατήρησε, στη σκέψη 75, όσον αφορά τις εισαγωγές ιαπωνικών οχημάτων στη Γαλλία, της οποίας η Μαρτινίκα αποτελεί διαμέρισμα, ότι οι γαλλικές αρχές εξήγησαν, με την από 11 Νοεμβρίου 1993 απάντησή τους στην αίτηση παροχής πληροφοριών της Επιτροπής της 25ης Αυγούστου 1993, ότι μόνο πέντε εισαγωγείς, των σημάτων Toyota, Honda, Mitsubishi, Mazda και Nissan, είχαν αναγνωριστεί στη Γαλλία. Επί πλέον, το Πρωτοδικείο ανέφερε, στη σκέψη 76, ότι δεν αμφισβητούνταν, αφενός μεν, ότι οι αναγνωρισμένοι αυτοί εισαγωγείς ήσαν αποκλειστικώς αρμόδιοι να χορηγούν πιστοποιητικά πιστότητας στους αποκλειστικούς αντιπροσώπους στη Μαρτινίκα, αφετέρου δε, ότι η λήψη πιστοποιητικού πιστότητας ήταν αναγκαία προϋπόθεση για την ταξινόμηση ενός εισαγομένου στη Μαρτινίκα οχήματος.
27 Το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 77, ότι το σύστημα αυτό - ασχέτως του αν το είχαν επιβάλει μονομερώς οι γαλλικές αρχές ή αν στηριζόταν σε συμφωνία συναφθείσα μεταξύ των πέντε αναγνωρισμένων εισαγωγέων και των γαλλικών αρχών - εμπόδιζε την είσοδο στην αγορά για τις εταιρίες που ήθελαν να εισάγουν στη Γαλλία (τη μητροπολιτική και τη Μαρτινίκα) ιαπωνικά αυτοκίνητα άλλα, εκτός από αυτοκίνητα των σημάτων αυτών. Επομένως, ούτως ή άλλως, η αδυναμία της Somaco να εμπορεύεται στη Μαρτινίκα αυτοκίνητα των σημάτων Daihatsu, Isuzu, Suzuki και Subaru δεν απέρρεε από την ύπαρξη ενδεχομένης συμπράξεως μεταξύ των καταγγελθέντων Μαρτινικανών αποκλειστικών αντιπροσώπων.
28 Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 78, ότι η Επιτροπή, με την επίδικη απόφασή της, εξέτασε τις προβληθείσες με την καταγγελία αιτιάσεις, καίτοι θα μπορούσε να διερωτηθεί τι συμφέρον είχε η εταιρία Somaco να ζητήσει τη διαπίστωση της φερομένης παραβάσεως. Έτσι, μετά την ακύρωση της αποφάσεως της 5ης Δεκεμβρίου 1991, η Επιτροπή κίνησε νέα έρευνα και, αφού εξέτασε τις απαντήσεις στις νέες αιτήσεις παροχής πληροφοριών, απέρριψε την καταγγελία αυτή επικαλούμενη επίσης ότι οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι δεν διέθεταν αυτονομία κατά την εφαρμογή του επίδικου καθεστώτος εισαγωγών.
29 Συναφώς, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, στη σκέψη 79, ότι, στη σκέψη 55 της αποφάσεως Asia Motor France ΙΙ, διαπίστωσε ότι αυτός ο λόγος απορρίψεως στηριζόταν σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, αποφάσισε να εξετάσει αν τα νέα στοιχεία, τα οποία είχε συλλέξει η Επιτροπή κατά την έρευνα που διεξήγαγε μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής, μπορούσαν να φωτίσουν υπό διαφορετικό πρίσμα τα έγγραφα στα οποία το Πρωτοδικείο, μετά από μια πρώτη ανάλυση, αναγνώρισε μεγάλη αποδεικτική αξία ως προς την ενδεχόμενη ύπαρξη συμπτώσεως βουλήσεων.
30 Όμως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 80, ότι καμία κανονιστική διάταξη δεν είχε επιβάλει στους αποκλειστικούς αντιπροσώπους ιαπωνικών οχημάτων στη Μαρτινίκα την καταγγελθείσα συμπεριφορά και ανέφερε, στη σκέψη 81, ότι, κατά συνέπεια, έπρεπε να εξεταστεί αν από αντικειμενικές, κρίσιμες και συγκλίνουσες ενδείξεις προέκυπτε ότι οι εθνικές αρχές είχαν ασκήσει μονομερώς αφόρητες πιέσεις στους εμπλεκομένους αποκλειστικούς αντιπροσώπους, για να ακολουθήσουν την καταγγελθείσα συμπεριφορά.
31 Το Πρωτοδικείο εξέτασε λοιπόν, στη σκέψη 84, τα έγγραφα που είχαν χαρακτηριστεί από την Επιτροπή ως «νέα στοιχεία» και διαπίστωσε ότι, όπως προέκυπτε από τη δικογραφία και ειδικότερα από την από 19 Αυγούστου 1982 επιστολή του Υφυπουργού Υπερποντίων Διαμερισμάτων και Εδαφών, η συνολική ποσόστωση του 15 % των ταξινομουμένων στη Μαρτινίκα οχημάτων είχε επιβληθεί μονομερώς από τις γαλλικές αρχές στους τοπικούς εισαγωγείς, ότι η έλλειψη αυτονομίας των αποκλειστικών αντιπροσώπων επιβεβαιωνόταν επίσης από το γεγονός ότι ο περιορισμός των εισαγωγών ιαπωνικών αυτοκινήτων στο 15 % της μαρτινικανής αγοράς συρρίκνωνε κατά 50 % την αγορά των αποκλειστικών αντιπροσώπων και ότι δεν είχε αμφισβητηθεί ότι το ποσοστό διεισδύσεως των ιαπωνικών αυτοκινήτων στη Μαρτινίκα πλησίαζε το 30 % πριν από την καθιέρωση του καταγγελθέντος καθεστώτος εισαγωγής.
32 Επί πλέον, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 85, ότι από τα έγγραφα που είχε προσκομίσει η Επιτροπή προέκυπτε ότι οι δημόσιες αρχές, κατά την ίδια χρονική περίοδο, είχαν κατανείμει τη συνολική ποσόστωση του 15 % μεταξύ των σημάτων τα οποία αντιπροσώπευαν οι πέντε καταγγελθέντες αποκλειστικοί αντιπρόσωποι και ότι το γεγονός ότι τις ατομικές ποσοστώσεις για κάθε αποκλειστικό αντιπρόσωπο καθόριζαν οι δημόσιες αρχές επιβεβαιωνόταν περαιτέρω από την από 3 Σεπτεμβρίου 1986 επιστολή του αποκλειστικού αντιπροσώπου οχημάτων Nissan προς τον Περιφερειάρχη Μαρτινίκας με την οποία ο αποκλειστικός αυτός αντιπρόσωπος παραπονέθηκε για το γεγονός «ότι η ποσόστωση που [του είχε] οριστεί [ήταν] υπερβολικά ισχνή και δεν [επέτρεπε] στην επιχείρησή [του] να αναπτυχθεί ομαλά, εφόσον μάλιστα η ποσόστωση αυτή [έφθινε] διαρκώς».
33 Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 86, ότι η στεγανότητα του συστήματος που είχε έτσι εγκαθιδρυθεί από τις δημόσιες αρχές εξασφαλιζόταν από το γεγονός ότι οι πέντε αναγνωρισμένοι εισαγωγείς ιαπωνικών οχημάτων στη μητροπολιτική Γαλλία, συμμορφούμενοι προς τις οδηγίες που τους έδιναν οι εθνικές αρχές, απέστελλαν στον αποκλειστικό αντιπρόσωπο του σήματός «τους» στη Μαρτινίκα πιστοποιητικά πιστότητας ακριβώς ισάριθμα προς την ποσόστωση που είχε καθοριστεί γι' αυτόν. Το Πρωτοδικείο επισήμανε, στη σκέψη 87, ότι, λαμβανομένου υπόψη, αφενός μεν, ότι οι αναγνωρισμένοι εισαγωγείς των πέντε ιαπωνικών σημάτων ήσαν αποκλειστικώς αρμόδιοι για τη χορήγηση των πιστοποιητικών πιστότητας στους αποκλειστικούς αντιπροσώπους στη Μαρτινίκα, αφετέρου δε, ότι η λήψη πιστοποιητικού πιστότητας αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την ταξινόμηση στη Μαρτινίκα οχήματος εισαγωγής, οι Μαρτινικανοί εισαγωγείς δεν μπορούσαν παρά να αποδεχθούν τις συνέπειες του διακανονισμού που είχε γίνει μεταξύ των αναγνωρισμένων εισαγωγέων και των γαλλικών αρχών.
34 Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε έτσι, στη σκέψη 88, ότι το πόρισμα της Επιτροπής ότι οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι στη Μαρτινίκα, κατά των οποίων έβαλλε η καταγγελία της Somaco, «δεν διέθεταν καμία αυτονομία κατά την εφαρμογή του υπό κρίση καθεστώτος εισαγωγών» στηριζόταν, εκ πρώτης όψεως, σε αντικειμενικές, κρίσιμες και συγκλίνουσες ενδείξεις.
35 Στη σκέψη 89, το Πρωτοδικείο εξέθεσε ότι έπρεπε να εξεταστεί αν οι καταγγείλασες είχαν προσκομίσει «αποκλίνοντα» στοιχεία, αποδεικνύοντα ότι οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι ιαπωνικών οχημάτων διέθεταν περιθώριο αυτονομίας ως προς την κατανομή της συνολικής ποσοστώσεως την οποία είχαν καθορίσει οι γαλλικές αρχές στο 15 % για τις εισαγωγές των ιαπωνικών οχημάτων στη Μαρτινίκα.
36 Συναφώς, το Πρωτοδικείο εξέτασε, κατ' αρχάς, τα πρακτικά της διυπουργικής συσκέψεως της 19ης Οκτωβρίου 1987 και το συνημμένο σ' αυτά πρωτόκολλο συμφωνίας. Στη σκέψη 91 υπενθύμισε ότι η ίδια η διατύπωση των εγγράφων αυτών δημιουργούσε την πεποίθηση ότι οι καταγγελθέντες αποκλειστικοί αντιπρόσωποι ιαπωνικών οχημάτων είχαν συνάψει σύμπραξη για την κατανομή της ποσοστώσεως την οποία οι γαλλικές αρχές είχαν καθορίσει στο 15 % και ότι έτσι, στηριζόμενο στη διατύπωση αυτών των εγγράφων, κατέληξε, με την απόφασή του Asia Motor France II, ότι τα έγγραφα αυτά «[αποτελούσαν], εκ πρώτης όψεως, σοβαρή ένδειξη περί του ότι [οι πέντε καταγγελθέντες εισαγωγείς διέθεταν] πραγματική αυτονομία συμπεριφοράς».
37 Ωστόσο, στη σκέψη 92, το Πρωτοδικείο παρατήρησε ότι, στην επίδικη απόφασή της, η Επιτροπή εξηγούσε ότι, υπό το φως των νέων στοιχείων, τα οποία είχαν περιέλθει εις γνώση της στο πλαίσιο της έρευνας την οποία είχε διενεργήσει μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως Asia Motor France II, τα πρακτικά της διυπουργικής συσκέψεως της 19ης Οκτωβρίου 1987 και το συνημμένο σ' αυτά πρωτόκολλο συμφωνίας, εκτιμώμενα στην αλληλουχία στην οποία εντάσσονταν, δεν μετέβαλαν τον αποκλειστικά κρατικό χαρακτήρα του καθεστώτος εισαγωγής.
38 Στη σκέψη 93, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι, μεταξύ 1982 και 1986, ο αποκλειστικός αντιπρόσωπος της Toyota στη Μαρτινίκα υπερέβη κατά πολύ την ποσόστωση που του είχε οριστεί δίδοντας στα εισαχθέντα καθ' υπέρβαση της ποσοστώσεως οχήματα προσωρινές πινακίδες κυκλοφορίας (πινακίδες WW). Το Πρωτοδικείο τόνισε επίσης, στη σκέψη 94, ότι από τη δικογραφία προέκυπτε ακόμη ότι οι γαλλικές αρχές, αφού διαπίστωσαν τις καταχρήσεις του καθεστώτος προσωρινών ταξινομήσεων από τον εν λόγω αποκλειστικό αντιπρόσωπο, αποφάσισαν, τον Μάρτιο του 1987 το αργότερο, να καταλογίζουν εφεξής τις προσωρινές ταξινομήσεις (WW) στην ποσόστωση που είχε οριστεί για το οικείο σήμα.
39 Υπ' αυτές τις συνθήκες, το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 95, ότι η Επιτροπή δικαιολογημένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η σύσκεψη της 19ης Οκτωβρίου 1987, η οποία είχε συγκληθεί με πρωτοβουλία του Περιφερειάρχη της Μαρτινίκας, συνιστούσε επίσης εκδήλωση της βουλήσεως της δημοσίας αρχής να τηρηθεί το σύστημα εισαγωγών το οποίο είχε επιβάλει μονομερώς. Καίτοι ήταν αληθές ότι το πρωτόκολλο συμφωνίας έκανε μνεία για ένα ανώτατο όριο 15 % και για μια κλείδα κατανομής αυτού του 15 %, δεν προέκυπτε εξ αυτού οπωσδήποτε ότι οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι είχαν συνάψει σύμπραξη εμπίπτουσα στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Πράγματι, τα έγγραφα που αποκαλύφθηκαν κατά τη νέα έρευνα στήριζαν την άποψη ότι οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι είχαν κρίνει αναγκαίο να «κωδικοποιήσουν» την άγραφη πολιτική εισαγωγών την οποία είχαν επιβάλει μονομερώς οι δημόσιες αρχές από το 1982, για να αποφύγουν στο μέλλον ανάλογα προβλήματα με εκείνα που είχαν ανακύψει με τον αποκλειστικό αντιπρόσωπο της Toyota.
40 Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο δέχθηκε, στη σκέψη 96, ότι οι καταγγείλασες δεν απέδειξαν ότι η Επιτροπή είχε υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών. Το Πρωτοδικείο εξέτασε επίσης, στη σκέψη 97, ορισμένα άλλα έγγραφα τα οποία είχαν επικαλεστεί οι καταγγείλασες και διαπίστωσε ότι κανένα από αυτά δεν ήταν ικανό να κλονίσει την άποψη της Επιτροπής ότι οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι στη Μαρτινίκα «δεν διέθεταν καμία αυτονομία κατά την εφαρμογή του υπό κρίση καθεστώτος εισαγωγών». Το Πρωτοδικείο κατέληξε έτσι, στη σκέψη 100, ότι ο λόγος περί πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών ήταν αβάσιμος, καθ' όσον ο λόγος αυτός αφορούσε την απόφαση της Επιτροπής να απορρίψει την καταγγελία της Somaco της 5ης Ιουνίου 1990.
41 Τέλος, όσον αφορά τα αιτήματα αποζημιώσεως, στη σκέψη 107, το Πρωτοδικείο τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι από τη νομολογία προέκυπτε ότι το δικόγραφο με το οποίο ζητείται η αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε κοινοτικό όργανο πρέπει, για να είναι παραδεκτό, να περιλαμβάνει στοιχεία επιτρέποντα την εξατομίκευση της συμπεριφοράς που ο προσφεύγων προσάπτει στο θεσμικό όργανο, τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη, καθώς και τη φύση και την έκταση της ζημίας.
42 Συναφώς, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι, εν προκειμένω, το επιχείρημα το οποίο ανέπτυξαν στο δικόγραφο της προσφυγής τους οι καταγγείλασες προς στήριξη των αιτημάτων τους αποζημιώσεως είχε, στο σύνολό του, ως εξής:
«Οι καταγγείλασες επιχειρήσεις κάνουν διάκριση μεταξύ της ζημίας που καταλογίζουν στη στάση των επιχειρήσεων μελών της συμπράξεως και της Γαλλικής Κυβερνήσεως και της ζημίας που γεννά απευθείας ευθύνη της Επιτροπής.
Η ζημία την οποία έχουν υποστεί οι επιχειρήσεις από τη σύμπραξη εκτιμάται μέχρι σήμερα ως εξής:
Asia Motor France: 259 552 000 ECU Cesbron: 244 292 000 ECU Monin Automobiles: 82 231 000 ECU EAS: 76 177 000 ECU Somaco: 2 153 500 ECU
Η ζημία, πλέον νομίμων τόκων, για την οποία ευθύνεται η Κοινότητα, λόγω των καθυστερήσεων και της λήψεως παρανόμων αποφάσεων, είναι εύλογο να αποτιμηθεί με το επιτόκιο το οποίο εφαρμόζει συνήθως στα ποσά αυτά η Κοινότητα (9,75 %), για το χρονικό διάστημα που εκτείνεται από την απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1991 περί θέσεως στο αρχείο μέχρι την ημερομηνία δημοσιεύσεως της εκδοθησομένης αποφάσεως.»
43 Στη σκέψη 110, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ούτε η επιχειρηματολογία την οποία ανέπτυξαν ως άνω οι καταγγείλασες ούτε το δικόγραφο της προσφυγής στο σύνολό του επέτρεπαν να εξατομικευθεί με την απαιτούμενη σαφήνεια και ακρίβεια η υπαίτια συμπεριφορά της Επιτροπής ή η φύση της ζημίας που ισχυρίζονταν ότι είχαν υποστεί. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο απέρριψε, στη σκέψη 111, τα αιτήματα αποζημιώσεως ως απαράδεκτα.
Η αίτηση αναιρέσεως
44 Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Somaco ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση καθ' ό μέρος απέρριψε το ακυρωτικό της αίτημα και το αίτημα αποζημιώσεως,
2) κατ' εφαρμογήν του άρθρου 54 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου
- να ακυρώσει την επίδικη απόφαση καθόσον απορρίπτει την καταγγελία της SOMACO και
- να υποχρεώσει την Επιτροπή, βάσει των άρθρων 178 και 215 της Συνθήκης, να την αποζημιώσει για τη ζημία που της προκάλεσε και, κατά συνέπεια, να καθορίσει το ποσό της αποζημιώσεως εντόκως προς το 9,75 % των ποσών στα οποία εκτιμάται η κύρια ζημία από της εκδόσεως της από 5 Δεκεμβρίου 1991 αποφάσεως περί θέσεως της υποθέσεως στο αρχείο μέχρι τη δημοσίευση της εκδοθησομένης αποφάσεως και
3) να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων, τόσο της παρούσας διαδικασίας όσο και της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
45 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και όλα τα αιτήματα της Somaco και να την καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα. Η Επιτροπή υποβάλλει επίσης, όσον αφορά τα ακυρωτικά αιτήματα της Somaco, ένσταση απαραδέκτου.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Επί του παραδεκτού
46 Στο υπόμνημά της αντικρούσεως, η Επιτροπή διατείνεται ότι τα ακυρωτικά αιτήματα που υποβάλλει η Somaco με την αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτα, καθόσον δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει προς τούτο η νομολογία του Δικαστηρίου.
47 Η Επιτροπή ισχυρίζεται, πρώτον, ότι το μέρος αυτό της αιτήσεως αναιρέσεως δεν περιέχει ακριβή έκθεση των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως και παραπέμπει στους λόγους που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου. Δεύτερον, παρατηρεί ότι η επιχειρηματολογία της Somaco σκοπεί στην αμφισβήτηση της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο. Διευκρινίζει, ιδίως, ότι, κατά την αίτηση αναιρέσεως της Somaco, το Πρωτοδικείο δεν έκανε μνεία, στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, των περιστάσεων από τις οποίες συνάγεται η άσκηση αφορήτων πιέσεων οι οποίες δικαιολογούν τη διαφορετική μεταχείριση της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων στην αγορά της Μαρτινίκας σε σχέση με τη συμπεριφορά των μητροπολιτικών επιχειρήσεων. Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι η Somaco, υποστηρίζοντας ότι το Πρωτοδικείο αλλοίωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που του είχαν υποβληθεί, ζητεί στην πραγματικότητα από το Δικαστήριο να αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Πρωτοδικείο.
48 Επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα και πρέπει να στηρίζεται σε λόγους αντλούμενους από την αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, από πλημμέλειες κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος ή από παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο (βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 5ης Δεκεμβρίου 1997, C-218/97 P, Συμβούλιο κατά Leite Mateus, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 20). Επί πλέον, κατά το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τους νομικούς λόγους και τα νομικά επιχειρήματα των οποίων γίνεται επίκληση.
49 Κατά πάγια νομολογία, από τις διατάξεις αυτές απορρέει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να επισημαίνει με ακρίβεια τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση καθώς και τα συγκεκριμένα νομικά επιχειρήματα στα οποία στηρίζεται το αίτημα αυτό. Δεν πληροί την επιταγή αυτή η αίτηση αναιρέσεως η οποία περιορίζεται στην επανάληψη - έστω και κατά γράμμα - των λόγων και των επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, περιλαμβανομένων και εκείνων που στηρίζονται σε πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ρητώς απορριφθεί από αυτό (βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 26ης Απριλίου 1993, C-244/92 Ρ, Kupka-Floridi κατά Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-2041, σκέψεις 9 και 10· απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-73/95 P, Viho κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-5457, σκέψεις 25 και 26, και διάταξη της 16ης Σεπτεμβρίου 1997, C-59/96 P, Koelman κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-4809, σκέψη 52).
50 Κατ' αρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα ακυρωτικά αιτήματα της Somaco στην παρούσα υπόθεση δεν περιορίζονται στην επανάληψη των λόγων και των επιχειρημάτων που έχουν ήδη εκτεθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, αλλά, αντιθέτως, από αυτά προκύπτουν με επαρκή σαφήνεια τα επικρινόμενα στοιχεία της προσβαλλομένης αποφάσεως καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη του ακυρωτικού αιτήματος. Πράγματι, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 16 των προτάσεών του, η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπει να διακριθούν δύο χωριστοί λόγοι αναιρέσεως, μολονότι τούτο δεν διευκρινίζεται σαφώς.
51 Ειδικότερα, ο πρώτος λόγος αφορά την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, καθόσον το Πρωτοδικείο έκρινε, αφενός, ότι οι αφόρητες πιέσεις που ασκούνταν στους αναγνωρισμένους στη μητροπολιτική Γαλλία εισαγωγείς ήσαν ανύπαρκτες και, αφετέρου, ότι η αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως της Επιτροπής ήταν ορθή, στο μέτρο που αναγνώριζε την άσκηση τέτοιου είδους πιέσεων έναντι των αποκλειστικών αντιπροσώπων της Μαρτινίκας που εξαρτώνταν από τους ιδίους αυτούς εισαγωγείς. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται στην αλλοίωση των αποδεικτικών στοιχείων στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο, καθόσον διαπίστωσε την ύπαρξη αφορήτων πιέσεων επί των αποκλειστικών αντιπροσώπων της Μαρτινίκας.
52 Υπ' αυτές τις συνθήκες, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής, ότι δηλαδή στην αίτηση αναιρέσεως της Somaco δεν εκτίθενται με επαρκή σαφήνεια οι προβαλλόμενοι λόγοι, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
53 Όσον αφορά, ακολούθως, το ζήτημα αν οι δύο λόγοι αναιρέσεως που προέβαλε η Somaco τείνουν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τις εκτιμήσεις των πραγματικών περιστάσεων στις οποίες προέβη το Πρωτοδικείο, επιβάλλεται κατ' αρχάς η διαπίστωση ότι το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου είναι αντιφατική ή ανεπαρκής αποτελεί νομικό ζήτημα, το οποίο μπορεί, ως τοιούτο, να προβληθεί στο πλαίσιο μιας αναιρέσεως (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 1ης Οκτωβρίου 1991, C-283/90 P, Vidrαnyi κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-4339, σκέψη 29, και της 20ής Νοεμβρίου 1997, C-188/96 P, Επιτροπή κατά V, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 24).
54 Τέλος, όσον αφορά τον λόγο που στηρίζεται στην αλλοίωση των αποδεικτικών στοιχείων, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, μολονότι το Πρωτοδικείο και μόνον είναι αρμόδιο να εκτιμήσει την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα αποδεικτικά στοιχεία που του έχουν υποβληθεί (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazelli Lualdi κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. Ι-1981, σκέψη 66), το Δικαστήριο δέχθηκε, ωστόσο, ότι ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται στην αλλοίωση των αποδεικτικών στοιχείων είναι παραδεκτός (βλ. αποφάσεις της 2ας Μαρτίου 1994, C-53/92 P, Hilti κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. Ι-667, σκέψη 42· της 16ης Σεπτεμβρίου 1997, C-362/95 P, Blackspur DIY κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-4775, σκέψη 29, καθώς και διατάξεις της 6ης Οκτωβρίου 1997, C-55/97 P, AIUFFASS και AKT κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-5383, σκέψη 25, και της 16ης Οκτωβρίου 1997, C-140/96 P, Δημητριάδης κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1997, σ. Ι-5635, σκέψη 35).
55 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η ένσταση απαραδέκτου που υπέβαλε η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
Επί των ακυρωτικών αιτημάτων
56 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Somaco προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι διέκρινε την κατάσταση στο μητροπολιτικό έδαφος από την κατάσταση στη Μαρτινίκα. Κατά την άποψή της, το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε, αφενός, να δεχθεί ως αποδεδειγμένη την ύπαρξη συμπράξεως εμπίπτουσας στο άρθρο 85 της Συνθήκης μεταξύ των αναγνωρισμένων εισαγωγέων όσον αφορά το έδαφος της μητροπολιτικής Γαλλίας και, αφετέρου, να δεχθεί την ύπαρξη αφορήτων κρατικών πιέσεων επί των αποκλειστικών αντιπροσώπων της Μαρτινίκας οι οποίοι εξαρτώνται από τους εισαγωγείς αυτούς. Όμως, στην αιτιολογία της αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δεν έκανε μνεία περιστάσεων οι οποίες αποτελούν τα χαρακτηριστικά αφορήτων πιέσεων οι οποίες δικαιολογούν τη διαφορετική μεταχείριση της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων στην αγορά της Μαρτινίκας σε σχέση με τη συμπεριφορά των μητροπολιτικών επιχειρήσεων από τις οποίες εξαρτώνται. Εάν υπήρχαν πιέσεις, αυτές θα ασκούνταν στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ των επιχειρήσεων, δηλαδή μεταξύ των αποκλειστικών αντιπροσώπων και των εισαγωγέων της μητροπολιτικής Γαλλίας.
57 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι, όσον αφορά τις καταγγελίες κατά των εισαγωγέων στη μητροπολιτική Γαλλία, η επίδικη απόφαση της Επιτροπής δεν στηριζόταν, ελλείψει στοιχείων για το εφαρμοζόμενο καθεστώς εισαγωγών διαφορετικών από εκείνα στα οποία στηρίχθηκε η πρώτη απορριπτική απόφαση της Επιτροπής, σε αντικειμενικές, κρίσιμες και συγκλίνουσες ενδείξεις ότι οι γαλλικές αρχές είχαν ασκήσει μονομερώς αφόρητες πιέσεις στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, για να ακολουθήσουν την καταγγελθείσα συμπεριφορά. Λαμβανομένης υπόψη της ελλείψεως στοιχείων αποδεικνυόντων την ύπαρξη τέτοιου είδους πιέσεων, το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 71, ότι η συμπεριφορά των εισαγωγέων, οι οποίοι συμμορφώνονταν προς τις επιθυμίες των γαλλικών αρχών, συνεκτιμώντας όλους τους σχετικούς κινδύνους και τα πλεονεκτήματα, έπρεπε να θεωρηθεί ως έκφραση επιλογής εμπορικής πολιτικής και, στη σκέψη 72, ότι η επίδικη απόφαση έπρεπε να ακυρωθεί.
58 Αντιθέτως, όσον αφορά την καταγγελία της Somaco η οποία έβαλλε κατά των αποκλειστικών αντιπροσώπων στη Μαρτινίκα, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 88, ότι, βάσει των νέων στοιχείων που είχαν συλλεγεί στο πλαίσιο της έρευνας που διενήργησε η Επιτροπή μετά την ακύρωση από το Πρωτοδικείο της πρώτης της αποφάσεως, το πόρισμα της Επιτροπής ότι οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι στη Μαρτινίκα, κατά των οποίων έβαλλε η καταγγελία της Somaco, δεν διέθεταν καμία αυτονομία κατά την εφαρμογή του καθεστώτος εισαγωγών στηριζόταν σε αντικειμενικές, κρίσιμες και συγκλίνουσες ενδείξεις και, στη σκέψη 97, ότι κανένα άλλο από τα έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν οι καταγγείλασες δεν ήταν ικανό να κλονίσει την άποψη αυτή.
59 Εντεύθεν απορρέει ότι η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής. Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Somaco, το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε ως αποδεδειγμένη την ύπαρξη συμπράξεως απαγορευομένης από το άρθρο 85 μεταξύ των αναγνωρισμένων στη μητροπολιτική Γαλλία εισαγωγέων, αλλά περιορίστηκε στη διαπίστωση ότι η αιτιολογία που ανέπτυξε η Επιτροπή για να απορρίψει τις καταγγελίες, δηλαδή ότι οι καταγγελθέντες εισαγωγείς δεν διέθεταν καμία αυτονομία ή «περιθώριο ελιγμού», δεν έβρισκε έρεισμα σε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Πράγματι, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι τα στοιχεία που η Επιτροπή είχε χαρακτηρίσει ως «νέα στοιχεία» σε σχέση με τη δικογραφία που του είχε υποβληθεί στην υπόθεση Asia Motor France ΙΙ αφορούσαν μόνον την κατάσταση στη Μαρτινίκα, ενώ ακριβώς βάσει της εξετάσεως των στοιχείων αυτών το Πρωτοδικείο κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα όσον αφορά την κατάσταση στη Μαρτινίκα σε σχέση με το συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει όσον αφορά τη μητροπολιτική Γαλλία, ότι δηλαδή οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι της Μαρτινίκας δεν διέθεταν καμία αυτονομία κατά την εφαρμογή του υπό κρίση καθεστώτος εισαγωγών.
60 Εντός του πλαισίου αυτού, η κατάσταση εξαρτήσεως των αποκλειστικών αντιπροσώπων της Μαρτινίκας από τους αναγνωρισμένους στη μητροπολιτική Γαλλία εισαγωγείς, η οποία διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων από το Πρωτοδικείο στη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο έκρινε, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που του υποβλήθηκαν, ότι το ισχύον στη Μαρτινίκα καθεστώς εισαγωγών ήταν αποκλειστικά κρατικό.
61 Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
62 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Somaco διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε αλλοίωση των αποδεικτικών στοιχείων τα οποία αυτή προσκόμισε, και ειδικότερα των πρακτικών της συσκέψεως της 19ης Οκτωβρίου 1987 και του πρωτοκόλλου συμφωνίας που υπογράφηκε από τις επιχειρήσεις την ίδια ημέρα.
63 Ειδικότερα, κατά τη Somaco, η σύσκεψη της 19ης Οκτωβρίου 1987 δεν είχε ως μοναδικό σκοπό την επιστροφή από την Toyota των οχημάτων που είχε εισαγάγει καθ' υπέρβαση της ποσοστώσεώς της. Στο πλαίσιο της συσκέψεως αυτής συζητήθηκαν και άλλα ζητήματα. Η Somaco παραπέμπει συναφώς, μεταξύ άλλων, στις εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στα πρακτικά, όπου αναφέρεται ότι, «κατόπιν συζητήσεως μεταξύ όλων των συμμετεχόντων, οι παρόντες αποκλειστικοί αντιπρόσωποι αποφάσισαν (...) να αποδεχθούν έναν αυτοπεριορισμό, ανεξαρτήτως σήματος, στο 15 % της συνολικής αγοράς και να τηρούν απαρεγκλίτως τον αυτοπεριορισμό αυτό, εν ανάγκη ασκώντας έλεγχο ο ένας στον άλλον (...)».
64 Η Somaco υπογραμμίζει επίσης ότι από τα πρακτικά προκύπτει ότι οι συμμετέχοντες «θεωρούν τις μεταξύ τους διαφορές ως προσωπική τους υπόθεση» και ότι προβλεπόταν σ' αυτό η σύνταξη πρωτοκόλλου συμφωνίας μεταξύ των αποκλειστικών αντιπροσώπων. Το εν λόγω πρωτόκολλο είναι επίσης σαφές και δεν επιτρέπει καμία παρανόηση, καθόσον ορίζει ότι «οι υπογραφόμενοι, οι οποίοι δεσμεύουν την επιχείρησή τους (...), συμφωνούν (...)» και ότι, «σε περίπτωση μη τηρήσεως μιας από τις προαναφερθείσες ρήτρες από οποιοδήποτε των μερών, το παρόν πρωτόκολλο θα αδρανήσει». Έτσι, το ίδιο το κείμενο των πρακτικών και του πρωτοκόλλου συμφωνίας είναι ασυμβίβαστο προς την ερμηνεία του Πρωτοδικείου κατά την οποία η σύσκεψη είχε ως μοναδικό σκοπό την επιστροφή από την Toyota των οχημάτων που είχε πωλήσει καθ' υπέρβαση της ποσοστώσεώς της.
65 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο εξέτασε τα δύο έγγραφα τα οποία επικαλέστηκε η Somaco, προκειμένου να διαπιστώσει αν η Somaco είχε προσκομίσει «αποκλίνοντα» στοιχεία, αποδεικνύοντα ότι οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι ιαπωνικών οχημάτων διέθεταν περιθώριο αυτονομίας ως προς την κατανομή της συνολικής ποσοστώσεως την οποία είχαν καθορίσει οι γαλλικές αρχές στο 15 % για τις εισαγωγές των ιαπωνικών οχημάτων στη Μαρτινίκα.
66 Το Πρωτοδικείο τόνισε συναφώς ότι η ίδια η διατύπωση των πρακτικών της διυπουργικής συσκέψεως της 19ης Οκτωβρίου 1987 και το συνημμένο σ' αυτά «πρωτόκολλο συμφωνίας» δημιουργούσαν την πεποίθηση ότι οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι είχαν συνάψει σύμπραξη και ότι ακριβώς βάσει της διατυπώσεως των εγγράφων αυτών το Πρωτοδικείο κατέληξε, με την απόφασή του Asia Motor France II, ότι υπήρχε, εκ πρώτης όψεως, σοβαρή ένδειξη περί του ότι οι επιχειρηματίες αυτοί διέθεταν πραγματική αυτονομία συμπεριφοράς.
67 Ωστόσο, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι τα έγγραφα των οποίων η ύπαρξη αποκαλύφθηκε κατά τη νέα έρευνα της Επιτροπής μπορούσαν να εξηγήσουν τις εκφράσεις που χρησιμοποιούνταν στα πρακτικά και στο πρωτόκολλο συμφωνίας, χωρίς να συνάγεται κατ' ανάγκη η ύπαρξη συμπράξεως.
68 Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν προέβη σε αλλοίωση των δύο εγγράφων τα οποία επικαλέστησε η Somaco. Πράγματι, το Πρωτοδικείο αναγνώρισε ότι η διατύπωση των δύο εγγράφων συνηγορούσε υπέρ της υπάρξεως συμπράξεως, όπως τούτο είχε υποστηριχθεί με την καταγγελία, πλην όμως δέχθηκε ότι τα δύο αυτά έγγραφα, εντασσόμενα σ' ένα ευρύτερο πλαίσιο, μπορούσαν να τύχουν διαφορετικής εξηγήσεως και ότι, υπό το φως των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η Επιτροπή, δεν μπορούσαν να αποδυναμώσουν την άποψη ότι οι ποσοστώσεις εισαγωγής καθορίζονταν από τις αρχές χωρίς την ενεργό συμμετοχή των αποκλειστικών αντιπροσώπων.
69 Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν αλλοίωσε την έννοια των δύο εγγράφων τα οποία επικαλέστηκε η Somaco και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί των αιτημάτων αποζημιώσεως
70 Όσον αφορά τα αιτήματα αποζημιώσεως, η Somaco διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον διαπίστωσε ότι το δικόγραφο της προσφυγής δεν επέτρεπε να εξατομικευθεί η προσαπτόμενη συμπεριφορά ή ότι η εν λόγω υπαίτια συμπεριφορά δεν μπορούσε να εξατομικευθεί με σαφήνεια και ακρίβεια. Οι δύο αυτοί ισχυρισμοί είναι αντιφατικοί και, εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται να διαπιστωθεί αν η συμπεριφορά της Επιτροπής, η οποία είχε προσφύγει διαδοχικά περισσότερες από μία φορές ενώπιον του Πρωτοδικείου, παρακωλύοντας έτσι την εξέλιξη της διαδικασίας επί έντεκα έτη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πταίσμα που στοιχειοθετεί την ευθύνη της και συνεπάγεται την υποχρέωσή της να αποκαταστήσει την περιγραφείσα ζημία, η οποία οφείλεται προφανώς στην ίδια την βαλλόμενη συμπεριφορά.
71 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται κατά κύριο λόγο στον διάδικο που επικαλείται την ευθύνη της Κοινότητας να προσκομίσει πειστικά αποδεικτικά στοιχεία ως προς την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας που προβάλλει και να αποδείξει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της ζημίας αυτής και της συμπεριφοράς την οποία προσάπτει στα κοινοτικά όργανα (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Μαου 1976, 26/74, Roquette frθres κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1976, σ. 273, σκέψεις 22 και 23, και την προαναφερθείσα απόφαση Blackspur DIY κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 31).
72 Όμως, στη σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ούτε η επιχειρηματολογία την οποία ανέπτυξαν οι καταγγείλασες ούτε το δικόγραφο της προσφυγής στο σύνολό του επέτρεπαν να εξατομικευθεί με την απαιτούμενη σαφήνεια και ακρίβεια η υπαίτια συμπεριφορά της Επιτροπής ή η φύση της ζημίας που ισχυρίζονταν ότι είχαν υποστεί.
73 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το δικόγραφο της προσφυγής δεν πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Πράγματι, από τη σκέψη 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν οι καταγγείλασες περιοριζόταν στην παράθεση των αριθμητικών στοιχείων τα οποία αντιπροσώπευαν καθ' υπόθεση τη «συνολική ζημία την οποία είχαν υποστεί οι επιχειρήσεις εκ της συμπράξεως» και στον ισχυρισμό ότι «η ζημία, με τους νόμιμους τόκους, για την οποία ευθύνεται η Κοινότητα, λόγω των καθυστερήσεων και της λήψεως παρανόμων αποφάσεων, είναι εύλογο να αποτιμηθεί με το επιτόκιο το οποίο εφαρμόζει συνήθως στα ποσά αυτά η Κοινότητα (9,75 %), για το χρονικό διάστημα που εκτείνεται από την απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1991 περί θέσεως της υποθέσεως στο αρχείο μέχρι την ημερομηνία δημοσιεύσεως της εκδοθησομένης αποφάσεως». Επομένως, η Somaco ούτε εξήγησε την προσαφθείσα στην Επιτροπή υπαίτια συμπεριφορά ούτε προσκόμισε έγγραφα προς απόδειξη της ζημίας που ισχυρίστηκε ότι υπέστη.
74 Επομένως, αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
75 Απ' όλα τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, δεδομένου ότι όλοι οι λόγοι αναιρέσεως που προέβαλε η Somaco είναι αβάσιμοι, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
76 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Δεδομένου ότι η Somaco ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τη Somaco SARL στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy